Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Βασίλειου Άναπα κ.α., Αρ. Αγωγής: 908/05, 8.8.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A53 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 908/05 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ εκ Πάφου Εναγόντων και
- Βασίλειου Άναπα από την Πάφο
- Χαράλαμπου Σίμωνος από την Έμπα
- Δήμου Χ"Νεοκλέους από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 8.8.2008 Για Ενάγοντες κ. Π. Ευθυμίου (για να ακούσει απόφαση κ. Τ. Στιμιλλίδης) Για Εναγόμενους 2 και 3 κ. Διομήδους (για να ακούσει απόφαση κα Ε. Κνέκνα) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.7.2004, οι ενάγοντες που είναι χρηματοδοτικός οργανισμός συνήψαν σύμβαση ενοικιαγοράς (βλ. το τεκμήριο 3) με μισθωτή τον εναγόμενο 1, εγγυητές τους εναγόμενους 2 και 3 και ιδιοκτήτες τους ίδιους. Αντικείμενο της σύμβασης, ήταν διάφορα έπιπλα, τα οποία εξειδικεύονται στο τιμολόγιο με αριθμό 4700 (βλ. το τεκμήριο 2) στο οποίο παραπέμπει η ίδια η σύμβαση (βλ. το σχετικό μέρος υπό τον τίτλο «ΤΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ»). Το συνολικό πληρωτέο ποσό, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς («κόστος πίστωσης») και των τελών χαρτοσήμων, καθορίστηκε σε £6.992,58, το οποίο θα πληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις, ύψους £116,55 κάθε μια, από 30.8.
- Με την τελευταία δόση, θα έπρεπε να πληρωθεί και το ποσό των £15,00 υπό μορφή δικαιώματος αγοράς. Επειδή, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, πληρώθηκε μόνο το ποσό των £102,00 έναντι του χρέους των εναγόμενων, που αποτελεί μέρος της πρώτης δόσης που ήταν πληρωτέα στις 30.8.2004, μα όχι το υπόλοιπο αυτής καθώς και οι δόσεις που ήταν πληρωτέες από τις 30.9.2004 μέχρι και την 28.2.2005, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των £713,85, οι ενάγοντες, με επιστολή τους ημερομηνίας 15.3.2005 (βλ. το τεκμήριο 6) τερμάτισαν την επίδικη σύμβαση και κάλεσαν τον εναγόμενο 1 να παραδώσει τα έπιπλα - αντικείμενο της σύμβασης. Επειδή παρέλειψε να συμμορφωθεί καταχώρησαν την παρούσα αγωγή τόσο εναντίον του όσο και εναντίον των εγγυητών του - εναγόμενων 2 και 3, με την οποία αξιώνουν τα ακόλουθα: Εναντίον του εναγόμενου 1, διάταγμα παράδοσης των επίπλων, προκειμένου να πωληθούν με δημόσιο πλειστηριασμό και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί έναντι του χρέους του. Εναντίον όλων των εναγόμενων, απόφαση για το ποσό των £713,85, ως ανωτέρω, με τόκο 12,5% από την ημέρα που η κάθε δόση κατέστη πληρωτέα μέχρι την εξόφληση, ως επίσης και για το ποσό των £6.176,73, υπό μορφή αποζημιώσεων για ουσιαστική παράβαση της σύμβασης, με τόκο, επίσης 12,5% από τις 15.3.2005 (ημερομηνία τερματισμού). Η κεντρική θέση των εναγόμενων 2 και 3, όπως εξειδικεύεται στην υπεράσπισή τους είναι ότι η επίδικη σύμβαση είναι εικονική και παράνομη, αφού έγινε με αποκλειστικό σκοπό να διευκολυνθεί η δανειοδότηση προς τον εναγόμενο 1 για την αγορά μετοχών, κάτι που έγινε υπό το πέπλο της ενοικιαγοράς για έπιπλα, πράγμα που οι ενάγοντες γνώριζαν εξ υπαρχής. Σύμφωνα πάντα με τους εναγόμενους 2 και 3, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ήταν ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι σε κατοχή των επίπλων - αντικείμενο της σύμβασης, είναι ψευδής. Δυνάμει ανταπαίτησης, οι εναγόμενοι 2 και 3 αξιώνουν την έκδοση απόφασης, ότι η επίδικη σύμβαση είναι εξ υπαρχής άκυρη και πάσχουσα από παρανομία· επιπλέον, ότι οι ενάγοντες δε δικαιούνται τόκους και/ή ανατοκισμό. Κατά την ακροαματική διαδικασία έδωσαν μαρτυρία ο Νίκος Μηλιώτης, υπάλληλος των εναγόντων και οι δύο εναγόμενοι. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 δεν προωθήθηκε από τους ενάγοντες, λόγω μη επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς θα ληφθεί υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιές από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιές απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους τρεις μάρτυρες, ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Νίκος Μηλιώτης (Μ.Ε.1) στον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος των εναγόντων, στο κατάστημα τους στην Πάφο όπου υπεγράφη η επίδικη σύμβαση. Καθώς έχει αναφέρει γνωρίζει προσωπικά όλες τις πράξεις που έγιναν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, για τις οποίες τροφοδοτούσε με σχετικές πληροφορίες τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τις οποίες τηρούσε και γραπτώς σε ασφαλές μέρος. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής: Η σύναψη της επίδικης σύμβασης ήταν το αποτέλεσμα διαβουλεύσεων μεταξύ του εναγόμενου 1 και του διευθυντή του καταστήματος των εναγόντων στην Πάφο, Σάββα Χ"Χαραλάμπους, οι οποίοι για το σκοπό αυτό συναντήθηκαν στο γραφείο του δεύτερου. Μετά την επίτευξη της συμφωνίας, ο μάρτυρας κλήθηκε από το διευθυντή του καταστήματος να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα για σκοπούς χρηματοδότησης του εναγόμενου 1, με το ποσό των £5.000,
- Αντικείμενο της επίδικης σύμβασης, αποτέλεσαν διάφορα έπιπλα του εναγόμενου 1, ο οποίος, όταν του ζητήθηκε να πάρει δύο εγγυητές, παρουσίασε τους εναγόμενους 2 και 3, που τότε ήταν εργοδότες του. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, όταν τους λέχθηκε ότι υπογράφουν σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς για το ποσό των £5.000,00, με εξασφάλιση τα έπιπλα του πελάτη, δεν έφεραν καμιά αντίρρηση. Υπόγραψαν το συμβόλαιο ως εγγυητές στην παρουσία του, το οποίο υπέγραψε και ο ίδιος ως μάρτυρας της υπογραφής τους. Προηγουμένως, τους είχε ενημερώσει ότι θα υπόγραφαν ως εγγυητές, ενώ η περιγραφή των επίπλων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης έγινε από τον εναγόμενο
- Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα, γίνονται αποδεκτοί. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, πλείστα όσα ανάφερε, προκύπτουν από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων, τα οποία παρουσίασε στο δικαστήριο ως τεκμήρια, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους 2 και 3, η ύπαρξή τους, ενώ για μερικά από αυτά, το περιεχόμενό τους. Έπειτα, η περί αντιθέτου εκδοχή των εναγόμενων 2 και 3, σε σχέση με κάποια από τα παραπάνω γεγονότα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, είτε γιατί δεν είναι δικογραφημένη, είτε γιατί δεν τέθηκε στο μάρτυρα για να του δοθεί η ευκαιρία αν μη τι άλλο να σχολιάσει και στους ενάγοντες, αν επιθυμούσαν, να παρουσιάσουν περαιτέρω μαρτυρία για να τους αντικρούσουν, είτε τέλος, επειδή δεν μπορώ να δεχθώ τους ισχυρισμούς των εναγόμενων 2 και 3, καθαρά ως θέμα αξιοπιστίας. Αυτό που δεν μπορώ να δεχθώ είναι ότι τα έπιπλα - αντικείμενο της σύμβασης, ήταν υπαρκτά στον ουσιώδη χρόνο, στη βάση όσων ανάφερε ο μάρτυρας. Είναι προφανές, ότι ο μάρτυρας, προκειμένου να αιτιολογήσει το συγκεκριμένο ισχυρισμό είτε επικαλέστηκε τον εναγόμενο 1, είτε έκανε διάφορες υποθέσεις. Η ουσία του πράγματος επί του προκειμένου, είναι ότι ο ίδιος, καθ' ομολογία του, ουδέποτε είδε τα συγκεκριμένα έπιπλα. Φυσικά, όπως θα διαφανεί σε άλλο σημείο αργότερα, οι εν λόγω διαπιστώσεις μου, δεν απολήγουν άνευ άλλου σε συμπέρασμα ότι τα έπιπλα ήταν ανύπαρκτα. Ούτε όσα είπε σε σχέση με την τιμή των επίπλων μπορώ να δεχθώ και τούτο γιατί, οι διάφοροι ισχυρισμοί που πρόβαλε σχετικά με το θέμα είτε στερούνται πειστικότητας είτε είναι αντιφατικοί. Ειδικότερα: Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων 2 και 3, ποιός καθόρισε την αξία των επίπλων που αποτελούν το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης, ισχυρίστηκε ότι τις αξίες του τις είπε ο πελάτης (προφανώς εννοούσε τον εναγόμενο 1). Πρόσθεσε ακόμη, ότι και με βάση την κοινή λογική και έχοντας επιπλώσει και ο ίδιος το σπίτι του πριν από 8 μήνες, από τις διάφορες επισκέψεις που έκανε σ' όλες τις εκθέσεις επίπλων στην Πάφο για το σκοπό αυτό, διαπίστωσε ότι οι τιμές που του ανάφερε ο εναγόμενος 1, ήταν πέρα για πέρα πραγματικές. Σε άλλη ερώτηση, σε σχέση με το ίδιο θέμα, ισχυρίστηκε ότι προτού γίνει οποιαδήποτε χρηματοδότηση, γίνεται εκτίμηση των αντικειμένων, κάτι όμως που στην προκειμένη περίπτωση, δεν έγινε. Σπεύδω να δηλώσω και πάλι, ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις μου, δε με οδηγούν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα, ότι τα έπιπλά - αντικείμενο της σύμβασης, ήταν ανύπαρκτα. Είμαι βέβαιος, ότι ο μάρτυρας και στη μια και στην άλλη περίπτωση, που δε δέχομαι την εκδοχή του, ως ανωτέρω, βασικά, αυτό που επιχείρησε να κάνει με όσα ανάφερε, είναι να βοηθήσει τους ενάγοντες στην υπόθεσή τους - όντας υπάλληλός τους - και σ' αυτά τα πλαίσια, κατάθεσε και για πράγματα που δεν είχε γνώση, είτε ακόμη, έκανε υποθέσεις σε σχέση με αυτά. Η μαρτυρία των δύο εναγόμενων είναι σχεδόν ταυτόσημη, οπότε και θα συνεξεταστεί. Και οι δύο εναγόμενοι που είναι συνέταιροι στην εταιρεία C. & M. Plant & Plus Ltd, με διευθυντή τον εναγόμενο 2, ανάφεραν ότι γνωρίστηκαν με τον εναγόμενο 1, περί τον Ιούνιο του 2004, όταν αυτός ανέλαβε τις εργασίες ελαιοχρωματισμού του κτιρίου της εταιρείας τους. Ο τελευταίος, αρχές Ιουλίου 2004 τους ανάφερε ότι διαπραγματευόταν την αγορά αριθμού μετοχών κάποιας άλλης εταιρείας και ότι για το σκοπό αυτό προσπαθούσε να εξασφαλίσει δάνειο ύψους £5.000,
- Στις 14.7.2004, τους πληροφόρησε ότι εξασφάλισε το εν λόγω δάνειο από την Λαϊκή Τράπεζα και τους ζήτησε να τον εγγυηθούν για αυτό. Όταν μετέβηκαν στην τράπεζα, ο εναγόμενος 1 τους οδήγησε στα γραφεία χρηματοδοτήσεων. Εκεί, συνάντησαν το διευθυντή Σάββα Χ"Χαραλάμπους, ο οποίος τους προέτρεψε να εγγυηθούν τον εναγόμενο 1 σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς, λέγοντας τους ότι ο συγκεκριμένος τρόπος ήταν ο πιο εύκολος και πιο γρήγορος για να χρηματοδοτηθεί ο εναγόμενος
- Συγκεκριμένα, ο Χ"Χαραλάμπους, στην παρουσία και του Μ.Ε.1, τους είπε ότι για να προχωρήσει η διαδικασία, θα έπρεπε να γίνει ένα εικονικό συμβόλαιο ενοικιαγοράς, με αντικείμενο έπιπλα. Σ' αυτά τα πλαίσια εγγυήθηκαν και οι δύο τον εναγόμενο 1 στο επίδικο συμβόλαιο. Αποτελεί θέση και των δύο, ότι οι ενάγοντες δανειοδότησαν τον εναγόμενο 1 με εικονικό συμβόλαιο ενοικιαγοράς αντί με κανονική συμφωνία δανείου, γιατί το πρώτο θα τους απέφερε μεγαλύτερο κέρδος. Προτού παραθέσω τους λόγους για τους οποίους κρίνω πως δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή των δύο εναγόμενων επί της ουσίας όσων ανέφεραν, θεωρώ αναγκαίο να προβώ σε μερικές γενικότερες επισημάνσεις, με αναφορά και σε νομολογία. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας σύμβασης ενοικιαγοράς αναφέρονται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1432 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Τέτοια σύμβαση εξυπακούει πως ο χρηματοδότης, όπως ήταν εν προκειμένω οι εφεσείοντες, είναι ιδιοκτήτης του αντικειμένου. Ως ο ιδιοκτήτης, λοιπόν, συμφωνεί να το ενοικιάσει στον αντισυμβαλλόμενο στον οποίο αναγνωρίζεται δυνατότητα, εφόσον τηρήσει τους όρους της ενοικίασης, να το αγοράσει. Για όσο διαρκεί η πρώτη σχέση, εκείνη της ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει υπό την κυριότητα του χρηματοδότη. Η δε αγορά του αυτοκινήτου από τον αντισυμβαλλόμενο στο τέλος, συνήθως με την καταβολή κάποιου μικρού ποσού, επιπρόσθετου προς τα συμφωνηθέντα μισθώματα, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωσή του. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημά του, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως να ανήκε αρχικά το αυτοκίνητο στον ίδιον τον ενοικιαγοραστή. Όπως στην περίπτωση της Yorkshire Railway Wagon Company v. Maclure
(1882)21 Ch.D. 309: Εταιρεία πώλησε περιουσιακά στοιχεία της σε άλλη, είσπραξε το τίμημα για να καλύψει τις ανάγκες της και συνήψε μαζί της σύμβαση ενοικιαγοράς με την οποία ενοικίασε τα ίδια περιουσιακά στοιχεία, προς επαναγορά τους στο τέλος. Αποφασίστηκε πως η αρχική πώληση που οδήγησε στη μεταβίβαση της κυριότητας ήταν πραγματική και πως, συνεπώς, η σύμβαση ενοικιαγοράς που συνάφθηκε στη συνέχεια, ήταν γνήσια. Όπως δε εξηγήθηκε στην Eastern Distributors v. Goldring
(1957)2 All E.R. 525, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική, απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Εννοείται, όσο και αν στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης - ενοικιαγοράς.» Βλέπε και τη Χινης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. 299/2006, ημερ. 21.3.2008, από την οποία προκύπτει ότι για να θεωρηθεί έγκυρη μια συμφωνία ενοικιαγοράς, δεν αποτελεί αναγκαίο όρο να υπάρχει υπαρκτή παράδοση των αντικειμένων. Επισημαίνεται τέλος, ότι, με δεδομένο πως δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους ότι η επίδικη σύμβαση, τύποις τουλάχιστον, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας έγκυρης σύμβασης ενοικιαγοράς, ο ισχυρισμός τους ότι αυτή είναι εικονική τους θέτει και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξουν. Βλέπε Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions Ltd) κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726 και T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ.
- Και οι δύο εναγόμενοι, που βασικά, κατά μία έννοια συμφωνούν ότι δεν είναι σε θέση προσωπικά να γνωρίζουν αν υπήρχαν τα έπιπλα - αντικείμενο της σύμβασης στον ουσιώδη χρόνο, επιχείρησαν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους πως δεν υπήρχαν, επικαλούμενοι το περιεχόμενο της συνομιλίας που είχαν με το διευθυντή του καταστήματος των εναγόντων, η οποία έγινε στην παρουσία του Μ.Ε.1, όπως ανάφεραν. Παρόλα αυτά τίποτε απ' όσα περιστρέφονται γύρω από τη συγκεκριμένη συνάντηση έχει τεθεί στο Μ.Ε.1, προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσει και στους ενάγοντες, αν επιθυμούσαν, να παρουσιάσουν στο δικαστήριο και το διευθυντή τους στο συγκεκριμένο κατάστημα, για να αντικρούσει ή επιβεβαιώσει, ανάλογα, τους εν λόγω ισχυρισμούς. Ούτε ότι έγινε η υπό αναφορά συνάντηση τέθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων στο Μ.Ε.1, μα ούτε ότι ήταν και αυτός παρών. Σ' ένα αντιπαραθετικό σύστημα διεξαγωγής της δίκης, όπως είναι το δικό μας, είναι ανεπίτρεπτο για οποιονδήποτε διάδικο να προβάλλει μια θέση σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της υπό εκδίκαση υπόθεσης στους μάρτυρες της άλλης πλευράς και διαφορετική μέσω των δικών του μαρτύρων. Επομένως, εάν οι εναγόμενοι ήθελαν να ληφθεί υπόψη οτιδήποτε ανάφεραν κατά το στάδιο που έδιναν μαρτυρία, σε σχέση με το πλέον κρίσιμο γεγονός που είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εγγυήθηκαν τον εναγόμενο 1, για τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των εναγόντων στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης, όφειλαν να το θέσουν και στο μάρτυρα των εναγόντων. Θα μπορούσαν ακόμη να παρουσιάσουν ως μάρτυρα τον εναγόμενο
- Μπορεί για τους ενάγοντες να μην κατέστη δυνατή η προώθηση της διαδικασίας εναντίον του, λόγω μη επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, όμως, οι δύο εναγόμενοι που τον επικαλέστηκαν τόσο πολύ, ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι ήθελαν να τον κλητεύσουν ως μάρτυρα τους, αλλά είχαν πρόβλημα να τον εντοπίσουν. Έπειτα, το θεωρώ παράλογο και αφύσικο για να δεχθώ ότι αποτελεί γεγονός, ο διευθυντής του καταστήματος των εναγόντων στο οποίο συνάφθηκε η επίδικη σύμβαση, από τη μια να παροτρύνει και να προσπαθεί να πείσει τους δύο εναγόμενους να εγγυηθούν τον εναγόμενο 1, για τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από αυτή και την ίδια ώρα, να τους διαβεβαιώνει ότι η σύμβαση είναι εικονική με ό,τι αυτό σημαίνει σε σχέση με το κύρος της. Μόνο ένας αφελής και επιπόλαιος άνθρωπος θα μπορούσε να ενεργήσει με τον τρόπο που οι εναγόμενοι 2 και 3 φέρουν το διευθυντή των εναγόντων να ενήργησε στον ουσιώδη χρόνο. Να πρωταγωνιστεί δηλαδή στην κατάρτιση μιας εικονικής σύμβασης ενοικιαγοράς και την ίδια ώρα να το διαλαλεί στους εγγυητές του μισθωτή. Για να το πω διαφορετικά, να ενεργεί κατά τρόπο που αντιστρατεύεται τα συμφέροντα της τράπεζας - εργοδότη του. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι επιλέγηκε ο συγκεκριμένος τρόπος δανειοδότησης του εναγόμενου 1, για σκοπούς μεγαλύτερου κέρδους για τους ενάγοντες, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός για διάφορους λόγους: καταρχήν, δεν είναι δικογραφημένος. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1522: «...τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία και τούτο για να διασφαλίζεται το δικαίωμα ενός διάδικου να απαντά στους ισχυρισμούς και στις θέσεις που προβάλλει ο αντίδικος του.» Έπειτα, παρέμεινε αίωλος, υπό την έννοια ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, που να με βοηθά να αντιληφθώ, γιατί η δανειοδότηση κάποιου μέσω ενός συμβολαίου ενοικιαγοράς, αποφέρει μεγαλύτερα κέρδη στην τράπεζα, απ' ότι μέσω μια κανονικής και προπαντός, έγκυρης συμφωνίας δανείου. Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω και τα εξής: Και οι δύο εναγόμενοι με όσα κατέθεσαν στο δικαστήριο, είναι βέβαιο πως γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τη φύση και έννοια μιας σύμβασης ενοικιαγοράς, τόσο έγκυρης όσο και εικονικής. Εξάλλου, καθ' ομολογία τους, στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων συμβλήθηκαν αρκετές φορές με τη συγκεκριμένη τράπεζα, στο συγκεκριμένο κατάστημα των εναγόντων ακόμη και ως εγγυητές σε συμβάσεις ενοικιαγοράς. Αυτό το γεγονός, αποτελεί ακόμη ένα λόγο για τον οποίο αδυνατώ να πιστέψω, ότι ο διευθυντής των εναγόντων που τους γνώριζε κιόλας, είναι δυνατό να ενήργησε με τον τρόπο που ανάφεραν στον ουσιώδη χρόνο, που προφανώς αντιστρατευόταν τα συμφέροντα των εναγόντων και τούτο, όταν κατά τους εναγόμενους, επιλέγηκε ο συγκεκριμένος τρόπος δανειοδότησης του εναγόμενου 1, επειδή θα απέφερε μεγαλύτερο κέρδος στους ενάγοντες. Έπειτα, για κανένα από τους λόγους που ανάφεραν οι εναγόμενοι μπορώ να πιστέψω, ότι εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των εναγόντων μέσω της επίδικης σύμβασης, ένας άνθρωπος τον οποίο είχαν γνωρίσει λίγες μέρες προηγουμένως, απλώς για να έχουν μεγαλύτερο κέρδος οι ενάγοντες. Η αλήθεια είναι απλή και εν μέρει προέρχεται από τους εναγόμενους. Και οι δύο, λόγω της επαγγελματικής σχέσης που είχαν με τον εναγόμενο 1 στον ουσιώδη χρόνο, μετά από παράκλησή του εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση. Ο ισχυρισμός τους ότι η σύμβαση είναι εικονική αποτελεί εκ των υστέρων επινόηση, ενώ τα όσα κατέθεσαν στο δικαστήριο, προκειμένου να τεκμηριώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό, εντάσσονται στο πλαίσιο της ενορχηστρωμένης προσπάθειάς τους, να αποστούν των ευθυνών τους έναντι των εναγόντων. Εάν ήθελαν να ελπίζουν ότι θα γίνουν πιστευτοί, όταν παρέλαβαν την επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 6), λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενό της και ιδιαίτερα την παράγραφο Γ, όφειλαν να αντιδράσουν με ουσιαστικό τρόπο και όχι όπως ανάφεραν κατά τη διάρκεια που έδιναν μαρτυρία. Ούτε και μπορώ να δεχτώ ότι προέβησαν στις ενέργειες που ανάφεραν όταν παρέλαβαν την εν λόγω επιστολή και τούτο, όχι μόνο επειδή τους θεωρώ αναξιόπιστους σε σχέση και με αυτή τη πτυχή της υπόθεσης, αλλά και για το λόγο ότι με την παράγραφο 9 της υπεράσπισής τους απορρίπτουν τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι προέβησαν σε τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Είναι η κατάληξή μου, ότι οι ενάγοντες μέσω του μάρτυρα τους Νίκου Μηλιώτη απέδειξαν όσα όφειλαν σε σχέση με την επίδικη σύμβαση. Ειδικότερα: Την κατάρτισή της, τα μέρη της - έμπορας, ιδιοκτήτης, μισθωτής -, το αντικείμενό της, το ποσό της χρηματοδότησης, τον τρόπο και την περίοδο αποπληρωμής κ.ο.κ.. Περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν γραπτώς όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση. Τέλος, ότι προέβησαν νόμιμα σε τερματισμό της, καθώς και το λόγο (βλ. τον όρο 6(α)(β) της σύμβασης - τεκμήριο 3 - αναφορικά με το δικαίωμα των εναγόντων να προβούν σε τερματισμό της, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 - επιστολή τερματισμού - που και οι δύο εναγόμενοι ανάφεραν ότι παρέλαβαν). Με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2, 3, 4 και 5 απέδειξαν και τα εξής: από τι αποτελείται το αντικείμενο της σύμβασης, πότε και πώς κατέστησαν ιδιοκτήτες του οι ίδιοι και τέλος, ότι το ποσό χρηματοδότησης καταβλήθηκε στον εναγόμενο
- Το γεγονός δε, ότι τα έπιπλα - αντικείμενο της σύμβασης, αρχικά ανήκαν στον εναγόμενο 1, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, με αναφορά σε νομολογία, δεν μπορεί να επηρεάσει καθοιονδήποτε τρόπο το κύρος της σύμβασης. Απ' εκεί και πέρα, οι εναγόμενοι 2 και 3 απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που είχαν ότι η εν λόγω σύμβαση είναι εικονική, για τον εξής βασικό λόγο: ενώ είναι προφανές, απ' όσα προηγήθηκαν, ότι οι μόνοι που γνωρίζουν από πρώτο χέρι καθετί σχετικό με την κατάρτισή της και, κυρίως, όσων οδήγησαν σ' αυτή, είναι ο εναγόμενος 1 και ο διευθυντής των εναγόντων στο κατάστημα τους στην Πάφο όπου αυτή έγινε, για λόγους που αφορούν τους εναγόμενους, δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο για να καταθέσουν και να ρίξουν φως στην πλέον ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης. Ακολουθεί ότι ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι η επίδικη σύμβαση είναι εικονική απορρίπτεται ως αναπόδεικτος. Ό,τι απομένει τώρα να γίνει, είναι προσδιορισμός των ποσών για τα οποία οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση, έχοντας υπόψη και το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραγράφων 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης, προκύπτει ότι σε εφαρμογή της επίδικης σύμβασης, μέχρι και τον τερματισμό της, πληρώθηκε μόνο το ποσό των £102,00, ενώ θα έπρεπε να είχε πληρωθεί και το ποσό των £713,
- Οι ενάγοντες διεκδικούν το πιο πάνω ποσό, που αποτελεί το άθροισμα των ληξιπρόθεσμων δόσεων μέχρι και τις 28.2.2005, με τόκο 12,5% από την ημέρα που κατέστη πληρωτέα κάθε δόση, μέχρι εξόφλησης. Επιπλέον, διεκδικούν και το ποσό των £6.176,73, υπό μορφή αποζημιώσεων για ουσιαστική παράβαση της σύμβασης, με τόκο επίσης 12,5% από τις 15.3.2005 (ημερομηνία τερματισμού). Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι έναντι του χρέους πληρώθηκε μόνο το ποσό των £117,00 στις 18.8.2004, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 (κατάσταση λογαριασμού). Αυτό σημαίνει, ότι από το συνολικό ποσό των ληξιπρόθεσμων δόσεων, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των £15,
- Επομένως, σε σχέση με αυτές, η απόφαση θα είναι για το ποσό των £698,85 (για το αντίστοιχο σε ευρώ). Σε σχέση με το ποσό των £6.176,73 που διεκδικούν οι ενάγοντες υπό μορφή αποζημιώσεων για ουσιαστική παράβαση της σύμβασης, παρατηρώ τα εξής: Με ένα απλό μαθηματικό υπολογισμό, προκύπτει ότι διεκδικούν ακριβώς το υπόλοιπο της αξίας των επίπλων, περιλαμβανομένου και του ποσού των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς (κόστος πίστωσης) που αναλογεί για τις δόσεις μετά τον τερματισμό. Έχει νομολογηθεί ότι σε σχέση με τη συγκεκριμένη αξίωση, το ποσό θα πρέπει να είναι μειωμένο κατά ποσό ίσο προς το προσποριζόμενο από τον εκμισθωτή όφελος, από το γεγονός ότι λαμβάνει την αξία του αντικειμένου της σύμβασης ως ζημιά, νωρίτερα απ' ότι κανονικά θα την έπαιρνε. Βλέπε Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 530 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Παντελή κ.ά,
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ.
- Η ζημιά, προστίθεται, καθορίζεται κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας και μη επιστροφής του αντικειμένου. Επί του προκειμένου, στις 15.3.
- Σύμφωνα πάντοτε με την ίδια απόφαση, ένας πρόσφορος τρόπος καθορισμού του οφέλους που αποκτά ο εκμισθωτής, παρέχεται με την αφαίρεση από το ποσό που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο της αξίας του αντικειμένου της σύμβασης, ποσού ίσου προς τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που ενσωματώνονται στις δόσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές λόγω του τερματισμού. Με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις πιο πάνω αρχές, σημαίνει ότι από το συνολικό ποσό των £6.176,73, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των £1.748,98 που ισοδυναμεί με την αναλογία των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς για τις 53 δόσεις που συνθέτουν το συνολικό ποσό της αξίωσης των εναγόντων υπό μορφή αποζημιώσεων. Επομένως, η απόφαση σε σχέση με το ποσό των αποζημιώσεων θα είναι για £4.427,75 (για το αντίστοιχο σε ευρώ). Στρέφομαι τώρα να εξετάσω το θέμα του τόκου που θα φέρουν τα πιο πάνω ποσά. Μολονότι οι ενάγοντες αξιώνουν τόκο 12,5% σε σχέση με το ποσό των £713,85 από την ημερομηνία που κάθε δόση κατέστη πληρωτέα, ενώ για το ποσό των £6.176,73 από την ημερομηνία του τερματισμού της σύμβασης, θεωρώ πως ούτε για το ένα δικαιούνται τόκο με το συγκεκριμένο επιτόκιο μα ούτε και για το άλλο. Σε σχέση με το πρώτο, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιόν μου, που να δικαιολογεί επιδικασμό τόκου με το συγκεκριμένο επιτόκιο. Ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι το συγκεκριμένο επιτόκιο συμφωνήθηκε, δεν τεκμηριώνεται από το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης. Οι μόνες σχετικές αναφορές σ΄ αυτή περιορίζονται στον όρο 2(γ)(δ), ο οποίος, δε νομίζω από μόνος του να στοιχειοθετεί την σχετική αξίωση των εναγόντων. Κατά συνέπεια, σε σχέση με το ποσό των £698,85, ο τόκος καθορίζεται σε 8% το χρόνο, από την ημερομηνία μη καταβολής κάθε δόσης, μέχρι εξοφλήσεως. Σε σχέση με το δεύτερο ποσό, τα πράγματα είναι πιο απλά. Καθώς έχει νομολογηθεί [βλ. Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.ά. ν. Τσαρτελλή
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 246, Αντωνιάδου και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)] αυτό θα φέρει νόμιμο τόκο. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως ακολούθως: Για το ποσό των €1.194,06 (£698,85) - ίσο προς τις μη καταβληθείσες έξι σχεδόν δόσεις για τη περίοδο 30.9.04, μέρος, μέχρι και 28.2.05, αμέσως δηλαδή πριν τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης στις 15.3.05 - με τόκο 8% το χρόνο από την ημερομηνία της μη καταβολής κάθε δόσης, μέχρι εξοφλήσεως. Για το ποσό των €7.565,26 (£4.427,75) με νόμιμο τόκο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται: αναφορικά με την αξίωση υπό παράγραφο (α), για όλους τους λόγους που έχω κρίνει ότι στοιχειοθετείται η απαίτηση των εναγόντων. Αναφορικά με την αξίωση υπό παράγραφο (β), για λόγους που έχουν αναφερθεί, οι ενάγοντες δικαιούνται τους τόκους που έχουν επιδικαστεί, ενώ, όπως και να γίνει υπολογισμός των δύο ποσών που συνθέτουν την αξίωσή τους, είναι φανερό πως αυτά δεν ενσωματώνουν ανατοκισμό. Τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (ένα σετ εξόδων, καθότι απαίτηση και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί) επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 2 και 3. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .ΜΙ/Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο