← Κύπρος

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. Μιχάλης Θεοδοσίου Ιορδάνους, Αρ. Αγωγής: 2817/2005, 10 Ιουνίου, 2008

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. Μιχάλης Θεοδοσίου Ιορδάνους, Αρ. Αγωγής: 2817/2005, 10 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2817/2005 Μεταξύ: ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, από την Πάφο Εναγόντων - και - Μιχάλης Θεοδοσίου Ιορδάνους, από την Πάφο Εναγόμενου --------------------- Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2008 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Ν. Τσιαπαλής (κα Χριστοδούλου για να ακούσει απόφαση ) Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Ερωτοκρίτου --------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 21.5.2008 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος επιδιώκει τροποποίηση της υπεράσπισής του ως ακολούθως: «

(1)Με την διαγραφή της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και αντικατάστασή της με νέα παράγραφο 3 ως εξής: 3. Είναι ισχυρισμός του εναγόμενου ότι προτού του παρασχεθούν οι ανωτέρω υπηρεσίες είχε συμφωνηθεί μεταξύ του και του Δρα Άριστου Γεωργίου ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας και / ή παρουσιαζόταν σαν εκπρόσωπος και / ή αντιπρόσωπος και / ή υπεύθυνος και / ή υπάλληλος της ενάγουσας, ότι το συνολικό κόστος χειρουργικής επέμβασης, νοσηλείας - θεραπείας σε καμία περίπτωση δεν θα υπερέβαινε τις Λ.Κ. 6.000 ποσόν του οποίου την καταβολή θα ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί.
(2)Με την προσθήκη νέας παραγράφου 4 ως εξής: 4. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι σε σχέση με τις προσφερθείσες σε αυτόν υπηρεσίες κατέβαλε στον αναφερόμενο Δρα Άριστο Γεωργίου ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό των εναγόντων και / ή παρουσιαζόταν σαν εκπρόσωπος και / ή αντιπρόσωπος και / ή υπεύθυνος και / ή υπάλληλος της ενάγουσας, το ποσό των Λ.Κ. 4.500.
(3)Με την προσθήκη νέας παραγράφου 5 ως εξής: 5. Εν πάση περιπτώσει και χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε ισχυρισμού του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με βάση τα όσα πιο πάνω αναφέρονται, το μέγιστο ποσό το οποίο θα νομιμοποιούνταν οι ενάγοντες να διεκδικούν εναντίον του, δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ. 1.500.
(4)Με την αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων 4 και 5 σε 6 και 7 αντίστοιχα. » Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ. 1 μέχρι 6 και Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και
  1. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου, το περιεχόμενο της οποίας, επί της ουσίας παρατίθεται αυτούσιο: «
  2. Στο στάδιο κατά το οποίο ανέθεσα την παρούσα αγωγή στον δικηγόρο μου για να με υπερασπισθεί, επισκεπτόμουν συστηματικά το Ογκολογικό Κέντρο Τράπεζας Κύπρου στην Λευκωσία όπου και υποβαλλόμουν σε θεραπεία με ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία.
  3. Λόγω της παρατεταμένης υποβολής μου στην θεραπεία αυτή και των παρενεργειών της, ήμουν σε πολύ άσχημη κατάσταση και σωματικά και ψυχολογικά και πνευματικά με αποτέλεσμα να μην δώσω στον δικηγόρο μου όλα τα στοιχεία που συνέθεταν την υπεράσπισή μου. Ειδικότερα δεν ανέφερα στον δικηγόρο μου ότι: α) Η συμφωνία σε σχέση με το μέγιστο συνολικό κόστος της χειρουργικής επέμβασης, νοσηλείας και θεραπείας έγινε μεταξύ μου και του Δρα Άριστου Γεωργίου ο οποίος παρουσιαζόταν ότι ενεργούσε για λογαριασμό της κλινικής και σαν υπεύθυνος και αντιπρόσωπος της. β) Κατέβαλα στον Δρα Άριστο Γεωργίου το ποσό των Λ.Κ. 4.500 έναντι των υπηρεσιών που μου προσφέρθηκαν από τους ενάγοντες.
  4. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αντιλήφθηκα ότι τα γεγονότα αυτά δεν αναφέρονται στην υπεράσπισή μου και ως εκ τούτου ο Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του όλα τα δεδομένα για ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
  5. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου οι ισχυρισμοί μου αυτοί έχουν γίνει γνωστοί στους ενάγοντες μέσω της αντεξέτασης του μάρτυρα Μάρκου Χριστοδουλίδη και ως εκ τούτου με την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς ούτε θα παραβλαβούν τα δικαιώματά τους. Αντίθετα με την αιτούμενη τροποποίηση θα γίνει δυνατή η παρουσίαση όλων των γεγονότων στο Δικαστήριο για πλήρη και ορθή απονομή δικαιοσύνης. » Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων, οι οποίοι επικαλούνται τους εξής λόγους: « (α) Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αδικαιολόγητοι και / ή μη επαρκείς και δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί από το Σεβαστό Δικαστήριο. (β) Η υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπό τις περιστάσεις, στην υποβολή της παρούσας αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης για γεγονότα που είναι γνωστά και/ή θα έπρεπε να είναι γνωστά από το 2006 και/ή εν πάσει περιπτώσει πολύ πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης του Εναγόμενου-Αιτητή που καταχωρήθηκε στις 10/01/2006 και/ή πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσης αίτησης, προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αλλά και των ίδιων των δικαιωμάτων των Εναγόντων-Καθ' ών η Αίτηση. (δ) Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση διαγράφεται ουσιαστικά ολόκληρη η υπεράσπιση του Εναγόμενου και επιδιώκεται η αντικατάσταση της με άλλη εντελώς νέα και προβάλλονται νέα στοιχεία και οι ισχυρισμοί εντελώς αντίθετοι από την προηγούμενη καταχωρημένη υπεράσπιση γεγονός που θα αποστερήσει στους Καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα τους να ετοιμάσουν την υπόθεση τους αφού έχουν ήδη προσφέρει τη μαρτυρία τους. (ε) Ο Αιτητής κάνει κατάχρηση της διαδικασίας. (ζ) Ο Αιτητής υποβάλει την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Καθ' ών η αίτηση. (η) Με την υποβληθείσα Αίτηση μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης και ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας η οποία είναι σε τελικό και προχωρημένο στάδιο με ζημιογόνες συνέπειες για τους Καθ' ών η Αίτηση. (κ) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επιφέρει επιπτώσεις ως επίσης και θα δημιουργήσει αδικία στα καλώς νοούμενα συμφέροντα των Εναγόντων-Καθ' ών η Αίτηση. » Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του Μάρκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία του περιεχομένου των παραγράφων 1 και 2 αυτής είναι στην υπηρεσία των εναγόντων και προέβηκε σ' αυτή κατ' εξουσιοδότησή τους. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου είναι για το ποσό των £11.669,90, που αποτελεί, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, το συμφωνημένο και/ή εύλογο ποσό για ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες που του προσέφεραν μεταξύ των ημερομηνιών 30.12.2004 μέχρι και τις 15.3.2005, στο ιδιωτικό νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ που διατηρούν και λειτουργούν στην Πάφο, κατόπιν εντολής και/ή συγκατάθεσής του. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και η διαμονή του. Επισημαίνεται ότι, διαζευκτικά, οι ενάγοντες αξιώνουν το πιο πάνω ποσό εναντίον του εναγόμενου δυνάμει τιμολογίου και/ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο εναγόμενος, σύμφωνα με την υπεράσπισή του ως έχει μέχρι στιγμής παραδέχεται ότι κατά ή περί το Γενάρη του 2005 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο νοσοκομείο των εναγόντων, ως επίσης και ότι του προσφέρθηκαν διάφορες ιατρικές υπηρεσίες. Αρνείται όμως ότι αυτές είναι αξίας £11.669,
  6. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι προτού του παρασχεθούν οι παραπάνω υπηρεσίες είχε συμφωνηθεί ότι το συνολικό κόστος για τη χειρουργική επέμβαση, νοσηλεία και θεραπεία του, σε καμιά περίπτωση θα υπερέβαινε τις £6,000, ποσό το οποίο θα ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί να καταβάλει. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση του περιεχομένου των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε μερικές από αυτές, με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων. Θεωρώ ότι αυτές συμπυκνώνονται στην πολύ πρόσφατη απόφαση από την υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 96/06, ημερομηνίας 27.7.2007, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. » Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και γενικά οτιδήποτε άλλο συναφές με αυτές, προχωρώ αμέσως να εξετάσω την αίτηση, με αναφορά ασφαλώς και στους διάφορους λόγους ένστασης. Καταρχήν, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω, πως ούτε έχει τεθεί, μα ούτε και τίθεται οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με τη νομική βάση της αίτησης, αφού αυτή βασίζεται και στη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο 1ος λόγος ένστασης είναι γενικός και αόριστος. Κατά συνέπεια απορρίπτεται. Οι 2ος, 3ος, 5ος και 6ος λόγοι ένστασης είναι συναφείς, οπότε και θα συνεξεταστούν. Με αυτούς, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, για γεγονότα που είναι γνωστά ή που εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε να είναι γνωστά στον εναγόμενο πολύ πριν την καταχώρηση της υπεράσπισής του, σε βαθμό που αυτή προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του δικαστηρίου, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων τους. Προκύπτει από τη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33, ότι όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 (A) 223, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα συμπερίληψης σε προγενέστερο στάδιο των ισχυρισμών που ήθελε να περιλάβει σε τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, την παράλειψη του να το πράξει, το πολύ καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υπέβαλε την αίτηση και την απόρριψη του λόγου που πρόβαλε για την καθυστέρηση, κακώς το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε τη σχετική αίτηση. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης του δήλωσης, ότι λόγω παρατεταμένης θεραπείας στην οποία υποβαλλόταν στο Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου κατά το στάδιο που ανέθεσε την αγωγή στο δικηγόρο του για να τον υπερασπισθεί και βασικά, λόγω των παρενεργειών της εν λόγω θεραπείας, ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση σωματικά, ψυχολογικά και πνευματικά, με αποτέλεσμα να μη δώσει στο δικηγόρο του όλα τα στοιχεία που συνέθεταν την υπεράσπισή του. Και συνεχίζοντας, ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω στοιχεία - γεγονότα - αντιλήφθηκε ότι δεν αναφέρονται στην υπεράσπισή του, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 16.9.
  1. Ο εναγόμενος καταχώρησε την υπεράσπισή του στις 10.1.2006, ενώ η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες πρώτη φορά, μετά από αίτηση ορισμού, στις 9.3.
  2. Για λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό του δικαστηρίου κάθε φορά, η αγωγή ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 31.3.2006, στις 4.5.2006 και στις 23.5.
  3. Την ημέρα αυτή, το αίτημα του δικηγόρου του εναγόμενου όπως οριστεί ξανά για οδηγίες η αγωγή απορρίφθηκε, αφού, η συνάδελφος που επιλήφθηκε της υπόθεσης, την όρισε για ακρόαση στις 23.10.
  4. Την ημέρα αυτή, ο δικηγόρος του εναγόμενου ζήτησε αναβολή της ακρόασης για τον εξής λόγο: «γιατί διαπιστώσαμε ότι θα χρειαστεί να προβούμε σε αίτηση τροποποίησης». Το δικαστήριο, συνενούντων των εναγόντων, ενέκρινε το αίτημα και όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 16.11.2006, με οδηγίες η αίτηση τροποποίησης να καταχωριστεί και οριστεί την ίδια μέρα (16.11.2006). Αίτηση τροποποίησης δεν καταχωρίστηκε μέχρι και τις 16.11.2006, ενώ η δικηγόρος που εμφανίστηκε στο δικαστήριο ζήτησε να οριστεί ξανά για οδηγίες η αγωγή, προκειμένου να καταχωριστεί η αίτηση τροποποίησης, κάτι που δεν έγινε μέχρι τότε, καθότι, όπως ανάφερε η κα Νικολάου, δικηγόρος για τον εναγόμενο «. δυστυχώς ακόμα δεν εξασφαλίσαμε ιατρικό πιστοποιητικό». Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και όρισε την αγωγή ξανά για ακρόαση στις 25.5.2007, ημερομηνία κατά την οποία, λόγω κάποιου σοβαρού - προσωπικού προβλήματος του δικηγόρου του εναγόμενου, ο οποίος έφυγε από το δικαστήριο ξαφνικά για να πάει Λευκωσία, αναβλήθηκε και πάλι για τις 28.11.
  5. Την ημέρα αυτή, λόγω της απουσίας του εναγόμενου από το δικαστήριο, για λόγους υγείας, η αγωγή αναβλήθηκε ακόμα μια φορά, για να οριστεί ξανά για ακρόαση στις 27.2.
  6. Η ακρόαση δεν έμελλε να αρχίσει ούτε και στις 27.2.2008 και τούτο γιατί, την ημέρα αυτή, κατόπιν κοινής δήλωσης των συνηγόρων των διαδίκων, ότι κατέληξαν σε προκαταρκτικό συμβιβασμό, ο οποίος τελούσε υπό την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου των εναγόντων, καθώς και κοινού αιτήματος αναβολής, η αγωγή ορίστηκε για δήλωση συμβιβασμού στις 13.3.
  7. Τελικά, ο συμβιβασμός δεν επιτεύχθηκε και το δικαστήριο στις 13.3.2008 όρισε ξανά για ακρόαση την αγωγή στις 5.5.2008, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση, με την κυρίως εξέταση του μοναδικού μάρτυρα για τους ενάγοντες Μάρκου Χριστοδουλίδη, η μαρτυρία του οποίου συμπληρώθηκε στις 19.5.2008, ημερομηνία κατά την οποία οι ενάγοντες με ρητή δήλωση του δικηγόρου τους έκλεισαν την υπόθεσή τους. Η αγωγή ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 22.5.2008, ημερομηνία κατά την οποία, κανονικώς εχόντων των πραγμάτων, θα πρεπε να παρουσιάσει την υπόθεσή του ο εναγόμενος, ο οποίος, αντ' αυτού, στις 21.5.2008 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Εξηγώ αμέσως γιατί δε δέχομαι την αιτιολογία του εναγόμενου, σε σχέση με το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση και κατ' επέκταση γιατί θεωρώ βάσιμους τους 2ο, 3ο, 5ο και 6ο λόγους ένστασης. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι κατά το χρόνο που ανάθεσε στο δικηγόρο του την αγωγή για να τον υπερασπιστεί, υποβαλλόταν σε παρατεταμένη ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία, εξαιτίας των οποίων ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση σωματικά, ψυχολογικά και πνευματικά, με αποτέλεσμα να μην του δώσει όλα τα στοιχεία που συνέθεταν την υπεράσπισή του. Μολονότι ο εναγόμενος όφειλε να συγκεκριμενοποιήσει μέχρι πότε τελούσε κάτω από την κατάσταση που ο ίδιος περιγράφει, κάτι που δεν κάνει, νομιμοποιούμαι να υποθέσω ότι αυτή και συγκεκριμένα οι διάφορες παρενέργειες της θεραπείας στην οποία υποβαλλόταν, σε κάθε περίπτωση εξέλειπαν στις 23.10.
  8. Διαφορετικά, διερωτώμαι πως πρέπει να ερμηνεύσω το αίτημα του δικηγόρου του την ημέρα εκείνη, ο οποίος, καθώς ήδη έχει αναφερθεί είπε τα εξής: «Ζητώ αναβολή της ακρόασης για τους πιο κάτω λόγους: γιατί διαπιστώσαμε ότι θα χρειαστεί να προβούμε σε αίτηση τροποποίησης». Είναι φανερό, ότι δεν μπορεί παρά να είναι με τον ίδιο που διαπίστωσε ο δικηγόρος του την αναγκαιότητα τροποποίησης της υπεράσπισής του και η εν λόγω διαπίστωση, που σύμφωνα με το λεκτικό του δικηγόρου ανάγεται σε παρελθόντα χρόνο «διαπιστώσαμε» τοποθετείται χρονικά πριν από τις 23.10.2006 που υποβλήθηκε το αίτημα αναβολής. Και ενώ δόθηκε αναβολή στις 23.10.2006 και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 16.11.2006, με οδηγίες η αίτηση τροποποίησης να καταχωριστεί και οριστεί την ίδια μέρα, όχι μόνο δεν έγινε κάτι τέτοιο, αλλά, ο δικηγόρος του εναγόμενου που εμφανίστηκε στο δικαστήριο στις 16.11.2006, αιτιολογώντας το αίτημα του όπως οριστεί ξανά για οδηγίες η αγωγή, με προοπτική την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης, συνέδεσε το γεγονός ότι αυτή δεν είχε καταχωριστεί μέχρι εκείνη την ημέρα, με τη μη εξασφάλιση κάποιου ιατρικού πιστοποιητικού. Καμιά νύξη ή αναφορά έγινε είτε στη σωματική είτε στη ψυχολογική είτε στη πνευματική κατάσταση του εναγόμενου. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί ο εναγόμενος να επικαλείται οτιδήποτε από αυτά στις 21.5.2008 που προέβηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισής του. Υπάρχει όμως και συνέχεια. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τις 16.11.2006 μέχρι και τις 25.5.2007 που η αγωγή επαναορίστηκε για ακρόαση, ουδείς απαγόρευσε στον εναγόμενο ή τον εμπόδισε να καταχωρήσει αν ήθελε την αίτησή του. Το ίδιο ισχύει και για το διάστημα των αμέσως επόμενων 6 μηνών από τις 25.5.2007 που η αγωγή αναβλήθηκε για λόγο που αφορούσε προσωπικά το δικηγόρο του εναγόμενου αυτή τη φορά μέχρι και τις 28.11.2007 που και πάλι δόθηκε αναβολή, καθότι τη συγκεκριμένη περίοδο ο εναγόμενος υποβαλλόταν σε χημειοθεραπεία και δεν μπορούσε να είναι στο δικαστήριο. Όμως, ούτε και στις 27.2.2008 είναι δυνατό να πιστέψω ότι ο εναγόμενος αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που επηρέαζε την σωματική, ψυχολογική και προπαντός, την πνευματική του κατάσταση. Να υπενθυμίσω ότι τη συγκεκριμένη μέρα υποβλήθηκε κοινό αίτημα αναβολής της ακρόασης, επειδή επιτεύχθηκε προκαταρκτικός συμβιβασμός, ο οποίος θα πρεπε να εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο των εναγόντων. Από τον εναγόμενο, όπως αναφέρθηκε, είχε γίνει αποδεκτός. Και κάτι ακόμη - τελευταίο - χάριν συζήτησης και μόνο. Αν υποτεθεί ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι, είναι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας που αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα τροποποίησης της υπεράσπισής του, τίθεται το ερώτημα πότε ακριβώς συνέβη αυτό και σε κάθε περίπτωση, γιατί θα πρεπε να συμπληρώσουν την υπόθεσή τους οι ενάγοντες και μετά να καταχωριστεί η παρούσα αίτηση. Στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσω ότι στις 5.5.2008 παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και κατάθεσε ο μοναδικός μάρτυρας των εναγόντων Μάρκος Χριστοδουλίδης και περαιτέρω, ότι μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του εν λόγω μάρτυρα, διακόπηκε η δίκη, η οποία ορίστηκε για συνέχιση στις 19.5.
  9. Ποια εξήγηση ή δικαιολογία έχει δοθεί από τον εναγόμενο για το γεγονός της μη καταχώρησης της αίτησης στο διάστημα μεταξύ των παραπάνω ημερομηνιών; Καμιά είναι η απάντηση. Είναι ολοφάνερο ότι το διάστημα που μεσολάβησε από τις 23.10.2006 που υποβλήθηκε για πρώτη φορά εκ μέρους του εναγόμενου αίτημα αναβολής, για σκοπούς καταχώρησης αίτησης τροποποίησης, μέχρι και τις 21.5.2008 που καταχωρίστηκε εν τέλει η σχετική αίτηση είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Εάν ληφθεί δε υπόψη ο χρόνος καταχώρησης της υπεράσπισης (10.1.2006) το διάστημα αυτό καθίσταται μεγαλύτερο. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το πολύ προχωρημένο στάδιο που υποβλήθηκε η αίτηση, μα και που βρίσκεται η υπόθεση - συμπληρώθηκε η υπόθεση των εναγόντων - και το γεγονός ότι δε δέχομαι το λόγο που πρόβαλε ο εναγόμενος για τη σημειωθείσα καθυστέρηση - με αναφορά στο χρόνο που καταχώρησε την αίτηση σε σχέση με αυτό που μπορούσε και θα πρεπε να την είχε καταχωρήσει - όλα αυτά, σωρευτικά θεωρούμενα, σε εφαρμογή όσων έχουν αναφερθεί στη Federal Bank of Lebanon (SAL) (ανωτέρω) αναπόφευκτα με υποχρεώνουν να απορρίψω την αίτηση. Και για να μη θεωρηθεί, ότι, με την κατάληξη μου να απορρίψω την αίτηση, αφίσταμαι όσων έχουν αναφερθεί στη Νικολάου (ανωτέρω) θα πρέπει να επισημάνω τα εξής, που κατά τη γνώμη μου διαφοροποιούν αισθητά τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης με αυτά της παρούσας, αν και όπως θα διαφανεί σε λίγο, η αίτηση θα απορριφθεί και για διαφορετικό λόγο. Έτσι λοιπόν, στη Νικολάου, η πρωτόδικη απόφαση ακυρώθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή πρώτον, δόθηκε υπερβολική βαρύτητα από το πρωτόδικο δικαστήριο στο γεγονός ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, κάτι που σημαίνει ότι η καθυστέρηση σε κάποιο βαθμό δικαιολογήθηκε. Δεύτερον, λήφθηκε υπόψη, ότι το αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε σε στάδιο πριν από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Αντίθετα, στην περίπτωσή μας, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο. Έχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Βλέπε Loukos Trading Co Ltd κ.α. v. Ρέινμποου Πλητσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ,
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: « Στην Περρέλλα, πιο πάνω σελ. 222, υποδείχθηκε ότι «η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του». » Το γεγονός ότι ο εναγόμενος που στις 23.10.2006 ζήτησε και πήρε αναβολή για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης και το ίδιο έκανε στις 16.11.2006, όχι μόνο δεν καταχώρησε τη σχετική αίτηση, μα ούτε και αισθάνθηκε οποτεδήποτε την ανάγκη να δώσει κάποια εξήγηση ή δικαιολογία γιατί θα πρεπε να περάσουν 18 και πλέον μήνες έκτοτε, μέχρι και τις 21.5.2008 που την καταχώρησε, σε συνδυασμό με τη σωρεία ευκαιριών που είχε για να την καταχωρήσει πολύ ενωρίτερα και τέλος, λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, όλα αυτά, θεωρώ πως συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και περιφρόνηση των δικαιωμάτων των εναγόντων. Ιδιαίτερα, του δικαιώματός τους για τη μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης που διασφαλίζει ρητά το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Βλέπε και την Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 11. Επομένως, στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία, όπως υποδείχθηκε και στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, θεωρώ πως ακόμη και να μην υπήρχε σχετικός λόγος ένστασης, θα πρεπε να δώσω τέλος στην παρούσα διαδικασία, με διάταγμα απόρριψης της αίτησης, όπως και θα γίνει. Σε όσα προηγήθηκαν θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι τα διάφορα γεγονότα που επιδιώκει να συμπεριλάβει ο εναγόμενος στην υπεράσπισή του, καθ' ομολογία του ήσαν γνωστά εξ' υπαρχής. Σε σχέση και με τους δυο λόγους για τους οποίους η αίτηση θα απορριφθεί, ως ανωτερώ, θεωρώ καθόλα σχετική την υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν σε σημαντικό βαθμό με αυτά της παρούσας. Σ' εκείνη την υπόθεση επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση τροποποίησης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι. Ακολουθεί αυτούσιο το σκεπτικό, με αναφορά τόσο στη νομική αρχή που καθιερώνεται όσα και στα πραγματικά γεγονότα. «Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί αν υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων, στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όταν η αγωγή άχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τις 6 Δεκεμβρίου 1988, υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή προς υποβολή αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο ανέβαλε τότε την υπόθεση, παρά την ένσταση του εφεσιβλήτου, για να καταχωρισθεί αίτηση για τροποποίηση εντός δυο μηνών. Δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση ούτε και ήλθε εκ νέου το θέμα στο προσκήνιο μέχρι της 13ης Δεκεμβρίου 1990 όταν, μετά από σείρα εμφανίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Δεν επιχειρήθηκε καν εξήγηση σε σχέση με τα προηγηθέντα. Η ανάγκη για τροποποίηση συνδέθηκε με γεγονότα που εμφανίστηκαν ότι περιήλθαν σε γνώση των εφεσειόντων μόλις τότε. Αυτό δεν ήταν, βέβαια, ορθό και το επισήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο.» Ενώ οι ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στις δυο υποθέσεις είναι ολοφάνερες, το γεγονός ότι στην περίπτωση μας η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο, καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη και ταυτόχρονα την υποχρέωσή μου να την απορρίψω. Ακολουθούν μερικές ακόμη επισημάνσεις πριν από την καταληκτική μου πρόταση. Θεωρώ πως αχρείαστα ο εναγόμενος επιδιώκει τροποποίηση της υπεράσπισης, με αντικατάσταση της παραγράφου 3 αυτής. Και τούτο γιατί, ό,τι επιζητεί να εισάξει στη νέα παράγραφο, αποτελεί λεπτομέρεια σε σχέση με γεγονός στο οποίο ούτως ή άλλως γίνεται αναφορά στην αντίστοιχη παράγραφο της υφιστάμενης υπεράσπισης, που είναι η συμφωνία ότι το συνολικό κόστος χειρουργικής επέμβασης κ.λ.π. σε καμιά περίπτωση θα υπερέβαινε τις £6.000,00. Αν οι ενάγοντες ήθελαν να μάθουν μεταξύ ποιών έγινε η υπό αναφορά συμφωνία και γενικά οτιδήποτε άλλο - συναφές με αυτή, θα μπορούσαν να ζητήσουν λεπτομέρειες από τον εναγόμενο, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν έκαναν. Και ο ίδιος ασφαλώς δεν εμποδίζεται να αναφερθεί σ' αυτές κατά την ακρόαση, κάτι που ήδη έχει κάνει, για την ώρα, μέσω του δικηγόρου του κατά το στάδιο αντεξέτασης του μάρτυρα των εναγόντων. Η μόνη ουσιαστική προσθήκη που θα προέκυπτε στην υπεράσπιση, σε περίπτωση που η κατάληξή μου για την τύχη της αίτησης ήταν διαφορετική είναι ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι σε σχέση με τις διάφορες υπηρεσίες που του προσφέρθηκαν κατέβαλε στο γιατρό Γεωργίου για λογαριασμό των εναγόντων, το ποσό των £4.500,00.-. Κατά ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.