Clive Preece κ.α. ν. Νάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου, Αγωγή 3014/04, 09.06.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 3014/04
- Clive Preece
- Ann Marie Preece Ενάγοντες V Νάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου Εναγομένης _____________________ 09.06.2008 Για τους Ενάγοντες: κ. Ιωάννης Παπαζαχαρίας (για να ακούσει απόφαση κα. Μαριάννα Κωνσταντινίδου) Για την Εναγόμενη: κ. Ανδρέας Μάγος (για να ακούσει απόφαση κα. Ελίζα Μιχαήλ) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.06.2003, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, οι Ενάγοντες συμφώνησαν να αγοράσουν από την Εναγόμενη το τεμάχιο με αρ. 44, Φ./Σχ. 35/44, που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής με αρ. 2325 και βρίσκεται στο χωριό Πάνω Ακουρδάλια της Επαρχίας Πάφου, για το ποσό των £20.000.-, το οποίο, σύμφωνα με το κείμενο της συμφωνίας, είχε ήδη πληρωθεί με την υπογραφή της. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, η συμφωνία αυτή δεν είχε επιτυχή κατάληξη, καθώς, παρόλο που οι διάδικοι συναντήθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις, η Εναγόμενη παρέλειψε να τους το μεταβιβάσει, απαιτώντας, μεταξύ άλλων, να της πληρώσουν τυχόν φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών, που θα της επιβαλλόταν. Επειδή η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε ούτε με εξώδικη πρόσκληση του δικηγόρου των Εναγόντων να παραστεί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση, οι Ενάγοντες, θεωρώντας, ότι η συμπεριφορά της συνιστά παράβαση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας, κίνησαν την παρούσα αγωγή, με την οποία αξιώνουν: «Α. Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης, ημερομηνίας 10.06.2003 και/ή διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγομένη να μεταβιβάσει το ακίνητο με αρ. 44, Φ./Σχ. 35/44, αρ. εγγραφής 2325, στα Πάνω Ακουρδάλια Πάφου, επ' ονόματι των Εναγόντων. Β. Επιστροφή του κτήματος και/ή αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Γ. Νόμιμο τόκο και έξοδα». Η Εναγόμενη, στην έκθεση υπεράσπισής της, αφενός μεν αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, αφετέρου δε ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες δεν έχουν εξασφαλίσει την απαραίτητη για τους αλλοδαπούς άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου για απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας και επομένως δεν μπορούν να επικαλούνται τις πρόνοιες του Νόμου Περί Ειδικής Εκτελέσεως, καθώς και ότι η τιμή αγοράς του κτήματος δεν ήταν £20.000.-, αλλά £70.000.-, υποστηρίζοντας κατ' επέκταση ότι πρόκειται για παράνομη συναλλαγή και ζητώντας, με σχετική ανταπαίτηση, δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου, ότι το πωλητήριο έγγραφο δεν έχει νομική ισχύ, λόγω του ότι είναι μέρος παράνομης σύμβασης. Στην απάντησή τους στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτησή τους οι Ενάγοντες, μεταξύ άλλων, αρνούνται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης και εμμένουν στις δικογραφημένες στην έκθεση απαίτησης θέσεις τους. Μαρτυρικό υλικό Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων έδωσε ένορκη μαρτυρία μόνο ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1). Για την απόδειξη της υπόθεσης της υπεράσπισης έδωσε ένορκη μαρτυρία ο Σάββας Ρωσσίδης, υιός της Εναγόμενης (Μ.Υ.1), ο Γιώργος Κυπριανίδης, Δικηγόρος (Μ.Υ.2) και η ίδια η Εναγόμενη (Μ.Υ.3). Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και πέντε
(5)τεκμήρια, που βρίσκονται έκτοτε στο φάκελο της δικογραφίας και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης. Ολα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι, στις αγορεύσεις τους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντας τις μαρτυρίες τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου. Η εκδοχή, που υποστήριξε ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) στο Δικαστήριο, για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, δεν έχω πεισθεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της απαίτησής του, καθώς η εκδοχή που υποστήριξε στο Δικαστήριο είναι λιγότερη πιθανή παρά όχι (Μπούλος Μαρσέλ κ.α V Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1858 στη σελ. 1868). Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό, όχι βεβαίως αυθαίρετα, αλλά με το ακόλουθο σκεπτικό: Ο βασικός δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγόντων, που αποτελεί και την ουσιαστικότερη διαφοροποίησή τους από τους δικογραφημένους, στην έκθεση υπεράσπισης, ισχυρισμούς της Εναγομένης, είναι ότι η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης του επίδικου ακινήτου ήταν £20.000.-. Θα ανέμενε λοιπόν κανείς ότι ο Μ.Ε.1 θα επιτύγχανε τουλάχιστον να πείσει ότι ο συγκεκριμένος δικογραφημένος ισχυρισμός τους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ομως κάτι τέτοιο, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν συνέβη για τους ακόλουθους λόγους: Καταρχήν ο ίδιος ο Μ.Ε.1, στην κυρίως εξέτασή του και σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγόντων, απάντησε ότι το έγγραφο αναφέρει τίμημα πώλησης £20.000.-, αλλά ο ίδιος πλήρωσε για την αγορά του επίδικου ακινήτου £20.000.-, σαν μερίδιο για την πώληση, κατά την έκφρασή του, και άλλες £20.000.- για την απόκτηση του τίτλου ιδιοκτησίας. Διευκρινίζοντας, στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του, τους ανωτέρω ισχυρισμούς του, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι για την αγορά του επίδικου ακινήτου έγιναν δυο έγγραφα. Το πρώτο το 2002 και το δεύτερο (το επίδικο) το
- Μετά την υπογραφή του πρώτου εγγράφου, για το οποίο πληρώθηκε, με τραπεζική επιταγή, το ποσό των £20.000.- στο Μ.Υ.1, ο τελευταίος τον πληροφόρησε, ότι έπρεπε να πληρωθούν £20.000.-, διότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο. Γι' αυτό το λόγο πλήρωσε στις 18.06.2002, με τραπεζική επιταγή, το προαναφερόμενο ποσό. Οπως υποστήριξε, στη συνέχεια, κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας (Τεκ. 2), δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε άλλο ποσό, καθώς το ποσό των £20.000.- είχε ήδη πληρωθεί, με την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας. Κατά την αντεξέτασή του, σε σχέση με το ίδιο επίδικο ζήτημα, δηλ. το τίμημα πώλησης, ο Μ.Ε.1 επέμεινε καταρχήν στην εκδοχή της υπογραφής των δυο εγγράφων, η οποία παρόλο που δεν δικογραφείται από κανέναν από τους διαδίκους, φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, στη βάση του ότι, πέραν του Μ.Ε.1, και οι τρεις μάρτυρες της Εναγομένης, μεταξύ των οποίων και η ίδια η Εναγομένη (Μ.Υ.3), την επιβεβαίωσαν. Διαφοροποίησε όμως την αρχική εκδοχή του για την πληρωμή μόνο του ποσού των £40.000.- υποστηρίζοντας πλέον ότι πλήρωσε συνολικά στο Μ.Υ.1 το ποσό των £53.800.- Για να είμαι δίκαιος προς το Μ.Ε.1 ο ακριβής ισχυρισμός του ήταν ότι τις πρώτες £20.000.- τις πλήρωσε για να αγοράσει το κτήμα, τις άλλες £20.000.- για να το ελευθερώσει από την υποθήκη, £5.000.- πλήρωσε για την ταφόπλακα στο μνήμα του αδελφού του Μ.Υ.1, £3.800.- για τη βάρκα του Μ.Υ.1 και £5.000.- για την ανακαίνιση της βάρκας του Μ.Υ.
- Φαινομενικά ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι για την αγορά του επίδικου κτήματος πλήρωσε μόνο το ποσό των £20.000.- και ότι τις υπόλοιπες £33.800.- τις πλήρωσε, υπό μορφή δανείου, στο Μ.Υ.1, θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, με την έννοια ότι δεν είναι ασύνηθες και αφύσικο κάποιος, που έχει πολύ στενές φιλικές σχέσεις με κάποιον άλλο, όπως στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται, από τη μαρτυρία αμφοτέρων των πλευρών, ότι είχαν ο Μ.Ε.1 και ο Μ.Υ.1, να του δανείζει κάποιο ποσό, έστω και μεγάλο, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Γιατί όμως δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά από τους ανωτέρω ισχυρισμούς του Μ.Ε.1, σε σχέση πάντα με το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης, παρόλο που ο ίδιος επέμεινε πεισματικά ότι για τη γη, εννοώντας την αγορά του τεμαχίου, μόνο £20.000.- πλήρωσε; Καταρχήν, κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη, διότι στην αντεξέτασή του και σε ερωτήσεις, που επακολούθησαν των ισχυρισμών του για την πληρωμή των £53.800.- ο ίδιος, αφενός μεν ισχυρίσθηκε, ότι, εάν αναφέρει το Τεκ. 2 μόνο το ποσό των £20.000.-, τότε μόνο αυτό το ποσό πλήρωσε, αφετέρου δε αρνήθηκε ότι το συνολικό ποσό που πλήρωσε ήταν £40.000.- (£20.000.- για τη γη και £20.000.- για την υποθήκη) ισχυριζόμενος ότι πλήρωσε £53.800.-. Περαιτέρω διότι ο Μ.Ε.1 ανέφερε, όλως παραδόξως, ότι ούτε όταν έδωσε τις £33.800.- είχε πρόθεση να τις διεκδικήσει, επικαλούμενος τις πολύ στενές φιλικές του σχέσεις με την Εναγομένη και την οικογένειά της, ούτε και σήμερα, παρά την άρνηση της Εναγομένης να τιμήσει την επίδικη συμφωνία και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, έχει πρόθεση να επιδιώξει την πληρωμή τους από το Μ.Υ.
