Νέαρχου Τιμοθέου ν. Ανδρέα Φωτίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3093/2005, 26.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3093/2005 Μεταξύ: Νέαρχου Τιμοθέου Ενάγοντα Και
- Ανδρέα Φωτίου από τη Λευκωσία
- Κυριάκου Α. Φωτίου από τη Λευκωσία Εναγόμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.11.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: Α & Μ. Εύζωνα ( για να ακούσει απόφαση κ. Μ. Εύζωνα) Για τους εναγόμενους 1 και 2: κ. Αρ. Κορακίδου Α Π Ο Φ Α Σ H H αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 είναι για το ποσό των Λ.Κ.3,840 με τόκο 9% από 27.11.2004 μέχρι εξόφλησης δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους. Ο ενάγοντας, ισχυρίζεται δια της έκθεσης απαίτησης του, ότι οι εναγόμενοι έναντι νόμιμου και καλού ανταλλάγματος γύρω στις 27/11/2004 εξέδωσαν και υπέγραψαν γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραμμάτιο και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους προς όφελος του για το ποσό των Λ.Κ. Λ.Κ.3,840 με τόκο 9% από τις 27.11.2004 μέχρι εξόφλησης. Οι εναγόμενοι παρά το ότι οχλήθηκαν όπως πληρώσουν το πιο πάνω ποσό και τους τόκους παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να το πράξουν. Σύμφωνα με την υπεράσπιση των εναγόμενων, οι εναγόμενοι αγοράζουν, πωλούν, αναπαράγουν και εκτρέφουν πρόβατα, αίγιες, ρίφια αρνιά, γαλεύουν και πωλούν γάλα. Αρνούνται τις παραγράφους 1, 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν ένα έγγραφο υπό περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη χωρίς να λάβουν το νόμιμο αντάλλαγμα που συνεφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Τα αληθινά γεγονότα σύμφωνα με του εναγόμενους είναι τα ακόλουθα: Κατά ή περί το Νοέμβριο του 2004 συμφώνησαν προφορικά να αγοράσουν για αναπαραγωγή από τον ενάγοντα 73 ζώα αίγες ήτοι 25 ζώα έναντι του τμήματος των Λ.Κ 65 έκαστο και 48 ζώα έναντι του τιμήματος των Λ.Κ 45 έκαστο. Προς τούτο επιθεώρησαν επιτόπου τα ζώα του ενάγοντα και επέλεξαν απ΄ αυτά όσα ήταν της αρεσκείας τους με συγκεκριμένους διακριτικούς αριθμούς στα ενώτια τους ως αυτοί αναγράφοντο στο σχέδιο αναγνώρισης και καταγραφής ζώων Νο. 049221 και 049220 τα οποία και ελέχθησαν από το τμήμα ιατρικών υπηρεσιών αναφορικά με την ασθένεια Βρουκέλλωσης την 5.11.2004 και επετράπη η πώληση τους. Όταν εστάλησαν τα ζώα από τον ενάγοντα στους εναγόμενους οι εναγόμενοι παρατήρησαν ότι τα ζώα αυτά δεν ήταν αυτά που συμφώνησαν να αγοράσουν και αμέσως διαμαρτυρήθηκαν στον ενάγοντα. Τα ζώα που παραδόθηκαν στους εναγόμενους ήταν μεγάλης ηλικίας, αδύνατα και ανίκανα για αναπαραγωγή και από εξέταση αυτών αργότερα από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες διαπιστώθηκε ότι 40 από αυτά δεν έφεραν τους διακριτικούς αριθμούς στα ενώτια τους ως συνεφώνησαν αυτά οι διάδικοι στα έντυπα 049221 και 049220 ημερομηνίας 29.11.2004 ήτοι ο ενάγων παρέλειψε να παραδώσει στους ενάγοντες 25 αίγες των Λ.Κ.65 έκαστη και 15 αίγες των Λ.Κ.45 έκαστη. Στην έκθεση υπεράσπισης τους παραθέτουν τις ακόλουθες λεπτομέρειες απάτης: α. Ο ενάγων παρέπεισε τους εναγόμενος να υπογράψουν το επίδικο έγγραφο με την υπόσχεση ότι θα τους παραδώσει τα ζώα που συνεφώνησαν να αγοράσουν από αυτόν χωρίς πρόθεση να εκπληρώσει την υπόσχεση αυτή. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο ενάγων παρόλο που τους υποσχόταν συνεχώς ότι θα τους άλλαξε τα ζώα που τους παρέδωσε με αυτά που συνεφώνησαν πότε δεν το έπραξε μέχρι σήμερα. Επίσης ισχυρίζονται ότι έξι ζώα από αυτά που παρέδωσε ο ενάγων στους εναγόμενους κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ψόφησαν. Αναφέρουν ότι θα καταθέσουν στο Δικαστήριο το ποσό των Λ.Κ.1485 για την αξία των 33 ζωών που παρέλαβαν από τον ενάγοντα ως η συμφωνία τους και αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής και καταδίκη του ενάγοντα στα έξοδα Μαρτυρία και Τεκμήρια Προς υποστήριξη της υπόθεσης του ενάγοντα, ένορκη μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) ενώ για την υπόθεση των εναγομένων μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), o Βάσος Λιασίδης (Μ.Υ.2) και ο Ανδρέας Χαραλάμπους (ΜΥ.3). Ως τεκμήρια στην υπόθεση παρουσιάστηκε έγγραφο ημερομηνίας 27.11.2004 (Τεκμήριο 1) και τα σχέδια αναγνώρισης και καταγραφής ζώων με αριθμούς 049221 και 049220 (Τεκμήριο 2). Τα όσα ο ενάγοντας, ο εναγόμενος 1 και οι μάρτυρες υπεράσπισης (M.Y. 2 και M.Y.3) έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Η παρούσα υπόθεση, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207). Το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ σελ 24 και Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351). Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις. Χωρίς κανένα δισταγμό, αποδέχομαι την μαρτυρία του ενάγοντα και απορρίπτω την μαρτυρία του εναγόμενου 1 καθώς και του Μ.Υ.
- Πέραν της εντύπωσης που ο ενάγων έδωσε στο Δικαστήριο, η οποία υπήρξε θετική, η δική του εκδοχή συνάδει και υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 1 και 2 σε αντίθεση με αυτή του ενάγοντα και του Μ.Υ.2, των οποίων, με βάση τα πιο πάνω τεκμήρια και δη με το τεκμήριο 2, η μαρτυρία, βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση, οδηγώντας στην απόρριψη της κύριας θέσης των εναγομένων, ότι 40 ζώα από που αγόρασαν από τον ενάγοντα είχαν αλλαχτεί με άλλα ζώα όταν αυτά παραδόθηκαν στη μάντρα του εναγόμενου
- Θεωρώ, εν πάσει περιπτώσει ότι η μαρτυρία του ενάγοντα υπερέχει αυτής του Μ.Υ.1, ως προς την πειστικότητας της δικής του εκδοχής, η οποία όπως πιο πάνω αναφέρω υποστηρίζεται από τα ενώπιον μου γραπτά στοιχεία, ο ενάγοντας υπήρξε σταθερός στην θέση του ότι στον εναγόμενο 1 παραδόθηκαν τα ζώα που είχαν συμφωνηθεί γεγονός το οποίο συνάδει πλήρως με το Τεκμήριο 2, το οποίο φέρει και δήλωση του εναγόμενου 1 ότι του παραδόθηκαν τα ζώα που περιγράφονται σε αυτό. Με τον ισχυρισμό του ενάγοντα, ότι δηλαδή τα ζώα μεταφέρθηκαν στην μάντρα του εναγόμενου 1, 2 ημέρες μετά την συμφωνία πώλησης τους, συνάδει το Τεκμήριο 2 το οποίο φέρει ημερομηνία 29.11.2008 μεταγενέστερη ημερομηνία 2 ημερών από το Τεκμήριο 1 που έχει υπογραφτεί και φέρει ημερομηνία 27.11.
- Ο ενάγοντας υπήρξε απόλυτα ειλικρινής δηλώντας ότι πράγματι ο εναγόμενος του τηλεφώνησε και του έθεσε τον ισχυρισμό ότι τα ζώα είχαν αλλαχτεί ενώ αποδέχομαι ότι αυτός έδωσε την απάντηση που ανάφερε στο Δικαστήριο, στον εναγόμενο. Αν και το πιο πάνω στοιχείο μπορεί αρχικά να κριθεί ότι ενισχύει τις θέσεις των εναγομένων εντούτοις για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω δεν τις αποδέχομαι και τις απορρίπτω. Η εκδοχή του ενάγοντα εν μέρει υποστηρίζεται από αυτή του Μ.Υ.2, ο οποίος αν και δεν θυμόταν να πει αν ο εναγόμενος 1 ήταν την ημέρα που φορτώθηκαν τα ζώα στη μάντρα του ενάγοντα και αν ήταν ένα από τα πρόσωπα που βοήθησαν στη φόρτωση των ζώων ανάφερε ότι εκεί δηλαδή στη μάντρα του ενάγοντα την ημέρα που φορτώθηκαν τα ζώα βρίσκονταν ακόμη δύο άτομα. Θυμάται όμως ότι ο εναγόμενος 1 μετά που πήγαν στο καφενείο του ενάγοντα ήταν εκεί, όπου και υπόγραψαν κάτι χαρτιά χωρίς να γνωρίζει τι ήταν αυτά και ακολούθως μετάφερε τα ζώα στην Περιστερώνα στη Μάντρα του εναγόμενου 1, ο οποίος τον περίμενε στο δρόμο με το αυτοκίνητο του. Τα πιο πάνω να σημειωθεί έρχονται σε αντίθεση με την μαρτυρία του εναγόμενου 1, ο οποίος υποστήριξε ότι τα ζώα παραδόθηκαν στην μάντρα του χωρίς ουσιαστικά ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε ανάμιξη. Ο ενάγοντας υποστήριξε ότι η συμφωνία πώληση αφορούσε όλα τα ζώα που είχε μέσα την μάντρα του 72 - 73 στο σύνολο, ενώ τότε στη μάντρα του δεν είχε άλλα ζώα. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή στη μάντρα του υπήρχαν μόνο τα ζώα που πουλήθηκαν, ενισχύεται από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος ανάφερε ότι στο όχημα του φόρτωσε όλα τα ζώα που είχε μέσα στη μάντρα βάζοντας όπισθεν το όχημα του μέσα σε αυτή και αφού τα «πάντησαν», όλα τα ζώα μπήκαν στο φορτηγό του τα οποία ακολούθως μετάφερε στη μάντρα του εναγόμενου
- Από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) δεν μου έκανε καλή εντύπωση ενώ κατέθετε στο Δικαστήριο και είμαι βέβαιη ότι δεν είπε την αλήθεια. Η μαρτυρία αυτού υπήρξε γενική και αόριστη. Επέμενε ότι διαπίστωσε από την αρχή, όταν γύρισε η μέρα όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, δηλαδή την επόμενη ημέρα της παράδοσης των ζώων, ότι 40 ζώα δεν ήταν από αυτά που αγόρασε και προς τούτο κάλεσε το Κτηνιατρείο. Να σημειωθεί ότι τα ζώα παραδόθηκαν τον μήνα Νοέμβριο του 2004, ως είναι κοινά παραδεχτό. Ο εναγόμενος 1 υποστήριξε ότι ο λόγος που κάλεσε το κτηνιατρείο ήταν γιατί διαπίστωσε την πιο πάνω αλλαγή και αυτό έγινε αμέσως μετά την διαπίστωση του. Ο εναγόμενος 1, στην αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά ανάφερε, σε μια κατά την άποψη μου προσπάθεια του να πείσει για την εκδοχή του, ότι κάλεσε αμέσως το Κτηνιατρείο, το οποίο μπορεί με βάσει τα λεγόμενα του να πήγε στη μάντρα σε 15 ημέρες, διαφώνησε όμως ότι πήγε μετά από 2 ½ μήνες αλλά είπε, χωρίς να θυμάται την ακριβή ημερομηνία, ότι το Κτηνιατρείο πήγε σύντομα. Μετά είπε ότι το Κτηνιατρείο το κάλεσε μετά από 15 ημέρες που πήρε τα ζώα και επίσης ότι μετά που τα ζώα πήγαν στην Περιστερώνα σε 1 βδομάδα, 8 με 10 ημέρες ήρθε το Κτηνιατρείο και έβγαλε αίμα. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ο Μ.Υ.3, συνταξιούχος λειτουργός του Κτηνιατρείου, ο οποίος υποστήριξε ότι ήταν αυτός ο οποίος έλεγξε τα ζώα που πουλήθηκαν στον εναγόμενο 1 και διαπίστωσε ότι αυτά αλλάχτηκαν, ανάφερε ότι πήγε στην μάντρα του εναγόμενου 1 τον Γενάρη για να βγάλουν από αυτά αίμα για να δουν αν ήταν σύμφωνα με τα χαρτιά που του έδωσαν. Δηλαδή διαφοροποιεί σημαντικά το χρονικό διάστημα που υποστήριξε ο Μ.Υ.1 Από την άλλη, ως διαφάνηκε από την μαρτυρία, για να εξακριβωθεί κατά πόσο τα ζώα που παραδόθηκαν στον εναγόμενο 1 ήταν αυτά που αφορούσαν την συμφωνία πώλησης ή όχι, δεν ήταν αναγκαία η λήψη από αυτά αίματος, αλλά αυτό θα μπορούσε να διαπιστωθεί με ένα απλό έλεγχο των αριθμών που έφεραν τα ίδια τα ζώα σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 2, η περίπτωση λήψης αίματος θα ήταν αναγκαία, όπως επίσης διαφάνηκε, μεταξύ άλλων, για τους σκοπούς πώλησης τους. Ως εκ τούτου, δεν έχω εντοπίσει ποια ήταν και η αναγκαιότητα αναφοράς των μαρτύρων (Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3) σε διαδικασία λήψης αίματος από τα ζώα. Ως ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ το γεγονός ότι η μαρτυρία του εναγόμενου 1 έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την δική του γραπτή δήλωση επί του Τεκμηρίου 2, ο οποίος αναγνώρισε ότι φέρει την δική του υπογραφή. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 2 «Σχέδιο Αναγνώρισης και καταγραφής Ζώων» αναφέρονται τα εξής τα οποία και υπογράφει ο εναγόμενος 1 στις 29.11.1004: «Δηλώνω υπεύθυνα και γνωρίζοντας τις πρόνοιες των Περί της Αναγνώρισης και Καταγραφής Διαταγμάτων του 2002 για ψευδή δήλωση ότι παρέλαβα τα πιο πάνω ζώα στη εκμετάλλευση μου». Συνεπακόλουθα οποιεσδήποτε αναφορές του εναγόμενου 1 αλλά και του Μ.Υ.2 περί αλλαγής των ζώων που δεν συνάδουν με την πιο πάνω δήλωση του εναγόμενου 1 και έρχονται σε αντίθεση με τα πιο πάνω δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος πέραν των πιο πάνω έκανε εμφανή την διάθεση του να μην καταβάλει το ποσό του γραμματίου. Να σημειωθεί επίσης, χωρίς κάτι τέτοιο να προβάλλεται με την υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2, πως ο εναγόμενος 1 ανάφερε ότι το Τεκμήριο 1 δεν το υπόγραψε ο γιος του, ο οποίος στο Τεκμήριο 1, φέρεται ως ο δεύτερος σε αριθμό χρεώστης, στο Πρετόρι, αλλά το υπόγραψε στην Περιστρώνα όπου αυτός του το πήρε και μετά το επέστρεψε πίσω στο Πρετότι, θέσεις και ισχυρισμοί που ουδέποτε υποβλήθηκαν στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του αλλά ούτε έχουν δικογραφηθεί και οι οποίες έχουν να κάνουν άμεσα με την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Παρά το ότι υποστήριξε ότι αν πήγαινε αυτός στη μάντρα του ενάγοντα δεν θα τα έβαλε μέσα τα ζώα, εννοώντας στο αυτοκίνητο για να μεταφερθούν και παρά το ότι είχε το Τεκμήριο 2 με τους αριθμούς των ζώων, όταν του παραδόθηκαν και τα είδε τα ζώα σε ερώτηση αν ήθελε όταν κατέβαζε τα ζώα θα μπορούσε να τα ελέγξει ένα - ένα, πρόβαλε κατά την άποψη μου την δικαιολογία ότι τα ζώα ήρθαν από 150 μίλια διψασμένα και τα κατέβασαν κάτω. Πέραν των πιο πάνω, ενώ διαφάνηκε ότι με μια απλή έρευνα θα μπορούσε να εξακριβωθεί αν πράγματι ήταν τα ζώα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2, αυτά που του παραδόθηκαν ή όχι και αυτό κατά την ώρα της παράδοσης τους ουδέποτε υποστήριξε ότι τα ζώα αυτά ελέγχθηκαν με τον πιο πάνω τρόπο, δηλώνοντας όμως σε αντίφαση με το πιο πάνω γεγονός, στο Τεκμήριο 2 ότι παρέλαβε τα ζώα που αναφέρονται σε αυτό. Ενώ σε ότι αφορά την δήλωση του που περιέχει στο Τεκμήριο 2 περί παραλαβής των ζώων σε μια κατά την άποψη μου προσπάθεια να πείσει περί της εκδοχής του στην αντεξέταση του ανάφερε ότι το Τεκμήριο 2 δεν το υπόγραψε αφού παρέλαβε τα ζώα αλλά όπως είπε «Όχι. Τούτο το υπογράψαμε στη μάντρα του ανθρώπου. Το υπόγραψα προηγουμένως». Είμαι βέβαιη υπό τις περιστάσεις ότι οποιεσδήποτε αναφορές του εναγόμενου 1, περί του αντιθέτου έγιναν επί σκοπό αποφυγής της ευθύνης για την πληρωμή του ποσού που είχαν συμφωνήσει για την αγορά των ζώων. Σε αρκετές δε περιπτώσεις για να πείσει ως προς την αλήθεια των λόγων του επικαλέστηκε την μαρτυρία του Μ.Υ.3, προτού ακόμη αυτός μαρτυρήσει, και ότι αυτός ο μάρτυρας θα επιβεβαιώσει τις θέσεις του στο Δικαστήριο, όπως η αλλαγή των ζώων και ότι 6 από αυτά ψόφησαν. Η μαρτυρία όμως του Μ.Υ.3 σε καμία περίπτωση δεν βοήθησε τους εναγόμενους στο να αποδείξουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους αφού όπως πιο κάτω θα διαφανεί η μαρτυρία του Μ.Υ. 3 πέραν του ότι ήταν γενική και αόριστη απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Επίσης γενικό και αόριστο βρίσκω τον ισχυρισμό του εναγόμενου 1 ότι τα ζώα ήταν ακατάλληλα και τα πούλησε 20 λίρες το ένα ενώ η τροφή για το καθένα του στοίχισε 55 λίρες με αποτέλεσμα να έχει και ζημιά 35 λίρες. Αναφέροντας επίσης για να πείσει ότι και αυτό το γεγονός πιστοποιεί και ο υπάλληλος του Κτηνιατρείου που τα είδε που τους έβγαλε αίμα και του είπε ότι «τα ζώα εν σκάρτα». Το Δικαστήριο αισθάνεται ότι το μόνο μέρος της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα (Μ.Υ1) το οποίο θα μπορούσε να κάνει αποδεχτό στα πλαίσια της συνολικής αξιολόγησης της μαρτυρίας του και αποδεχόμενο ότι η συγκεκριμένη θέση του μάρτυρα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είναι η δήλωση του πως από τον ενάγοντα αγόρασαν και συμφώνησαν με αυτόν την πώληση των ζώων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 και επίσης ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 1 για το ποσό των Λ.Κ. 3840.- το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει πληρώσει. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στην υπόλοιπη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα και να εξάξει συμπεράσματα. Ο Μ.Υ.3 μου έκανε πολύ κακή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν ήταν καθόλου πειστικός στις απαντήσεις του και δεν έχω κανένα ενδοιασμό να απορρίψω ως αναξιόπιστη την μαρτυρία του. Ο μάρτυρας αυτός να σημειωθεί επίσης ότι ήταν ιδιαίτερα επιθετικός κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, φλυαρούσα ασκόπως ενώ η διάθεση του να βοηθήσει του εναγόμενους ήταν κάτι περισσότερο από εμφανής. Πως άλλωστε θα μπορούσε να γίνει πιστευτός ένας μάρτυρας ο οποίος ανάφερε, ότι παρά το ότι διαπίστωσε ότι τα ζώα είχαν αλλαχτεί και θα έπρεπε να είχε προβεί σε καταγγελία για το γεγονός αυτό, σε αντίθεση με την υποχρέωση του αυτή ως εκ της θέσης που είχε, για να δικαιολογήσει την τάχα παράλειψη του αυτή, ανάφερε ότι έκανε χατίρι στον ενάγοντα. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός παρά το ότι συμφώνησε ότι το Κτηνιατρείο τηρεί μητρώο ζώων στο οποίο φαίνονται όλες οι καταχωρήσεις αναφορικά αυτά και ενώ συμφώνησε ότι αν ζητούσε σχετικές λίστες από το Κτηνιατρείο θα του εδίδοντο για να τις παρουσιάσει στο Δικαστήριο, κάτι τέτοιο παρέλειψε να το πράξει θέτοντας έτσι τις θέσεις του υπό αμφισβήτηση και δημιουργώντας ερωτήματα για την παράλειψη αυτή της υπεράσπισης. Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι αν 40 από τα ζώα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 2 δεν είχαν παραδοθεί ως η συμφωνία των διαδίκων αυτά τα 40 ζώα, θα είχαν κάποια τύχη στη συνέχεια και κάποιο ιδιοκτήτη πιθανόν να εξακολουθούσαν να ήταν στην ιδιοκτησία του ενάγοντα αφού δεν θα μπορούσαν αν αλλάξουν ιδιοκτήτη χωρίς να υπάρξει και σχετική καταχώρηση στο Κτηνιατρείο. Ο Μ.Κ.2, ο οδηγός που μετάφερε τα ζώα στη μάντρα του εναγόμενου 1, υπήρξε απλός, αυθόρμητος και ειλικρινής. Αν και δεν θυμόταν να πει, λόγω και του χρόνου που διέρρευσε, αν ο εναγόμενος 1 ήταν στην μάντρα του ενάγοντα την ημέρα που έγινε η φόρτωση των ζώων, θυμόταν ότι ο εναγόμενος 1 εκείνη την ημέρα ήταν στο καφενείο του ενάγοντα ενώ ακολούθως τον περίμενε στο δρόμο για να μεταφέρει τα ζώα στη μάντρα του στη Περιστερώνα πράγμα που έγινε. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ως προς τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 1 θεωρώ ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε αφού, σύμφωνα με την ημερομηνία που φέρει το τεκμήριο 2, αυτό υπογράφηκε 2 ημέρες πριν την μεταφορά τον ζώων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 78 του Κεφ. 149, «γραμμάτιο συνήθους τύπου» είναι γραπτή υπόσχεση που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο, προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σ΄ αυτό κατ΄ ανώτατο όριο 9% κατ΄ έτος και σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, κεφ. 149, πρέπει να τηρούνται αυστηρά (βλ. Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R 11). Το γραμμάτιο συνήθους τύπου έχει πολλά πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόμενο του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ΄ αυτό (Βλ. Άρθρο 80 Κεφ. 149 και Θεόδουλος Φουλή ν. Ανδρεάς Μιχαήλ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1144). Το άρθρο 80 του Κεφ. 154 διαλαμβάνει ως εξής: Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Είναι παραδεχτό από τον εναγόμενο 1 ότι αυτός υπέγραψε το Τεκμήριο 1, αναφορικά με τον εναγόμενο 2, δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτός υπέγραψε το τεκμήριο 1, υποστήριξε όμως ο εναγόμενος 1, (ο εναγόμενος 2 να σημειωθεί δεν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου) ότι το Τεκμήριο 1 ο εναγόμενος 2 δεν το υπέγραψε στο χωρίο Πρετόρι, όπως ο ίδιος, αλλά το πήρε (το Τεκμήριο 1) στην Περιστερώνα, αφού η απαίτηση του ενάγοντα ήταν να το υπογράψει και ο γιος του, και ότι μετά 2 ημέρες το επέστρεψε στον ενάγοντα υπογραμμένο από τον γιό του. Όπως και πιο πάνω σημειώνεται, τα ζητήματα αυτά δεν θίγονται με την έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 ενώ πρόκειται για ζητήματα που άπτονται της σωστή κατάρτισης του Τεκμηρίου
- Κατά την τελική αγόρευσης της η κα Κορακίδου υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 1 δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου γιατί ο εναγόμενος 2 δεν το υπέγραψε την παρουσία των μαρτύρων που αναφέρονται σε αυτό. Κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 έχω ήδη αναφέρει ότι απορρίπτω τους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγόμενου 1, ενώ σε ότι αφορά τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 1, από τους εναγόμενους 1 και 2 αποδέχομαι τα όσα ο ενάγοντας έχει αναφέρει. Αποτελεί εύρημα μου, στην βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας αλλά και των παραδεχτών γεγονότων ότι το έγγραφο το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν υπογράψει, έχει υπογραφεί υπό τις συνθήκες που ο ενάγοντας περίγραψε, στις οποίες θα αναφερθώ ακολούθως, και ότι το έγγραφο αυτό είναι το Τεκμήριο
- Με την έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται την παρ. 1 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα και τις λεπτομέρειες αυτής και ισχυρίζονται «ότι υπέγραψαν ένα έγγραφο υπό περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη χωρίς να λάβουν το νόμιμο αντάλλαγμα που συνεφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων». Αυτό το οποίο συνάγεται, στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν την νομική υπόσταση του επίδικου εγγράφου. Η μετάθεση του βάρους απόδειξης από τον ένα διάδικο που επικαλείται γραμμάτιο συνήθους τύπου στον διάδικο που προβάλει ως υπεράσπιση ένα ή περισσότερους από τους λόγους που προβλέπει το άρθρο 80 του νόμου γίνεται αφού πρώτα αποδειχτεί το λεκτικό του κειμένου και η κατάρτιση του εγγράφου συνάδουν προς τα οριζόμενα από το άρθρο 78 του νόμου στοιχεία και προϋποθέσεις (βλ. Λοίζος Κώστα Λοιζίδης ν. Ανδρέα Μιχαήλ κ.α.
(1997)1 (Γ) 1418). Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω καθήκον του ενάγοντα, είναι να αποδείξει, ότι η κατάρτιση του εγγράφου έγινε σύμφωνα και κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 78 του Κεφ.
- Το ερώτημα που τίθεται και θα πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το έγγραφο ημερομηνίας 27.11.2004 (το επίδικο έγγραφο) είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Με αναφορά, πάντα στο περιεχόμενο του Τεκμήριο 1, διαπιστώνω τα εξής: Αυτό περιλαμβάνει γραπτή υπόσχεση για πληρωμή σε πρώτη ζήτηση ποσού χρημάτων. Συγκεκριμένα σε αυτό αναφέρονται τα εξής: «Την 27.11.2004 .... Ανδρέας Φωτίου Κυριάκος Α. Φωτίου ..... χρωστούμε να πληρώσουμε αλληλεγγύως εις την διαταγή εκ Πρετωρίου κ. Νέαρχου Τιμοθέου το άνω ποσό Λιρών Κύπρου (πιο πάνω αναφέρεται το ποσό) τρεις χιλιάδες οκτακόσιες σαράντα ...» Στο τεκμήριο 1 ορίζεται το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται η υπόσχεση Ο τόκος που συμφωνήθηκε δεν υπερβαίνει το όριο του άρθρου 78 του Κεφ.
- Εφόσον έχω αποδεχτεί την μαρτυρία του ενάγοντα ως προς της συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 1, αποτελεί και εύρημα μου ότι το Τεκμήριο 1, υπογράφτηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων. Όμως, για το κατά πόσο οι φερόμενοι ως μάρτυρες επί του εγγράφου ήταν πρόσωπα ικανά να συμβάλλονται, όπως το άρθρο 78 του νόμου προνοεί, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία. Συνεπακόλουθα ενόψει του πιο πάνω γεγονότος, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι το Τεκμήριο 1 είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη έννοια του άρθρου 78 του Νόμου. Επίσης το Τεκμήριο 1 δεν είναι ούτε γραμμάτιο κοινού τύπου ή ομόλογο οφειλής χρέους σύμφωνα με το άρθρο 83 του περί συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ. 262) αφού ούτε οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου έχουν τηρηθεί. Σύμφωνα με την νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με τον χαρακτηρισμό που το αποδίδεται. Στην υπόθεση Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 ΑΑΔ 675, 681 στην οποία με αναφορά στη θεμελιακή απόφαση Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400 λέχθηκαν τα εξής: «.. Το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται. Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα βάσει της έκθεσης απαίτησης (βλ. Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R 542, Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400). Ο ενάγων στην παρούσα υπόθεση αξιώνει το ποσό των Λ.Κ. Λ.Κ.3,840 με τόκο 9% από τις 27.11.2004 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους. Σύμφωνα με την νομολογία όσον αφορά εναλλακτική βάση αγωγής, αυτής της «αναγνώρισης χρέους», ούτε αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής. Το ίδιο το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής (βλέπε D&G Products Ltd v. Χαράλαμπου Αναστασίου 1 (Β) 2002 1400) Στην έκθεση απαίτησης του (βλέπε παρ. 1), ο ενάγοντας, αναφέρεται σε καλό και νόμιμο αντάλλαγμα. Συνεπακόλουθα υπάρχει ισχυρισμός και γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αιτία αγωγής είναι κάτι άλλο εκτός από τα έγγραφα που αναφέρονται στην απαίτηση με την περιγραφή τους ως γραμμάτιο συνήθους τύπου ή γραμματίου ή χρεωστικού ομολόγου ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους. Ως εκ τούτου το τεκμήριο 1, δύναται υπό τις περιστάσεις μόνο να παρέχει απόδειξη της πιο πάνω αιτίας αγωγής, παράβαση συμφωνίας πώλησης, το ίδιο όμως το έγγραφο Τεκμήριο 1, δεν συνιστά και βάση αγωγής όπως πιο πάνω αναφέρω. Όπως πιο πάνω έχω αναφέρει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 1 και 2 υπέγραψαν από κοινού το Τεκμήριο
- Περαιτέρω, τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Η υπογραφή του τεκμηρίου 1 έγινε στα πλαίσια συμφωνίας πώλησης 72 αιγών μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων. Κατά ή περί την 27/11/2004 οι διάδικοι συμφώνησαν όπως 72 αίγες, τις οποίες ο ενάγοντας είχε στην μάντρα του στο χωριό Πρετόρι, πωληθούν από τον τελευταίο στους εναγόμενους έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των Λ.Κ.
- Τα ζώα των οποίων την πώληση συμφώνησαν οι πιο πάνω, είναι ως αυτά περιγράφονται με τους αριθμούς που έφεραν, στο Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω ζώα μεταφέρθηκαν παραδόθηκαν από τον Μ.Υ.2 και αυτά παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο 1, στις 29.11.2004 στην μάντρα του στο χωριό Περιστερώνα. Ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 2 στις 29.11.
- Το ποσό της συμφωνίας πώλησης εκ Λ.Κ. 3840 δεν έχει καταβληθεί από τους αγοραστές - εναγόμενους μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να οφείλεται. Η υπεράσπιση των εναγόμενων, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, δεν επιτυγχάνει, αυτοί σε καμία περίπτωση δεν πέτυχαν να αποδείξουν την σε βάρος τους απάτη, όπως ισχυρίστηκαν, αφού δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι υπήρξε αλλαγή των ζώων που αφορούσαν την πώληση με άλλα ακατάλληλα. Το όλο εγχείρημα των εναγομένων, υπό τις περιστάσεις, παρέμεινε σε επίπεδο ισχυρισμών. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι η αγωγή θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη και επιτυγχάνει αφού ο ενάγων στο βαθμό που χρειάζεται στις πολιτικές διαδικασίες έχει αποδείξει την υπόθεση του. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των 6,561 ευρώ (Λ.Κ.3840) με τόκο προς 8% από 14.10.2005 μέχρι εξόφλησης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληψης και εφαρμόζοντας την αρχή ότι το επιτυχών μέρος δικαιούται στα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο