← Κύπρος

Κούλα Θεοτή ν. ΑΔΕΛΦΟΙ ΙΑΚΩΒΟΥ (ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 291/2004, 12.12.2008

Κούλα Θεοτή ν. ΑΔΕΛΦΟΙ ΙΑΚΩΒΟΥ (ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 291/2004, 12.12.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 291/2004 Μεταξύ: Κούλα Θεοτή Ενάγουσα Και ΑΔΕΛΦΟΙ ΙΑΚΩΒΟΥ (ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ) ΛΤΔ Εναγόμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.12.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Μ. Παπαδημήτρη Για τους εναγόμενους: κ. Σαββίδης για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου (για να ακούσει απόφαση κ. Λ. Μαυρίκιος) Α Π Ο Φ Α Σ H Η ενάγουσα είναι όπως ισχυρίζεται, νόμιμος κάτοχος του γεωργικού κλήρου υπ΄ αριθμό 36 εκτάσεως 7 στρεμμάτων στο χωριό Αγία Βαρβάρα στη Πάφο δυνάμει άδειας χρήσης από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο και/ή Ιούλιο 1998 η εναγόμενη δια των υπαλλήλων της και/ή αντιπροσώπων της χωρίς την άδεια της και χωρίς δικαίωμα επενέβηκαν με μηχανήματα και/ή άλλα μέσα στον πιο πάνω γεωργικό κλήρο με αποτέλεσμα να προκαλέσουν ζημιές και/ή καταστροφή του. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι μετακίνησαν μεγάλες ποσότητες επιφανειακού εδάφους και υπεδάφους σε μεγάλος βάθος από ολόκληρη την έκταση του, ισοπέδωσαν ολόκληρη την επιφάνεια του και καλλιέργησαν αυτό βαθιά. Συνεπεία των πιο πάνω ενεργειών της εναγόμενης ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι ο γεωργικός κλήρος κατέστητε μη αξιοποιήσιμος για γεωργικές εργασίες. Εναντίον της εναγόμενης αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.7216.- ως αποζημιώσεις για αποκατάσταση και επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση, πόσο Λ.Κ.1000.- για κάθε χρόνο από το 1998 μέχρι σήμερα ως αποζημιώσεις για την απώλεια κέρδους, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, τα έξοδα και τόκους. Επίσης με την έκθεση απαίτησης της ζητά δήλωση του δικαστηρίου ότι η εναγόμενη ουδέν δικαίωμα έχει να επεμβαίνει στον γεωργικό κλήρο και διάταγμα που να εμποδίζει την εναγόμενη και/ή του αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στον πιο πάνω γεωργικό κλήρο, αξιώσεις οι οποίες όμως εγκαταλειφθήκαν με δήλωση της συνηγόρου της κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Η εναγόμενη, με την έκθεση υπεράσπισης της προβάλλει την υπεράσπιση LACHES, ισχυρίζεται ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω της καθυστέρησης της ενάγουσας να την καταχωρήσει που είχε ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της υπεράσπισης των εναγόμενων λόγω απώλειας σχετικών στοιχείων, εγγράφων και αρχείων. Οι εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 1 της Εκθεσης Απαίτησης και ειδικά ότι η ενάγουσα ήταν νόμιμος κάτοχος καθ΄οιονδήποτε τρόπον του επίδικου ακινήτου. Αρνούνται πλήρως την παρ. 3 της Εκθεσης Απαίτησης και τις λεπτομέρειες ζημιάς που αναφέρονται σε αυτή και ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο πλησίον της επίδικης περιοχής εκτελούντο έργα από την εγγεγραμμένη κοινοπραξία Cybarko - Ιακώβου και οι εναγόμενοι ουδέποτε επενέβησαν με οποιοδήποτε τρόπο σε ακίνητο της ενάγουσας και προέβηκαν σε μετακινήσεις μεγάλων ποσοτήτων εδάφους και/ή ισοπέδωσης ολόκληρης επιφάνειας. Ισχυρίζονται περαιτέρω και διαζευκτικά με τα πιο πάνω ότι εάν εισήλθε εντός οιουδήποτε και/ή του επίδικου ακινήτου η ως άνω ρηθείσα κοινοπραξία Cybarko - Ιακώβου ήταν με την γνώση, συγκατάθεση και αποδοχή της ενάγουσας και οιαδήποτε τυχόν μετακίνηση χωμάτων απεκατεστάθη πλήρως χωρίς πρόκληση οιασδήποτε ζημιάς στην ενάγουσα πλην όμως λόγω της σκόπιμης καθυστέρησης από πλευράς ενάγουσας να καταχωρήσει αγωγή όλα τα στοιχεία έχουν απωλεσθεί και/ή είναι δύσκολο να εξευρεθούν και ως εκ τούτου η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει. Αρνούνται την παρ. 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας και ισχυρίζονται ότι η τελευταία είναι γενική και αόριστη και κανένα στοιχείο δεν περιέχει για την ισχυριζόμενη ζημιά. Αρνούνται την παρ. 6 και ισχυρίζονται ότι τα ποσό των Λ.Κ. 1000.- είναι υπερβολικό αδικαιολόγητο και αβάσιμο τόσο νομικά όσο και ουσιαστικά. Επαναλαμβάνουν τα ανωτέρω στην παρ. 7 της Υπεράσπισης τους και αρνούνται την παρ. 7 της Ε/Α ισχυριζόμενοι ότι ουδεμία απώλεια έχει υποστεί η ενάγουσα η οποία εν πάση περιπτώσει σε ουδεμία ενέργεια έχει προβεί για μείωση οιοσδήποτε ζημιάς και/ή απώλειας τυχόν αποδείξει ότι υπέστη. Αρνούνται την παρ. 8 της Έκθεσης Απαιτήσεως και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έχουν κληθεί και/ή ενημερωθεί από την ενάγουσα για την ισχυριζόμενη επέμβαση. Αρνούνται την παρ. 9 της Ε/Α ισχυρίζονται ότι δεν δικαιολογείται η πρόσληψη γεωπόνου και η τυχόν πρόσληψη γεωπόνου δεν αποτελεί ζημιά για την οποία δυνατόν να ευθύνονται οι εναγόμενοι. Aρνούνται την παρ. 11 της Ε/Α και τις θεραπείες που ζητά η ενάγουσα ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και αστήρικτες και αξιώνουν απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Μαρτυρία και Τεκμήρια Προς υποστήριξη της υπόθεσης της ενάγουσας, ένορκη μαρτυρία έδωσε ο Γιώργος Παρούτης (Μ.Ε.1) η ενάγουσα (Μ.Ε.2), ο Κυριάκος Μακαρίου (Μ.Ε.3) και η Άντρη Λαζάρου (Μ.Κ.4), ενώ για την υπόθεση της εναγόμενης, μαρτυρία έδωσε ο Λευτέρης Σωκράτους (Μ.Υ.1). Ως τεκμήρια στην υπόθεση εκ συμφώνου κατατέθηκαν οι έγγραφες συμφωνίες παραχώρησης προς την ενάγουσα του γεωργικού κλήρου με αριθμό 36 (Τεκμήρια 3,4,5,7,και 8) και δηλώσεις αποδοχής ανανέωσης άδειας χρήσης του κλήρου (Τεκμήρια 6,9,10,11,12 και 13). Επίσης ως τεκμήρια από την πλευρά της ενάγουσας, κατατέθηκαν εκτίμηση του Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 1), κτηματικό σχέδιο (Τεκμήριο 2), τιμολόγιο ημερομηνίας 4.4.1999 (Τεκμήριο 14), κλητήριο ένταλμα στην αγωγή 4183/1999 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 15) και δήλωση της ενάγουσας ημερομηνίας 24.3.2003 (Τεκμήριο 16). Ως παραδεχτά γεγονότα, από του συνηγόρους των διαδίκων δηλώθηκαν τα εξής: Η ενάγουσα από το έτος 1992 μέχρι σήμερα κατέχει νόμιμα τον γεωργικό κλήρο που περιγράφεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης δυνάμει των συμφωνιών και όρων τους που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια 3 μέχρι 13. Τα όσα οι μάρτυρες έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Η παρούσα υπόθεση, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207). Το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ σελ 24 και Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351). Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων, η υποχρέωση, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη ( Βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ 1) Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής «Στα Δικαστήρια συνήθως, καλούνται από τους διάδικους προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών τους, εμπειρογνώμονες μάρτυρες για να καταθέσουν πάνω σε τεχνικά ζητήματα. Το καθήκον τους είναι να εφοδιάσουν τον δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να καταστεί ικανός ο Δικαστής να σχηματιστεί τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία (Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ 361). «Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Επίσης έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους ν. Αβράαμ
(1999).1 (Β) ΑΑΔ 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ΄ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπατη Φαρμ ν. Δημοκρατία
(1990)1 ΑΑΔ 984 και Τσαγγαρίδης κ.α ν. Αυγουστή
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 528. Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 (Β) ΑΑΔ
  1. Με γνώνομα τις αρχές που έχουν μέσα στο χρόνο διατυπωθεί από τη νομολογία θα εξετάσω τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Ως θα φανεί κατωτέρω η μαρτυρία του εξετάζεται τμηματικά, το ένα μέρος αφορά την διαπίστωση της ζημίας και το άλλο την αξία αποκατάστασης της. Εξετάζοντας αρχικά τα προσόντα του μάρτυρα την πείρα και την εκπαίδευση του όπως ο ίδιος τα παρέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου, βρίσκω και αποδέχομαι ότι ο Μ.Ε.1 μπορεί να γίνει και γίνεται αποδεκτός ως εμπειρογνώμονας από το Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.1 περίγραψε με επάρκεια και σαφήνεια το είδος της ζημιάς που διαπίστωσε ότι υπέστη το τεμάχιο της ενάγουσας εξηγώντας με αρκετά θετικό τρόπο το πως κατέλεξε στα συμπεράσματα του. Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 αποδέχομαι ότι στις 24.9.2008, μετά από οδηγίες της ενάγουσας επισκέφθηκε τον γεωργικό κλήρο με αριθμό 36 στο χωριό Αγία Βαρβάρα και διαπίστωσε ότι από αυτό μετακινήθηκαν μεγάλες ποσότητες εδάφους σε μεγάλο βάθος 2 - 3 μέτρων. Σε επόμενη επίσκεψη του που έγινε στις στις 20/4/2009 διαπίστωσε ότι ολόκληρη η επιφάνεια του τεμαχίου ισοπεδώθηκε πρόχειρα και έγινε σε αυτό βαθειά καλλιέργεια αλλά δεν τοποθετήθηκε καμία ποσότητα επιφανειακού εδάφους. Επίσης από την μαρτυρία του αποδέχομαι ότι από την μετακίνηση μεγάλων ποσοτήτων εδάφους, μετακινήθηκε από ολόκληρη την επιφάνεια του γεωργικού κλήρου το επιφανειακό έδαφος το οποίο ήταν γόνιμο έδαφος και ότι το τεμάχιο καλύφθηκε με υπέδαφος το οποίο ήταν άγονο και για αυτό δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί γεωργικώς και ότι για την βελτίωση και λύση του προβλήματος απαιτείται η μετακίνηση και η επίστρωση ολόκληρης της επιφάνεια του με γόνιμο επιφανειακό έδαφος σε ύψος τουλάχιστον 0,60 εκ. Επίσης ότι η ποσότητα του επιφανειακού εδάφους που θα πρέπει να τοποθετηθεί έχει υπολογιστεί στα 4,200 κυβικά μέτρα. Όσα ο Μ.Ε.1 διαπίστωσε κατά τις επισκέψεις του τα κατέγραψε και είναι ως αυτά φαίνονται στο Τεκμήριο
  3. Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν γίνεται αποδεχτό το μέρος που αφορά το κόστος αποκατάστασης της ζημίας το οποίο υπολόγισε σε Λ.Κ.7000 βασιζόμενος στο γεγονός ότι κάθε φορτηγό αυτοκίνητο με χώμα κοστίζει 20 λίρες. Στην κυρίως εξέταση του δεν προέβηκε σε καμία τεκμηρίωση της θέση του αυτής ενώ κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ερωτηθείς σχετικά ανάφερε ότι βασίστηκε σε κάτι που του ανάφεραν άλλα πρόσωπα, τρεις - τέσσερεις συνεργάτες του όπως χαρακτηριστικά ανάφερε. Να σημειωθεί επιπρόσθετα ότι ο μάρτυρας δεν ανάφερε την τιμή που ανάφεραν οι συνεργάτες του λέγοντας τα εξής «χρησιμοποίησα 3 - 4 συνεργάτες μου που κάνουν αυτή τη δουλεία, τους ρώτησα και μου έδωσαν τιμές και εγώ υπολόγισα την χαμηλότερη δυνατή λόγω της μεγάλης ποσότητας και μεγάλης δουλείας που θα γινόταν, στην τιμή αυτή υπολογίζεται και η μεταφορά του χώματος και η ισοπέδωση του χώματος». Η αναφορά σε τιμή κόστους ενός φορτηγού αυτοκινήτου με χώμα, συμπεριλαμβανομένης μεταφοράς και επίστρωσης δεν αποτελούσε έκφραση γνώμης βασισθείσα σε επιστημονικά κριτήρια. Μπορεί ο Μ.Ε.1 να είναι εμπειρογνώμονας, αλλά κατά τ΄άλλα η γνώμη και μαρτυρία του οφείλει να βασίζεται σε τεκμηριωμένα στοιχεία και αποδεχτή μαρτυρία (βλ. Δημοκρατία ν. Χοχολιάδης
(1980)1 C.L.R 481 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Συνεπακόλουθα το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του δεν είναι αποδεχτό από το Δικαστήριο. Επίσης δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του αναφορικά με το κόστος για την απώλεια χρήσης του κλήρου και την ενοικιαστική αξία του κτήματος της ενάγουσας. Η έλλειψη τέτοιας εισήγησης και ισχυρισμών στο δικόγραφο της ενάγουσας, καθιστά την δοθείσα υπό του Μ.Ε.1 μαρτυρία, μη αποδεχτή, μη υπολογίσιμη ως συνάδουσα με τα δικογραφα, ούτως αποδεκτώς να εισαχθεί. Πέραν του ότι είναι η μαρτυρία αυτή εκτός δικογράφων, ο Μ.Ε1, δεν τεκμηρίωσε την θέση του αυτή αλλά ούτε και φάνηκε να είναι ειδικός για ότι κατέθεσε επί του προκειμένου, αφού ο ίδιος κατά το στάδιο της αντεξέτασης του καθόρισε τους τομείς ενασχόλησης του με βάση τα προσόντα του χωρίς να αναφέρει σε οποιοδήποτε στάδιο ότι πέραν της γεωπονίας κατέχει και προσόντα εκτιμητή ακινήτων. Η ανάγκη για την παράθεση τεκμηριωμένων στοιχειών από τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες, τίθεται και στην υπόθεση SΥΝCON LTD v. Ανδρέα Χρίστου
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 1314. Η ενάγουσα, έχοντας την ευκαιρία να την παρακολουθήσω κατά την διάρκεια τόσο της κυρίως εξέτασης της όσο και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της μου δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση. Με απόλυτα φυσικό τρόπο προέβη σε αφήγηση των γεγονότων, χωρίς σε κανένα στάδιο να κλονιστεί η αξιοπιστία της κατά το στάδιο της αντεξέταση της. Δεν έχω καμία δυσκολία να αποδεχτώ τις θέσεις και την εκδοχή της ενάγουσας, ο λόγος της, προς υποστήριξη τους, υπήρξε ειλικρινής, απλοϊκός και πηγαίος. Όπως, όμως θα φανεί κατωτέρω αποδέχομαι μέρος της μαρτυρίας της ενώ κάποια άλλα μέρη της για του λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω δεν τα αποδέχομαι. Αρχικά αποδέχομαι τα όσα ανέφερε και σχετίζονται με προηγούμενη αγωγή που καταχώρησε και αυτό γιατί το μέρος αυτό της μαρτυρίας της, υποστηρίζεται από και τη μαρτυρία της Μ.Ε.4 και το Τεκμήριο 15 που είναι το κλητήριο ένταλμα στην αγωγή 4183/1999, η οποία σύμφωνα και με την μαρτυρία της Μ.Ε.4 απορρίφθηκε στις 31/10/2000 λόγω μη επίδοσης. Απορρίπτω το μέρος της μαρτυρίας της που περιέχει εξ΄ακοής μαρτυρία και σχετίζεται με τα όσα ανέφερε ότι της είπε κάποιος Διγενής από το χωριό Τίμη. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ανάφερε ότι επισκέφθηκε κάποιο Διγενή στο χωριό Τίμη θέλοντας να μάθει αν όντως ήταν η Εταιρεία Αδελφοί Ιακώβου που έκαναν τις χωματουργικές εργασίες και σύμφωνα με την μαρτυρία της ο Διγενής της έδωσε απάντηση, ότι ήταν αυτή η εταιρεία. Στην αντεξέταση της η ενάγουσα, σε υποβολή ότι ουδέποτε επισκέφθηκε κάποιο με το όνομα Διγενής ανάφερε «όταν θέλουμε μπορούμε να τον φέρουμε να μαρτυρήσει». H ενάγουσα επικαλούμενη τα πιο πάνω, εισήγαγε εξ΄ακοής μαρτυρία. Αδιαμφισβήτητα τέτοια μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Κεφ. 9 που επέφερε ο Νόμος 32
(1)/2004 γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία, τίθεται όμως ζήτημα βαρύτητας μιας τέτοιας μαρτυρίας και το δικαστήριο εφαρμόζοντας το άρθρο 27 (όχι όμως περιοριστικά) του πιο πάνω Νόμου θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Το άρθρο 27
(2)ενδεικτικά αναφέρει τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες οι οποίες, αποκλείουν την δυνατότητα αποδοχής μιας τέτοιας μαρτυρίας. Και εξηγώ. Το πρόσωπο του οποίου τις δηλώσεις επικαλέστηκε η ενάγουσα, δεν κλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για να δώσει μαρτυρία, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα με την πιο πάνω απάντηση της αποδέχτηκε και την δυνατότητα παρουσίας του μάρτυρα αυτού στο δικαστήριο για να επιβεβαιώσει του ισχυρισμούς της. Πέραν τούτο από την πιο πάνω και μόνο αναφορά της ενάγουσας το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει οτιδήποτε που να αφορά και να σχετίζεται με την γνώση του προσώπου που προέβηκε στη δήλωση, αν δηλαδή είχε ιδία γνώση των γεγονότων που περιείχε η δήλωση, ενώ από την άλλη, στερείται υπό τις περιστάσεις το δικαστήριο και της δυνατότητας ελέγχου του βαθμού της εξ ακοής αυτής μαρτυρίας αν δηλαδή αυτό ειπώθηκε από άλλο πρόσωπο προς τον Διγενή και ο Διγενής το μετάφερε στη συνέχεια στην ενάγουσα. Συνεπακόλουθα δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην πιο πάνω μαρτυρία της ενάγουσας. Για ότι έχει αναφέρει σε σχέση με τα όσα διαπίστωσε να συμβαίνουν στον γεωργικό της κλήρο το καλοκαίρι του 2008 και στα όσα διαδραματίστηκαν και λέχθηκαν σε αυτή από υπαλλήλους της εναγόμενης γίνονται αποδεχτά από το Δικαστήριο. Το ποσό των Λ.Κ.1000.- που η ενάγουσα αξιώνει ως απώλεια εισοδήματος/κέρδους από το έτος 1998 μέχρι σήμερα αποτελεί ειδική ζημιά. Όπου προκύπτουν ζημιές συνεπεία αστικού αδικήματος, ο αδικοπραγήσας οφείλει να αποζημιώσει για όσες ζημιές προκάλεσε ή να πληρώσει για οτιδήποτε απαιτηθεί ώστε να αποφευχθει παρόμοια ενέργεια στο μέλλον (δέστε Halsbury's Laws of England 3rd edition vol.38 p.1245 και McGregor on Damages 14η έκδοση παρ. 53). Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλέπε Ανδρέα Σπύρου ν. Άριστου Χ¨ Χαραλάμπους
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 298, Demetrios Emmanuel & Another v. Andronikos Nicolaou & Another
(1977)1 C.L.R 15, Zachariou v. Lioness
(1983)1 C.L.R 415 και McGregor on Damages, 15η Έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15) Σε ότι αφορά το ποσό των 7000.- είναι εμφανές από τα πιο πάνω, που καταγράφονται στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει το ύψος της ζημιάς αυτής. Το μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας που αφορούσε το ύψος των εισοδημάτων που προέρχοντο από την χρήση του επίδικο τεμαχίου κρίνω ότι ήταν γενική και αόριστη. Στην κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε σε καλλιέργειες που είχε στο χωράφι της όπως μπιζέλια, κρεμμύδια, λαχανικά, ντομάτες και κολοκύθια ενώ σε ερώτηση τι εισόδημα είχε ανά έτος από τις καλλιέργειες της στον γεωργικό κλήρο ανάφερε ότι ήταν περίπου 1000 λίρες. Για την απόδειξη όμως του πιο πάνω ποσού και προς ενίσχυση του ισχυρισμού της δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Στην αντεξέταση της ανάφερε ότι η τελευταία σοδειά ήταν μπιζέλια και ότι δεν είχε αποδείξεις γιατί τα πούλησε σε μικροεπιχειρήσεις, σούπερμαρκετ φρουταρίες. Σε υποβολή ότι τίποτε από αυτά που ανάφερε δεν καλλιεργούσε στο επίδικο, η μάρτυρας ανάφερε τα εξής: «Μπορώ να σας το αποδείξω φέρνοντας κάποιο ιδιοκτήτη φρουταρίας που είχα κάμει συνεργασίες μαζί του». Παρά τις πιο πάνω δήλωση της, κανένα πρόσωπο, ιδιοκτήτη φρουταρία, δεν παρουσίασε ως μάρτυρα για να επιβεβαιώνει καθ΄οιονδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό της και το ύψος του ποσού. Περαιτέρω σε ερωτήσεις που τις τέθηκαν στην αντεξέταση για να καθορίσει πόσα έβγαζε από τα κρεμμύδια και τις ντομάτες κάθε χρόνο, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί και να πει συγκεκριμένα ποσά. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι η πιο πάνω θέσεις της ενάγουσας που έχει να κάνει με το εισόδημα που κέρδιζε από την χρήση του γεωργικού κλήρου παρέμεναν σε επίπεδο απλών ισχυρισμών. To γεγονός ότι το τεμάχιο, της παραχωρήθηκε για γεωργικούς σκοπούς και εκμετάλλευση, δεν μπορεί να στηρίζει εύρημα ότι από την χρήση αυτού υπήρχε και εισόδημα. Κρίνεται συνεπώς πως οι ζημιές, όπως περιγράφονται στις παραγράφους 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης, στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε η ενάγουσα, δεν έχουν αποδειχτεί. Στην βάση όμως μαρτυρίας του Μ.Ε1 και της ενάγουσας, την οποία έχω κάνει αποδεχτή κρίνω ότι αποδείχθηκε μέρος της αξίωσης της υπό στοιχείο 9, ήτοι η αμοιβή του εκτιμητή εκ Λ.Κ. 216 αφού είναι το ποσό που ανάφερε ο Μ.Ε.1 πως χρέωσε την ενάγουσα και η ενάγουσα (Μ.Ε.2) ανέφερε επίσης πως το έχει επιβαρυνθεί. Η μαρτυρία του Μ.Ε.3 γίνεται αποδεχτή στο σύνολο της. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις συμφωνίες της ενάγουσας με την Υπηρεσία Τουρκοκυπριακών Περιουσίων και ερωτηθείς σχετικά ανάφερε ότι θα πρέπει όταν επιστραφεί ο κλήρος από την ενάγουσα, αυτός να επιστραφεί όπως τον παρέλαβε και σε ότι αφορά την κατάσταση του κλήρου όταν επιστραφεί στις υπηρεσίες που εργάζεται υπόλογος θα είναι η ενάγουσα. Δεν πρόσθεσε οτιδήποτε που να αφορούν τα ουσιώδη γεγονότα ο μάρτυρας αυτός και υπήρξε απόλυτα ειλικρινής σε σχέση με τα όσα ανάφερε. Η Μ.Ε. 4 κρίνεται αξιόπιστη. Η μαρτυρία της υπήρξε τυπική και αφορούσε την κατάθεση του Τεκμηρίου 15 αλλά και κάποιων άλλων στοιχείων μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης που είχε στην κατοχή της. Η μάρτυρας αυτή για ότι κατάθεσε δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Ο Μ.Υ.1, υπήρξε απόλυτα ειλικρινής ότι σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεση δεν γνώριζε οτιδήποτε για να καταθέσει στο Δικαστήριο αφού ο ίδιος, ο οποίος εργάζεται στην εναγόμενη για 24 χρόνια, είχε αποχωρήσει από το έργο που εκτελείτο τέλη του έτους 1997 με αρχές του έτους 1998. Ήταν εμφανές ότι ο μάρτυρας αυτός δεν μπορούσε με θετικό τρόπο να επιβεβαίωση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επισυνέβηκαν ή σύμβαιναν τα όσα υποστήριξε ότι γίνονταν και προηγουμένως, πριν δηλαδή την αποχώρηση του από το έργο, όπως το ότι μετακινούνταν υλικά για τις ανάγκες του έργου μόνο από χώρους που υποδείκνυε το Υπουργείο Άμυνας. Όπως παραδέχτηκε στην αντεξέταση του, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει από προσωπική γνώση οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με την υπόθεση και ότι αυτά τα οποία ανάφερε σε σχέση με το έργο αφορούσαν το χρονικό διάστημα μέχρι την αποχώρηση του. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, που δεν άπτονται της αξιοπιστίας του υπήρξε αντικειμενικός, αφού σε καμία περίπτωση δεν τοποθετήθηκε υπέρ της εναγόμενης και σε υποβολή ότι η εναγόμενη κατά τον Ιούνιο - Ιούλιο 98 επενέβηκε στο τεμάχιο της ενάγουσας ο μάρτυρας αυτός απάντησε «δεν γνωρίζω». Νομική Πτυχή: Βάση της αγωγής αποτελεί το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία όπως διαγράφεται από το άρθρο 43
(1)του Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Συναρτά το άρθρο 43 του Κεφ. 146, το αδίκημα της παράνομης επέμβασης με την παράνομη είσοδο, ή πρόκληση ζημιάς σε ακίνητη περιουσία. Επέμβαση δε, συντελείται ανεξαρτήτως της πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς. Οπως αναφέρεται στο Halsbury's Laws of England 3η έκδοση Τόμος 38 παρ. 1194, επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση - ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με την βούληση του. Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Γεώργιος Λάμπρου κ.α ν. Ελένης Κεφάλα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1516, όπου στην σελ. 1527 λέχθηκαν μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: « Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Cristofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγόμενου. Στην υπόθεση Liasidou and Another ν. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2311, όπου η φύτευση δέντρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλο ότι δεν είχαν κατοχή, εφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίηση τους για να εγείρουν την αγωγή». H ουσία της υπόθεσης Αδάμου ν. Χριστοφή
(1974)1 C.L.R 100 είναι ότι δικαίωμα για αγωγή για παράνομη επέμβαση έχει και το πρόσωπο που είναι σε κατοχή έστω και αν δεν είναι ο ιδιοκτήτης ή έχει δικαίωμα τίτλου (derives title) από τον ιδιοκτήτη. Αποφασίστηκε μάλιστα ότι η παραμικρή κατοχή (the slightest possession) είναι αρκετή για να δίνει στον ενάγοντα το δικαίωμα να εγείρει αγωγή για παράνομη επέμβαση. Ο ενάγων σε αγωγή για παράνομη επέμβαση φέρει το βάρος να αποδείξει την ισχυριζόμενη επέμβαση. Με την απόδειξη αυτής, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. άρθρο 43 του Κεφ. 148, Βερεγγάρια Παπακοκκίνου κ.α ν. Αγγελική Σμυρλή κ.α
(2001)1 ΑΑΔ 1653 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν. Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.α
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 813. Όπως περαιτέρω έχει λεχθεί στην Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ σελ 327, σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης, δικαιωματική εκδίδεται διάταγμα (injunction) άρσης της παράνομης επέμβασης για να τερματιστεί η παρανομία απαγόρευση στο μέλλον. Θεωρώ ορθό όπως επιληφθώ πρώτα του ζητήματος της καθυστέρησης. Σύμφωνα με την νομολογία το θέμα της ολιγωρίας ή καθυστέρησης (laches) ως υπεράσπιση σε αγωγή μπορεί να εγερθεί σε περιπτώσεις όπου ο ενάγων ζητά θεραπεία με βάση τα δίκαιο της επιείκειας (equitable remedy). Ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω της καθυστέρησης της ενάγουσας να την καταχωρήσει που είχε ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της υπεράσπισης των εναγόμενων λόγω απώλειας σχετικών στοιχείων, εγγράφων και αρχείων. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω κάνει αποδεχτή, η ενάγουσα το έτος 1999 καταχώρησε αγωγή εναντίον της εναγόμενης την υπ΄αρ.4183/99 στο Ε. Δ Πάφου. Η οποία όμως απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης της το έτος
  1. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 16 αλλά και από την ίδια την μαρτυρία της ενάγουσας αυτή τελούσε υπό την αντίληψη ότι αγωγή της προχωρούσε κανονικά αφού τέτοιες διαβεβαιώσεις λάμβανε από τον τότε δικηγόρο της. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση ή συμπεριφορά από την πλευρά της ενάγουσας η οποία θα μπορούσε να κριθεί ως κακόπιστη και εσκεμμένη. Ο ισχυρισμός περί επηρεασμού της υπεράσπισης της εναγόμενης συνεπεία της καθυστέρησης της έγερσης της αγωγής κρίνω ότι δεν έχει αποδειχτεί. Ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι σε σχέση με το έργο που εκτελείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο, τηρείτο επί καθημερινής βάσεως ημερολόγιο και ότι αυτά τα ημερολόγια υπάρχουν μέχρι σήμερα, αυτό το οποίο ανέφερε ο Μ.Υ.1 ότι δηλαδή δεν βρήκε στοιχεία για τον αντικαταστάτη του δεν μπορεί να ευσταθεί αφού όπως ανάφερε υπήρχαν και υπάρχουν τα ημερολόγια που τηρούντο αναφορικά με το έργο. Το σημαντικότερο όμως θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίχθηκε από την εναγόμενη, αφού η υπεράσπιση της στηρίχθηκε στο ότι δεν υπήρξε επέμβαση, ότι υπήρχαν οποιαδήποτέ έγγραφα τα οποία συνδέονταν με την υπόθεση και συνεπεία του χρόνου έχει καταστεί η ανεύρεση τους δυσχερής. Από την άλλη οι ενέργειες που έχουν γίνει από μέρους του Μ.Υ.1 για την ανεύρεση στοιχείων του υπεύθυνου μηχανικού του έργου, με βάση τα όσα ανάφερε, δεν μπορεί να θεωρηθούν εξαντλητικές σε σημείο που να καταδεικνύουν ότι ήταν ο χρόνος που διέρρευσε ο καθοριστικός παράγοντας της μη ανεύρεσης του. Ευρήματα: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, και παραδεκτά γεγονότα καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα πιο κάτω: Η ενάγουσα από το έτος 1992 μέχρι σήμερα είναι νόμιμος κάτοχος του γεωργικού κλήρου υπ΄ αριθμό 36 εκτάσεως 7 στρεμμάτων στο χωριό Αγία Βαρβάρα στη Πάφο δυνάμει συμφωνιών και αδειών χρήσης από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Το καλοκαίρι του έτους 1998 η εναγόμενη δια των υπαλλήλων της χωρίς την άδεια της ενάγουσας και χωρίς δικαίωμα επενέβη με τρακτέρ στον πάνω γεωργικό κλήρο της ενάγουσας με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σε αυτόν ζημιές. Συγκεκριμένα από τον πιο πάνω γεωργικό κλήρο της ενάγουσας μετακινήθηκαν από υπαλλήλους της εναγόμενης με τρακτέρ μεγάλες ποσότητες επιφανειακού εδάφους και υπεδάφους σε βάθος 2 με 3 μέτρα, από ολόκληρη την έκταση του. Συνεπεία των πιο πάνω ενεργειών της εναγόμενης, ο γεωργικός κλήρος κατέστητε μη αξιοποιήσιμος για γεωργικές εργασίες. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι από την εναγόμενη ισοπεδώθηκε ολόκληρη η επιφάνεια του κλήρου και καλλιεργήθηκε αυτός βαθιά, η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν καταδείκνυε σύνδεση της εναγόμενης με τα πιο πάνω. Και εξηγώ. Ο Μ.Ε1 επισκέφθηκε πρώτη φορά τον κλήρο της ενάγουσας σύμφωνα με την μαρτυρία του και το Τεκμήριο 1, που είναι η έκθεση του, στις 24.9.1999, χωρίς να διαπιστώσει ότι επισυνέβηκαν τα πιο πάνω, αυτά διαπίστωσε σε μεταγενέστερο χρόνο ήτοι στις 20/4/1999 που επισκέφθηκε για δεύτερη φορά το ακίνητο της ενάγουσας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στις 24/9/1998 το τεμάχιο της ενάγουσας δεν παρουσίαζε την εικόνα που παρουσίαζε στις 20/4/1999 και ότι η κατάσταση που διαπιστώθηκε από τον Μ.Ε.1 και περίγραψε, έγινε μετά τις 24/9/
  2. Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της αναφέρετε σε επέμβαση που έγινε κατά τον μήνα Ιούνιο - Ιούλιο 2008 και στην κυρίως εξέταση της με αναφορά στις εκσκαφές που γίνονταν στο ακίνητο της σε ερώτηση πόσο διήρκησε η όλη κατάσταση είπε ότι είχε πάρει όλο το καλοκαίρι του
  3. Οπόταν συνάγεται από πιο πάνω ότι καμία μαρτυρία δεν υπάρχει αναφορικά με την ισοπέδωση και καλλιέργεια του κλήρου που να σχετίζεται με την εναγόμενη. Οι ενέργειες της εναγόμενης, στο μέγεθος που έχουν αυτές διατυπωθεί ανωτέρω, συνιστούν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία, το οποίο προνοείται από το άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  4. Σε ότι αφορά την απόδειξη ειδικών ζημιών όπως πιο πάνω αναφέρω η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει τις ζημιές που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης της ενώ πέτυχε να αποδείξει μόνο την δαπάνη του ποσού των Λ.Κ.216 που αφορά την αμοιβή του Μ.Ε
  5. Στην συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή παραδειγματικών/τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον της εναγόμενης Σχετικά με το θέμα των παραδειγματικών αποζημιώσεων υπάρχει αρκετή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Papakokkinou & others v. Kanther
(1982)1 C.L.R 65, Kennedy Hotels Ltd ν. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400, Adrian Holdings ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1836, Γιάλλουρου ν. Νικολάου Π.Ε. 9931, ημερομηνίας 8.5.2001 και Γεώργιος Ερωτοκρίτου κ.α ν. Φουτρή
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 921). Στην υπόθεση Adrian Holdings, σελ 1846, ο Αρτέμης Δ. διατύπωση το θέμα ως εξής: Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Rookes v. Barnard, καθορίστηκε ότι οι παραδειγματικές αποζημιώσεις επιδικάζονται μόνο: (
  1. i)Σε περιπτώσεις πιεστικής αυθαίρετης ή αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από κρατικούς υπαλλήλους (
  2. ii)Όταν η συμπεριφορά του εναγόμενου έχει προγραμματιστεί να του αποφέρει μεγαλύτερο κέρδος από το ποσό των αποζημιώσεων που θα κληθεί να καταβάλει στον ενάγοντα (iii) Όταν τούτο επιτρέπεται από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια. Στην Papakokkinou & others v. Kanther
(1982)1 C.L.R 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στη Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολής τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου, ιδιαίτερα ότι είναι να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Όταν κριθεί πως οι παραδειγματικές/τιμωριτικές αποζημιώσεις είναι κατάλληλες το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε επιδικασμό αν, και μόνο αν, το ποσό το οποίο έχει υπόψη του να επιδικάσει σαν αποζημίωση είναι επαρκές για να τιμωρήσει τον εναγόμενο για την αποτρόπαια συμπεριφορά του, να σημειώσει την απαρέσκεια του για τη συμπεριφορά αυτή και να τον αποτρέψει από το να επαναλάβει τέτοια συμπεριφορά (βλ. McGregor on Damages 15η έκδοση, παράγρ. 428). Στην υπόθεση Broome v. Cassel & Co
(1972)A.C. 1027 εξηγείται η σχέση μεταξύ των συνήθων και παραδειγματικών/τιμωριτικών αποζημιώσεων και επεξηγείται η φράση «αν, και μόνο αν» που αναφέρεται πιο πάνω. Όσον αφορά το ύψος των παραδειγματικών/τιμωρητικών αποζημιώσεων αναφέρεται στην Papakokkinou (πιο πάνω) σελ 78-9 πως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η βαρύτητα της συμπεριφοράς του εναγόμενου και τα οικονομικά του μέσα. Συνεκτίμηση των παραγόντων δεν θα οδηγήσει σε κάποιο ξεχωριστό ποσό παραδειγματικών/τιμωρητικών αποζημιώσεων αλλά θα επιδικάσει ένα συνολικό ποσό στη βάση μιας σφαιρικής προσέγγισης στα γεγονότα της υπόθεσης. Στον McGregor on Damages 15η έκδοση, παράγρ. 428, με αναφορά κυρίως στην υπόθεση Broome (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: Σε μετάφραση: «Ενώ ο καθορισμός των αποζημιώσεων δεν μπορεί ποτέ να επηρεασθεί από το ποσό που επιδικάζεται με τη μορφή παραδειγματικών αποζημιώσεων, το αντίστροφο δεν είναι αληθές. Το ύψος μιας επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων μπορεί πράγματι να επηρεασθεί από το ύψος ης συνήθους αποζημίωσης. Έτσι ο Lord Devlin στην Rookes v. Bernard
(1964)A.C. 1129 υπέδειξε ότι σε μια υπόθεση όπου οι παραδειγματικές αποζημιώσεις αποτελούσαν το ορθό μέτρο οι ένορκοι πρέπει να καθοδηγούνται ότι αν, και μόνο αν, το ποσό το οποίο έχουν υπόψη τους να επιδικάσουν ως αποζημίωση (το οποίο βεβαίως μπορεί να είναι ένα ποσό επαυξημένο λόγω του τρόπου με τον οποίο ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί στον ενάγοντα) είναι ανεπαρκές να τον τιμωρήσει για την αποτρόπαια συμπεριφορά του, να σημειώσουν την απαρέσκεια τους για τη συμπεριφορά του και να τον αποτρέψουν από του να το επαναλάβει τότε μπορεί να επιδικάσουν κάποιο μεγαλύτερο ποσό και δεν υπάρχει λόγος γιατί η ίδια αρχή να μην εφαρμόζεται σε επιδικάσεις από Δικαστές που συνεδριάζουν χωρίς ενόρκους. Αυτή η αρχή έχει τύχει της πλήρους επιδοκιμασίας και των 7 Δικαστών στην Broome v. Cassel & Co.
(1972)A.C. 1027, 1089, και η εφαρμογή της επεξηγείται καλώς στην Drane v. Evangelou
(1978)1 W.L.R. 455 (C.A.).» Αποκαλυπτικό απόσπαμα από την Broome (πιο πάνω) υιοθετείται στην Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ.& Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1952, σελ 1960-1961: «... η διαφορά μεταξύ των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων οι ένορκοι ή το άλλο δικαστήριο πρέπει να εξετάσουν πόσα θα έπρεπε να λάβει ο ενάγων ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων πρέπει να εξετάσουν πόσα θα έπρεπε να πληρώσει ο εναγόμενος. Δημιουργείται μόνο σύγχυση αν εξεταστούν και τα δύο ζητήματα ταυτοχρόνως. Ο μόνος πρακτικός τρόπος για να προχωρήσουν είναι πρώτα να εξετάσουν την υπόθεση από την άποψη της αποζημίωσης του ενάγοντα. Δεν πρέπει μόνο να αποζημιωθεί για την αποδειχθείσα πραγματική απώλεια αλλά επίσης για οποιαδήποτε βλάβη στα αισθήματα του και επειδή έχει υποστεί ύβρεις, ταπεινώσεις και τα παρόμοια. Και όπου ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί με τρόπο αποτρόπαιο μια πλήρης αποζημίωση θα είναι το ορθό μέτρο. Έτσι το δικαστήριο δεν θα καθορίσει στο μυαλό του το ποσό που θα ήταν ορθό ως συνήθης αποζημίωση. Τότε, εάν έχει αποφασίσει ότι η υπόθεση είναι η πρέπουσα για τιμωρητικές αποζημιώσεις, το δικαστήριο πρέπει να στρέψει την προσοχή του στον εναγόμενο και να διερωτηθεί κατά πόσο το ποσό το οποίο έχει ήδη ορίσει ως συνήθεις αποζημιώσεις είναι ή δεν είναι επαρκές να εξυπηρετήσει το δεύτερο σκοπό της τιμωρίας ή αποτροπής. Αν νομίζουν ότι εκείνο το ποσό είναι επαρκές για το δεύτερο καθώς και για τον πρώτο δεν πρέπει να καθορίσουν αποζημιώσεις. Πλην, όμως, αν νομίζουν ότι το ποσό ένα ανεπαρκές ως τιμωρία τότε πρέπει να προσθέσουν σ΄αυτό αρκετά για να το καταστήσουν ως ποσό επαρκές για τιμωρία. Ένα πράγμα που δεν μπορεί να κάμουν είναι να καθορίσουν ένα ποσό ως συνήθεις και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις και να τα προσθέσουν. Πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι οι συνήθης αποζημιώσεις είναι μέρος της συνολικής τιμωρίας.» Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (πιο πάνω), αποφασίστηκε ότι εφόσον το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του στοιχεία για τον καθορισμό της πραγματικής απώλειας - της συνήθους ζημιάς, δεν μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο το ποσό που θα επιδίκαζε με την μορφή συνήθων αποζημιώσεων ήταν επαρκές για αυτό και παραμέρισε την επιδίκαση αποζημιώσεων από το πρωτόδικο Δικαστήριο και επιδίκασε ονομαστικές αποζημιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση ισχύουν τα νομολογηθέντα στην Κωνσταντίνου (πιο πάνω) και αφού πιο πάνω έχω καταλήξει ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την πραγματική απώλεια - την συνήθη ζημιά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στον καθορισμό και στην επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Λαμβανομένου υπόψη, πως αποτελεί αρχή δικαίου ότι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se δηλαδή δεν απαιτείται απόδειξη ζημιάς (βλ. Παπακοκκίνου κ.α ν. Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379) καθώς και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε πράγματι επέμβαση στον γεωργικό κλήρο της ενάγουσας από την εναγόμενη δια των υπαλλήλων της, καταλήγω ότι μπορώ, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη ζημία, να επιδικάσω ονομαστικές αποζημιώσεις προς όφελος της ενάγουσας τις οποίες καθορίζω στο ποσό των 600 ευρώ. Συνεπακόλουθα επιδικάζεται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης το συνολικό ποσό των 969 ευρώ (600 ευρώ και Λ.Κ.216) με τόκο 8% ετησίως από την 9.2.2004 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.