← Κύπρος

ΧΡ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ΑΛΕΚΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3670/07, 20 Ιουνίου, 2008

ΧΡ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ΑΛΕΚΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3670/07, 20 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3670/07 Μεταξύ: ΧΡ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ, εκ Πάφου Εναγόντων - και - ΑΛΕΚΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ, εκ Κανναβιού Πάφου Εναγόμενου --------------------- Ημερομηνία: 20 Ιουνίου, 2008 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα Ιακώβου Μ. για Γ. Τσίκκο (κ. Μαυρέσιης για να ακούσει απόφαση ) Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Φυλακτού για κ. Ν. Νεοκλέους (κα Μ. Παπαδημήτρη για να ακούσει απόφαση) --------------------- Αίτηση παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, ημερομηνίας 27.3.2008 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου είναι για το ποσό των £8.406,00, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Εδράζεται στους ακόλουθους ισχυρισμούς, όπως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης, το σχετικό μέρος της οποίας παρατίθεται αυτούσιο: « 1) Οι ενάγοντες σ' όλον τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών δεόντως εγγεγραμμένη στη Κύπρο και ασχολείτο μεταξύ άλλων με τις επιδιορθώσεις και/ή συντηρήσεις μηχανοκινήτων οχημάτων και διατηρούσαν γκαράζ και/ή συνεργείο στη Πάφο. 2) Ο εναγόμενος σ' όλον τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν πελάτης των εναγόντων. 3) Κατά/ή περί το έτος 2005 στην Πάφο, οι διάδικοι με προφορική τους συμφωνία, συμφώνησαν όπως οι ενάγοντες από την μια προβαίνουν για λογαριασμό του εναγόμενου σε όλες τις δέουσες ενέργειες και εργασίες για την συντήρηση και/ή επιδιόρθωση των μηχανοκινήτων οχημάτων που οδηγούνταν και/ή κατέχονταν από τον εναγόμενο παρέχοντας σε αυτά τα αναγκαία εργαλεία και/ή εξαρτήματα και/ή σύνεργα και/ή αντικείμενα για την συντήρηση και/ή επιδιόρθωση τους και ο εναγόμενος αναλάμβανε να πληρώνει τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά εις πρώτη ζήτηση. 4) Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας κατά/ή περί το έτος 2005 μέχρι τον Απρίλιο και/ή Μάιο του 2006 οι ενάγοντες προέβησαν σε διάφορες επιδιορθώσεις και/ή συντηρήσεις των μηχανοκινήτων οχημάτων που οδηγούνταν και/ή κατέχονταν από τον εναγόμενο και που ο τελευταίος υποδείκνυε στους ενάγοντες και ο εναγόμενος πλήρωσε κατά διαστήματα στους ενάγοντες διάφορα ποσά. Οι ενάγοντες επιφυλάσσονται να αναφερθούν με λεπτομέρειες, εάν χρειαστεί, για τις πιο πάνω εργασίες και πληρωμές κατά τη δικάσιμο. 5) Κατά/ή περί τον Μάιο του 2006 ο εναγόμενος όφειλε στους ενάγοντες και οφείλει μέχρι σήμερα το ποσό των £8,406- για προσφερθείσες εργασίες και/ή υλικά, πλήν όμως ο εναγόμενος παρά τις επαλειμμένες εκκλήσεις των εναγόντων όπως τους καταβάλει τα πιο πάνω οφειλόμενα ποσά, αυτός αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και εξακολουθεί να αρνείται και/ή παραλείπει να το πράξει μέχρι σήμερα. » Ο εναγόμενος, στις 17.1.2008 καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή, ενώ οι ενάγοντες, στις 11.2.2008 καταχώρησαν αίτηση, με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης εναντίον του, λόγω της παράλειψής του να καταχωρήσει υπεράσπιση, εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο σχετικός διαδικαστικός κανονισμός. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 27.2.2008 (πρώτη εμφάνιση), ημερομηνία κατά την οποία ο δικηγόρος που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για τον εναγόμενο ζήτησε χρόνο για σκοπούς καταχώρησης υπεράσπισης. Το δικαστήριο, συνενούντος του δικηγόρου των εναγόντων, ενέκρινε το σχετικό αίτημα και όρισε την αίτηση για απόδειξη στις 28.3.2008, εκτός αν καταχωρείτο υπεράσπιση, το αργότερο 4 μέρες προηγουμένως. Στις 19.3.2008 καταχωρίστηκε στο δικαστήριο η ακόλουθη επιστολή του δικηγόρου του εναγόμενου, ημερομηνίας 18.3.2008, προς το δικηγόρο των εναγόντων. « Αγαπητέ Συνάδερφε, Δια της παρούσης μου θα ήθελε να σας παρακαλέσω όπως μου δώσετε τις πιο κάταω λεπτομέρειες που αφορούν την πιο πάνω αγωγή: Α) Αντίγραφα όλων των τιμολογίων και/ ή εγγράφων τα οποία αφορούν την πιο πάνω υπόθεση. Β) Λεπτομέρειες για την προφορική συμφωνία που αναφέρετε στην παράγραφο με αρ. 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως των πελατών σας. Γ) Λεπτομέρειες των επιδιορθώσεων και /ή συντηρήσεων που προέβησαν οι πελάτες σας στα μηχανοκίνητα οχήματα του πελάτη μου και αναφέρετε στην παράγραφο με αρ. 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως σας. Δ) Λεπτομέρειες σε ποια μηχανοκίνητα του εναγόμενου οι πελάτες σας προέβησαν σε επιδιορθώσεις και/ ή συντηρήσεις όπως αναφέρετε στην παράγραφο με αρ. 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως σας. Οι πιο πάνω λεπτομέρειες μου είναι απαραίτητες προκειμένου να ετοιμάσω την Έκθεση Υπεράσπισης του πελάτη μου. Παρακαλώ όπως μου δώσετε το συντομότερο δυνατό τις πιο πάνω λεπτομέρειες καθώς στις 28/03/2008 είναι ορισμένη η αίτηση για απόφαση που καταχωρίσατε στις 11/02/2008 και θα πρέπει να καταχωρίσω την υπεράσπιση του πελάτη μου 4 ημέρες προηγουμένως. » Η εν λόγω επιστολή έτυχε απάντησης από το δικηγόρο των εναγόντων, με την επιστολή του ημερομηνίας 20.3.2008, το περιεχόμενο της οποίας, επί της ουσίας, επίσης παρατίθεται αυτούσιο: « Σε συνέχεια της επιστολής σας ημερομηνίας 18/03/08 έχω να σας αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Όσον αφορά το Δ) της επιστολής σας , τα μηχανοκίνητα οχήματα του εναγόμενου είναι 1) KHS 403 2) KHQ 704 3) KHY 119 4) και ΗΒΝ

  1. (β) Όσον αφορά το Γ) της επιστολής σας αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με ακρίβεια καθ' ότι αποτελεί μαρτυρία η οποία μόνο ο πελάτης μας μπορεί να δώσει και δεν μπορούν να δοθούν υπό τύπον δικογράφου. (γ) Όσον αφορά το Β) της επιστολής σας είναι η γνώμη μας ότι στην παράγραφο 3 αναγράφονται όλες οι λεπτομέρειες και γενικά οι οροί και το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας χωρίς να χρειάζονται οιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινήσεις. (δ) Όσον αφορά το Α) της επιστολής σας σε αυτό το στάδιο είναι δύσκολο να ανευρεθούν όλα τα αναγκαία τιμολόγια και/ή έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση εν' όψει και της μη συχνής επικοινωνίας μας με τον πελάτη μας, λόγω της εργασίας του. » Στις 27.3.2008 ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητά και τα ακόλουθα: « ( Α ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο ενάγοντας όπως μέσα σε 15 μέρες από την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος δώσουν στους εναγόμενους περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ως προς τα ακόλουθα: 1) Παράγραφος αρ. 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως των Εναγόντων. Λεπτομέρειες για του διευθυντές των εναγόντων. 2) Παράγραφος αρ. 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως των Εναγόντων. Λεπτομέρειες για την ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία των διαδίκων που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή και λεπτομέρειες για το ποιο ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες κατά το χρόνο σύναψης της ισχυριζόμενης συμφωνίας. Τιμολόγια και/ ή έγγραφα για τις εν λόγω επιδιορθώσεις και για τα αναγκαία εργαλεία και/ ή εξαρτήματα και/ ή σύνεργα και /ή σύνεργα για την συντήρηση και/ ή επιδιόρθωση των μηχανοκίνητων οχημάτων του εναγόμενου που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή. 4) Παράγραφος αρ. 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως των Εναγόντων. Λεπτομέρειες για τις ισχυριζόμενες επιδιορθώσεις και/ ή συντηρήσεις των μηχανοκίνητων οχημάτων που προέβησαν οι ενάγοντες στα μηχανοκίνητα οχήματα που οδηγούνταν και/ ή κατέχονταν από τον εναγόμενο. Λεπτομέρειες για τα ποσά που χρέωσαν οι ενάγοντες τον εναγόμενο για τις εν λόγω επιδιορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή. 5) Παράγραφος αρ. 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως των Εναγόντων. Λεπτομέρειες για τα ποσά που χρέωσαν οι ενάγοντες τον εναγόμενο και τους οφείλει όπως ισχυρίζονται Λ.Κ8.406.- που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή. » Στις 15.4.2008 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση (πρώτη εμφάνιση), η δικηγόρος που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για τους ενάγοντες ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Συνενούσης της δικηγόρου που εμφανίστηκε για τον εναγόμενο, αυτή τη φορά, το δικαστήριο ενέκρινε το σχετικό αίτημα και όρισε την αίτηση για οδηγίες στις 12.5.2008, με οδηγίες η ένσταση να καταχωριστεί το αργότερο 3 μέρες προηγουμένως. Στις 12.5.2008, η κα Παπαδημήτρη που εμφανίστηκε και πάλιν για τους ενάγοντες στο δικαστήριο, ζήτησε περαιτέρω χρόνο μιας βδομάδας, για σκοπούς καταχώρησης ένστασης. Καθώς είχε αναφέρει «η ένσταση είναι έτοιμη, δυστυχώς όμως δεν εντοπίστηκε ο ενόρκως δηλών για να υπογράψει την ένορκη δήλωση». Η δικηγόρος που παρουσιάστηκε για τον εναγόμενο, δεν έφερε ένσταση στο σχετικό αίτημα, οπότε, το δικαστήριο όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 2.6.2008, με οδηγίες όπως, «τυχόν ένσταση να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από σήμερα» (12.5.2008). Η ένσταση καταχωρίστηκε στις 27.5.2008, παρά τις σαφείς οδηγίες του δικαστηρίου, ως ανωτέρω, ως προς την προθεσμία που είχε ταχθεί για το σκοπό αυτό, ενώ η ακρόαση της αίτησης έγινε κανονικά στις 2.6.2008, αποκλειστικά στη βάση του περιεχομένου των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Το πρώτο θέμα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο κατά την εξέταση της αίτησης, επί της ουσίας, θα πρέπει να λάβω υπόψη το περιεχόμενο της ένστασης, και τούτο, δοθέντος ότι, από την παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης που προηγήθηκε, αποτελεί γεγονός αυταπόδεικτο, ότι η ένσταση δεν υποβλήθηκε νομότυπα. Συγκεκριμένα, όπως πολύ ορθά έχει επισημανθεί και από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου στο πλαίσιο της αγόρευσής του, οι ενάγοντες, ενεργώντας βασικά σε αντίθεση με τις οδηγίες του δικαστηρίου, όπως καταχωρήσουν την ένστασή τους εντός 7 ημέρων από τις 12.5.2008, την καταχώρησαν μόλις στις 27.5.
  2. Σε συμφωνία με το δικηγόρο του εναγόμενου, θα έλεγα ότι η ένσταση των εναγόντων δεν καταχωρίστηκε απλά σε αντίθεση προς τις ρητές οδηγίες του δικαστηρίου, εκπρόθεσμα, αλλά και σε πλήρη περιφρόνηση προς τις εν λόγω οδηγίες του δικαστηρίου και προς το ίδιο το δικαστήριο. Οι ενάγοντες, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, στις 15.4.2008 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ζήτησαν χρόνο μέσω του δικηγόρου τους για να καταχωρήσουν ένσταση. Το δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την αίτηση για οδηγίες στις 12.5.2008, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης το αργότερο 3 μέρες προηγουμένως. Οι ενάγοντες δε συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του δικαστηρίου μέχρι και τις 12.5.2008, ημερομηνία κατά την οποία μετά από αίτημα να τους δοθεί περαιτέρω χρόνος για σκοπούς καταχώρησης ένστασης, το δικαστήριο, έστω και αν όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 2.6.2008, ικανοποίησε το σχετικό αίτημα, με οδηγίες αυτή τη φορά, η ένσταση να καταχωριστεί εντός 7 ημερών. Παρά ταύτα, οι ενάγοντες, για λόγους που μόνο αυτοί γνωρίζουν και που ουδέποτε έθεσαν υπόψη του δικαστηρίου, κατά παράβαση των οδηγιών του και χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν την αναγκαία άδειά του, καταχώρησαν την ένσταση τους στις 27.5.
  3. Συγκεκριμένα, 15 μέρες μετά, αντί εντός 7 ημερών από τις 12.5.
  4. Κι' όμως, αν για οποιοδήποτε λόγο αδυνατούσαν να καταχωρήσουν την ένστασή τους εντός της προθεσμίας που έταξε το δικαστήριο όφειλαν και μπορούσαν να καταχωρήσουν αίτηση, με την οποία να ζητούσαν περαιτέρω χρόνο για το συγκεκριμένο σκοπό. Θα μπορούσαν, με άλλα λόγια, να κάνουν χρήση της Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να επικαλεστούν τη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου στο πλαίσιο σχετικής αίτησης. Στην υπόθεση Καλλής v. Alpha Bank Ltd

(2002)1 (Β) 793, ο εφεσείοντας - εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή που του επιδόθηκε, όχι όμως και υπεράσπιση εντός της προθεσμίας που προβλέπουν οι Θεσμοί. Συνεπεία αυτής της παράλειψης, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση εναντίον του. Μετά από αλλεπάλληλες αναβολές που του δόθηκαν από το δικαστήριο, χωρίς αυτός να καταχωρήσει υπεράσπιση, κάποια στιγμή, το δικαστήριο όρισε την αίτηση για απόδειξη στις 4.4.2001, εκτός αν ο εφεσείοντας καταχωρούσε την υπεράσπισή του μέχρι τις 30.3.2001. Στις 4.4.2001 διαπιστώθηκε πως δεν υπήρχε καταχωρημένη στο φάκελο της υπόθεσης η υπεράσπιση, οπότε, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι προχώρησαν σε απόδειξη της απαίτησής τους και το δικαστήριο στην έκδοση απόφασης εναντίον του εφεσείοντα. Η αίτηση παραμερισμού της απόφασης που καταχώρησε ο εφεσείοντας, μετά από ακρόαση απορρίφθηκε και για το λόγο ότι δεν υπήρχε σοβαρός λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει ικανοποιητικά την παράλειψή του να καταχωρήσει την υπεράσπισή του, μέσα στην ταχθείσα από το δικαστήριο προθεσμία. Το Ανώτατο Δικαστήριο που απέρριψε την ασκηθείσα κατά της εν λόγω απόφασης, έφεση, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: «Στην περίπτωση που τώρα εξετάζουμε όχι μόνο δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που τάσσουν οι Κανόνες Πολτικής Δικονομίας αλλά ούτε και η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο. Νομίζουμε πως πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι η τήρηση των προθεσμιών καθ' όσον αφορά τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον εφόσον η τελεσιδικία των δικαστικών διαδικασιών, άπτεται άμεσα των συμφερόντων των διαδίκων. Βλ. Ανδρέας Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364. » Και λίγο παρακάτω επισημαίνονται τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο, που είναι καθόλα σχετικά με την περίπτωση που εξετάζουμε, στο βαθμό που η ένσταση των εναγόντων, παρότι εκπρόθεσμη, έγινε δεκτή για καταχώρηση από το Πρωτοκολλητείο. «Η υπεράσπιση του εφεσείοντα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί 30.3.01 όπως όρισε το δικαστήριο. Ανατροπή του χρονοδιαγράμματος, έστω και κατόπιν συνεννόησης των δικηγόρων των διαδίκων δεν ήταν εφικτή χωρίς προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου. Από το φάκελο της υπόθεσης φαίνεται πως η υπεράσπιση του εφεσείοντα έγινε δεκτή από το πρωτοκολλητείο για καταχώρηση στις 4.4.01 δηλαδή εκπρόθεσμα και μάλιστα όταν είχε ήδη επιληφθεί το δικαστήριο της αίτησης για παραμερισμό. » Αναφορικά με τη σημασία της τήρησης των κανονισμών και τις επιπτώσεις από τη μη τήρησή τους, θεωρώ καθ' όλα σχετικές και τις ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου:- Στην Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, επισημαίνονται και τα εξής μεταξύ άλλων: «Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiami and another
(1973)1 C.L.R. 1). Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. (Βλ. Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 C.LR. 440 αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστήριου). » Ιδιαίτερα σημαντική θεωρώ και την ακόλουθη παρατήρηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. «Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.» Επισημαίνεται ότι, στην Μιχαηλίδης (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επιλήφθηκε αίτησης για απόρριψη έφεσης η οποία καταχωρίστηκε μετά τη λήξη της επιτακτικής προθεσμίας των 42 ημερών που θεσπίζει η Δ.35 Θ.
  2. Συγκεκριμένα, η έφεση καταχωρίστηκε την 44η μέρα από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Ως εκπρόθεσμη, θεωρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο απαράδεκτη και ως τέτοια, απορρίφθηκε. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, θεωρώ πως κατά την εξέταση της αίτησης, δεν έχω το δικαίωμα να λάβω υπόψη την ένσταση των εναγόντων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ισχύει το ίδιο και για το περιεχόμενο της αγόρευσης του δικηγόρου τους και τούτο, σε εφαρμογή σχετικής παρατήρησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 741, στην οποία με παρέπεμψε ο δικηγόρος του εναγόμενου, για διαφορετικό λόγο. Συγκεκριμένα, προς θεμελίωση της θέσης του, ότι κατά την εξέταση της αίτησης, δεν πρέπει να λάβω υπόψη την ένσταση των εναγόντων, αλλά, μόνο τη μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του πελάτη του. Επί της ουσίας της αίτησης τώρα. Αναμφίβολα, η αίτηση διέπεται από τη Δ.19 Θ.Θ. 4 και 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας· επί του προκειμένου, σε συνδυασμό με τους Θ.Θ. 7 και 8. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 718, σελ. 721: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλυτέρων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μην βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v. Credit Libanais S.A.I.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, 432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη.» Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 157, σελ. 162: «.περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω μια προς μια τις αιτούμενες λεπτομέρειες, με αναφορά και στο λόγο (ή λόγους) για τον οποίο αυτές ζητούνται. Ομολογώ πως δεν έχω αντιληφθεί για ποιο λόγο ή με ποια λογική ο εναγόμενος ζητά λεπτομέρειες για τους διευθυντές των εναγόντων. Μου φαίνεται πως ο εναγόμενος παραβλέπει, ότι η καταχωρηθείσα εναντίον του αγωγή, δε συνδέεται καθοιονδήποτε τρόπο με τους διευθυντές των εναγόντων, παρά μόνο με τους τελευταίους και τον ίδιο. Είναι δε ολοφάνερο, με απλή ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης, ότι κανένα ουσιώδες γεγονός αναφέρεται σ' αυτή, που να εμπλέκει οποιοδήποτε τρίτο, πέραν των διαδίκων, για ό,τι αποτέλεσε το αντικείμενο καταχώρησης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Ούτε και συγκεκριμενοποιεί ο εναγόμενος τι λεπτομέρειες ζητά να του δοθούν. Ακολουθεί ότι, η αίτηση, με αναφορά στο συγκεκριμένο σκέλος απορρίπτεται. Ούτε ό,τι υπό τύπον λεπτομερειών ζητά, σε σχέση με την παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, δικαιούται ο εναγόμενος. Καταρχήν, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη παράγραφος της έκθεσης απαίτησης είναι με τέτοιο τρόπο διατυπωμένη, ώστε, εξ αντικειμένου να μη χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση ή εξειδίκευση, για να αντιληφθεί ο εναγόμενος είτε το νόημα είτε το περιεχόμενο της συμφωνίας, που κατά τρόπο συγκεκριμένο οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συνήψαν μαζί του. Έπειτα, ο εναγόμενος δε συγκεκριμενοποιεί τι λεπτομέρειες ακριβώς ζητά σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία που επικαλούνται οι ενάγοντες, οπότε, από κάθε άποψη, μου είναι αδύνατο να ικανοποιήσω την εν λόγω απαίτησή του, μιας και δε γνωρίζω τι λεπτομέρειες θα πρέπει να διατάξω τους ενάγοντες να του δώσουν. Σ' ό,τι αφορά την απαίτησή του να πληροφορηθεί ποιο ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες κατά το χρόνο σύναψης της ισχυριζόμενης από αυτούς συμφωνίας μαζί του, τη θεωρώ ανεπίτρεπτη, καθότι, ό,τι επιδιώκει με αυτή στην πραγματικότητα είναι να εκμαιεύσει μαρτυρία και όχι να του δοθεί κάποια λεπτομέρεια που σκοπό έχει να διευκρινίσει ή εξειδικεύσει κάποιο κατ' ισχυρισμό των εναγόντων ουσιαστικό γεγονός. Η προηγούμενή μου διαπίστωση, πολύ περισσότερο, ισχύει σε σχέση με την απαίτηση του να του δοθούν (υπό τύπον λεπτομερειών πάντοτε) τα τιμολόγια καθώς και τα έγγραφα που σχετίζονται με οτιδήποτε αναφέρεται στην αίτηση, με αναφορά στο περιεχόμενο της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης. Καταρχήν, καμιά αναφορά είτε σε έγγραφα είτε σε τιμολόγια γίνεται από τους ενάγοντες οπουδήποτε στην έκθεση απαίτησής τους. Έπειτα, ο εναγόμενος δεν μπορεί να ζητά υπό μορφή λεπτομερειών, ό,τι σύμφωνα με τη Θεμιστοκλέους (ανωτέρω) κατ' ουδένα λόγο αυτές έχουν σκοπό, που είναι να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, που σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.4, μόνο αυτά θα πρέπει να περιέχονται σε κάθε δικόγραφο. Ότι επιδίωξη του εναγόμενου είναι να εκμαιεύσει μαρτυρία, προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Μαρίας Ιακώβου και συγκεκριμένα από την παράγραφο 3 αυτής. Βλέπε τη φράση «Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι η αποκάλυψη των ζητούμενων εγγράφων.». Αναφορικά με τις αιτούμενες λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης και πάλιν αδυνατώ να κατανοήσω τι ακριβώς είναι που θέλει να πληροφορηθεί ο εναγόμενος, έχοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνει το σχετικό αίτημα. Για να γίνει κατανοητό τι θέλω να πω παραπέμπω απευθείας σ' αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τις λεπτομέρειες που ζητά, αναφορικά με την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. Σε σχέση και με τις δυο παραγράφους, το αίτημα είναι τόσο γενικά και αόριστα διατυπωμένο, γεγονός το οποίο δεν μου επιτρέπει να εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή εναντίον των εναγόντων για παροχή οποιωνδήποτε λεπτομερειών, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, οι τελευταίοι, μου φαίνεται ότι αντί για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, εξ ονόματός τους, θα υποχρεωθούν να αποκαλύψουν σ' αυτό το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, το σύνολο των ισχυρισμών τους καθώς και τη μαρτυρία με την οποία θα τους αποδείξουν, για σκοπούς θεμελίωσης της αξίωσής τους εναντίον του εναγόμενου. Κάτι τέτοιο, εκτός του ότι θα ήταν σχήμα πρωθύστερο, ταυτόχρονα, έχοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, θα αποτελούσε αντινομία. Αν ο εναγόμενος ήθελε να ελπίζει στην έκδοση διατάγματος παροχής λεπτομερειών, όφειλε να είναι πιο συγκεκριμένος ως προς το τι ακριβώς ζητούσε από τους ενάγοντες να μάθει και τούτο, σε σχέση μόνο με ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφό τους, κάτι που για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί δεν έχει κάνει. Παρά το γεγονός ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου διαγράφουν και την τύχη της αίτησης, θεωρώ ότι θα πρέπει να επισημάνω και τα εξής, σε συνάρτηση με τις παραπάνω διαπιστώσεις μου: Από την ανάγνωση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της Μαρίας Ιακώβου, που συνοδεύει την αίτηση του εναγόμενου, διαπιστώνω να υπάρχει τουλάχιστον μια σοβαρή αντίφαση, η οποία, θα έλεγα πως ακόμη και αν δεν μπορεί να λεχθεί ότι αποδεικνύει κακοπιστία εκ μέρους του εναγόμενου, σε σχέση με το λόγο για τον οποίο καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση είναι βέβαιο, ότι αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Υπενθυμίζεται ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου και προτού αυτός καταχωρίσει υπεράσπιση. Αυτό σημαίνει ότι ο εναγόμενος, σε εφαρμογή της Δ.19 Θ.8, προκειμένου το δικαστήριο να διατάξει τους ενάγοντες να του παράσχουν λεπτομέρειες της απαίτησής τους, θα πρέπει να πείσει για τον ειδικό λόγο που τις ζητά, σ' αυτό το πρώιμο στάδιο. δηλαδή, πριν από την καταχώρηση της υπεράσπισης. Και ο λόγος αυτός δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο, εκτός από το ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες, του είναι αναγκαίες για σκοπούς καταχώρησης υπεράσπισης. Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα Μαρία Ιακώβου, στην παράγραφο 4 της δήλωσής της, ότι ο δικηγόρος του εναγόμενου, ζήτησε τις λεπτομέρειες και τα έγγραφα που αφορούν την αγωγή, με επιστολή του, φωτοαντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στη δήλωσή της, ως επίσης και η απαντητική επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων. Σύμφωνα με την τελευταία παράγραφο της πρώτης επιστολής, ημερομηνίας 18.3.2008, οι αιτούμενες με αυτή λεπτομέρειες, ήταν απαραίτητες στο δικηγόρο του εναγόμενου, προκειμένου να ετοιμάσει την έκθεση υπεράσπισής του. Υποθέτω πως το περιεχόμενο της απαντητικής επιστολής του δικηγόρου των εναγόντων, δεν πρέπει να ικανοποίησε τις απαιτήσεις του εναγόμενου, σε σχέση με τις λεπτομέρειες που είχε ζητήσει και γι' αυτό καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Η λογική του πράγματος και όχι μόνο, λέει ότι ο εναγόμενος, αναμενόταν πως θα αιτιολογούσε την καταχώρηση της αίτησης του και θα πρόβαλλε τις αιτούμενες λεπτομέρειες, ως αναγκαίο όρο για σκοπούς καταχώρησης υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο συνέβη κάτι τέτοιο. Η απάντηση είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Από το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης της Μαρίας Ιακώβου, η οποία προέβη σ' αυτή προς υποστήριξη της αίτησης του εναγόμενου, προκύπτει σαφώς το συμπέρασμα, ότι ο λόγος για τον οποίο καταχωρίστηκε η αίτηση, είναι η αποκάλυψη εγγράφων και γενικά η μαρτυρία των εναγόντων, με την οποία θα αποδείξουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησής τους κατά την ακροαματική διαδικασία. Από το συνδυασμό του περιεχομένου της παραγράφου 2 με αυτό της παραγράφου 3 της ίδιας δήλωσης, ο εναγόμενος, μέσω της Μαρίας Ιακώβου, αποκαλύπτει και το σκοπό για τον οποίο επιδιώκει αποκάλυψη της μαρτυρίας των εναγόντων, ως επίσης και ότι περί αυτού πρόκειται. Βλέπε τη φράση στην παράγραφο 3 της δήλωσης «Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι η αποκάλυψη των ζητούμενων εγγράφων (που ασφαλώς αποτελεί μαρτυρία και όχι λεπτομέρειες - δικό μου σχόλιο - ) και λεπτομερειών είναι αναγκαία για την μελέτη της υπόθεσης των εναγομένων - αιτητών (του εναγόμενου - αιτητή ήθελε να πει) και την παρουσίαση στο Δικαστήριο των απαραίτητων στοιχείων και μαρτυρίας ώστε να αποδειχθούν οι επίδικοι ισχυρισμοί του.» Η αναφορά σε επίδικους ισχυρισμούς, στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της Μαρίας Ιακώβου, σε συνδυασμό με τη φράση «. είχε κατά τον ουσιαστικό χρόνο και ακόμη έχει στην κατοχή ή τον έλεγχο του έγγραφα και γνωρίζει λεπτομέρειες οι οποίες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα επίδικα θέματα της αγωγής . » στην παράγραφο 2 της ίδιας δήλωσης, τεκμηριώνουν τη θέση μου, ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Καταρχήν, διερωτώμαι σε ποια επίδικα θέματα αναφέρεται η ενόρκως δηλούσα, όταν ο εναγόμενος δεν έχει ακόμη καταχωρήσει την υπεράσπισή του και το ίδιο ισχύει και για την αναφορά της σε επίδικους ισχυρισμούς του εναγόμενου. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορεί να δοθεί στη χρήση των παραπάνω φράσεων είναι ότι, ο εναγόμενος, έστω και αν δεν έχει καταχωρήσει ακόμη την υπεράσπισή του, εντούτοις, γνωρίζει το περιεχόμενο της επί της ουσίας. Και το γνωρίζει τόσο καλά, σε βαθμό που το έχει αντιπαραβάλει με το αντίστοιχο της έκθεσης απαίτησης, οπότε ξέρει και ποια είναι τα επίδικα θέματα και ποιοι οι επίδικοι ισχυρισμοί του. Κατά συνέπεια, το γεγονός, ότι, καταλήγοντας η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην παράγραφο 3 της δήλωσής, ότι τα πιο πάνω έγγραφα και λεπτομέρειες είναι απαραίτητα στον εναγόμενο για να ετοιμαστεί η έκθεση υπεράσπισής του, αυτό, όχι μόνο δεν είναι αληθές, αλλά, αποτελεί απλώς ένα στοιχείο, που μαζί με τα υπόλοιπα στα οποία ήδη έχω αναφερθεί, θεμελιώνουν πλήρως το συμπέρασμά μου, ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Έχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Βλέπε Loukos Trading Co Ltd κ.α. v. Ρέινμποου Πλητσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ,
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: « Στην Περρέλλα, πιο πάνω σελ. 222, υποδείχθηκε ότι «η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του». » Έτσι λοιπόν, στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία όπως υποδεικνύεται στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, θεωρώ πως θα πρέπει να δώσω τέλος στην διαδικασία, με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Ακολουθούν μερικές σκέψεις ακόμη, προτού καταλήξω: Μολονότι δε σημαίνει ότι η αίτηση αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα εγκυρότητας, επειδή η ένορκη δήλωση που τη στηρίζει προέρχεται από δικηγόρο, εντούτοις, έχοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με το περιεχόμενό της, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθώ, θεωρώ πως θα πρέπει να γίνει απόλυτα κατανοητό, το ανεπιθύμητο της πρακτικής, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να γίνεται από δικηγόρο, κάτι που επισημαίνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036. Και κάτι ακόμη. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες, κατά μια έννοια, του είναι απαραίτητες για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης υπεράσπισής του, καθιστά τη νομική βάση της αίτησης, η οποία, ουσιαστικά βασίζεται μόνο στη Δ.9 Θ.6, ελλιπή. Η νομική βάση της αίτησης, για να ήταν πλήρης, θα πρεπε να περιλαμβάνει τόσο το Θ.6 της Δ.19 όσο και τους Θ.Θ. 4, 7 και 8 της ίδιας διαταγής. Παρά ταύτα, σε εφαρμογή και της νομολογιακής αρχής που καθιέρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Χριστοδούλου v. Zendia Machinery Ltd, Πολιτική Έφεση 400/06, ημερομηνίας 4.4.2008, δε θα ήμουν διατεθειμένος να απορρίψω την αίτηση για το συγκεκριμένο λόγο. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός, ότι ενώ στο σώμα της αίτησης αναφέρεται ότι τα γεγονότα επί των οποίων αυτή βασίζεται εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Σταυρούλας Μιλτιάδους, η ένορκη δήλωση προέρχεται από τη Μαρία Ιακώβου, δικηγόρο στο γραφείο του δικηγόρου του εναγόμενου. Έστω και αν για λόγους που έχουν αναφερθεί, αποφάσισα να μη λάβω υπόψη την ένσταση των εναγόντων, εντούτοις, προκύπτει από το περιεχόμενο της αγόρευσης του δικηγόρου τους, ότι αυτοί δεν αντιμετώπισαν οποιοδήποτε πρόβλημα, στο να αντιληφθούν το περιεχόμενο της αίτησης. Έχω τη γνώμη πως η μη συμπερίληψη των Θ.Θ. 4, 7 και 8 της Δ.19 στη νομική βάση της αίτησης αποτελεί απλή και τυχαία ίσως παράλειψη, ενώ το γεγονός ότι στο σώμα της αίτησης γίνεται αναφορά σε διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που προβαίνει στην ένορκη δήλωση που τη στηρίζει, αποτελεί γραφικό λάθος. Απτή απόδειξη, το γεγονός ότι, είναι ολοφάνερο πως η ένορκη δηλώση, επί της ουσίας συνδέεται απόλυτα με την αίτηση και με το σκοπό για τον οποίο έγινε, που είναι να στηρίξει την αίτηση. Σύμφωνα με τη Χριστοδούλου (ανωτέρω): « Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί. » Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη τους λόγους απόρριψής της, σε συνδυασμό με το γεγονός, ότι οδηγήθηκα σ' αυτή την κατάληξη, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της ένστασης, που για λόγους που έχουν παρατεθεί ενωρίτερα, δεν έλαβα υπόψη, θεωρώ δίκαιο, όπως υπό τις περιστάσεις μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.