Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου Λτδ ν. Ευπραξία Γεωργίου ή Αντωνίου κ.α., Γεν. Αίτηση: 100/95, 30.6.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Γεν. Αίτηση: 100/95 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου Λτδ, από το Πολέμι Αιτητές και
- Ευπραξία Γεωργίου ή Αντωνίου, από την Πάφο
- Αντώνη Φιλίππου, από το Πολέμι
- Αντώνη Χριστοδούλου, από το Πολέμι Καθ' ων η αίτηση ........................ Ημερομηνία: 30.6.08 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Χριστάκης Λουκά (για να ακούσει απόφαση κα Ε. Δημητρίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται: «άδεια του δικαστηρίου για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που εγγράφηκε με άδεια του δικαστηρίου στις 11.9.1995 λόγω του ότι έχουν περάσει έξι
(6)χρόνια από την ημερομηνία εγγραφής της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου». Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.40, θ.8 και Δ.48, θ.8
(1)(κκ) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και επί της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από δύο ένορκες δηλώσεις της Χριστιάνας Ηλιάδου, η οποία είναι υπάλληλος και εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές να ορκισθεί εκ μέρους και για λογαριασμό τους. Η κυρία Ηλιάδου γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία παραθέτει στις ένορκές της δηλώσεις προσωπικά, από έγγραφα που έχει στην κατοχή της, από πληροφορίες που έλαβε από τις προηγούμενες επιτροπές των Αιτητών, από το γραφείο Υπηρεσίας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και από τους πρώην δικηγόρους των Αιτητών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αγόρευσε προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που εκπροσωπεί παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική Αγγλική νομολογία. Η Δ.40, θ.8 προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε Δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικασθεί με έναν από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικασθεί σε μιαν αγωγή. Και είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Στην σελίδα 1020 της Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (Annual Practice) αναφέρεται σε σχέση με την παλαιά Αγγλική Δ.42, θ.23, η οποία αντιστοιχεί με την δική μας Δ.40, θ.8, ότι η αίτηση για άδεια εκτέλεσης γίνεται μονομερώς και πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση γεγονότων, στην οποία να αναφέρονται: η ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση, το ποσό του αρχικού εξ' αποφάσεως χρέους και το ποσό που παραμένει οφειλόμενο ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση, ήτοι δεν έχει επέλθει αλλαγή στους διαδίκους ή μεταβίβαση (devolution) συμφέροντος και, αν έχει επέλθει, είτε το ένα είτε το άλλο, η ακριβή φύση της αλλαγής και οι λόγοι της καθυστέρησης. Το θέμα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και αφού ληφθούν υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης (Βλ. Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A.
(2003)EWCA 1668 και The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491). Σύμφωνα δε με την Ετήσια Πρακτική του 1999 (Annual Practice) το Δικαστήριο στις κατάλληλες περιπτώσεις θα αρνηθεί, σύμφωνα με τον κανονισμό και την πρακτική, να παραχωρήσει άδεια για εκτέλεση. Σύμφωνα με την αρχή που διακηρύχθηκε στην Αγγλική υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 All E R 249 το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων εκτός αν είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ' αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη την εξήγηση που δίνεται από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή τον λόγο που καθυστέρησε μετά την λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο πιο μακρύς είναι ο χρόνος που αφέθηκε να παρέλθει από την απόφαση τόσο και πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει ότι ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης επηρεάζεται δυσμενώς από την παραχώρηση άδειας για εκτέλεση. Στην πιο πάνω υπόθεση η αιτήτρια / εξ' αποφάσεως πιστωτής στις 20.3.1984 εξασφάλισε από Γερμανικό Δικαστήριο την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον του εναγόμενου / καθ' ου η αίτηση. Τέσσερις μήνες αργότερα και, συγκεκριμένα στις 24.7.1984, η γερμανική απόφαση με αίτηση της αιτήτριας ενεγράφη στην Αγγλία για σκοπούς εκτέλεσης. Τον Μάρτιο του 1988 η αιτήτρια προσέλαβε ιδιωτικούς πράκτορες με σκοπό να εντοπίσουν τον καθ' ου η αίτηση και να ανακαλύψουν τα περιουσιακά του στοιχεία για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Περί τα τέλη του ιδίου έτους η αιτήτρια είχε, τελικά, αποκτήσει σημαντικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές ήταν ότι ο καθ' ου η αίτηση ζούσε σε συγκεκριμένο νησί της Καραϊβικής και σε γνωστή, πλέον, διεύθυνση, ότι ήταν ιδιοκτήτης ενός κομματιού γης στο νησί και ότι είχε συμφέρον σε ξενοδοχείο, το οποίο βρισκόταν στο νησί. Μάλιστα, τον Αύγουστο του 1988 εκπρόσωπος των πρακτόρων της αιτήτριας συναντήθηκε με τον καθ' ου η αίτηση στο νησί όπου ζούσε και μίλησε μαζί του. Παρόλα αυτά η αιτήτρια δεν έλαβε οποιαδήποτε διαβήματα για να εκτελέσει την απόφαση μέχρι το 1994 οπότε και προσέλαβε νέους πράκτορες. Οι προηγούμενοι πράκτορες είχαν κλείσει στο μεταξύ την επιχείρησή τους και η αιτήτρια αντιμετώπιζε δυσκολίες στο να συλλέξει έγγραφα και πληροφορίες από αυτούς. Οι νέοι πράκτορες παρά τις προσπάθειές τους δεν είχαν κατορθώσει να εντοπίσουν τον καθ' ου η αίτηση στο νησί. Μάλιστα, εκπρόσωπός τους που είχε επισκεφθεί το νησί έκανε έρευνα στα δημόσια μητρώα του νησιού, πλην όμως, δεν μπόρεσε να ανακαλύψει τον καθ' ου η αίτηση. Τον Απρίλιο του 1997 και ύστερα από, λανθασμένες, όπως αποδείχθηκε, πληροφορίες των πρακτόρων της, ότι ο καθ' ου η αίτηση ζούσε με την κόρη του στην Αυστραλία, η αιτήτρια κατόρθωσε να έρθει σε επαφή με την κόρη του καθ' ου η αίτηση στην Αυστραλία. Αυτή ήταν και η πρώτη περίπτωση από το 1989, που, στην βάση της υπόθεσης ότι η κόρη του μετέφερε στον καθ' ου η αίτηση το γεγονός της συνάντησης, ο καθ' ου η αίτηση είχε πληροφορηθεί, ότι η αιτήτρια επέμενε να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Περί τα τέλη του 1997 η αιτήτρια κατάφερε, τελικά, να προσλάβει δικηγόρο από το νησί, ο οποίος, με οδηγίες της αιτήτριας, έγραψε στον καθ' ου η αίτηση στην διεύθυνσή του στο νησί ζητώντας του εκ μέρους της αιτήτριας πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Κατά το έτος 1999 η αιτήτρια αιτήθηκε για άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Ο λόγος που προβλήθηκε από την αιτήτρια για δικαιολόγηση της καθυστέρησης ήταν ότι ο καθ' ου η αίτηση προσπαθούσε όλο το διάστημα από το 1984 και μέχρι την υποβολή της αίτησης να αποκρύψει τα ίχνη και την περιουσία του από αυτήν. Το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα της αιτήτριας και των πρακτόρων της να εντοπίσουν τον καθ' ου η αίτηση. Η μαρτυρία των πρακτόρων της αιτήτριας, ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν ανευρίσκετο στο νησί παρά τις προσπάθειες και τις έρευνές τους ερχόταν σε αντίθεση με μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, η οποία έγινε τελικά αποδεκτή, σύμφωνα με την οποία, ο καθ' ου η αίτηση ζούσε στο νησί αδιάλειπτα από το 1984 χωρίς να κρύβεται, σε σπίτι που είχε κτίσει ο ίδιος σε γη που είχε αγοράσει. Μάλιστα, τα έγγραφα μεταβίβασης από την αγοραπωλησία της γης βρίσκονταν κατατεθειμένα στο τοπικό κτηματολόγιο και το όνομά του καθ' ου η αίτηση καταχωρημένο στα δημόσια μητρώα του νησιού. Από καιρού εις καιρό μόνο έφευγε από το νησί και πήγαινε στην Αυστραλία για μικρά χρονικά διαστήματα για να δει την κόρη του. Το νησί είχε 10.000 πληθυσμό και όλοι κι' όλοι οι Βρετανοί μαζί με τους Νοτιοαμερικάνους που είχαν εκπατρισθεί και ζούσαν στο νησί δεν ξεπερνούσαν τους 200. Ήταν γνωστό πρόσωπο στο νησί και το όνομά του ήταν πάντοτε καταχωρημένο στον τοπικό τηλεφωνικό κατάλογο. Εν κατακλείδι το Αγγλικό Εφετείο απέρριψε την θέση της αιτήτριας ότι ο καθ' ου η αίτηση απέκρυβε την ύπαρξή του και την περιουσία του από αυτήν. Εν' όψει του ότι καμία ικανοποιητική δικαιολογία δεν δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και ότι για οκτώ ολόκληρα χρόνια, ήτοι από το 1989 μέχρι το 1997, καμία επαφή δεν είχε λάβει χώρα μεταξύ της αιτήτριας και του καθ' ου η αίτηση, ενώ θα μπορούσε, για σκοπούς γνωστοποίησης προς τον καθ' ου η αίτηση, ότι η αιτήτρια εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, που είχε εξασφαλίσει υπέρ της, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε, ότι η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που είχε στους ώμους της. Στην κρίση του Εφετείου βάρυνε, επίσης, ότι το ότι 15 χρόνια μετά ο καθ' ου η αίτηση ήταν 73 ετών και η κατάσταση της υγείας του όχι και πολύ καλή, αφού κατά το έτος 1992 είχε υποστεί καρδιακή προσβολή. Θα ήταν πολύ πιο οδυνηρό για τον καθ' ου η αίτηση να εγκαταλείψει τώρα το σπίτι του ή να παραδώσει την περιουσία του, αφού αυτό σήμαινε η εκτέλεση, παρά αν κάτι τέτοιο γινόταν εντός έξι χρόνων από την εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης. Εν τέλει, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε, ότι ορθά ο πρωτόδικος Δικαστής είχε αρνηθεί να παραχωρήσει άδεια για εκτέλεση και απέρριψε την έφεση. Η ορθότητα της αρχής που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Duer v. Frazer επιβεβαιώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο δύο χρόνια αργότερα στην Patel v. Singh
(2002)EWCA 1938. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα έξι χρόνια ο εξ' αποφάσεως πιστωτής οφείλει να δώσει στο Δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση. Ενώ ο αιτητής έχει αυτό το βάρος να αποσείσει, ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει υποχρέωση να καταδείξει δυσμενή επηρεασμό εξ' αιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα έξι χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση ο πιστωτής υποχρεούται να καταδείξει ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις, οι οποίες φέρουν την υπόθεση εκτός του κανονικού (take the case out of the ordinary). Παρόμοια αντιμετώπιση επί του θέματος παρατηρούμε και σε μεταγενέστερες Αγγλικές υποθέσεις. Παραδείγματα αποτελούν οι υποθέσεις Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A.
(2003)EWCA 1668 και The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Στις πιο πάνω υποθέσεις επιβεβαιώθηκε ο λόγος της Patel v. Singh. Στην Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A. το Αγγλικό Εφετείο υπέδειξε, ότι ο χρόνος και μόνο που παρήλθε από την απόφαση δεν διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αυτό που το Δικαστήριο εξετάζει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι αν υπάρχει κάτι στα περιστατικά της υπόθεσης που φέρει την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται εκτέλεση μετά τα έξι χρόνια, και καθιστά την υπόθεση κατάλληλη για να δοθεί άδεια για εκτέλεση (whether there was something in the circumstances to take the case out of the general rule that execution will not be allowed after six years). Αν η εξήγηση που προβάλλεται για την καθυστέρηση από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή είναι τέτοια που φέρει την υπόθεση εκτός του κανονικού (takes the case out of the ordinary) ή αν πρόκειται περί μιας ασυνήθιστης υπόθεσης τα περιστατικά της οποίας είναι τέτοια, ώστε είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί άδεια για εκτέλεση, τότε, το Δικαστήριο θα παραχωρήσει άδεια για εκτέλεση παρά την παρέλευση έξι χρόνων. Πιο κάτω παρατίθεται απόσπασμα από την υπόθεση The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491χαρακτηριστικό της προσέγγισης των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος: «The law is this: are there facts which take the case out of the general rule that execution will not be allowed after 6 years? The exercise of my discretion must be directed to doing justice between the parties having regard to all the circumstances of the case». Σε μετάφραση: «Ο νόμος έχει ως ακολούθως: υπάρχουν γεγονότα που θέτουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα ότι η εκτέλεση δεν θα επιτραπεί μετά τα έξι χρόνια; Η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί με γνώμονα την απόδοση δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης». Η πιο πάνω αποτελούσε ανέκαθεν την αντιμετώπιση των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος. Στην υπόθεση National Westminster Bank plc v. Powney
(1990)2 All E R 416 η εκτέλεση καθυστέρησε, πρωτίστως, λόγω διοικητικών καθυστερήσεων (administrative delays) για τις οποίες υπεύθυνο ήταν το ίδιο το δικαστήριο στο οποίο ο αιτητής είχε αποταθεί για έκδοση εντάλματος εκτέλεσης. Το Αγγλικό Εφετείο ανατρέποντας τον δικαστή που αρνήθηκε την άδεια παραχώρησε την αιτούμενη άδεια με την αιτιολογία, ότι είναι πρωτεύουσα αρχή της δικονομίας, ότι κανένας διάδικος δεν θα υποφέρει αχρείαστα για καθυστέρηση, η οποία δεν οφείλεται σε δικό του σφάλμα. Τα περιστατικά της υπόθεσης ήταν τέτοια που δικαιολογούσαν την μη εφαρμογή του κανονισμού. Στην υπό εξέταση περίπτωση τα περιστατικά της υπόθεσης και οι λόγοι της καθυστέρησης επεξηγούνται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. Ύστερα από έλεγχο που διενεργήθηκε από λειτουργούς του Γραφείου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών διαπιστώθηκε μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο στους κόλπους των Αιτητών. Το σκάνδαλο αποκαλύφθηκε περί το τέλος Οκτωβρίου του
- Υπεύθυνος του σκανδάλου ήταν ο γραμματέας των Αιτητών, εναντίον του οποίου σχηματίσθηκε ποινική υπόθεση και ο οποίος καταδικάσθηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου σε ποινή φυλάκισης. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε, ότι οι διάφορες επιτροπές των Αιτητών δεν διενεργούσαν τον κατάλληλο και επιβαλλόμενο έλεγχο, ώστε να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία των εργασιών των Αιτητών και ως αποτέλεσμα δεν λαμβάνονταν έγκαιρα δικαστικά μέτρα εναντίον των οφειλετών των Αιτητών ή στην περίπτωση που λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα δεν λαμβάνονταν ή δεν προωθούνταν μέτρα εκτέλεσης με αποτέλεσμα χρέη και οφειλές να παραμένουν απλήρωτα για πάρα πολλά χρόνια. Η παρούσα υπόθεση δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Από το σκάνδαλο οι Αιτητές υπέστηκαν ζημία πέραν των Λ.Κ.2.500,000,00 σεντ. Το σκάνδαλο καταγγέλθηκε στην Αστυνομία, η οποία προχώρησε αμέσως σε διερεύνηση των καταγγελιών. Καταγγέλθηκαν πέραν των 220 υποθέσεων πλαστών δανείων και διάφορων άλλων συναφών εγγράφων, πλαστών αποδείξεων, παράνομων χρεώσεων σε λογαριασμούς πελατών και είσπραξης και οικειοποίησης μεγάλων χρηματικών ποσών. Με την ανακάλυψη του σκανδάλου ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών έπαυσε την επιτροπή και τον γραμματέα και στην θέση της επιτροπής διόρισε άλλα πρόσωπα μέχρι της εκλογής νέας επιτροπής. Το έργο των ελεγκτών μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου, το οποίο συνίστατο στην διαπίστωση του εύρους της ζημίας και τον έλεγχο των παραπόνων των πελατών, οι οποίοι αμφισβητούσαν την γνησιότητα των εγγράφων τους και ό,τι αφορούσε τους λογαριασμούς τους, ήταν πολύ δύσκολο. Η διαδικασία ελέγχου, που όφειλε να γίνει από τους λειτουργούς του Γραφείου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών πριν τεκμηριωθούν οι ατασθαλίες, ήταν χρονοβόρα, καθότι δεν υπήρχε ένα σωστό αρχείο με ταξινομημένα όλα τα σχετικά έγγραφα. Οι ελεγκτές όφειλαν να αναζητήσουν και να ανακαλύψουν όλα τα σχετικά έγγραφα, όπως αποδείξεις, διπλότυπα, επιταγές και καταστάσεις λογαριασμών, τα οποία, τις πιο πολλές φορές, έβρισκαν σκορπισμένα και πεταμένα από δω και από κει. Έτσι, η νεοεκλεγείσα επιτροπή βρέθηκε στην δίνη σωρείας προβλημάτων, το κυριότερο εκ των οποίων ήταν ότι δεν είχε πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα των υποθέσεων των Αιτητών και, ειδικότερα, ποιοι πελάτες είχαν παραπεμφθεί σε διαιτησία ή για ποιους πελάτες εκκρεμούσαν διαδικασίες, διαιτητικές ή δικαστικές, και σε ποιο στάδιο αυτές βρίσκονταν. Επίσης, δεν ανευρίσκονταν έγγραφα, όπως αντίγραφα διαιτητικών αποφάσεων, που να καταμαρτυρούν, ότι είχαν ασκηθεί διαιτητικές διαδικασίες. Οι δε προσπάθειες της νέας επιτροπής να καλέσει τους πελάτες να πληρώσουν τις οφειλές τους προσέκρουαν στην καχυποψία των πελατών για παραποίηση των λογαριασμών τους. Επομένως, η άνευ άλλης καθυστέρησης προώθηση των υποθέσεων με μέτρα εκτέλεσης δεν ήταν υπό τις περιστάσεις δυνατή. Περί τα μέσα του 2007 ανακαλύφθηκε φάκελος που περιλάμβανε αντίγραφα διάφορων διαιτητικών αποφάσεων που είχαν εκδοθεί και εγγραφεί ως αποφάσεις δικαστηρίου. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η παρούσα υπόθεση. Διαπιστώθηκε, έτσι, ότι την παρούσα υπόθεση χειριζόταν για λογαριασμό των Αιτητών ο δικηγόρος κ. Χ΄΄ Νεοφύτου. Αμέσως δόθηκαν οδηγίες στον δικηγόρο κ. Χριστάκη Λουκά να πράξει τα δέοντα. Ο κ. Λουκά με επιστολή του προς τον κ. Χ΄΄ Νεοφύτου (Τεκμήριο Δ στην ένορκο δήλωση με ημερομηνία 3.12.07) ζήτησε τον φάκελο της παρούσης υπόθεσης για να διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, σε ποιο στάδιο είχε προωθηθεί η εκτέλεση της απόφασης. Στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά στην ζημιά που είχαν υποστεί οι Αιτητές συνεπεία των παράνομων ενεργειών που συντελούνταν εις βάρος τους και η άγνοια τους ως προς το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η υπόθεση και ως προς το κατά πόσο είχαν ληφθεί μέτρα εκτέλεσης από της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Επιβεβαιώνεται, ότι το μόνο που κατείχαν οι Αιτητές ήταν το αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου με το οποίο ενεγράφη η διαιτητική απόφαση και ένδειξη πληρωμής των δικηγορικών εξόδων για την εγγραφή. Πριν ακόμα ο φάκελος της υπόθεσης δοθεί στους Αιτητές από τον κ. Χ΄΄ Νεοφύτου ο κ. Λουκά, με οδηγίες των Αιτητών και προς αποφυγή περαιτέρω καθυστέρησης απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 8.5.07 προς τους καθ' ων η αίτηση με την οποία τους ζητούσε να αποπληρώσουν το εξ' αποφάσεως χρέος τους (Τεκμήριο Ε στην ένορκο δήλωση με ημερομηνία 3.12.07). Οι καθ' ων η αίτηση δεν ανταποκρίθηκαν. Αρχές Οκτωβρίου του 2007 η ενόρκως δηλούσα παρέλαβε τον φάκελο από τον κ. Χ΄΄ Νεοφύτου και χωρίς καθυστέρηση τον απέστειλε στον νέο δικηγόρο των Αιτητών. Από τον φάκελο της υπόθεσης προέκυψε, ότι πρωτοφειλέτης μαζί με την καθ' ης η αίτηση 1 ήταν και ο σύζυγός της, Γεώργιος Χριστοδούλου. Ο λόγος που οι Αιτητές δεν κινήθηκαν εναντίον του στα πλαίσια της παρούσης υπόθεσης ήταν η ανάληψη από μέρους του της υποχρέωσης για πληρωμή του χρέους εντός εύλογου χρόνου. Οι Αιτητές επιφύλαξαν, όμως, τα δικαιώματά τους εναντίον του, πράγμα που καταμαρτυρείται στην ίδια την διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 4.4.
- Ο εν λόγω Χριστοδούλου δεν ανταποκρίθηκε στην δέσμευσή του με αποτέλεσμα οι Αιτητές να κινηθούν με ξεχωριστή διαιτητική διαδικασία εναντίον του και στις 11.9.1995 να εκδοθεί άδεια του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του ως δικαστική απόφαση στα πλαίσια της γενικής αίτησης με αριθμό 124/
- Αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου κατατίθεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο Στ. Ακολούθως, εναντίον του Χριστοδούλου καταχωρήθηκε η αίτηση πτώχευσης με αριθμό 14/96, η οποία, τελικά, απεσύρθη στις 16.9.1996 κατόπιν πληρωμής την ίδια ημέρα από τον ίδιο ποσού Λ.Κ.500,00 σεντ με επιταγή και διευθέτησης μαζί του για αποπληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου της 16.9.96 και της επιταγής επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Ζ και Η αντίστοιχα. Οι Αιτητές δεν γνώριζαν για την διαιτητική διαδικασία που είχε κινηθεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση μέχρι το 2007, που ανακαλύφθηκε ο φάκελος με τα αντίγραφα των δικαστικών αποφάσεων. Από τα βιβλία των Αιτητών φαινόντουσαν μόνο η οφειλή των καθ' ων η αίτηση προς τους Αιτητές και κάποια έξοδα διαιτησίας χωρίς, όμως, να υπάρχουν τα έγγραφα της διαιτησίας. Η ενόρκως δηλούσα με τα πιο πάνω δεδομένα που είχε στην διάθεσή της οχλούσε συνεχώς τους καθ' ων η αίτηση για αποπληρωμή του χρέους τους. Παρά τις συνεχείς οχλήσεις της οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε ανέφεραν σε αυτήν ή σε οποιοδήποτε μέλος της επιτροπής, ότι είχαν παραπεμφθεί σε διαιτησία. Μετά το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.9.95 πληρώθηκε έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους το συνολικό ποσό των Λ.Κ.9.913,00 σεντ. Η πρώτη πληρωμή έγινε για το ποσό των Λ.Κ.8.013,00 σεντ στις 9.2.96, η δεύτερη για το ποσό των Λ.Κ.900,00 σεντ στις 28.2.96 και η τρίτη πληρωμή για το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 σεντ στις 4.8.
- Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα οι πιο πάνω πληρωμές καταδεικνύουν, ότι οι Αιτητές ουδέποτε έπαυσαν να διεκδικούν από τους καθ' ων η αίτηση την αποπληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους και ότι οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε έπαυσαν να το αναγνωρίζουν. Αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 4.4.1988 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκο δήλωση της Χριστιάνας Ηλιάδου με ημερομηνία 24.10.
- Σύμφωνα με την διαιτητική απόφαση οι καθ' ων η αίτηση διατάχθηκαν να πληρώσουν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως στους Αιτητές το ποσό των Λ.Κ.3.612,20 σεντ πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.1.1988 πλέον Λ.Κ.15,00 σεντ έξοδα. Επιπρόσθετα η καθ' ης η αίτηση 1 διατάχθηκε να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.8.092,08 σεντ πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.1.1988 μέχρι εξόφλησης. Αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου με το οποίο δόθηκε άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 11.9.95 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ίδια ένορκο δήλωση. Το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται στις Λ.Κ.29.362,03 σεντ πλέον τόκους από 30.12.
- Προς απόδειξη τούτου επισυνάπτεται στην ίδια ένορκο δήλωση κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Γ). Στην ένορκο δήλωση με ημερομηνία 3.12.07 επισυνάπτεται πιο λεπτομερής κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Θ). Εν' όψει όλων των πιο πάνω είναι πεποίθηση της ενόρκως δηλούσας, ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι μια συνηθισμένη υπόθεση και ότι με την παραχώρηση της άδειας του Δικαστηρίου δεν θα επέλθει οποιαδήποτε ζημία ή βλάβη στους καθ' ων η αίτηση. Γι' αυτό είναι δίκαιο και ορθό να δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης παρά την παρέλευση των έξι χρόνων. Αναμφίβολα, έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα, όμως, με την Αγγλική νομολογία, που πιο πάνω είδαμε, ο χρόνος και μόνο που παρήλθε από την απόφαση δεν διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αυτό που θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην υπόθεση Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A., που πιο πάνω αναφέρεται, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης κρίθηκε, ότι ξεπερνούσε το κανονικό και αυτό που λογικά αναμένετο από τους αιτητές για εξέταση και αξιολόγηση της υπόθεσής τους. Παρόλα αυτά αποφασίσθηκε, ότι από μόνο του το στοιχείο αυτό δεν μπορούσε να οδηγήσει σε άρνηση παραχώρησης άδειας για εκτέλεση της απόφασης. Όταν δε τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τόσο ασυνήθιστα, ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως δοθεί η αιτούμενη άδεια, το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να την παραχωρήσει. Από το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάσθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος τους καθίσταται έκδηλο, ότι οι Αιτητές έπεσαν θύμα δόλιων ενεργειών και καταχρήσεων από τον γραμματέα τους. Ως αποτέλεσμα, οι υποθέσεις τους δεν προωθούνταν με τρόπο που να εξυπηρετεί τα καλώς νοούμενα συμφέροντά τους. Αυτό σήμαινε, ότι δεν προωθούνταν διαδικασίες, είτε δικαστικές είτε διαιτητικές, και σε περίπτωση που είχαν προωθηθεί τέτοιες διαδικασίες δεν προωθούνταν μέτρα εκτέλεσης. Αυτός ήταν και ο λόγος που η παρούσα υπόθεση δεν προωθήθηκε για σκοπούς εκτέλεσης. Μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου η διαδικασία ελέγχου που επακολούθησε ήταν δύσκολη, δυσχερής και χρονοβόρα και τα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Αιτητές για να εντοπίσουν τις υποθέσεις, την πορεία τους και σε ποιο στάδιο αυτές βρίσκονταν πολλά και περίπλοκα. Ενδεικτικό είναι, ότι για τον λόγο αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την παύση του γραμματέα τους και της υπόλοιπης επιτροπής η νέα επιτροπή και η ενόρκως δηλούσα δεν γνώριζαν καν αν η παρούσα υπόθεση είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία. Μόλις περί τα μέσα του 2007 είχαν ένδειξη, ότι για τους καθ' ων η αίτηση είχε λάβει χώρα διαιτητική διαδικασία και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης. Με την ανακάλυψη των νέων αυτών στοιχείων οι Αιτητές κινήθηκαν χωρίς καθυστέρηση. Απέστειλαν επιστολή προς τους καθ' ων η αίτηση ζητώντας τους την αποπληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Μη ανταποκρινόμενοι οι καθ' ων η αίτηση οι Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση χωρίς καθυστέρηση. Οι Αιτητές ουδέποτε έπαυσαν να αξιώνουν την αποπληρωμή του χρέους τους και αυτό το γνώριζαν οι καθ' ων η αίτηση. Σχετική προς τούτο είναι η μαρτυρία της ενόρκως δηλούσας σύμφωνα με την οποία αυτή οχλούσε συνεχώς τους καθ' ων η αίτηση για αποπληρωμή του χρέους τους, έστω και σε χρόνο κατά τον οποίο αυτή δεν είχε ένδειξη για το ότι είχε κινηθεί διαιτητική διαδικασία εναντίον τους, υποκινούμενη μόνο και μόνο από το χρέος η ύπαρξη του οποίου καταμαρτυρείτο στα βιβλία των Αιτητών. Συνεπεία, μάλιστα, των οχλήσεων αυτών έγιναν πληρωμές έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους από τους καθ' ων η αίτηση, οι οποίες συνεχίζονταν μέχρι το 2004, ήτοι εννέα σχεδόν χρόνια μετά την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και 16 και πλέον χρόνια μετά την ίδια την διαιτητική απόφαση. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν, ότι οι Αιτητές δεν παραιτήθηκαν, ούτε και εγκατέλειψαν την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης. Τουναντίον, πρόθεσή τους, όπως από τα πιο πάνω προκύπτει, ήταν η διεκδίκηση της πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους και η εκτέλεση της απόφασης εις γνώση των καθ' ων η αίτηση. Εν' όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω, πως δεν τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού των καθ' ων η αίτηση από την έλευση του χρόνου. Στην υπόθεση The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin αναφέρθηκε, ότι αφ' ης στιγμής ο καθ' ου η αίτηση γνώριζε, ότι οι εξ' αποφάσεως πιστωτές εξακολουθούσαν να έχουν πρόθεση να εκτελέσουν την απόφαση που είχαν εξασφαλίσει υπέρ τους δεν μπορούσε εξ' αντικειμένου να γίνει αποδεκτό, ότι θα επηρεάζονταν δυσμενώς από την παραχώρηση άδειας για εκτέλεση. Εν' όψει όλων των πιο πάνω η δικαιολογία που πρόβαλαν οι Αιτητές για την καθυστέρηση κρίνεται εν' όψει των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης ικανοποιητική. Τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τόσο ασυνήθιστα και ιδιαίτερα που φέρουν την υπόθεση εκτός του κανονικού. Είναι, όμως, ορθό και δίκαιο να δοθεί άδεια για εκτέλεση για το ποσό που οι Αιτητές διατείνονται, ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι υπόλογοι για εκτέλεση, ήτοι για το ποσό των Λ.Κ.29.362,03 σεντ πλέον τόκους; Δεν έχω πεισθεί, ότι το υπόλοιπο που αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού, που επισυνάπτονται, ήτοι Τεκμήρια Γ και Θ είναι αυτό που πραγματικά σήμερα οφείλεται από αυτούς. Από τις εν λόγω καταστάσεις διέκρινα τα εξής τρωτά. Πρώτο, σύμφωνα με την διαιτητική απόφαση, οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 διατάχθηκαν να πληρώσουν ποσό μικρότερο από ότι η καθ' ης η αίτηση
- Γι' αυτό, όμως, δεν φαίνεται να γίνεται καμία διάκριση. Αυτό, μάλιστα, που δεικνύεται από τα πιο πάνω αναφερόμενα τεκμήρια είναι ότι το ίδιο ποσό οφείλεται από όλους τους καθ' ων η αίτηση και, μάλιστα, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτό. Εν' όψει τούτου και μόνο δεν θα έδινα άδεια για εκτέλεση εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 για το ποσό που οι Αιτητές διατείνονται ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι υπόλογοι για εκτέλεση. Δεύτερο, το Τεκμήριο Θ δεικνύει τις χρεώσεις και τις πληρωμές από την 31.12.93 και έπειτα και όχι από την αρχή του χρέους. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν έχει εικόνα των χρεώσεων που έγιναν από τους Αιτητές πριν την πιο πάνω ημερομηνία με αποτέλεσμα η εξέταση της ακρίβειας του να μην είναι δυνατή από το Δικαστήριο. Τρίτο, το ποσό των Λ.Κ.103,10 σεντ, που είναι, προφανώς, τα δικηγορικά έξοδα για την διαδικασία της εγγραφής, όπως από το Τεκμήριο Α συνάγεται, φαίνεται να χρεώθηκε δύο φορές. Περαιτέρω, εκτός από αυτήν την χρέωση φαίνεται να έγινε επιπλέον χρέωση για δικηγορικά έξοδα για το ποσό των Λ.Κ.573,66 σεντ. Δεν εξηγείται, όμως, ούτε και από τον φάκελο του Δικαστηρίου φαίνεται, πώς προέκυψε το εν λόγω ποσό. Τέταρτο, όπως από το Τεκμήριο Θ καταμαρτυρείται έγιναν διάφορες χρεώσεις για τήρηση του λογαριασμού των καθ' ων η αίτηση. Οι εν λόγω χρεώσεις, ασφαλώς, δεν προκύπτουν από την διαιτητική απόφαση και, κατά συνέπεια, οι καθ' ων η αίτηση δεν είναι υπόλογοι για την πληρωμή των ποσών αυτών. Αυτό, όμως, που πραγματικά με ξενίζει είναι ότι στα Τεκμήρια Γ και Θ φαίνεται ένα αρκετά μεγάλο υπόλοιπο λαμβανομένων υπόψη των ποσών για τα οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση και των πληρωμών που έγιναν. Θα έλεγα υπέρογκο. Υπενθυμίζεται, ότι η διαιτητική απόφαση εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 είναι μόνο για το ποσό των Λ.Κ.3.612,20 σεντ πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.1.1988 πλέον Λ.Κ.15,00 σεντ έξοδα. Ακόμα και αν υποθέσω, ότι όλες οι πληρωμές που έγιναν έγιναν από την καθ' ης η αίτηση 1 και λογίζονταν έναντι του ποσού για το οποίο μόνο αυτή ήταν υπόλογη, συμπεριλαμβανομένων των τόκων ως η διαιτητική απόφαση, ήτοι ακόμα και αν υποθέσω, ότι κανένα ποσό που πληρώθηκε δεν λογίσθηκε έναντι του υπολοίπου για το οποίο οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ήταν υπόλογοι, το υπόλοιπο που θα είχε δημιουργηθεί, στην βάση της πιο πάνω υπόθεσης, αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3, λαμβανομένων υπόψη των τόκων ως η διαιτητική απόφαση, μέχρι σήμερα, 30.6.08, ήτοι 20,5 ακριβώς έτη από την 1.1.1988, ημερομηνία κατά την οποία άρχισαν να τρέχουν οι τόκοι, δεν πρέπει να ξεπερνά, σύμφωνα με τους αριθμητικούς υπολογισμούς μου, εξαιρουμένων των εξόδων, το ποσό των Ευρώ 17.558,78 σεντ (Λ.Κ.10.276,70 σεντ). Και αυτό γιατί ο τόκος που παράγεται ετησίως από το ποσό των Λ.Κ.3.612,20 σεντ με επιτόκιο προς 9% ετησίως είναι Λ.Κ.325,09 σεντ. Πολλαπλασιάζοντας το ποσό αυτό με τον αριθμό 20,5, που είναι ο αριθμός των ετών που παρήλθαν από την 1.1.1988, βρίσκομε τους καθυστερημένους τόκους. Οι τόκοι αυτοί είναι, σύμφωνα με το γινόμενο των πιο πάνω ποσών, Λ.Κ.6.664,50 σεντ. Προσθέτοντας το ποσό αυτό στο ποσό των Λ.Κ.3.612,20 σεντ βρίσκομε το σημερινό υπόλοιπο στην βάση της πιο πάνω υπόθεσης. Το εν λόγω υπόλοιπο ανέρχεται, σύμφωνα με το άθροισμα των δύο πιο πάνω ποσών, σε Λ.Κ.10.276,70 σεντ. Το αντίστροφο ισχύει και για την καθ' ης η αίτηση
- Δηλαδή, αν στην βάση της υπόθεσης, ότι όλες οι πληρωμές που έγιναν έγιναν από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και λογίζονταν έναντι του ποσού για το οποίο μόνο αυτοί ήταν υπόλογοι, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, σύμφωνα με την διαιτητική απόφαση, ήτοι ακόμα και αν υποθέσω, ότι κανένα ποσό που πληρώθηκε δεν λογίσθηκε έναντι του υπολοίπου για το οποίο μόνο η καθ' ης η αίτηση 1 ήταν υπόλογη, το υπόλοιπο που θα είχε δημιουργηθεί στην βάση της πιο πάνω υπόθεσης, αναφορικά με την καθ' ης η αίτηση 1, συμπεριλαμβανομένων των τόκων ως η διαιτητική απόφαση, μέχρι σήμερα, 30.6.08, δηλαδή, 20,5 ακριβώς έτη μετά την 1.1.1988, ημερομηνία κατά την οποία άρχισαν να τρέχουν οι τόκοι, δεν πρέπει να ξεπερνά, σύμφωνα με τους αριθμητικούς υπολογισμούς μου, εξαιρουμένων των εξόδων, το ποσό των Ευρώ 39.335,35 σεντ (Λ.Κ.23.021,96 σεντ). Και αυτό γιατί ο τόκος που παράγεται ετησίως από το ποσό των Λ.Κ.8.092,08 σεντ με επιτόκιο προς 9% ετησίως είναι Λ.Κ.728,28 σεντ. Πολλαπλασιάζοντας το ποσό αυτό με τον αριθμό 20,5, που είναι ο αριθμός των ετών που παρήλθαν από την 1.1.1988, βρίσκομε τους καθυστερημένους τόκους. Οι τόκοι αυτοί είναι, σύμφωνα με το γινόμενο των πιο πάνω ποσών, Λ.Κ.14.929,88 σεντ. Προσθέτοντας το ποσό αυτό στο ποσό των Λ.Κ.8.092,08 σεντ βρίσκομε το σημερινό υπόλοιπο στην βάση της πιο πάνω υπόθεσης. Το εν λόγω υπόλοιπο ανέρχεται, σύμφωνα με το άθροισμα των δύο πιο πάνω ποσών, σε Λ.Κ.23.021,96 σεντ. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι στο δεύτερο παράδειγμα το ποσό έναντι του οποίου υπέθεσα, ότι γίνονταν οι πληρωμές έχει πλήρως εξοφληθεί με την καταβολή του συνολικού ποσού των Λ.Κ.9.913,00 σεντ. Στην βάση της υπόθεσης ότι όλες οι πληρωμές έγιναν από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 οι τόκοι μέχρι την 4.8.04, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με την μαρτυρία της ενόρκως δηλούσας, έγινε η τελευταία πληρωμή ξεπερνούν ελαφρώς το ποσό των Λ.Κ.5.391,07 σεντ σύμφωνα με τους αριθμητικούς μου υπολογισμούς. Σημειώνεται, ότι οι τόκοι υπολογίσθηκαν χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη οι πληρωμές που κάθε φορά γίνονταν, πράγμα που σημαίνει, ότι το ποσό των τόκων μέχρι την 4.8.04 είναι ακόμα μικρότερο του ποσού των Λ.Κ.5.391,07 σεντ. Προσθέτοντας το ποσό των Λ.Κ.5.391,07 σεντ στο ποσό των Λ.Κ.3.612,20 σεντ βρίσκομε χονδρικά το σημερινό υπόλοιπο αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3, στην βάση της υπόθεσης που αναφέρθηκε. Το ποσό αυτό δεν ξεπερνά το ποσό των Λ.Κ.9.913,00 σεντ που συνολικά καταβλήθηκε. Προέβηκα στους πιο πάνω αριθμητικούς υπολογισμούς, μόνο και μόνο για να ελέγξω αν κατά πόσο οι ισχυρισμοί των Αιτητών αναφορικά με το σήμερα οφειλόμενο ποσό ευσταθούν. Καθίσταται έκδηλο, ότι το ποσό για το οποίο οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι σήμερα υπόλογοι για εκτέλεση, δεν μπορεί να συνάδει με τις πρόνοιες της διαιτητικής απόφασης και ότι, εν τέλει, είναι αδύνατο οι καθ' ων η αίτηση να οφείλουν το ποσό των Λ.Κ.29.362,03 σεντ πλέον τόκους από 30.12.06 ως οι Αιτητές διατείνονται. Προδήλως οι Αιτητές κατέληξαν στο σημερινό υπόλοιπο κατόπιν χρεώσεων για τις οποίες δεν γίνεται πρόνοια στην διαιτητική απόφαση ή υπερχρεώσεων. Πάντως, τα ποσά των τόκων με τα οποία χρεωνόταν ετησίως ο λογαριασμός των καθ' ων η αίτηση διαφέρουν κατά πολύ από το ποσό των Λ.Κ.325,09 σεντ που είναι ο ετήσια παραχθέν τόκος όσον αφορά τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και, μάλιστα, στην βάση της υπόθεσης, ότι κανένα ποσό δεν έχει πληρωθεί από αυτούς έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους, πράγμα που σημαίνει, ότι το πιο πάνω ποσό είναι το μέγιστο ποσό τόκου με το οποίο θα μπορούσαν να είχαν χρεωθεί οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ή του ποσού των Λ.Κ.728,28 σεντ, που είναι ο ετήσια παραχθέν τόκος όσον αφορά την καθ' ης η αίτηση 1 και, μάλιστα, στην βάση της υπόθεσης, ότι κανένα ποσό δεν έχει πληρωθεί από αυτήν έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους, πράγμα που σημαίνει, ότι το πιο πάνω ποσό είναι το μέγιστο ποσό τόκου με το οποίο θα μπορούσε να είχε χρεωθεί η καθ' ης η αίτηση
- Σημειώνεται, ότι ο τόκος με τον οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός των καθ' ων η αίτηση ανέρχεται σε Λ.Κ.1.540,60 σεντ κατά το τέλος του έτους 1994, σε Λ.Κ.1.681,20 σεντ κατά το τέλος του 1995, σε Λ.Κ.1.074,44 σεντ κατά το τέλος του έτους 1996, σε Λ.Κ.1.123,78 σεντ κατά το τέλος του έτους 1997, σε Λ.Κ.1.220,62 σεντ κατά το τέλος του έτους 1998, σε Λ.Κ.1.404,40 σεντ κατά το τέλος του έτους 1999, σε Λ.Κ.1.532,55 σεντ κατά το τέλος του έτους 2000, σε Λ.Κ.1.486,61 σεντ κατά το τέλος του έτους 2001, σε Λ.Κ.1.608,02 σεντ κατά το τέλος του έτους 2002, σε Λ.Κ.970,28 σεντ κατά την 30.6.03 και σε Λ.Κ.1.031,00 σεντ κατά την 30.12.03, σε Λ.Κ.2.110,54 σεντ κατά το τέλος του έτους 2004 και σε Λ.Κ.2.243,34 σεντ κατά το τέλος του
- Παρόλα αυτά καμία εξήγηση δεν δόθηκε από την ενόρκως δηλούσα αναφορικά με το πώς αυτά προέκυψαν τα πιο πάνω ποσά, τα οποία, όπως και πιο πάνω διεφάνη, δεν δικαιολογούνται εν' όψει των προνοιών της διαιτητικής απόφασης και των δικών μου υπολογισμών. Αν οι πιο πάνω χρεώσεις οφείλονται σε κεφαλαιοποίηση του τόκου ή ανατοκισμό, τότε, οι χρεώσεις αυτές έγιναν κατά παράβαση των προνοιών της διαιτητικής απόφασης. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται σε οτιδήποτε περισσότερο και οι καθ' ων η αίτηση δεν είναι υπόλογοι για χρεώσεις ή χρεώσεις τόκων για ποσά πέραν αυτών που οι Αιτητές δικαιούνται βάση της διαιτητικής απόφασης και του διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο δόθηκε η άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της. Σημειώνεται, ότι ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος, Ν.160(Ι)/99, δεν θεσπίσθηκε και ούτε θα μπορούσε να θεσπισθεί με σκοπό να καταργήσει τις δικαστικές αποφάσεις ή να επιφέρει την τροποποίησή τους με τρόπο ώστε αυτές να μεταβάλλονται σε κάτι που αρχικά δεν προνοούσαν. Οι χρεώσεις τόκων, όπως αυτές εμφαίνονται στα Τεκμήρια Γ και Θ, θέτουν από μόνες τους εν αμφιβόλω την ακρίβεια τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να δεχθώ, ότι το ποσό που εμφαίνεται στα Τεκμήρια Γ και Θ είναι αυτό που πραγματικά σήμερα οφείλεται από τους καθ' ων η αίτηση. Στην παράγραφο 9 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με ημερομηνία 3.12.07 η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, ότι οι πληρωμές έγιναν από όλους τους καθ' ων η αίτηση. Πράγμα που σημαίνει, ότι τα υπόλοιπα με τον τρόπο που πιο πάνω υπολογίσθηκαν για τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3, από την μια, και την καθ' ης η αίτηση 1, από την άλλη, είναι σήμερα ακόμη μικρότερα από τα ποσά των Ευρώ 17.558,78 σεντ και Ευρώ 39.335,35 σεντ, αντίστοιχα, που πιο πάνω αναφέρονται. Συν τοις άλλοις, δεν διευκρινίζεται ποια ποσά πληρώθηκαν από την καθ' ης η αίτηση 1 και ποια από τους υπόλοιπους. Ούτε και διευκρινίζεται έναντι ποιου υπολοίπου κατέβαλλε κάθε φορά τις πληρωμές της η καθ' ης η αίτηση
- Αυτού που ήταν υπόλογη αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους υπόλοιπους καθ' ων η αίτηση ή έναντι αυτού που ήταν υπόλογη μόνο η ίδια; Εν' όψει του ότι δεν διευκρινίσθηκε τι ποσά πληρώθηκαν από τον καθένα καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει στο ποσό για το οποίο έκαστος των καθ' ων η αίτηση είναι σήμερα υπόλογος για εκτέλεση. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι δικαιούνται σε εκτέλεση για το ποσό που διατείνονται και για το οποίο ζητείται η αιτουμένη άδεια. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο