Δήμητρας Τάλιας Νικολάου ν. Petrolina (Holdings) Public Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3500/07, 7.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3500/07 Μεταξύ: Δήμητρας Τάλιας Νικολάου εκ Λευκωσίας Ενάγουσας Και
- Petrolina (Holdings) Public Ltd εκ Λάρνακας
- C & C Papacostas Limited εκ Πάφου Εναγομένων ----------------------- Ημερομηνία: 7.11.2008 Αίτηση ημερ. 29.2.2008 για αναστολή Για Εναγόμενους 1-Αιτητές κα Ελ. Κωνσταντινίδου για κ. Ζαχαρίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Σ. Χ"Νεοφύτου) Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση κ. Αχ. Δημητριάδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Καλαβάς) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η ενάγουσα αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 επεμβαίνουν παράνομα στο τεμάχιο 456, Αρ. Εγγραφής 8675, Φυλ. Σχεδίου L1, Plan 12 στη Γεροσκήπου στην Πάφο στο εξής «το Τεμάχιο») που είναι περιουσία της Ενάγουσας και/ή Β. Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση των Εναγομένων 1 και/ή 2 στο τεμάχιο της Ενάγουσας και/ή Γ. Διαζευκτικά αποζημιώσεις προς £65 ημερησίως από 6/9/06 μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής του Τεμαχίου. Δ. Διάταγμα Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους 1 και/ή 2 όπως παραδώσουν ελεύθερη κατοχή στην Ενάγουσα του προαναφερόμενου Τεμαχίου και/ή Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις και ΣΤ. Νόμιμο τόκο και Ζ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου το οποίο απέκτησε δυνάμει εκχωρητηρίου από κάποια Μαρία Δημητρίου Χριστοδούλου. Η εν λόγω Μ. Χριστοδούλου συμφώνησε με βάση γραπτή συμφωνία εκμίσθωσης γης ημερ. 7.9.90 με την Εναγομένη 1 η οποία ασχολείται με την πώληση και διανομή πετρελαιοειδών και διαχείριση πρατηρίων βενζίνης να εκμισθώσει το εν λόγω ακίνητο για 16 χρόνια δηλαδή μέχρι το Σεπτέμβριο του
- Ένας από τους όρους του εν λόγω συμβολαίου έδιδε δικαίωμα στην Εναγομένη 1 να υποβάλει γραπτή πρόταση στην ιδιοκτήτρια για ανανέωση του συμβολαίου 12 μήνες πριν τη λήξη της περιόδου εκμίσθωσης του ακινήτου. Μεταξύ 1.9.2005 και 5.9.2006 έγιναν διάφορες προσπάθειες για ανανέωση του συμβολαίου οι οποίες όμως δεν τελεσφόρησαν με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την εκδοχή της Ενάγουσας, το συμβόλαιο να εκπνεύσει στις 7.9.2006 και η κατοχή και η χρήση του από την εναγόμενη 1 και/ή την εναγόμενη 2 η οποία διαχειρίζεται το πρατήριο βενζίνης που ανεγέρθηκε στο ακίνητο να έχει καταστεί παράνομη. Μετά την επίδοση της αγωγής στους εναγομένους και την καταχώρηση εμφάνισης έγινε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης στην οποία εμφανίστηκαν οι Εναγόμενοι, ζήτησαν χρόνο για καταχώρησης Υπεράσπισης δηλώνοντας ταυτόχρονα την πρόθεση της Εναγομένης 1 όπως καταχωρήσει αίτηση για αναστολή της διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η Εναγόμενη 1 εταιρεία ζητά διάταγμα αναστολής της περαιτέρω διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση του Στάθη Γαλάζη, υπαλλήλου των Εναγομένων 1 - Αιτητών, στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ημερ. 7.9.90 (Τεκμήριο Α). Η διάρκεια της συμφωνίας ήταν 16 χρόνια και σύμφωνα με ρητό όρο της αν η εναγόμενη 1 επιθυμούσαν την ανανέωση της εν λόγω συμφωνίας ενοικίασης θα έπρεπε να δώσουν σχετική ειδοποίηση με την οποία να προτείνουν την ανανέωση της συμφωνίας γραπτώς 12 μήνες πριν την λήξη της. Με βάση περαιτέρω όρο της εν λόγω συμφωνίας (παράγραφος 10 του τεκμηρίου Α) σε περίπτωση που η ιδιοκτήτρια δεν αποδεχόταν την προσφορά των εναγομένων 1 θα είχε δικαίωμα να αποδεκτεί ψηλότερη προσφορά για ενοικίαση νοουμένου ότι θα πληροφορούσε γραπτώς τους εναγόμενους 1 για την ψηλότερη προσφορά και θα τους προσέφερε το ακίνητο για την τιμή για την οποία είχε λάβει την ψηλότερη προσφορά και αν οι εναγόμενοι 1 την αποδέχονταν τότε θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την ενοικίαση προς τους εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι περί την 1.9.2005 δηλαδή 12 μήνες και 7 μέρες πριν τη λήξη της συμφωνίας απέστειλαν την πρόθεση τους για ανανέωση της συμφωνίας ενοικίασης με τους όρους που πρότειναν (Τεκμήριο Β). Η Ενάγουσα απάντησε με επιστολή ότι δεν αποδεχόταν τους όρους και ζητούσε νέα αναθεωρημένη πρόταση (Τεκμήριο Γ). Περί τις 8.8.06 σε μια προσπάθεια διαπραγματεύσεων οι Εναγόμενοι 1 κατέθεσαν και γραπτώς νέα αναθεωρημένη πρόταση για ανανέωση της συμφωνίας (Τεκμήριο Δ). Η Ενάγουσα δεν συγκατατέθηκε στους προτεινόμενους όρους ούτε ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείται στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνία με αποτέλεσμα να θεωρεί τη συμφωνία ως λήξασα και να εγείρει την παρούσα αγωγή. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στην παράγραφο 12 στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας η οποία αποτελεί ρήτρα διαιτησίας και προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η διαφορά των διαδίκων αφορά στην ερμηνεία και εκτέλεση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και αποτελούν θέματα που έχει συμφωνηθεί βάσει του συμβολαίου ότι πρέπει να παραπεμφθούν σε διαιτησία. Αναφέρεται περαιτέρω πως οι Εναγόμενοι 1 είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να προχωρήσουν στη διαδικασία διαιτησίας. Συνακόλουθα η αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί και η Ενάγουσα, αν επιθυμεί, να προσφύγει σε διαιτησία όπως προβλέπει η μεταξύ των συμφωνία. Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η Ενάγουσα υποβάλλει προδικαστική ένσταση για το λόγο ότι οι θεραπείες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους Α, Β και Γ δεν μπορούν να παρασχεθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο και θα πρέπει να απορριφθούν στο παρόν στάδιο με έξοδα διότι οι Εναγόμενοι 1 εμφανίστηκαν, χωρίς επιφύλαξη, ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου στις 4 Φεβρουαρίου 2008 σε Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 16 Ιανουαρίου 2008 για απόφαση.
- Άνευ επηρεασμού των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1 πιο πάνω, η Ενάγουσας εγείρει 2η προδικαστική ένσταση για το λόγο ότι, εν πάση περιπτώσει, οι θεραπείες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους Α, Β και Γ δεν θα πρέπει να παρασχεθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο διότι η επίδικη συμφωνία (περιλαμβανομένης και της ρήτρας διαιτησίας) έχει σύμφωνα με τον όρο 10 εκπνεύσει και δεν μπορεί να υπάρξει παραπομπή σε διαιτησία και το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει με τη διαδικασία αυτή.
- Άνευ επηρεασμού των όσων αναφέρονται πιο πάνω, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα, διότι, με τις πράξεις τους ή παραλείψεις, οι Εναγόμενοι 1 είναι φανερό ότι δεν είναι έτοιμοι αλλά ούτε και πρόθυμοι να διεξαγάγουν διαιτησία και εάν εν πάση περιπτώσει κωλύονται (estopped) από του να αιτούνται αναστολή της διαδικασίας ή παραπομπή σε Διαιτησία.
- Τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα της Ενάγουσας θα παραβιαστούν εάν δεν επιτραπεί να προχωρήσει η αγωγή αυτή σε δίκη.» Η Ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται στην παράγραφο 10 της επίδικης συμφωνίας τονίζοντας ότι αυτή ρητά αναφέρει ότι σε περίπτωση μη συμφωνίας του ενοικίου για ανανέωση αυτή θα εξέπνεε στο τέλος της περιόδου αυτής. Πέραν από τις επιστολές που ανταλλάγηκαν μεταξύ των διαδίκων και γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (Τεκμήρια Β. Γ και Δ) αναφέρεται πως υπήρχαν και άλλες σχετικές επιστολές, το αποτέλεσμα των οποίων ήταν να μην συμφωνηθεί ανανέωση της συμφωνίας με αποτέλεσμα αυτή να εκπνεύσει στις 6.9.
- Συνακόλουθα οι Εναγόμενοι βρίσκονται χωρίς άδεια στο υποστατικό και επεμβαίνουν παράνομα στην περιουσία της Ενάγουσας. Επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση οι διάφορες επιστολές που ανταλλάγηκαν μεταξύ των διαδίκων που αφορούν ποσά που προσέφεραν οι Εναγόμενοι 1 για ανανέωση της σύμβασης καθώς επίσης και επιταγές που απεστάλησαν για πληρωμή ενοικίου και τις απαντήσεις που απέστειλαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας (Τεκμήρια Α-Η). Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο λόγος που αγνοήθηκε η ρήτρα διαιτησίας ήταν γιατί αυτή δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ δεδομένου ότι η συμφωνία έχει εκπνεύσει. Εδώ, συνεχίζει η εισήγηση, δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων και οι Εναγόμενοι θα πρέπει να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή ακινήτου. Όσον αφορά το θέμα του ύψους των αποζημιώσεων αυτό αποτελεί θέμα που μόνο το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει δεδομένου ότι συνιστά παράνομη επέμβαση. Η Ενάγουσα απορρίπτει και αμφισβητεί τη θέση των Εναγομένων 1 ότι είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να προχωρήσουν με τη διαδικασία διαιτησίας πράγμα το οποίο φαίνεται και από τα ποσά που προσέφεραν μέχρι τώρα. Επικαλείται επίσης η Ενάγουσα τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και αναφέρει ότι αν δεν γίνει αυτό δεν διασφαλίζονται τα συνταγματικά και ανθρώπινα της δικαιώματα. Κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις όπου ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 πάνω στο οποίο στηρίζεται η αίτηση προνοούνται τα ακόλουθα: «Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάση οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάση οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήτα, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.» Στο άρθρο 2
(1)του ιδίου Νόμου δίδεται ο ορισμός του τι συνιστά συνυποσχετικό ως ακολούθως: «2
(1)«συνυποσχετικό» σημαίνει γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, είτε ο διαιτητής κατονομάζεται σ΄ αυτή είτε όχι.» Με βάση το περιεχόμενο των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών και της νομολογίας επί του θέματος προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για να μπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας είναι οι ακόλουθες: α) Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για διαιτησία η οποία να καλύπτει τις επίδικες διαφορές. β) Οι αιτητές να είναι άτομα που έχουν δικαίωμα να βασίζονται στη συμφωνία. γ) Η αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και προτού παραδοθούν οι έγγραφες προτάσεις ή προτού οι αιτητές προβούν σε άλλο βήμα στη διαδικασία. δ) Ότι ο αιτητής ήταν όταν καταχωρήθηκε η διαδικασία του Δικαστηρίου και συνεχίζει να είναι πρόθυμος και έτοιμος να πράξει οτιδήποτε αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Τέλος το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί την μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Θα εξετάσω πρώτα τη θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι οι Αιτητές έχουν λάβει τέτοια βήματα στη διαδικασία που στερούνται του δικαιώματος να υποβάλουν την παρούσα αίτηση. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου η παρούσα αγωγή κινήθηκε στις 16.11.2007 και στις 13.12.2007 καταχωρίστηκε εμφάνιση εκ μέρους των Εναγομένων 1. Στις 16.1.2008 η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση εναντίον και των δύο Εναγομένων η οποία ορίστηκε στις 4.2.2008 ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών και η πλευρά των Εναγομένων ζήτησε χρόνο για καταχώρηση Υπεράσπισης ενώ ταυτόχρονα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η πλευρά των Εναγομένων 1 προτίθεται να καταχωρίσει αίτηση για αναστολή της διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου. «4.2.2008 Για Αιτήτρια-Ενάγουσα κ. Αχ. Δημητριάδης Για Εναγόμενη Εταιρεία 1 κ. Χ"Νεοφύτου για κ. Ζαχαρίου Για εναγόμενη Εταιρεία 2 κ. Χ"Νεοφύτου Αίτηση ημερ. 16.1.2008 κ. Χ"Νεοφύτου Ζητούμε χρόνο για να καταχωρήσουμε Υπεράσπιση. Επίσης πληροφορώ το Δικαστήριο ότι η πλευρά της Εναγόμενης 1 θα καταχωρήσει σχετική αίτηση για αναστολή της διαδικασίας γιατί στη σύμβαση ενοικίασης υπάρχει ρήτρα για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. κ. Δημητριάδης Συμφωνώ να δοθεί χρόνος. Δικαστήριο Η αίτηση ορίζεται για οδηγίες στις 7.3.2008 η ώρα 10.00 π.μ.. Έκθεση Υπεράσπισης μέχρι τότε.» Στις 29.2.2008 και πριν οι Εναγόμενοι προβούν σε καταχώρηση υπεράσπισης, καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση. Ο κ. Δημητριάδης εισηγήθηκε πως το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν εμφάνιση χωρίς επιφύλαξη και έκαναν αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης Υπεράσπισης με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να ορίσει την υπόθεση στις 7.3.2008 με οδηγίες για καταχώρηση Υπεράσπισης μέχρι εκείνη την ημέρα, αποτελούν διαδικαστικά βήματα εντός των προνοιών του Νόμου, πιο πάνω, τα οποία θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της παρούσας αίτησης. Από την άλλη, η πλευρά των Εναγομένων 1 εισηγείται πως σύμφωνα με την νομοθεσία ο Αιτητής θα πρέπει να μην έχει προβεί σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα στην αγωγή, το διάβημα όμως αφορά την ουσία της αγωγής και πως η εμφάνιση των Αιτητών σε αίτηση για απόφαση δεν αποτελεί βημα στη διαδικασία με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου. Άλλωστε οι Αιτητές δεν έλαβαν κανένα διάβημα στη διαδικασία που να αφορά την ουσία ούτε καταχώρησαν Υπεράσπιση, αντίθετα εξεδήλωσαν την πρόθεση τους να καταχωρήσουν αίτηση για αναστολή. Στην αγόρευση τους οι Αιτητές παραπέμπουν σε σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση Τόμος 2
(3), παράγραφος 21, παράρτημα Δ στο οποίο αναφέρεται πως αίτηση δεν μπορεί να γίνει αν δεν έχει καταχωρηθεί πρώτα σημείωμα εμφάνισης της Δικαστικής διαδικασίας ούτε μετά που θα ληφθούν οποιαδήποτε ουσιαστικά μέτρα για να απαντήσει στην ουσία της διαφοράς. Ο κ. Δημητριάδης αντιπαρέβαλε πως το άρθρο 8 του Κεφ. 4 είναι πανομοιότυπο με σχετικό άρθρο του Περί Διαιτησίας Νόμου του 1950 που ίσχυε στην Αγγλία το οποίο όμως αναφέρεται σε βήματα στη διαδικασία ακριβώς όπως ο δικός μας Νόμος χωρίς να υπάρχει η προσθήκη του περιλαμβάνεται στον Νόμο του 1996 «.. και αφορά στην ουσία της διαφοράς». Η θέση του κ. Δημητριάδη είναι ορθή. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο τα βήματα που λήφθησαν από τους Αιτητές μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης εμπίπτουν στην πρόνοια της σχετικής νομοθεσίας. Στην υπόθεση Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου M/N Girvas και άλλου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1 στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Δημητριάδης κρίθηκε πως η εμφάνιση Αιτητών κατά την ημερομηνία της πρώτης εμφάνισης στην αγωγή και η λήψη οδηγιών για καταχώρηση Υπεράσπιση, η αποστολή επιστολής προς τους δικηγόρους των Εναγόντων με την οποία τους ζητούσαν να καταχωρήσουν την αναφορά τους, η εμφάνιση τους στο Δικαστήριο και η λήψη νέας προθεσμίας και οδηγιών για καταχώρηση της Υπεράσπισης τους καθώς και η εμφάνιση τους στο Δικαστήριο για παράταση χρόνου, αποτελούσαν νέα βήματα στην αγωγή και τους απέκλειαν από του να ζητούν αναστολή της διαδικασίας. Επίσης εμφάνιση ενώπιον Δικαστού και αίτημα για καταχώρηση Υπεράσπισης το οποίο έγινε με ένορκο δήλωση στην υπόθεση Pitchers Ltd v. Plaza (Queensbury) Ltd
(1940)1 All E.R. 151 κρίθηκε ότι αποτελούσε νέο βήμα στη διαδικασία. Στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη 1 μετά την καταχώρηση εμφάνισης αυτό που έκαμε ήταν να εμφανιστεί σε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης που έγινε εκ μέρους της Ενάγουσας και να ζητήσει χρόνο για καταχώρηση Υπεράσπισης δηλώνοντας ταυτόχρονα την πρόθεση της Εναγομένης 1 να καταχωρήσει αίτηση για αναστολή της διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας. Δεν θεωρώ ότι αυτές οι ενέργειες της Εναγομένης 1 αποτελούν νέα βήματα στη διαδικασία τα οποία μπορούν να τους αποκλείσουν από του να ζητούν αναστολή της διαδικασίας και θεωρώ ότι αυτές οι ενέργειες διαφοροποιούνται από τις ενέργειες που έγιναν στις πιο πάνω υποθέσεις. Η Εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε οποιαδήποτε αίτηση ούτε προέβη η ίδια σε οποιονδήποτε διάβημα πέραν του να ανταποκριθεί στην αίτηση για απόφαση που καταχώρησε η Ενάγουσα. Ακόμα και το αίτημα για παράταση χρόνου με τον τρόπο που τέθηκε και με την ταυτόχρονη δήλωση ότι η Εναγόμενη 1 προτίθεται να καταχωρήσει αίτηση για αναστολή της διαδικασίας δεν μπορεί να αποτελεί νέο βήμα στη διαδικασία. Θα εξετάσω τώρα το κατά πόσο υπάρχει στην παρούσα υπόθεση έγκυρη συμφωνία για διαιτησία η οποία να καλύπτει τα θέματα της αντιδικίας στην παρούσα αγωγή. Είναι αποδεκτό ότι στην συμφωνία εκμίσθωσης γης ημερ. 7.9.90 περιλαμβάνεται όρος για παραπομπή σε διαιτησία ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «12. If any question or difference shall arise between the parties hereto or their respective representatives touching this contract of lease or the construction hereof or the rights, duties or obligations of the parties hereunder or as to any other matter in any way arising out of or connected with the subject- matter hereof the same shall be referred under the provisions of the Arbitration Law for the time being in force to the determination of a single arbitrator to be agreed upon by the parties or, failing agreement, to the determination of a person nominated by the President for the time being of the District Court of Nicosia or any other competent Court under the Law." Εκεί όπου εντοπίζεται η διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών είναι ως προς την ισχύ της εν λόγω συμφωνίας. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι άσκησαν τα δικαιώματα τους βάση της συμφωνίας και ανανεώθηκε αυτή με αποτέλεσμα να συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ ενώ η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η συμφωνία έχει εκπνεύσει. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο υπάρχει έγκυρο και σε ισχύ συνυποσχετικό με βάση το νόμο για παραπομπή σε διαιτησία και κατά πόσο οι επίδικες διαφορές εμπίπτουν στην ρήτρα. Σύμφωνα με τους αιτητές η επίδικη διαφορά που καλείται το Δικαστήριο να επιλύσει είναι ποια ήταν ακριβώς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών αναφορικά με τον τρόπο ανανέωσης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ενοικίασης, για να εξετάσει αν ορθά ακολουθήθηκε η διαδικασία ανανέωσης και να καταλήξει αν όντως υπάρχει παράνομη επέμβαση ή όχι, θέματα που εμπίπτουν στην ερμηνεία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και συνεπώς καλύπτονται από το άρθρο 12 της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Από την άλλη ο κ. Δημητριάδης εισηγείται πως η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων έχει εκπνεύσει, συμπαρασύροντας και τη ρήτρα διαιτησίας και συνεπώς στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται θέμα παραβίασης της συμφωνίας όπου συνεχίζουν να βρίσκονται σε ισχύ οι όροι της για σκοπούς εξέτασης θεμάτων που εγείρονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Στην παρούσα υπόθεση η αξίωση των Εναγόντων στηρίζεται στην παράνομη κατοχή του ακινήτου από τους Εναγομένους μετά την εκπνοή του συμβολαίου και προς τούτο ζητείται δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο, αποζημιώσεις και διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής του ακινήτου. Δηλαδή, η βάση της αξίωσης είναι η παράνομη κατοχή του ακινήτου και όχι οποιαδήποτε παραβίαση όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις όπου η επίδικη διαφορά αφορά τερματισμό συμφωνίας στις οποίες έγινε αναφορά κατά την αγόρευση των Αιτητών. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σαφές ότι το Δικαστήριο εξετάζει τους όρους της επίδικης συμφωνίας από όπου ουσιαστικά πηγάζει η διαφορά για να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες. (Βλέπε Halsbury΄s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 2
(3), παράγρ. 56). Η συμφωνία εκμίσθωσης γης μεταξύ των διαδίκων είχε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια 16 χρόνων και έληγε το Σεπτέμβριο του 2006. Προνοείτο στην εν λόγω συμφωνία όρος για την ανανέωση του συμβολαίου. Όπως δε φαίνεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου λήφθηκαν διαβήματα προς αυτή την κατεύθυνση από τους εναγομένους και έγιναν διαπραγματεύσεις. Όμως δεν υπάρχει ισχυρισμός περί συμφωνίας ανανέωσης της σύμβασης πριν την εκπνοή της, ούτε συμπεριλαμβάνεται στην αίτηση οτιδήποτε ουσιαστικό που να υποδηλεί ανανέωση της σύμβασης, κάτι που βάρυνε τους Αιτητές να καταδείξουν έτσι ώστε να ενεργοποιηθεί η ρήτρα διαιτησίας. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης θα πρέπει να εξετάσει τις πρόνοιες του συμβολαίου εκμίσθωσης του ακινήτου, όμως αυτό θα γίνει υπό το πρίσμα των θεραπειών που επιζητεί η Ενάγουσα. Η παρούσα αγωγή δεν αφορά διαφορά που καλύπτεται από την ρήτρα διαιτησίας έχοντας υπόψη ότι ο πυρήνας της αξίωσης της Ενάγουσας είναι η παράνομη κατοχή του ακινήτου από τους Εναγομένους μετά την λήξη της συμφωνίας εκμίσθωσης. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι ο όρος περί διαιτησίας δεν εφαρμόζεται σε αυτή την περίπτωση και συνεπώς η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται καθότι μόνο θεωρητική σημασία θα είχαν. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητής το τέλος της διαδικασίας της αγωγής, επιδικάζονται εναντίον των Εναγομένων 1-Αιτητών. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο