← Κύπρος

Ferhan Mohammad ν. Ανδρέας Δημητριάδης, Αρ. Αγωγής: 3921/03, 3.11.08

Ferhan Mohammad ν. Ανδρέας Δημητριάδης, Αρ. Αγωγής: 3921/03, 3.11.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3921/03 Μεταξύ: Ferhan Mohammad, από την Πάφο Ενάγοντας και Ανδρέας Δημητριάδης, Δικηγόρος από την Πάφο, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ahmad Mohammad Al Saied δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 23.12.03 Παναγιώτης Μιχαήλ, από την Πάφο Εναγόμενοι ......................... Ημερομηνία: 3.11.08 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 / Αιτητή: κα Ελίνα Κωνσταντινίδου για κ. Μ. Χαρτσιώτη Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κ. Μαυρέσης για κ.κ. Αλεξάνδρου και Καλαβά Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος 1 / Αιτητής εξαιτείται:

  1. «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται αυτόματα και χωρίς οποιαδήποτε άλλη διαταγή του Δικαστηρίου η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή σε περίπτωση που ο Καθ' ου η Αίτηση δεν δώσει μέσα σε 20 μέρες από την έκδοση του παρόντος διατάγματος ασφάλεια εξόδων υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης Κυπριακής Τράπεζας και/ή Τράπεζας της αποδοχής του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο το Δικαστήριο θεωρήσει ορθό και δίκαιο και/ή καταθέσει στο Δικαστήριο το ποσό των €4,300,
  2. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω προώθηση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μέχρι που ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου για παροχή ασφάλειας εξόδων.
  3. Διάταγμα του Δικαστηρίου αναφορικά με τον περαιτέρω χειρισμό της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής». Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.60, θθ1-6, Δ.48, θθ1-4, 8 και 9 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκο δήλωση της Κωνσταντίας Αρκάδη από την Λεμεσό, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση, που υποστηρίζει την αίτηση, ο Καθ' ου η αίτηση είναι αλλοδαπός και ο Αιτητής έχει καλή υπεράσπιση. Κατά συνέπεια, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για ασφάλεια εξόδων είναι αναγκαία. Το ποσό δε για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα για ασφάλεια εξόδων είναι Ευρώ 4.300,00 σεντ, το οποίο έχει υπολογισθεί με βάση την κλίμακα της αγωγής και την χρέωση για το ΦΠΑ. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κυρίας Μαρίνας Τσιαννή από την Πάφο, υπάλληλου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Προβάλλονται, μεταξύ άλλων, ως λόγοι ένστασης ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι αλλοδαπός εργαζόμενος με πάρα πολύ χαμηλό εισόδημα, ότι ο Αιτητής δεν έχει υπεράσπιση και φέρει ακέραιη την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο με σκοπό την καθυστέρηση της διεκπεραίωσης της υπόθεσης και, τέλος, ότι η αίτηση είναι κακόβουλη και καταχρηστική, καθότι στοχεύει στην παρεμπόδιση του Καθ' ου η αίτηση να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί προβάλλοντας ενώπιον του Δικαστηρίου αντίστοιχα επιχειρήματα. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευσή της αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Αιτητής να εισέλθει εντός της δικαιοδοσίας. Επικαλείται, εκτός από τα πρακτικά της υπόθεσης, και την δήλωση της ίδιας της κυρίας Τσιαννή στην παράγραφο 8 της ένορκής της δήλωσης, που υποστηρίζει την Ένσταση, σύμφωνα με την οποία οι Αρχές της Δημοκρατίας δεν επέτρεψαν μέχρι σήμερα στον Καθ' ου η αίτηση την είσοδο του στην Κύπρο. Τονίσθηκε, επίσης, από την ευπαίδευτη συνήγορο, ότι από την όλη μέχρι σήμερα συμπεριφορά του συνάγεται, ότι είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει ποτέ ο Καθ' ου η αίτηση να έρθει στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσης υπόθεσης. Υπό αυτές τις περιστάσεις αν ο Καθ' ου η αίτηση δεν διαταχθεί από το Δικαστήριο να δώσει ασφάλεια για τα έξοδα του Αιτητή, ο Αιτητής θα μείνει εκτεθειμένος και τα δικαιώματά του θα πληγούν, καθότι η υπόθεση κατά πάσα πιθανότητα θα απορριφθεί, ενώ ο Αιτητής θα έχει στο μεταξύ υποστεί έξοδα. Για τον λόγο αυτό θα ήταν άδικο υπό τις περιστάσεις να μην διαταχθεί ασφάλεια εξόδων. Υπό το φως των πιο πάνω δεν είναι, σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή, ορθή η θέση που προβάλλεται με την Ένσταση, ότι η αίτηση γίνεται καταχρηστικά. Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε ακριβώς γιατί υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να επιδικασθούν έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, τα οποία στο τέλος της ημέρας για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγούνται θα είναι αδύνατο να εισπραχθούν. Πράγματι, από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, ότι μέχρι την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του Αιτητή ο Καθ' ου η αίτηση είχε αποταθεί τέσσερεις συνολικά φορές στο Δικαστήριο με αίτηση για έκδοση απόφασης υπέρ του. Η πρώτη αίτηση υποβλήθηκε στις 14.4.05, η δεύτερη στις 28.6.05, η τρίτη στις 22.11.05 και η τελευταία στις 7.9.
  4. Ο δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση αδυνατούσε κάθε φορά να προχωρήσει με απόδειξη εναντίον του Αιτητή, εξ' ου και είχαν υποβληθεί επανειλημμένα αιτήματα για αναβολή. Ο λόγος ήταν γιατί ο Καθ' ου η αίτηση αδυνατούσε κάθε φορά να έρθει στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία καθότι οι Αρχές της Δημοκρατίας του είχαν απαγορεύσει την είσοδο εντός της δικαιοδοσίας. Εν τέλει, οι αιτήσεις με ημερομηνίες 14.4.05 και 28.6.05 αποσύρθηκαν από τον δικηγόρο του με δικαίωμα καταχώρησης νέας. Αναφορικά με την αίτηση ημερομηνίας 22.11.05, το Δικαστήριο διέταξε όπως αυτή ακουσθεί στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής αναφορικά με τον Εναγόμενο
  5. Εν τέλει η αγωγή απορρίφθηκε αναφορικά με τον Εναγόμενο 2 καθότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με διάταγμα για ασφάλεια εξόδων, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν σχετικής αίτησης που υπεβλήθη εκ μέρους του εν λόγω Εναγόμενου στις 20.4.
  6. Αναφορικά με την τελευταία αίτηση ημερομηνίας 7.9.07, αυτή, αφού ζητήθηκαν επανειλημμένα αναβολές για σκοπούς απόδειξης, απεσύρθη, τελικά, στις 8.2.08 καθότι κατέστη άνευ αντικειμένου, αφού στις 21.1.08 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του Αιτητή. Σύμφωνα, επίσης, με την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή ο Καθ' ου η αίτηση δεν νομιμοποιείται να επικαλείται ως λόγο για την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, αφού η μακρόχρονη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο. Σύμφωνα, επίσης, με την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή το γεγονός, ότι ο Καθ' ου η αίτηση επί του παρόντος βρίσκεται εκτός Κύπρου τον εμποδίζει να επικαλείται την επιφύλαξη του θεσμού 1 της Διάταξης 60 σύμφωνα με την οποία αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων. Η εν λόγω επιφύλαξη έχει εφαρμογή, σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο, σε αλλοδαπούς που εργάζονται στην Κύπρο και όχι εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον, η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση αναφορικά με τις σημερινές απολαβές από την εργασία του δεν είναι ικανοποιητική. Τέλος, εν' όψει του ότι δεν έκλεισαν τα δικόγραφα αναφορικά με τον Αιτητή δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα αναφορικά με την ισχύ της υπόθεσης του Καθ' ου η αίτηση. Στην αντίπερα όχθη υποστηρίχθηκε έντονα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση, ότι τυχόν έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων θα ισοδυναμούσε με στέρηση του δικαιώματος του Καθ' ου η αίτηση να προσφύγει στο Δικαστήριο εν' όψει των πολύ χαμηλών εισοδημάτων του και, κατ' επέκταση, της αδυναμίας του να δώσει ασφάλεια εξόδων. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση, τον καταχρηστικό χαρακτήρα της υπό κρίση αίτησης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί καλής υπεράσπισης, αυτός είναι, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση, γενικόλογος. Δεν παρατίθεται κανένα στοιχείο από το οποίο κάτι τέτοιο δύναται να συναχθεί. Σε αντίθεση με τον Καθ' ου η αίτηση εκ μέρους του οποίου προβλήθηκαν τέτοια δεδομένα και στοιχεία, όπως η αστυνομική έκθεση (Τεκμήριο 1), τα οποία καταδεικνύουν την ισχύ της υπόθεσής του. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει εγγυοδοσία σε σχέση με τα έξοδα της δίκης ρυθμίζεται από την Δ.60, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί του οποίου βασίζεται και η υπό κρίση αίτηση. Ο εν λόγω θεσμός προνοεί ως ακολούθως: «Ο Ενάγων (και σε σχέση με ανταπαίτηση, η οποία δεν έχει απλώς την φύση συμψηφισμού, ο Εναγόμενος) ο οποίος διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου, δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα παρόλο που μπορεί να διαμένει προσωρινά στην Κύπρο». Ο θεσμός 1 της Διάταξης 60 είναι ταυτόσημος με τον Αγγλικό θεσμό 6 Α της Δ.65 των παλιών Αγγλικών διαδικαστικών κανονισμών και προσομοιάζει με τον Κανονισμό 185 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Ναυτοδικείου). Έτσι, τόσο οι Αγγλικές αποφάσεις επί του θέματος όσο και οι αποφάσεις του δικού μας Ναυτοδικείου είναι βοηθητικές στην ανάλυση των σχετικών αρχών. Το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού δεν δικαιολογεί αυτόματα την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Το θέμα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντάται στον θεσμό 1 της Διάταξης 60, η οποία ασκείται δικαστικά (Βλ. Abdula Ahmad Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline

(1990)1 ΑΑΔ 434 Union De Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences v. Apak Agro Industries Ltd και άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1170 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, σελίδες 384-385). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων είναι ευρύτατη, γιατί οι θεσμοί δεν καθορίζουν τα κριτήρια για την άσκησή της. Αξιοσημείωτη επί του προκειμένου είναι η ανάπτυξη του θέματος από τον Λόρδο Wright στην Evans v. Bartlam
(1934)2 All E R 646, 655: «I see no reason to interfere with the judge´s order. The respondent´s counsel in my judgment has entirely failed to satisfy the onus of showing that the judge was wrong. Order 27, r.15, gives a discretion untramelled in terms: it does not even require an affidavit as a condition and the discretion may be exercised on any proper material, though in practice an affidavit is generally required. To quote again from Bowen L.J. in Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. C. 50 at 58: "When a tribunal is invested by Act of Parliament or by rules with a discretion, without any indication in the Act or rules of the grounds upon which the discretion is to be exercised, it is a mistake to lay down any rules with a view of indicating the particular grooves in which the discretion should run, for if the Act or the rules did not fetter the discretion of the judge why should the court do so?". Similarly it has been held by the Court of Appeal in Hope v. Great Western Railway Co.
(1937)1 All E.R. 625, that the discretion to grant or refuse a jury in King´s Bench cases is in truth, as it is in terms, unfettered. It is, however, often convenient in practice to lay down, not rules of law, but some general indications, to help the court in exercising the discretion, though in matters of discretion no one case can be an authority for another. As Kay, L.J., said in Jenkins v. Bushby
(1981)1 Ch. 484 at 495, "the court cannot be bound by a previous decision, to exercise its discretion in a particular way, because that would be in effect putting an end to the discretion". A discretion necessarily involves a latitude of individual choice according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae once the facts are ascertained». Σε μετάφραση: «Δεν βλέπω κανένα λόγο να επέμβω στο διάταγμα του Δικαστή. Ο συνήγορος του εφεσίβλητου κατά την κρίση μου έχει εντελώς αποτύχει να αποδείξει, ότι ο Δικαστής έσφαλε. Η Διάταξη 27, θεσμός 15 παρέχει απεριόριστη διακριτική εξουσία. Δεν απαιτείται καν ένορκος δήλωση ως προϋπόθεση και η διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) δύναται να ασκηθεί στην βάση οιουδήποτε κατάλληλου υλικού, παρόλο που στην πρακτική απαιτείται, γενικά, ένορκος δήλωση. Παραθέτοντας για άλλη μια φορά τα λόγια του Bowen L.J. στην Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. C. 50 at 58: "Όταν παρέχεται σε δικαστήριο διακριτική εξουσία από νόμο της Βουλής ή από κανονισμούς χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη στον νόμο ή τους κανονισμούς των αρχών επί των οποίων η εξουσία (αυτή) ασκείται είναι σφάλμα να δημιουργείς κανόνες που να υποδεικνύουν συγκεκριμένα στεγανά εντός των οποίων θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια (του Δικαστηρίου) καθότι αν ο νόμος ή οι κανονισμοί δεν περιορίζουν την εξουσία (του Δικαστηρίου) γιατί να κάνει κάτι τέτοιο το Δικαστήριο;". Ομοίως, έχει αποφασισθεί από το Εφετείο στην Hope v. Great Western Railway Co.
(1937)1 All E.R. 625, ότι η διακριτική εξουσία να αρνηθείς ή να διατάξεις ασφάλεια σε υποθέσεις του King´s Bench είναι, στ' αλήθεια, απεριόριστη. Είναι, όμως, συχνά βολικό στην πρακτική να παρατίθενται, όχι κανόνες δικαίου, αλλά κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, παρόλο που στις περιπτώσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας (του Δικαστηρίου) καμία υπόθεση δεν μπορεί να αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο για την άλλη. Όπως είπε ο Kay, L.J. στην Jenkins v. Bushby
(1981)1 Ch. 484 at 495 "το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεσμευτεί από προηγούμενη απόφαση στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διότι κάτι τέτοιο θα έθετε τέρμα στην εξουσία του". Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει απαραίτητα ευρύτητα ατομικής επιλογής στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών και διαφέρει από μια υπόθεση όπου η απόφαση ακολουθεί με την διακρίβωση των γεγονότων ως εκ δικαιώματος». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει σε ακόμη δύο Αγγλικές αποφάσεις. Στην υπόθεση Kohn v. Rinson & Stafford Ltd
(1947)2 All E R 839 ο Δικαστής Denning με τη λιτότητα και πυκνότητα του λόγου που τον χαρακτηρίζει είπε σχετικά: «The law on the matter is plain, that it is in the discretion of the court to order security for costs, but it does so as a matter of course when a plaintiff is out of the jurisdiction and there are no assets of the plaintiff which can be reached within the jurisdiction, the reason being that if a judgment is thereafter obtained by the defendant against the plaintiff for costs such an order cannot be enforced by the direct process of the English court». Σε μετάφραση: «Ο νόμος επί του ζητήματος είναι απλός. Επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει ασφάλεια εξόδων, αλλά κατά την σύνηθη πορεία διατάσσεται ασφάλεια όταν ο ενάγοντας είναι εκτός δικαιοδοσίας και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας. Ο λόγος είναι γιατί αν αργότερα εξασφαλισθεί από τον εναγόμενο εναντίον του ενάγοντα απόφαση για έξοδα, μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να εκτελεσθεί με την απευθείας διαδικασία του αγγλικού δικαστηρίου». Είναι, επίσης, αξιοπρόσεχτη η αντιμετώπιση στην πολύ μεταγενέστερη υπόθεση Porzelack (KG) v. Porzelack (U.K.) Ltd
(1987)1 All E R 1074 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα (στην σελίδα 1077): « . it seems to me that I have an entirely general discretion either to award or refuse security, having regard to all the circumstances of the case. However, it is clear on the authorities that, if other matters are equal, it is normally just to exercise that discretion by ordering security against a non-resident plaintiff. The question is what, in all the circumstances of the case, is the just answer». Σε μετάφραση: «Μου φαίνεται, ότι έχω μια εντελώς ευρεία διακριτική εξουσία να αρνηθώ ή να διατάξω ασφάλεια εξόδων λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Όμως, είναι ξεκάθαρο από την νομολογία, ότι αν οι άλλοι παράγοντες ισοζυγίζονται είναι συνήθως δίκαιο όπως η διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) ασκείται με την έκδοση διαταγής για ασφάλεια εξόδων εναντίον ενός ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας. Το ερώτημα είναι ποιο είναι το δίκαιο σύμφωνα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Ο σκοπός της παροχής ασφάλειας εξόδων και η φύση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίσθηκαν ως ακολούθως από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στυλιανίδη στην υπόθεση Standard Fruit Co (Bermuda) Ltd v. Gold Seal Ship Co Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 121: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. Η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τον Κανονισμό αυτό δεν είναι δέσμια, αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι στο παρελθόν η συνήθης πρακτική ήταν να εκδίδεται διαταγή ασφάλειας εξόδων όταν ο ενάγων ήταν κάτοικος εξωτερικού. Η άκαμπτος αυτή πρακτική, όμως, δεν είναι σύμφωνη ούτε με το γράμμα, ούτε με το πνεύμα του Κανονισμού . Όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, το Δικαστήριο αποκλίνει στην έκδοση του Διατάγματος, εκτός εάν τα περιστατικά της υπόθεσης υποστηρίζουν ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί τέτοιο διάταγμα.». Στην υπόθεση Hesham Enterprises v. The Ship «Rami»
(1978)1 CLR 195 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Τριανταφυλλίδης υιοθετώντας την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Aeronave SPA v. Westland Charters Ltd
(1971)3 All E R 531 ανέφερε τα ακόλουθα: «.although it is not an inflexible rule that, but a matter of discretion whether, a foreign plaintiff should be ordered to provide security for costs, it is the usual practice to order so if the justice of the case demands it». Σε μετάφραση: «. παρόλο που δεν είναι άκαμπτος ο κανόνας αλλά επαφίεται στην διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) αν ένας αλλοδαπός ενάγοντας θα πρέπει να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια εξόδων η σύνηθης πρακτική είναι να διατάσσεται ασφάλεια εξόδων αν το δίκαιο της υπόθεσης το απαιτεί». Τέλος, στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 633 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πογιατζής, αφού ανασκόπησε την νομολογία συνόψισε όλα τα δεδομένα ως ακολούθως στις σελίδες 637-638: «Από την μελέτη των πιο πάνω αυθεντιών προκύπτει το συμπέρασμα ότι αν και ο άκαμπτος κανόνας όπως διατυπώθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Lopes το 1894 στην υπόθεση Crozat v. Brogden
(1894)2 Q.B. 30, σύμφωνα με τον οποίο ο εναγόμενος δικαιούται σε ασφάλεια των εξόδων του οποτεδήποτε ενάγεται από αλλοδαπό ενάγοντα, έπαυσε να εφαρμόζεται, το Δικαστήριο συνήθως αποκλίνει υπέρ της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγομένου αν ο ενάγων είναι αλλοδαπός και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο δυνάμενα να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων του εναγομένου, εκτός αν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν άδικη την έκδοση τέτοιας διαταγής. Είναι, εντούτοις, πολύ καθαρό ότι η έκδοση της αιτούμενης διαταγής είναι πάντοτε προϊόν άσκησης διακριτικής και όχι δέσμιας εξουσίας από το Δικαστήριο». Όπως εξάγεται τόσο από το λεκτικό του θεσμού 1 της Διαταγής 60 όσο και από την νομολογία, που πιο πάνω παρατέθηκε, η διακρίβωση του θέματος της συνήθους διαμονής του ενάγοντα είναι το θεμέλιο και η βασική προκείμενη ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει δικαιοδοσία στην βάση της Διάταξης αυτής. Σύμφωνα δε με το Annual Practice 1958, σελ. 1885 το βάρος είναι στον εναγόμενο να αποδείξει, ότι ο ενάγοντας είναι πρόσωπο που διαμένει σε χώρα εκτός δικαιοδοσίας και όχι απλά να καταδείξει, ότι αυτός δεν διαμένει συνήθως στην χώρα όπου κινήθηκε η αγωγή. Το γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι κάτοικος εξωτερικού δεν αμφισβητείται με την ένορκο δήλωση της κυρίας Τσιαννή, που συνοδεύει την Ένστασή του. Στην παράγραφο 3 αυτής αναφέρεται, ενδεικτικά, ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι αλλοδαπός, Συριακής καταγωγής. Επίσης, ο ευπαίδευτος συνήγορός του κατά την αγόρευσή του δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής ο Καθ' ου η αίτηση βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας όπου και εργαζόταν. Με την λήξη, όμως, της άδειας παραμονής του επέστρεψε στην πατρίδα του, την Συρία, όπου και έχει την μόνιμη διαμονή του. Συνεπώς, παρά το ότι στο κλητήριο ένταλμα ο Καθ' ου η αίτηση περιγράφεται ως κάτοικος Κύπρου, αυτός στην ουσία είναι κάτοικος εξωτερικού έχοντας την σύνηθη διαμονή του στην Συρία. Επομένως, έχει τεθεί το θεμέλιο για την διερεύνηση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, με συντρέχουσα την πιο πάνω προϋπόθεση το Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα για ασφάλεια εξόδων (Βλ. Elena Charalambous-Stejaru v. Αρέστη Χαραλάμπους Ιωάννου
(2002)1 ΑΑΔ 906). Στην υπόθεση Abdula Ahmad Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 ΑΑΔ 434 ειπώθηκε, ότι: «Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας με την διαπίστωση ότι ο ενάγων έχει την σύνηθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του . Δικαστηρίου είναι κατ' εξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα από την Κύπρο) και η ισχύς της υπόθεσής του». Όσον αφορά την ισχύ της υπόθεσης του Καθ' ου η αίτηση έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Στην ένορκο δήλωση, που υποστηρίζει την Ένσταση, η ομνύουσα αναφέρει, ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον του Αιτητή. Προς επίρρωση της θέσης αυτής η κυρία Τσιαννή επισύναψε φωτοαντίγραφο της αστυνομικής έκθεσης, που ετοιμάσθηκε από την Τροχαία Πάφου σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα (Τεκμήριο 1). Συνάγεται δε από την ένορκή της δήλωση, ότι η πιο πάνω θέση της στηρίζεται εν μέρει στο περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου και εν μέρει στον ισχυρισμό, ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεπιβάτης στο όχημα του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε: Δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενό της -
  1. Με την προσαγωγή του πρωτότυπου εγγράφου ή
  2. ανεξάρτητα από το κατά πόσο το πρωτότυπο έγγραφο εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι, με την προσαγωγή αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου, νοουμένου ότι δίδεται επαρκής δικαιολογία για την μη προσαγωγή του πρωτότυπου». Το Τεκμήριο 1 είναι φωτοαντίγραφο της αστυνομικής έκθεσης. Αυτό επισυνάφθηκε χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία να έχει δοθεί από την κυρία Τσιαννή για την μη προσαγωγή του πρωτοτύπου. Εν' όψει όλων των πιο πάνω το περιεχόμενο του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Επομένως, στην έκταση κατά την οποία η θέση της κυρίας Τσιαννή στηρίζεται επί του Τεκμηρίου 1, αυτή είναι άνευ οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της, ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήταν συνεπιβάτης στο όχημα του Αιτητή, θα πρέπει να λεχθεί, ότι από τον εν λόγω ισχυρισμό δεν συνεπάγεται απαραίτητα και δίχως άλλο, ότι ο Αιτητής φέρει την αποκλειστική ευθύνη ή οποιοδήποτε ποσοστό ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Είναι αξιοσημείωτο, ότι στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται, ότι στο επίδικο δυστύχημα δεν ενεπλάκη μόνο ο Αιτητής, αλλά και δεύτερος οδηγός, ήτοι ο Εναγόμενος
  3. Καταλογίζεται δε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και σε αυτόν. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ, ότι η θέση της κυρίας Τσιαννή, ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει πολύ καλή υπόθεση δεν είναι τεκμηριωμένη και, επομένως, στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Συν τοις άλλοις, αναφορικά με τον Αιτητή η υπόθεση δεν έχει προχωρήσει πέρα του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης, αφού αυτός δεν έχει ακόμα καταχωρήσει Υπεράσπιση. Επιπλέον, δεν υπάρχει οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό εντός του φακέλου της υπόθεσης, που να καταδεικνύει, ότι ο Αιτητής δέχεται την απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση ή ότι δεν έχει υπεράσπιση σε αυτή. Και πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να υπάρχει αφ' ης στιγμής τα μόνα έγγραφα που υπάρχουν μέσα στον φάκελο της υπόθεσης και τα οποία σχετίζονται με τον Αιτητή είναι το σημείωμα εμφάνισής του και η Ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς, με βάση όλα τα πιο πάνω και το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό κρίνω, πως δεν υπάρχει περιθώριο για να διαμορφώσω άποψη αναφορικά με την ισχύ της υπόθεσης του Καθ' ου η αίτηση στο στάδιο αυτό. Εν κατακλείδι, ο πιο πάνω παράγοντας δεν κρίνεται κρίσιμος υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά με το αν ο Καθ' ου η αίτηση έχει περιουσία στην Κύπρο είναι σημαντικό να λεχθεί, ότι καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται στην ένορκο δήλωση, που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, πάνω στο πιο πάνω ζήτημα. Επισημαίνεται, ότι ο σκοπός που ζητείται ασφάλεια για τα έξοδα εναγόμενου δεν είναι απλά και μόνο γιατί ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού, αλλά γιατί ένας τέτοιος ενάγοντας δεν έχει περιουσία στην Κύπρο για σκοπούς ικανοποίησης δικαστικής δαπάνης που ήθελε επιδικασθεί εναντίον του. Στο Annual Practice του 1958, σελίδα 1885 αναφέρεται, ενδεικτικά, ότι δεν απαιτείται ασφάλεια από πρόσωπο που έχει την σύνηθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας αν το πρόσωπο αυτό έχει ικανοποιητική περιουσία, είτε κινητή, είτε ακίνητη, εντός της δικαιοδοσίας. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ, πως αναφορά στην πιο πάνω παράμετρο στην ένορκο δήλωση, που υποστηρίζει αίτηση εναγόμενου για ασφάλεια των εξόδων του είναι αναγκαία για την επιτυχή έκβαση μιας τέτοιας αίτησης. Σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση στερείται του αναγκαίου ερείσματος. Στην υπόθεση Avtar Singh v. Του Πλοίου Alsalam Boccacio 98
(2000)1 ΑΑΔ 1818 ο Δικαστής Αρτεμίδης απέρριψε την αίτηση για ασφάλεια εξόδων, μεταξύ άλλων, γιατί η αίτηση δεν υποστηριζόταν ικανοποιητικά. Ο εν λόγω Δικαστής υποστήριξε, ότι η απλή αναφορά για υποστήριξη μιας τέτοιας αίτησης πως ο ενάγοντας δεν είναι κάτοικος Κύπρου χωρίς άλλο στοιχείο που να δείχνει, ότι αν αυτός αποτύχει στην αγωγή του πιθανό ο εναγόμενος να μην αποζημιωθεί για την δικαστική δαπάνη που υπέστη δεν είναι αρκετό. Το υπό αναφορά στοιχείο είναι, προδήλως, η έλλειψη περιουσίας του ενάγοντα στην Κύπρο. Είναι γεγονός, ότι στην ένορκο δήλωση, που υποστηρίζει την Ένσταση δεν υπάρχει ισχυρισμός, ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει περιουσία στην Κύπρο από την οποία μπορεί να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εξασφαλίσει υπέρ του ο Αιτητής για τα έξοδά του. Διαφωνώ, όμως, με την θέση που προβλήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή στην αγόρευσή της, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση και υπό τις δοσμένες περιστάσεις ο Καθ' ου η αίτηση είχε το βάρος να αποδείξει, ότι έχει περιουσία στην Κύπρο επαρκή για την κάλυψη των εξόδων του Αιτητή. Όπως είδαμε πιο πάνω, η ύπαρξη ισχυρισμού από ή εκ μέρους εναγόμενου, ότι ο αλλοδαπός ενάγοντας δεν έχει περιουσία στην Κύπρο αποτελεί το αναγκαίο υπόβαθρο για να επιτύχει αίτηση του εναγόμενου για ασφάλεια εξόδων. Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής ο Αιτητής δεν ισχυρίζεται, ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε υποχρέωση να καταδείξει, ότι έχει τέτοια περιουσία, ούτε και οποιοδήποτε βάρος να αποσείσει επί του προκειμένου. Σύμφωνα με το Annual Practice του 1958 (υπό τον τίτλο «Residence Abroad», σελίδα 1885) ο ισχυριζόμενος ότι έχει περιουσία, δηλαδή, ο ενάγοντας, πρέπει να είναι σε θέση να δώσει ικανοποιητικά στοιχεία σχετικά τόσο με την αξία της όσο και με την δυνατότητα χρήσης της για την ασφάλεια εξόδων. Ο Καθ' ου η αίτηση θα είχε, όμως, το βάρος να αποδείξει τα πιο πάνω μόνο εφόσον υπήρχε αντίστοιχος ισχυρισμός από τον Αιτητή περί του αντιθέτου. Με μόνη την διαπίστωση, ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι κάτοικος εξωτερικού η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Εν' όψει της πιο πάνω κατάληξής μου η εξέταση όλων των άλλων θεμάτων που προβλήθηκαν εκατέρωθεν των πλευρών καθίσταται αχρείαστη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.