- Κατά συνέπεια με ποια λογική είναι δυνατό να γίνει πιστευτή η εκδοχή του Μ.Ε.1 για τη δανειοδότηση του Μ.Υ.1 με αυτό το μεγάλο χρηματικό ποσό, όταν ο ίδιος ο Μ.Ε.1 δεν δηλώνει, ούτε έστω φραστικά, οποιαδήποτε πρόθεση για διεκδίκησή του; Αν όμως ο Μ.Ε.1 δεν παραχώρησε στο Μ.Υ.1 το ποσό των £33.800.- υπό μορφή δανείου, τότε για ποιο λόγο πλήρωσε αυτό το ποσό; Δεν θα μπορούσε κάποιος εύκολα να πιθανολογήσει ότι αυτό το ποσό αποτελεί μέρος του τιμήματος της επίδικης συμφωνίας; Αλλωστε ο ίδιος ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι τις £20.000.- από το συνολικό ποσό των £33.800.- τις πλήρωσε για την εξάλειψη της υποθήκης. Στο συγκεκριμένο ζήτημα και στη σημασία που έχει στην εξαγωγή συμπερασμάτων για το ποια ήταν τελικά η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης του ακινήτου, θα επανέλθω στη συνέχεια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και αφού προηγουμένως καταγράψω τις ακόλουθες αντιφάσεις στα όσα ισχυρίσθηκε ενόρκως. Παρόλο που στη μαρτυρία του, τόσο στην κυρίως εξέταση, όσο και στην αντεξέταση, με τις παλινωδίες βεβαίως που έχουν επισημανθεί ανωτέρω, επέμεινε στην εκδοχή της συμφωνηθείσας τιμής των £20.000.-, η οποία, από όσα είπε, συνάγεται ότι είχε συμφωνηθεί πριν την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας, προς το τέλος της κυρίως εξέτασής του, εισήγαγε για πρώτη φορά και την εκδοχή ότι αρχικά η Εναγόμενη πρόσφερε τη γη στη γυναίκα του χωρίς αντάλλαγμα δωρεάν και ότι μετά ο ίδιος ρώτησε ποια είναι η δίκαιη τιμή και του είπαν £20.000.-. Το εύλογο ερώτημα βεβαίως που δημιουργείται είναι γιατί ο ίδιος, αφ' ης στιγμής η Εναγόμενη πρόσφερε το τεμάχιο χωρίς αντάλλαγμα στη σύζυγό του, δεν άδραξε την ευκαιρία, σεβόμενος συνάμα και την επιθυμία της, αλλά αντίθετα, όχι μόνο αποδέχθηκε την πρότασή τους για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των £20.000.- και, ένα σημείο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, ήρθε σε συμφωνία ο ίδιος με την Εναγόμενη για την αγορά του κτήματος και όχι η σύζυγός του, προς την οποία απευθυνόταν η αρχική γενναιόδωρη προσφορά της Εναγόμενης; Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής του στις 07.04.2008 ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι κατά την πρώτη συνάντησή του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με την Εναγόμενη για τη μεταβίβαση του ακινήτου, στην παρουσία του συζύγου της και των Μ.Υ.1 και 2, ο Μ.Υ.2 τον προσέγγισε και του ζήτησε το ποσό των £10.000.- για να γίνει η μεταβίβαση. Ο ίδιος, όπως ισχυρίσθηκε, αρνήθηκε με αποτέλεσμα τη ματαίωση της μεταβίβασης. Στη συνέχεια ο ίδιος επισκέφθηκε το εστιατόριο της Εναγομένης, όπου συνομίλησε με την ίδια και το Μ.Υ.1 για διευθέτηση του προβλήματος, για να υποστηρίξει, χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες, ότι, μετά τη συνάντηση αυτή, πίστευε ότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί. Στις 06.05.2008, που συνεχίσθηκε και ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του Μ.Ε.1, είχε όμως μια διαφορετική εκδοχή και σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Το ποσό πλέον, που κατ' ισχυρισμό του ζήτησε ο Μ.Υ.2 δεν ήταν £10.000.-, αλλά, όλως παραδόξως, ανέβηκε στις £20.000.-, με την προσθήκη ότι, όπως του ειπώθηκε, η απαίτηση αυτή της Εναγόμενης οφειλόταν στην άνοδο της αξίας της γης. Ετι περαιτέρω στη συνάντηση στο εστιατόριο προστέθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Μ.Ε.1 έκανε πρόταση για επιπλέον πληρωμή ποσού £10.000.-, την οποία αρνήθηκε η Εναγόμενη. Πέραν των προδήλων αντιφάσεων στους ανωτέρω ισχυρισμούς του Μ.Ε.1 εύλογα ερωτηματικά και αμφιβολίες δημιουργεί και το ότι ο ίδιος δεν φαίνεται να αντέταξε, ως επιχείρημα, στις αντισυμβατικές απαιτήσεις της Εναγομένης το γεγονός της πληρωμής της υποθήκης, με την έννοια ότι θα αναμενόταν λογικά ο Ενάγοντας που, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του, είχε ήδη πληρώσει το διπλάσιο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των £20.000.- για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου, να εγείρει το συγκεκριμένο ζήτημα, όταν ο αντισυμβαλλόμενός του, στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη, προέβαλε την αξίωση για πληρωμή μεγαλύτερου τιμήματος από το συμφωνηθέν. Επανερχόμενος στο ζήτημα της πληρωμής του ποσού των £20.000.- για την εξάλειψη της υποθήκης οφείλω να καταγράψω τις ακόλουθες σκέψεις του Δικαστηρίου: Η συγκεκριμένη ενέργεια του Ενάγοντα 1, ανεξάρτητα από την προβολή του ισχυρισμού ότι δεν αποτελεί μέρος του τιμήματος αγοράς του ακινήτου, αλλά δάνειο προς το Μ.Υ.1, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει τον οποιοδήποτε μέσο συνετό λογικό άνθρωπο στο συμπέρασμα, ότι η πληρωμή αυτού του ποσού έγινε για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου, καθώς σε διαφορετική περίπτωση, υπαρχούσης της υποθήκης, η οποιαδήποτε προσπάθεια για μεταβίβαση του πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Επομένως η πληρωμή του ποσού της υποθήκης συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας και δεν μπορεί, στη βάση της κοινής λογικής (common sense), παρά να θεωρηθεί ότι αποτελεί αναπόσπαστο και ουσιώδες μέρος αυτής και δη του συνολικού τιμήματος πώλησης. Ενισχυτική και άκρως επιβεβαιωτική των ανωτέρω σκέψεων του Δικαστηρίου είναι η αντίδραση του Ενάγοντα 1, όταν, σύμφωνα με την εκδοχή του, πληροφορείται την ύπαρξη της υποθήκης. Η εικόνα που προκύπτει από τη μαρτυρία του είναι ξεκάθαρη. Αντί να αντιδράσει και να απαιτήσει από την Εναγόμενη την πληρωμή της, ως θα έπραττε ο οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του, αυτός όχι μόνο την πλήρωσε, αλλά και ισχυρίζεται, ότι αυτό έγινε, με σχετικό δάνειο, που παραχώρησε στο Μ.Υ.1, την πληρωμή του οποίου όμως, όλως περιέργως, ούτε τότε είχε πρόθεση να διεκδικήσει, ούτε και σήμερα, παρά την ισχυριζόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της Εναγόμενης, που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Πιστεύω ότι η μόνη λογική εξήγηση για την ανωτέρω συμπεριφορά του Ενάγοντα 1 είναι, δίχως άλλο, ότι το ποσό των £20.000.- πληρώθηκε από τον ίδιο για την εξάλειψη της υποθήκης, όχι ως δάνειο στο Μ.Υ.1, αλλά ως μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Αλλωστε δεν θα πρέπει να διερωτηθούμε για ποιο λόγο η Εναγόμενη θα συμφωνούσε στην πώληση του ακινήτου στην τιμή των £20.000.-, όταν προφανώς γνώριζε ότι το ποσό αυτό επαρκούσε μόνο για την πληρωμή της υποθήκης; Από την ενώπιόν μου μαρτυρία δεν προκύπτει ότι, είτε η ίδια, είτε η οικογένειά της, βρισκόταν σε τόσο δεινή οικονομική κατάσταση, ώστε να δικαιολογείται μια τέτοια επιλογή. Πέραν των πιο λογικών, κατά την κρίση πάντα του Δικαστηρίου, σκέψεων, προβληματίζει και αυτή καθαυτή η αναφορά του Ενάγοντα 1 στην πληρωμή του συνολικού ποσού των £33.800.-, με την έννοια ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα λόγο να αναφερθεί στην πληρωμή αυτού του ποσού, εφόσον όχι μόνο δεν δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, αλλά και δεν αποτελεί υπερασπιστικό ισχυρισμό της Εναγομένης. Κοντολογίς ούτε νύξη δεν γίνεται για το συγκεκριμένο ζήτημα στα δικόγραφα. Αρα προς τι η αναμόχλευση αυτού του ζητήματος, χωρίς ουσιαστικά λόγο και αιτία; Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι ο Ενάγοντας 1 αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο ζήτημα διότι η πληρωμή αυτού του ποσού έχει άμεση σχέση με την παρούσα υπόθεση, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του, η προβολή των οποίων εξηγείται λογικά από την προσπάθειά του να μην αποκαλυφθεί η ενυπάρχουσα παρανομία στην επίδικη συμφωνία, με την έννοια ότι η πληρωμή του συνολικού ποσού των £33.800.- αποτελεί, δίχως άλλο, πληρωμή έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου. Με το πιο πάνω σκεπτικό δεν αποδέχομαι την εκδοχή του Ενάγοντα 1 ότι το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του ακινήτου είναι αυτό που αναγράφεται στο Τεκ. 2, δηλ. £20.000.- αλλά πολύ μεγαλύτερο και δη το ποσό των £70.000.-, στοιχείο που, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια της απόφασης, προκύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης. Παρενθετικά στο σημείο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να αναφέρω ότι θα μπορούσα, στην περίπτωση που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ήταν δικογραφημένος στην έκθεση απαίτησης, να καταλήξω σε εύρημα ότι ο Ενάγοντας 1 έχει πληρώσει το συνολικό ποσό των £53.800.-. Ο βασικός υπερασπιστικός ισχυρισμός της Εναγομένης, που συνάμα αποτελεί και το θεμέλιο της ανταπαίτησής της και γύρω από τον οποίο ουσιαστικά περιστράφηκε η ακροαματική διαδικασία, όπως πιστεύω διαφάνηκε και από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1, είναι ακριβώς η ύπαρξη παρανομίας στην επίδικη συμφωνία, στη βάση του δικογραφημένου στην έκθεση υπεράσπισης ισχυρισμού ότι το συμφωνηθέν, μεταξύ των διαδίκων, τίμημα πώλησης ανέρχεται στο ποσό των £70.000.-. Η εντύπωση που έχω σχηματίσει και για τους τρεις μάρτυρες υπεράσπισης είναι ότι, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια της απόφασης, κανείς από αυτούς δεν είπε την πραγματική αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο όρος πραγματική αλήθεια μπορεί να μην είναι δόκιμος, όμως τον χρησιμοποιώ για να καταστήσω σαφές, ευθύς εξαρχής, ότι από τη μαρτυρία τους το μόνο στοιχείο, που αποδέχομαι, ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είναι ότι η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης του επίδικου ακινήτου ήταν £70.000.- και όχι £20.000.-, απορρίπτω δε όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς τους, ως μη συνάδοντες και αποδίδοντες τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Το σκεπτικό, με βάση το οποίο, έχω οδηγηθεί στην πιο πάνω κατάληξη είναι το ακόλουθο: Και οι τρεις μάρτυρες υπεράσπισης στο μόνο σημείο στο οποίο εμφανίσθηκαν να ομονοούν, κατά τρόπο, θα έλεγα, άκρως πειστικό και αταλάντευτα, ήταν ότι η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης ήταν £70.000.- και όχι £20.000.-. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 και τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η αντίθετη εκδοχή του για το συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα, με οδηγεί, στο ασφαλές πιστεύω συμπέρασμα, ότι η ανωτέρω εκδοχή των μαρτύρων υπεράσπισης ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα, στα οποία περιστράφηκε η μαρτυρία τους, ιδιαίτερα οι Μ.Υ.1 και 3, υποστήριξαν διαφορετικούς, αλληλοσυγκρουόμενους και μη πειστικούς ισχυρισμούς. Ενδεικτικά αναφέρω: Σε σχέση με την πληρωμή της υποθήκης ο Μ.Υ.1 ισχυρίσθηκε ότι ο Ενάγοντας 1 εξέδωσε τραπεζική επιταγή στο όνομά του, ο ίδιος πήγε στη Συνεργατική της Πόλις Χρυσοχούς, πλήρωσε για την υποθήκη το ποσό των £19.600.- και στη συνέχεια έδωσε στη Μ.Υ.3 το ποσό των £400.- περίπου. Μάλιστα, όπως υποστήριξε, η Μ.Υ.3 του έκανε παράπονο για τις £400.- που τις έδωσε, λέγοντάς του ότι πούλησε το χωράφι για £70.000.- για να πάρει μόνο £400.-, για να της απαντήσει ο ίδιος ότι τα υπόλοιπα θα τα έπαιρνε με τη μεταβίβαση. Η Μ.Υ.3 δεν επιβεβαίωσε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του Μ.Υ.
- Αντίθετα ισχυρίσθηκε ότι ο Ενάγοντας 1 της έδωσε τις £20.000.-, τις οποίες πήρε στη Συνεργατική και πλήρωσε για την υποθήκη το ποσό των £19.500.- Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι όταν ο Ενάγοντας 1 της έδωσε τις £20.000.- τον ρώτησε γιατί της έδινε μόνο αυτό το ποσό, για να της απαντήσει αυτός ότι τα υπόλοιπα θα της τα έδινε με τη μεταβίβαση. Ο Μ.Υ.1 ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που δεν έγινε η μεταβίβαση ήταν διότι, όταν πήγε στο Κτηματολόγιο, ο πατέρας του με τη μητέρα του (Μ.Υ.3), στην απουσία του ιδίου, ο Ενάγοντας 1 δεν τους έδωσε τις £50.000.-. Η Μ.Υ.3 ισχυρίσθηκε, σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, ότι ο λόγος που δεν έγινε η μεταβίβαση, κατά τη συνάντηση των διαδίκων στο Κτηματολόγιο, ήταν διότι ο Ενάγοντας 1 ζήτησε να της αφαιρέσει £5.000.- για τα «κοτσανιάτικα», κατά την έκφρασή της, και η ίδια αρνήθηκε. Σε σχέση με το πολύ σημαντικό ζήτημα της πληρωμής των £33.800.- ο Μ.Υ.1, παρόλο που στην κυρίως εξέτασή του, υποστήριξε ότι δεν πήρε άλλα λεφτά από τον Ενάγοντα 1, πέραν των £20.000.-, για την εξάλειψη της υποθήκης, στην αντεξέτασή του, δεν φάνηκε να είναι και τόσο σίγουρος, καθώς απάντησε, σε σχετική ερώτηση, ότι δεν θυμάται και δεν ξέρει, εάν μετά τις πρώτες £20.000.- πήρε και άλλες £20.000.- με τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα η Μ.Υ.3 ισχυρίσθηκε, αφενός μεν ότι ο Ενάγοντας 1 δεν της έδωσε άλλα λεφτά πέραν των £20.000.-, κατά την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας, αφετέρου δε ότι δεν γνωρίζει, όπως υποστήριξε, ότι ο Ενάγοντας 1 έδωσε στο Μ.Υ.1 άλλα λεφτά πέραν του προαναφερόμενου ποσού, χωρίς, επί της ουσίας, να αρνηθεί το σχετικό ισχυρισμό του Ενάγοντα
- Ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι, πριν την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας, ο ίδιος είπε στη Μ.Υ.3, η οποία δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, την προσφορά του Ενάγοντα 1 για το ποσό των £70.000.-, ισχυριζόμενος ουσιαστικά ότι ο ίδιος διερμήνευε τα όσα συζητούσαν ο Ενάγοντας 1 και η Μ.Υ.3 από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα. Ούτε στο συγκεκριμένο απλό ζήτημα η εκδοχή της Μ.Υ.3 συμπίπτει με την εκδοχή του Μ.Υ.1, καθώς αυτή υποστήριξε ότι την προσφορά του Ενάγοντα 1 τη διερμήνευσε στην ίδια ο σύζυγός της, ο οποίος, όπως ισχυρίσθηκε, γνωρίζει λίγα αγγλικά. Ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι πριν την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας ο Ενάγοντας 1 είχε ενημερωθεί από τον ίδιο για την ύπαρξη της υποθήκης, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι του είχε επισημάνει ότι για να γίνει το συμβόλαιο έπρεπε πρώτα να πληρωθεί η υποθήκη. Η Μ.Υ.3, όχι μόνο δεν ισχυρίσθηκε ότι έθεσε τέτοιο όρο για την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας, αλλά δεν φαίνεται ή δεν ήθελε να φανεί ότι γνώριζε το συγκεκριμένο θέμα. Υποστήριξε ότι η ίδια δεν είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα 1 για την ύπαρξη της υποθήκης και ότι δεν γνώριζε εάν τον ενημέρωσε ο Μ.Υ.1, ο οποίος όμως, όπως είπε, γνώριζε την ύπαρξη της υποθήκης, μην αποκλείοντας την πιθανότητα να του το είπε ο Μ.Υ.1 μεταγενέστερα, μετά δηλ. την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας. Ο Μ.Υ.1 ισχυρίσθηκε ότι ο Ενάγοντας 1 απαίτησε να αναγραφεί στην πρώτη συμφωνία μόνο το ποσό των £20.000.-, διότι δεν ήθελε να πληρώσει πολλά μεταβιβαστικά και διότι δεν ήθελε να φανούν τα λεφτά που θα έφερνε από το εξωτερικό. Η Μ.Υ.3 δεν αναφέρθηκε καθόλου στο συγκεκριμένο ζήτημα στη μαρτυρία της. Το μόνο, όχι και τόσο σχετικό, που ανέφερε, είναι ότι, όταν, με την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας, της έδωσε τις £20.000.- ο Ενάγοντας 1, ρώτησε γιατί μόνο αυτά τα λεφτά, για να της απαντήσει ο Ενάγοντας 1 ότι τις υπόλοιπες £50.000.- θα της έπαιρνε με τη μεταβίβαση. Τα ίδια, όπως είπε, της επανέλαβε ο Ενάγοντας 1, και κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, η οποία, ειρρήσθω εν παρόδω, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αμφοτέρων των πλευρών, έγινε, προκειμένου να καταστεί αγοραστής του ακινήτου και η σύζυγος του Ενάγοντα 1 (Ενάγουσα 2), κατά ½ εξ' αδιαιρέτου μερίδιο. Κρίνω ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του Μ.Υ.1 δεν είναι πειστικός και κατά πάσα πιθανότατα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όχι τόσο γιατί δεν επιβεβαιώθηκε από τη Μ.Υ.3, αλλά για τον απλούστατο λόγο, ότι το μεγαλύτερο όφελος από τη δήλωση στην επίδικη συμφωνία μικρότερου ποσού από το συμφωνηθέν θα το είχε αναμφίβολα η Εναγόμενη, καθώς αυτή θα καλείτο να πληρώσει φόρο κεφαλαιουχικών κερδών, ο οποίος υπολογίζεται επί του δηλωθέντος τιμήματος πώλησης και όχι οι Ενάγοντες, οι οποίοι είχαν υποχρέωση πληρωμής μόνο των μεταβιβαστικών τελών, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν υπολογίζονται με βάση το εμφανιζόμενο, ως συμφωνηθέν, τίμημα πώλησης, αλλά στη βάση της εκτιμηθείσας από το Κτηματολόγιο αξίας του ακινήτου. Οσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, οφείλω να αναφέρω, ότι ανέμενα από τον ίδιο, όντας δικηγόρος, να υποβοηθήσει το έργο Δικαστήριο και όχι να προσπαθεί, όπως τουλάχιστον έχω αντιληφθεί, να απεκδυθεί των αυτόδηλων ευθυνών του για την κατάληξη της παρούσας υπόθεσης, εμφανιζόμενος όχι ως ο δικηγόρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων, όπως ισχυρίσθηκε, αλλά και φαίνεται ότι ήταν, αλλά ως απλός συντάκτης της πρώτης συμφωνίας και του Τεκ. 2, χωρίς καμιά άλλη ουσιαστική συμμετοχή. Αναρωτιέμαι ειλικρινά πως αλλιώς μπορεί να αντικρισθούν και δικαιολογηθούν οι απαντήσεις του, ότι δεν θυμάται τον τρόπο πληρωμής των £70.000.-, παρόλο που είχε ετοιμάσει, όπως ισχυρίσθηκε αρχικά έγγραφο με αυτό το ποσό, ότι δεν θυμάται το τίμημα πώλησης που είχε δηλωθεί στα έντυπα που θα υποβάλλονταν στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων για την πληρωμή των κεφαλαιουχικών κερδών από την Εναγόμενη, παρόλο που πήγε στην πρώτη συνάντηση των διαδίκων στο Κτηματολόγιο με σκοπό τη διεκπεραίωση της μεταβίβασης, ότι δεν θυμάται εάν για τη συμπλήρωση αυτών των εντύπων του είχαν δώσει το Τεκ. 2, παρόλο που ο ίδιος το είχε ετοιμάσει και λογικά πρέπει να είχε κρατήσει αντίγραφο στο σχετικό φάκελο της υπόθεσης, ότι δεν θυμάται εάν η Εναγόμενη είχε υπογράψει τις φόρμες για τη μεταβίβαση και ότι δεν θυμάται ποιος του έδωσε οδηγίες να ετοιμάσει τις φόρμες για τη μεταβίβαση; Πως αλλιώς μπορεί να αντικρισθεί και δικαιολογηθεί ο ισχυρισμός του ότι δεν πληρώθηκε κανένα ποσό, ως δικηγορικά έξοδα, για την παρούσα υπόθεση, διαψεύδοντας, κατ' ουσία, τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 1, ότι πληρώθηκε από αυτόν το συνολικό ποσό των £500.-, όταν, όπως συνάγεται από τη μαρτυρία του, όχι μόνο δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα κανένα ένδικο μέσο για την είσπραξή τους, αλλά ούτε καν νύξη δεν προκύπτει ότι έκανε στους διαδίκους για την πληρωμή τους; Πως αλλιώς τέλος μπορεί να αντικρισθεί και δικαιολογηθεί η εμφανής προσπάθειά του, προκειμένου να αιτιολογήσει τον ισχυρισμό του περί μη ουσιαστικής συμμετοχής του στην υπόθεση, να απαξιώσει τους πελάτες του και δη τον Ενάγοντα 1 και το Μ.Υ.1, που ειρρήσθω εν παρόδω, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία και των τριών, είναι φίλοι και συμμέτοχοί του σε άλλη εταιρεία, με τη χρήση χαρακτηρισμών, όπως ότι είναι ανίδεοι περί συναλλαγών, ότι είχαν την άποψη ότι ήξεραν τα πάντα και ότι ο Ενάγοντας 1 θεωρούσε όλους τους άλλους κατώτερης νοημοσύνης από τον ίδιο; Οπως έχω προαναφέρει και για τους λόγους, που έχω ήδη εξηγήσει, το μόνο σημείο, που αποδέχομαι από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, είναι ότι το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης ήταν £70.000.- Επίδικα ζητήματα Από τα δικόγραφα της υπόθεσης και την ακροαματική διαδικασία, αναφύονται, ως επίδικα, τα ακόλουθα ζητήματα, που χρήζουν επίλυσης: Α) Εάν υφίσταται παρανομία στην επίδικη σύμβαση και Β) Εάν είναι η σύμβαση δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Επίλυση επίδικων ζητημάτων Η ύπαρξη παρανομίας στη σύμβαση Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας προκύπτει αδήριτα η διαπίστωση ότι στην επίδικη συμφωνία Τεκ. 2) ενυπάρχει το στοιχείο της παρανομίας, καθώς στο κείμενό της εμφανίζεται ως τίμημα πώλησης το ποσό των £20.000.-, ενώ στην πραγματικότητα το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης ήταν πολύ μεγαλύτερο και δη το ποσό των £70.000.-, με προφανή στόχο και σκοπό, αμφοτέρων των διαδίκων, την καταδολίευση του δημοσίου. Καθήκον του Δικαστηρίου, στη βάση της πιο πάνω διαπίστωσης, είναι να αρνηθεί να δώσει οποιαδήποτε θεραπεία στους Ενάγοντες και να απορρίψει την αγωγή τους, λόγω της συμμετοχής τους στην παράνομη συναλλαγή (βλ. Ιωάννου και άλλοι V Μουσκάλλη και άλλου
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1595 σελ. 1599 και 1600). Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή των Εναγόντων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Παρά ταύτα αισθάνομαι ότι οφείλω στους διαδίκους την κατάθεση της άποψης του Δικαστηρίου και για το δεύτερο επίδικο ζήτημα. Γι' αυτό το λόγο καταγράφω τις ακόλουθες σκέψεις. Είναι η σύμβαση δεκτική ειδικής εκτέλεσης; Σύμφωνα με σχετικό όρο της επίδικης συμφωνίας (Τεκ. 2) η Εναγομένη θα μεταβίβαζε τον τίτλο στο όνομα των Εναγόντων μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα έκδοσης της συγκατάθεσης του Υπουργικού Συμβουλίου, η εξασφάλιση της οποίας, δυνάμει του όρου 4 της συμφωνίας, αποτελούσε ευθύνη των Εναγόντων. Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα ο Ενάγοντας 1 ισχυρίσθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν έκαναν αίτηση για εξασφάλιση της ανωτέρω άδειας, παρά την ύπαρξη του πιο πάνω όρου, διότι ο Μ.Υ.1 και ο σύζυγος της Εναγομένης, Φοίβος Ρωσσίδης, του είπαν ότι, μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία επίκειτο, δεν χρειαζόταν να πάρουν τη συγκεκριμένη άδεια. Οπως υποστήριξε, πολύ πειστικά θα έλεγα, αυτή ήταν μια συμφωνία κυρίων μεταξύ τους. Παρόλο που η Εναγόμενη (Μ.Υ.3) δεν ερωτήθηκε καθόλου για το συγκεκριμένο ζήτημα, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας της και ιδιαίτερα τη θέση, που εξέφρασε στην αντεξέτασή της, ότι «άφησαν μόνο του» τον Ενάγοντα 1 να επιλέξει το χρόνο που θα της έδινε τις £50.000.- και κατά συνέπεια και το χρόνο της μεταβίβασης, βρίσκω ότι, αφενός μεν ο προαναφερόμενος όρος της συμφωνίας κατέστη, με μεταγενέστερη συμφωνία, μη δεσμευτικός για τους διαδίκους, αφετέρου δε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του Ενάγοντα 1 για το χρόνο μεταβίβασης του πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στη βάση του πιο πάνω ουσιαστικού ευρήματος του Δικαστηρίου θα στηριχθούν και οι απαντήσεις στα ακόλουθα δυο ερωτήματα, που τίθενται με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων: Α) Εχει ο Νόμος 54(Ι)/03 αναδρομική ισχύ ή όχι; και Β) Πληρούνται στην παρούσα περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 του Κεφ. 232 για να διαταχθεί από το Δικαστήριο η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης; Παρενθετικά στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των απαντήσεων στα ανωτέρω ερωτήματα, να αναφέρω ότι με το Ν.54(Ι)/03, που στην ουσία αποτελεί εναρμονιστική νομοθεσία, τροποποιήθηκε το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμος, Κεφ. 109, προκειμένου να διαφοροποιηθούν και στην ουσία να απλοποιηθούν οι προϋποθέσεις απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας από πολίτες χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για να μη γενικολογώ, στη βάση της πιο πάνω τροποποίησης και ειδικότερα των άρθρων 2 (όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του με το Ν.54(Ι)/03)και 3 του Κεφ. 109, οι Ενάγοντες δεν χρειάζονταν, μετά την 01.05.2004, ημερομηνία προσχώρησης της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και έναρξης ισχύος του Νόμου (βλ. σχετικό άρθρο αυτού), την άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου (πιο σωστά του οικείου Επάρχου - βλ. Κ.Δ.Π. 218/99, ημερ. 08.10.1999) για εγγραφή επ' ονόματί τους του Πιστοποιητικού Εγγραφής του επίδικου ακινήτου. Επανερχόμενος στο πρώτο ερώτημα η απάντηση σε αυτό είναι αναμφίβολα αρνητική, καθώς κανείς ουσιαστικός νόμος (Substantive Law), όπως ο προκείμενος Ν.54(Ι)/03, δεν έχει αναδρομική ισχύ, εκτός και εάν η αναδρομικότητα προνοείται σε σχετική διάταξή του (βλ. Datamedia Α.Ε. V K.S.N. (BUSINESS AIDS) Ltd
(1990)1 AAΔ 13 στη σελ. 17). Ομως η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν προδικάζει την απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα, ως είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Εναγομένης. Και αυτό διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο Ν.54(Ι)/03τέθηκε σε ισχύ την 01.05.2004 και επομένως ήταν σε ισχύ την 04.11.2004, ημερομηνία έγερσης της παρούσας αγωγής. Δεν έχουμε δηλαδή την περίπτωση ουσιαστικού νόμου που τίθεται σε ισχύ εκκρεμούσης της αγωγής, οπότε τα δικαιώματα των μερών αποφασίζονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε κατά την έναρξη της αγωγής, εκτός εάν από το νέο νόμο προκύπτει σαφώς πρόθεση για τροποποίηση αυτών των δικαιωμάτων (βλ. Maxwell on Interpretation of Statutes, 12h έκδοση, σελ. 220-221 και Αυγουστή V Χατζημιχαήλ
(1990)1 ΑΑΔ 306). Συναφώς οι πρόνοιες του άρθρου 2 του Κεφ. 109, όπως τροποποιήθηκαν με το Ν.54(Ι)/03, ισχύουν, δίχως άλλο, στην παρούσα περίπτωση. Επικουρικά στο ανωτέρω σκεπτικό επισημαίνω ότι το Κεφ. 109 αναφέρεται στη διαδικασία απόκτησης ακίνητης περιουσίας από αλλοδαπό, δηλ. στη διαδικασία εγγραφής του πιστοποιητικού εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας επ' ονόματι αλλοδαπού, και όχι στην σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας, όπως η επίδικη, για την απόκτησή της, η οποία δεν απαγορεύεται από τη συγκεκριμένη νομοθεσία. Κατά συνέπεια το επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου της Εναγόμενης, ότι ο Ν.54(Ι)/03δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, διότι η επίδικη συμφωνία συνομολογήθηκε στις 10.06.2003, δεν μπορεί και για αυτό το λόγο να γίνει αποδεκτό. Απομένει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, δηλ. εάν και κατά πόσο η επίδικη σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Ουσιαστικά το ερώτημα που τίθεται είναι εάν στην προκείμενη περίπτωση, με βάση την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 του Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων εισηγήθηκε στην αγόρευσή του ότι η απάντηση του Δικαστηρίου σε αυτό το ερώτημα πρέπει να είναι καταφατική. Με κάθε σεβασμό προς τον ίδιο η άποψη του Δικαστηρίου, στη βάση του ακόλουθου σκεπτικού, είναι διαφορετική. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι «Η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε την 01/05/04 πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και επομένως οι Ενάγοντες ως Ευρωπαίοι Πολίτες δεν χρειάζονται άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου για να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία και επομένως σε περίοδο ενός
(1)μηνός από την 01/05/2004 η Εναγομένη ήταν υπόχρεη να μεταβιβάσει το πιο πάνω κτήμα στους Ενάγοντες» (βλ. παρ. 4 έκθεσης απαίτησης) (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Οπως έχει προαναφερθεί, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι διάδικοι, με μεταγενέστερη, της επίδικης, προφορική συμφωνία τους, συμφώνησαν ότι η μεταβίβαση του πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου θα γινόταν μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν προκύπτει πως είχε συμφωνηθεί ότι η μεταβίβαση θα γινόταν εντός ενός
(1)μηνός από την 01.05.2004, ημερομηνία προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ως ο ανωτέρω δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγόντων. Αυτό σημαίνει ότι, κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη, ως ημερομηνία μεταβίβασης δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί η 01.05.2004, με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να καθίσταται εκπρόθεσμη, λόγω παρέλευσης της εξάμηνης προθεσμίας που προνοείται στο άρθρο 2 (δ) του Κεφ. 232, για την καταχώρησή της. Με το πιο πάνω σκεπτικό καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι και για αυτό το λόγο, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει την απαίτηση των Εναγόντων για έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας. Κατάληξη Καταληκτικά, με το πιο πάνω σκεπτικό, η αγωγή απορρίπτεται. Οσον αφορά τα έξοδα, αυτά ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της διαπίστωσης ότι η επίδικη συμφωνία ενέχει το στοιχείο της παρανομίας είναι πρόδηλο ότι η ανταπαίτηση επιτυγχάνει. Κρίνω όμως περιττή την έκδοση οποιαδήποτε δήλωσης ή διατάγματος του δικαστηρίου στην ανταπαίτηση. Οσον αφορά τα έξοδα της ανταπαίτησης δεν εκδίδεται οποιαδήποτε ιδιαίτερη διαταγή, ενόψει της συνεκδίκασής της με την αγωγή. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: γραπτή συμφωνία για πώληση ακινήτου - ύπαρξη παρανομίας στη συμφωνία - αναδρομικότητα Ν.54(Ι)/03- άρθρα 2 και 3 Κεφ. 109 - ειδική εκτέλεση σύμβασης - άρθρο 2 (δ) Κεφ. 232) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο