← Κύπρος

Ανδρέα Χ" Κλεοβούλου ν. Σωτήρη Σωτηρίου Κώστα κ.α., Αγωγή Αρ: 33/03, 12.12.2008

Ανδρέα Χ" Κλεοβούλου ν. Σωτήρη Σωτηρίου Κώστα κ.α., Αγωγή Αρ: 33/03, 12.12.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ: 33/03 Μεταξύ: Ανδρέα Χ" Κλεοβούλου Ενάγοντα - και -

  1. Σωτήρη Σωτηρίου Κώστα, εκ Καλλέπειας Πάφου
  2. Ειρένας Ζαβρού, εκ Πάφου Εναγομένων Και Δι΄ Ανταπαιτήσεως Μεταξύ: Σωτήρη Σωτηρίου Κώστα, εκ Καλλέπειας Πάφου Ενάγοντα - και -
  3. Ειρένας Ζαβρού, εκ Πάφου
  4. Ανδρέα Χ" Κλεοβούλου, εκ Πάφου Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 12.12.2008 Για τον Δι΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα: κ. Ε. Κορακίδης Για την Δι΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1: κ. Α. Δημητριάδης Δι΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας παρών ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 27.7.2002 το βράδυ επεσυνέβη ένα τροχαίο ατύχημα στον κύριο δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς ενώ ο Δι΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής DAD303 και η Δι΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΗΚ
  5. Η αξίωση του Ενάγοντα στην πιο πάνω αγωγή έχει ήδη διευθετηθεί και εκδόθηκε απόφαση προς όφελος του ενώ η διαδικασία εναντίον του Δι΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 17.10.
  6. Κατά συνέπεια η ακρόαση διεξάχθηκε όσον αφορά την Ανταπαίτηση του δι΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα εναντίον της δι΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης
  7. Η εκδοχή του Δι΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα (που στο εξής θα αναφέρεται ως «ο Ενάγοντας») όπως διαφαίνεται από την Ανταπαίτηση του είναι ότι ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής DAD303 κατά μήκος του κύριου δρόμου Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς με κατεύθυνση την Πάφο αυτό συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΗΚ974 που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και οδηγείτο από την Δι΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 (που στο εξής θα αναφέρεται ως «η Εναγόμενη 1») καθ΄ ον χρόνο η Εναγόμενη 1 προσπαθούσε να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να υποστεί σοβαρά τραύματα και άλλες ζημιές. Το δυστύχημα διερεύνησε ο Λοχίας 1289 Πάμπος Αναστάση (Μ.Ε.1) που έφτασε στη σκηνή και ετοίμασε συμμετρικό σχεδιάγραμμα το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Από τις εξετάσεις του Μ.Ε.1 διαφάνηκε ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου η οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΗΗΚ974 που είναι η Εναγόμενη 1 στην προσπάθεια της να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση το οποίο ακολούθως συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΖΗ962 που είχε την ίδια κατεύθυνση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη
  9. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα ο δρόμος ήταν ανηφορικός όσον αφορά την πορεία της Εναγόμενης 1, υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή στο κέντρο του δρόμου και ήταν πλησίον στροφής. Το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΗΚ974 άφησε στο δρόμο ίχνη τροχοπέδησης αλλά ο Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την ταχύτητα που ακολουθούσε το αυτοκίνητο αυτό γιατί δεν έκαμε το αναγκαίο τεστ ταχύτητας. Υπολογίζει όμως ότι θα πρέπει να οδηγείτο με ταχύτητα 45 - 50 χιλιόμετρα για να αφήσει 15 μέτρα ίχνη τροχοπέδησης. Το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής DAD303 δεν άφησε ίχνη τροχοπέδησης ούτε πριν αλλά ούτε μετά το δυστύχημα. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχε όριο ταχύτητας που είναι 50 χιλιόμετρα. Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα, ενώπιον μου υπάρχει μόνο η εκδοχή του Ενάγοντα εφόσον η Εναγόμενη 1 δεν έδωσε μαρτυρία. Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.2) στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι ενώ κατευθυνόταν προς Πάφο από την Πόλη Χρυσοχούς οδηγώντας το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής DAD303 σε μια στροφή είδε μπροστά του ένα αυτοκίνητο και στα δεξιά του ένα άλλο. Η ταχύτητα του ήταν 65 χιλιόμετρα την ώρα και είχε οπτική επαφή γύρω στα 8 - 10 μέτρα μπροστά του. Τότε το αυτοκίνητο του αφού χτύπησε στο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΗΗΚ974 μετακινήθηκε προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να χτυπήσει το αυτοκίνητο τύπου Pajero που είχε την ίδια κατεύθυνση με το ΗΗΚ
  10. Από τη στιγμή του δυστυχήματος και μετά, θυμάται μόνο ότι ξύπνησε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου όπου παρέμεινε για 7 με 8 μέρες για νοσηλεία. Ο Ενάγοντας απουσίασε από την εργασία του μέχρι το τέλος του 2002 και ο γιατρός Σπύρου του έδωσε άδεια για να ασκήσει ελαφριά εργασία για ένα χρόνο. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να έχει αφόρητους πόνους στον αυχένα πρωί και βράδυ, κεφαλόπονο, άγχος και αρτηριακή πίεση για τα οποία επισκέπτεται τον ιατρό Φούρναρη. Επίσης ενώ πριν το δυστύχημα δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας και ήταν τεχνικός ψυκτικός με απολαβές £165 - £170 την εβδομάδα, σήμερα είναι εποχιακός δασοπυροσβέστης με καθαρές απολαβές €1.300 το μήνα και σε περίπτωση που υπάρχουν και υπερωρίες €1.400, αφού εν τω μεταξύ αναγκάστηκε να αλλάξει διάφορα επαγγέλματα λόγω του τραυματισμού του. Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι σε καμιά περίπτωση είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι προτού αυτό τον πλησιάσει στα 8 μέτρα, γιατί οδηγείτο με σβηστά φώτα. Από πλευράς Εναγόμενης 1 κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία μόνο ο ιατρός Ηλίας Γεωργίου (Μ.Υ.1). Στη μαρτυρία του υιοθέτησε ουσιαστικά τις ιατρικές εκθέσεις που κατατέθηκαν από κοινού μεταξύ των διαδίκων και η αντεξέταση του περιστράφηκε κυρίως στα κατάλοιπα των τραυματισμών του Ενάγοντα και στο πού οφείλετο η δισκοπάθεια που παρατήρησε κατά την εξέταση του Ενάγοντα που ο μεν Μ.Υ.1 θεωρεί ότι προϋπήρχε του δυστυχήματος, ο δε Ενάγοντας την αποδίδει στο δυστύχημα. Ο Μ.Υ.1 στη μαρτυρία του εξήγησε τους λόγους γιατί αποδίδει τη δισκοπάθεια του Ενάγοντα σε προϋπάρχουσα κατάσταση την οποία μάλιστα θεωρεί συνηθέστατη στο γενικό πληθυσμό. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, αν και ορισμένοι επιστήμονες αποδέχονται την τραυματική δισκοπάθεια την οποία όμως χαρακτηρίζουν σπάνια, εντούτοις θέτουν ορισμένα απαραίτητα δεδομένα και παράγοντες στους οποίους ο Μ.Υ.1 έχει ενδιατρίψει τα τελευταία 8 χρόνια ετοιμάζοντας και σχετική μελέτη ώστε σε περίπτωση που του παρουσιαστεί τέτοιο θέμα όπως τώρα να επιβεβαιώσει τη γνώμη του. Σε καμία περίπτωση ο Μ.Υ.1 διαφωνεί με την ιατρική έκθεση του Μιχαλάκη Σπύρου (Τεκμήριο 6) ο οποίος απλά αναφέρει επί λέξει "πρόπτωση δίσκου Α5 - Α6 αριστερά μετά από τροχαίο ατύχημα" χωρίς αυτό να σημαίνει, κατά το μάρτυρα, ότι χαρακτηρίζει τη μορφή της ως μετατραυματική δισκοπάθεια. Ο Μ.Υ.1 είναι μεταξύ εκείνων που αμφισβητούν την τραυματική δισκοπάθεια πόσο μάλλον στην περίπτωση του Ενάγοντα που απλά από το δυστύχημα υπέστη ένα τράνταγμα στον αυχένα που αφορούσε τα μαλακά του μόρια και κυρίως τους παρασπονδύλιους μύες και τεκμηριώνεται από το Τεκμήριο 3, δηλαδή την ιατρική έκθεση του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Καταλήγοντας ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι από το επίδικο δυστύχημα δεν παρέμεινε κανένα κατάλοιπο στον Ενάγοντα και ούτε υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη για αναγκαιότητα μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης λόγω της δισκοπάθειας. Εκτός από την πιο πάνω μαρτυρία, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα εξής για τα οποία προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα:
  11. Στον Ενάγοντα δόθηκε αναρρωτική άδεια από 1.8.2002 μέχρι 31.12.2002, λόγω του δυστυχήματος.
  12. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας εργαζόταν με μηνιαίες απολαβές £
  13. Η ζημιά που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο του Ενάγοντα με αριθμό εγγραφής DAD303 ανέρχεται στο ποσό των £4.500 αφού αφαιρέθηκε η αξία του εναπομείναντος αυτοκινήτου.
  14. Για απώλεια απολαβών δηλαδή για την περίοδο από την ημερομηνία του δυστυχήματος μέχρι τις 31.12.2002 ο Ενάγοντας δικαιούται σε €5.125,80 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης.
  15. Για Αστυνομική Έκθεση ο Ενάγοντας πλήρωσε €85,
  16. Για την έκθεση του ιατρού Μαξουτλού του Νοσοκομείου Πάφου ο Ενάγοντας πλήρωσε €42,
  17. Επίσης ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 αποδέχθηκε ως αληθές το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3, 5 και 6, εκτός από την παράγραφο 2 του Τεκμηρίου 6, που είναι τα ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν τον Ενάγοντα. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης ο Ενάγοντας απέσυρε την αξίωση του για £248 ιατρικά έξοδα. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 υπέχει αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα οπότε ο πελάτης του δικαιούται στο ποσό των £40.000 δηλαδή €68.340 ως γενικές αποζημιώσεις με βάση τις ιατρικές εκθέσεις που κατατέθηκαν εκ συμφώνου, πλέον ειδικές αποζημιώσει. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να κρίνει αναξιόπιστο το μάρτυρα υπεράσπισης. Από την άλλη, ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον Ενάγοντα συνυπεύθυνο για το δυστύχημα εισηγούμενος την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων στη βάση της ιατρικής μαρτυρίας που προσκόμισε η πλευρά της υπεράσπισης τις οποίες υπολογίζει σε £5.000 δηλαδή €8.
  18. Όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος, ενώπιον μου υπάρχει μόνο η μαρτυρία του Ενάγοντα και του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Ε.1) καθώς επίσης και η πραγματική μαρτυρία δηλαδή το συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο ετοίμασε και επεξήγησε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.
  19. Έχει νομολογηθεί ότι το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί μέρος της πραγματικής μαρτυρίας και ως τέτοιο ασφαλή οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων (βλ. Νικήτα ν. ΚΟΑ

(2003)1 A.A.Δ. 344 και Ηλίας Μ. Στυλιανού ν. Μάριου Νικηφόρου
(2001)1(Γ) 1602). Εξετάζοντας την όλη δομή της υπόθεσης και τη μαρτυρία που δόθηκε κρίνω ότι το δυστύχημα έγινε περίπου όπως το περίγραψε ο Ενάγοντας, ο οποίος όμως σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας του υπέπεσε σε αντιφάσεις ή υπήρξε ασαφής και θα εξηγήσω πιο κάτω. Δεν βρίσκω να υπάρχει μεγάλη διάσταση απόψεων μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά τις γενικές συνθήκες του δυστυχήματος. Ο Μ.Ε.1 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μου φάνηκε αντικειμενικός και αμερόληπτος. Από τις εξετάσεις που έκαμε ο Μ.Ε.1 επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό η εκδοχή του Ενάγοντα, ότι δηλαδή η Εναγόμενη 1, προφανώς για να προσπεράσει προπορευόμενο της όχημα μετακινήθηκε δεξιά, με αποτέλεσμα να αποκόψει την ευθεία πορεία του Ενάγοντα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Το σημείο σύγκρουσης Χ που τοποθετείται στο σχεδιάγραμμα μέσα στην πλευρά του Ενάγοντα και περίπου στο κέντρο της, επιβεβαιώνει απόλυτα αυτή τη θέση του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας υπέπεσε βέβαια σε αντίφαση όταν στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι ήταν σε θέση να δει για πρώτη φορά το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 στα 8 μέτρα, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 η ορατότητα που είχε ο Ενάγοντας μέχρι το σημείο Χ είναι γύρω στα 40 μέτρα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα η Εναγόμενη 1 χρησιμοποίησε τα φρένα της αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης στο δρόμο μήκους 15 μέτρων προφανώς γιατί αντιλήφθηκε να έρχεται από απέναντι ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 η ορατότητα που είχε η Εναγόμενη 1 προς την κατεύθυνση που ερχόταν ο Ενάγοντας ήταν 50 μέτρα. Είναι φανερό ότι η Εναγομένη 1 για να πατήσει φρένα και αυτά να αφήσουν ίχνη τροχοπέδησης 15 μέτρα θα πρόσεξε τον Ενάγοντα από απόσταση πολύ μεγαλύτερη των 8 μέτρων που ήταν η απόσταση που ο Ενάγοντας την είδε για πρώτη φορά λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο σκέψης που παρεμβάλλεται μέχρι τη χρησιμοποίηση των φρένων. Βέβαια στην προσπάθεια του ο Ενάγοντας να δικαιολογηθεί γιατί δεν την είδε στα 40 μέτρα, πρόβαλε κατά τη μαρτυρία του τον ισχυρισμό ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 δεν είχε φώτα. Τέτοια θέση όμως όχι μόνο δεν είναι δικογραφημένη και θα πρέπει να αγνοηθεί, αλλά πρώτη φορά προβάλλεται από τον Ενάγοντα. Επιπλέον ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε στο σημείο της μαρτυρίας του ότι από τις εξετάσεις διαφάνηκε ότι τα αυτοκίνητα των διαδίκων είχαν αναμμένα φώτα. Συνεπώς αυτός ο ισχυρισμός του Ενάγοντα για τους πιο πάνω λόγους δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε η Εναγόμενη 1, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα, εφόσον δεν έγινε έλεγχος του αυτοκινήτου της για ταχύτητα από εμπειρογνώμονα με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης. Η μοναδική αναφορά είναι αυτή του Μ.Ε.1 που την υπολογίζει σε 45 - 50 χ.α.ω. με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε το αυτοκίνητό της, η οποία όμως μένει ατεκμηρίωτη και απορρίπτεται. Δεν μπορώ να δεχθώ όμως το ίδιο και για την ταχύτητα του Ενάγοντα ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οδηγούσε με 65 χ.α.ω., δηλαδή κατά 15 χ.α.ω. υπεράνω του ορίου ταχύτητας που σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 στο σημείο του δυστυχήματος ήταν 50 χ.α.ω. Στο σημείο αυτό προτιμώ τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 από εκείνη του Ενάγοντα που ανεβάζει το όριο ταχύτητας σε 80 χ.α.ω. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 27.7.2002 και περί ώρα 20:45 ο Ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής DAD303 κατά μήκος της οδού Πόλης Χρυσοχούς - Πάφου με κατεύθυνση την Πάφο με ταχύτητα 65 χ.α.ω. Κατά τον ίδιο χρόνο η Εναγόμενη 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΗΚ974 στον ίδιο δρόμο αλλά με αντίθετη κατεύθυνση. Σε ένα ανηφορικό σημείο του δρόμου σύμφωνα με την κατεύθυνση της Εναγόμενης 1 που ο δρόμος χωριζόταν με συνεχή άσπρη γραμμή και ήταν πλησίον στροφής, η Εναγόμενη 1 στην προσπάθεια της να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του Ενάγοντα με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων στο σημείο Χ στο σχεδιάγραμμα και να τραυματιστεί ο Ενάγοντας και να υποστεί ζημιές. Η Εναγόμενη 1 ενώ βρισκόταν στο στάδιο προσπεράσματος και μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του Ενάγοντα, χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου της στην προσπάθεια της να αποφύγει τη σύγκρουση αφήνοντας τα ίχνη τροχοπέδησης Α2 και Α3 στο σχεδιάγραμμα μήκους 15.10 μέτρων και 8.60 μέτρων αντίστοιχα. Μετά τη σύγκρουση των δυο αυτοκινήτων που περιγράφηκε πιο πάνω, το αυτοκίνητο του Ενάγοντα συγκρούστηκε στο σημείο Χ1 με το όχημα που προσπαθούσε να προσπεράσει η Εναγόμενη 1. Από την κατεύθυνση που ερχόταν ο Ενάγοντας μέχρι το σημείο Χ υπήρχε ορατότητα 40 μέτρων ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση 50 μέτρα. Ο Ενάγοντας πρόσεξε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 μόνο όταν πλησίασε στα 8 μέτρα και δεν έλαβε κανένα μέτρο να αποφύγει τη σύγκρουση. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα υπήρχε ασφάλτινη προέκταση πλάτους 1 μέτρου και αμέσως μετά χρησιμοποιήσιμο παγκέτο πλάτους 1.20 μέτρων. Και τα δυο αυτοκίνητα είχαν αναμμένα τα φώτα τους κατά τον ουσιώδη χρόνο και το όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο του δρόμου ήταν 50 χ.α.ω. Είναι φανερό ότι η κύρια γενεσιουργός αιτία της πρόκλησης του δυστυχήματος υπήρξε η οδική συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 που ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου του Ενάγοντα το οποίο οδηγείτο κανονικά στην πλευρά του. Σίγουρα με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, η Εναγόμενη 1 υπήρξε αμελής η οποία στην προσπάθειά της να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα και σε σημείο του δρόμου που απαγορευόταν τέτοια ενέργεια, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αφού πέρασε τη συνεχή άσπρη γραμμή στο κέντρο του δρόμου με αποτέλεσμα να αποκόψει την ελεύθερη πορεία του Ενάγοντα. [Βλ. Λοΐζου v. Στυλιανού κ. ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 85]. Ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 αναγνώρισε ότι η πελάτισσά του υπήρξε οπωσδήποτε ένοχη αμέλειας. Ωστόσο, κάλεσε το Δικαστήριο να καταλογίσει μέρος της ευθύνης για το δυστύχημα στον Ενάγοντα. Είναι γεγονός ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με κάπως ψηλότερη ταχύτητα από το επιτρεπόμενο όριο. Η ταχύτητα από μόνη της δεν συνιστά αμέλεια. [Βλ. Τσολιά v. Χριστοφίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 730 και Περικλέους v. Γεωργίου & Άλλου
(2005)1 Α.Α.Δ. 80]. Όμως αυτή εξετάζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών του δυστυχήματος για να κριθεί αν η ταχύτητα συνέδραμε στην πρόκλησή του. Ο Ενάγοντας σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρόσεξε την Εναγόμενη 1 όταν αυτή ήταν σε απόσταση μόλις 8 μέτρων ενώ η ορατότητά του μπροστά του επεκτεινόταν σε 40 μέτρα. Αν είχε επαρκή εποπτεία στο δρόμο και αντιλαμβάνετο την παρουσία της Εναγόμενης 1 από τα 40 μέτρα απ΄ ότι στα 8 μέτρα θα είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τον κίνδυνο, είτε χρησιμοποιώντας τα φρένα του αυτοκινήτου του, είτε κάνοντας ελιγμό να αποφύγει τη σύγκρουση. Αντίθετα δεν έκαμε τίποτε για να αποφύγει τη σύγκρουση. Δεν ήταν ασφαλώς η περίπτωση που βρέθηκε ξαφνικά με κίνδυνο μη εμφανή. Είχε αρκετή ορατότητα και συνεπώς, περιθώριο χρόνου να λάβει μέτρα γι΄ αποφυγή της σύγκρουσης ή έστω μείωσης της σφοδρότητάς της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και η ταχύτητά του Ενάγοντα σε συνδυασμό με τις πιο πάνω παραλείψεις ή ενέργειες του έχει αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του δυστυχήματος. Κατά συνέπεια βρίσκω ότι ο Ενάγοντας ευθύνεται σε ποσοστό 15% για το δυστύχημα ενώ η Εναγόμενη 1 κατά 85%. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το θέμα των αποζημιώσεων που δικαιούται ο Ενάγοντας. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις με βάση τα παραδεκτά γεγονότα ο Ενάγοντας δικαιούται επί πλήρους ευθύνης στο ποσό των €12,083.95, δηλαδή ΛΚ4,500 (€6,830) για την αξία του αυτοκινήτου, €85.43 για την αστυνομική έκθεση, €5.125,80 απώλεια απολαβών μέχρι τις 31.12.2002 και τέλος €42.72 για τη λήψη της ιατρικής έκθεσης του Νοσοκομείου. Όσον αφορά τις γενικές αποζημιώσεις, με βάση την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε και αναφέρεται στις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα από το δυστύχημα, κρίνω ότι ο Ενάγοντας υπέστη τις κάτωθι κακώσεις και ταλαιπωρία σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 3, 5 και 6) που κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους.
  1. Κάκωση αυχενικής μοίρας.
  2. Μυϊκή σύσπαση αυχένος και ωμικής ζώνης.
  3. Θλάση στερνοκλειδικής άρθρωσης.
  4. Κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
  5. Ευθιασμός αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης.
  6. Μειωμένη και επώδυνη κίνηση αυχένος. Αρχικά ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 29.7.02 στην Εντατική Μονάδα για την κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περαιτέρω μετατραυματική θεραπεία μέχρι τις 5.8.
  7. Του δόθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 31.12.2002 και κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Σε μαγνητική τομογραφία που υποβλήθηκε στις 23.6.2003 διαπιστώθηκαν μικρές ανωμαλίες μεταξύ των σπονδύλων C3 και C4, C4 και C5 και C6 και C7 ενώ μεταξύ C5 και C6 παρουσιάζεται πρόπτωση του μεσοσπονδυλίου δίσκου χωρίς πίεση επί του νωτιαίου μυελού η διαταραχή άλλων νευρικών στοιχείων (βλ. Τεκμήριο 5). Η πρόπτωση αυτή στις 8.5.04 που εξετάστηκε ο Ενάγοντας από τον ιατρό Μιχαλάκη Σπύρου προκαλούσε αδυναμία στο αριστερό του χέρι (βλ. Τεκμήριο 6). Γενικά από τον τρόπο που έδινε μαρτυρία ο Ενάγοντας ήταν φανερή η υπερβολικότητα του σε ότι αφορά τον τραυματισμό του κατά το δυστύχημα και τα κατάλοιπα του. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 και η ιατρική του έκθεση (Τεκμήριο 7) παρουσιάζουν μια λογικότερη εικόνα για τη σημερινή κατάσταση του Ενάγοντα. Ο Μ.Υ.1 εξέτασε τον Ενάγοντα στις 26.3.2007 δηλαδή πολύ πιο πρόσφατα απ' ότι οι άλλοι ιατροί τα πιστοποιητικά των οποίων κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήρια 3, 5 και
  8. Η ιατρική έκθεση του ιατρού Μιχαλάκη Σπύρου φέρει ημερομηνία 8.5.2004, του ιατρού Διαμαντή 23.6.2003 και του ιατρού Μαξουτλού 24.3.
  9. Στην ιατρική του έκθεση (Τεκμήριο 7) ο Μ.Υ.1 επεξηγεί πλήρως την εξέταση που έκαμε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε. Τα ίδια επανέλαβε και κατά τη μαρτυρία του. Για τα κατάλοιπα του τραυματισμού του έδωσε μαρτυρία ουσιαστικά μόνο ο Ενάγοντας η οποία όμως δεν υποστηρίζεται από ιατρική μαρτυρία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και στη μαρτυρία του ο Ενάγοντας ανάφερε ότι μέχρι και πριν 5 - 6 μήνες εξετάστηκε από τον ιατρό Φούρναρη που είναι νευρολόγος, για τον πόνο και άγχος που νοιώθει λόγω του τραυματισμού του, δεν φρόντισε να τον καλέσει ως μάρτυρα να επιβεβαιώσει τη θέση του αυτή. Ο Ενάγοντας πρόβαλε τον ισχυρισμό κατά τη μαρτυρία του ότι απώλεσε τις αισθήσεις του κατά το δυστύχημα, θέση με την οποία διαφώνησε ο Μ.Υ.
  10. Τέτοιο θέμα όμως δεν μπορεί να εξεταστεί εφόσον δεν εγείρεται στα δικόγραφα (βλ. Κοφτερού ν. Παναγίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2147). Επίσης δεν έχω καμιά μαρτυρία ενώπιον μου σε τι συνίστατο η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3, εκτός από τη γενική αναφορά του Μ.Υ.1 ότι αυτή δεν προκάλεσε οποιοδήποτε ενδοκρανιακό τραυματισμό. Σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση του Ενάγοντα σύμφωνα με το Μ.Υ.1, στις 26.3.07 που εξέτασε τον Ενάγοντα η κινητικότητα του αυχένα βρισκόταν σε φυσιολογικό εύρος, δεν διαπίστωσε μυϊκό σπασμό των παρασπονδυλίων μυών, η λειτουργικότητα των αρθρώσεων των άκρων ήταν φυσιολογική, απουσίαζε μυϊκή ατροφία, η κινητικότητα των δακτύλων των χεριών ήταν φυσιολογική, απουσίαζε νευρολογική σημειολογία και υπήρχε φυσιολογική λειτουργικότητα του νευροαγγειακού συστήματος των άκρων. Για τα αμέσως πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Από τη μαρτυρία του Ενάγοντα διαφάνηκε ότι διεξάγει σήμερα το επάγγελμα του δασοπυροσβέστη με απολαβές €1.300 με €1.400 το μήνα, που είναι μεγαλύτερες από εκείνες που έπαιρνε πριν το δυστύχημα που σύμφωνα με τη μαρτυρία του ήταν €282 με €290 τη βδομάδα, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του £160 τη βδομάδα, δηλαδή €273.38 και σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ήταν £600 δηλαδή €1.025,16 το μήνα. Ο Ενάγοντας υποστήριξε κατά τη μαρτυρία του ότι λόγω των καταλοίπων του τραυματισμού του δεν ήταν σε θέση να διεξάγει την εργασία που έκαμνε προηγουμένως γι΄ αυτό αναγκάστηκε μετά το δυστύχημα να αλλάξει διάφορες δουλειές μέχρι να καταλήξει σε αυτή του δασοπυροσβέστη. Εκτός του ότι αυτή η θέση του Ενάγοντα δεν υποστηρίζεται από ιατρική μαρτυρία δεν φρόντισε να φέρει ως μάρτυρα έστω και ένα εργοδότη του από τις εργασίες στις οποίες έκαμε αναφορά και παραιτήθηκε λόγω δήθεν δυσχερειών στη διεκπεραίωση των καθηκόντων του. Έχοντας όμως κατά νου την όλη μαρτυρία ενώπιον μου, η ισχυριζόμενη από τον Ενάγοντα αλλαγή διαφόρων εργασιών μέχρι να καταλήξει σε αυτή του δασοπυροσβέστη, δεν βρίσκω να οφείλεται στον τραυματισμό του από το δυστύχημα αλλά σε άλλους παράγοντες άσχετους με αυτό. Μείζον θέμα κατά τη δίκη αποτέλεσε το κατά πόσο η πρόπτωση του μεσοσπονδυλίου δίσκου μεταξύ πέμπτου και έκτου αυχενικού σπονδύλου οφειλόταν στο δυστύχημα και δεν ήταν προϋπάρχουσα κατάσταση. Εξετάζοντας πολύ προσεκτικά τη μαρτυρία, ο Μ.Υ.1 γενικά μου φάνηκε ειλικρινής, ήταν ενδελεχής και δικαιολόγησε πλήρως το κάθε εύρημα του. Επεξήγησε με το καλύτερο δυνατό τρόπο γιατί αποκλείει την πιθανότητα η πρόπτωση του μεσοσπονδυλίου δίσκου που παρατήρησε στον Ενάγοντα να οφειλόταν στο δυστύχημα. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει αναξιόπιστο κάτι που έκαμε άλλο Δικαστήριο σε άλλη υπόθεση στην οποία ο ίδιος γιατρός ήταν μάρτυρας. Δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τέτοιο θέμα γιατί δεν βλέπω με ποιο τρόπο η τυχόν αρνητική αξιολόγηση ενός μάρτυρα από άλλο Δικαστήριο σε άλλη διαδικασία είναι δυνατό να επηρεάσει την αξιόπιστη εικόνα που έδωσε ο ίδιος μάρτυρας στο παρόν Δικαστήριο. Από την άλλη δεν βλέπω να υπάρχει διαφωνία μεταξύ του Μ.Υ.1 και του ιατρού Σπύρου επειδή στην ιατρική του έκθεση ο ιατρός Σπύρου αναφέρει ότι στις 8.5.2004 ο Ενάγοντας παρουσίαζε πρόπτωση δίσκου Α5-Α6 μετά από τροχαίο ατύχημα. Η δήλωση του αυτή σαφώς δεν μπορεί να αναφέρεται στην διάγνωση τραυματικής δισκοπάθειας. Έχοντας κατά νου ότι το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων για να μπορέσει να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα, για όλους τους λόγους που ανάφερα ανωτέρω, από τη διϊστάμενη μαρτυρία του Ενάγοντα και του Μ.Υ.1 προτιμώ τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 όπου υπάρχει διαφωνία με τις θέσεις του Ενάγοντα. Συνεπώς είναι εύρημα μου ότι η δισκοπάθεια που παρατηρήθηκε στον Ενάγοντα δεν οφείλεται στο δυστύχημα αλλά το δυστύχημα ευθύνεται για την έξαρση των συμπτωμάτων της για ένα χρονικό διάστημα λόγω του τραυματισμού των μαλακών μορίων στον αυχένα, όσο δηλαδή διάρκεσε η αναρρωτική άδεια που του δόθηκε μέχρι να επανέλθει στο στάδιο της ηρεμίας. Εξού και υπήρξε παράταση της αναρρωτικής άδειας που δόθηκε στον Ενάγοντα μέχρι τις 31.12.2002. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, ο Ενάγοντας κρίνεται ότι υπήρξε υπερβολικός στη περιγραφή της σημερινής του κατάστασης και η εντύπωση που σχημάτισε το Δικαστήριο γι' αυτό το μέρος της μαρτυρίας του τεκμηριώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΥ1. Δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρχε ή υπάρχει σήμερα οποιαδήποτε αδυναμία του Ενάγοντα να εργαστεί λόγω του τραυματισμού του ούτε και ο Ενάγοντας έπεισε το Δικαστήριο για τέτοια αδυναμία ή για την ανάγκη μελλοντικής εγχείρησης που εξάλλου δεν υποστηρίζονται από ιατρική μαρτυρία. Είναι κατάληξη μου ότι υπάρχει σήμερα πλήρης ικανοποιητική αποκατάσταση των τραυμάτων του Ενάγοντα και απουσιάζει οποιασδήποτε μορφής λειτουργικό κατάλοιπο. Κατά συνέπεια η αξίωση του για απώλεια απολαβών πέραν από εκείνες που έχουν συμφωνηθεί και είναι μέρος των ειδικών αποζημιώσεων απορρίπτεται ως αβάσιμη και μη αποδειχθείσα. Επιδίκαση οποιουδήποτε επιπλέον ποσού κάτω από αυτές τις συνθήκες θα ερχόταν σε ριζική αντίθεση με τον κανόνα που προβλέπει για αυστηρή απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων (βλ. Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126). Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου ο Ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει επίσης την ισχυριζόμενη ή οποιαδήποτε απώλεια εισοδημάτων από τις 8.5.2005 και μετέπειτα όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης του που εντάσσει στα πλαίσια των γενικών αποζημιώσεων, αλλ' ούτε και τυχόν ανικανότητα του για μελλοντική εργασία. Αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας ασκεί σήμερα το επάγγελμα του δασοπυροσβέστη με απολαβές €1.300 με €1.400 το μήνα, ψηλότερες μάλιστα από εκείνες που έπαιρνε πριν το δυστύχημα που ήταν £600 (€1.025,16) το μήνα, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα. Κατά συνέπεια κρίνω ότι εκείνο το οποίο δικαιούται είναι μόνο γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και ταλαιπωρία του λόγω των τραυμάτων που υπέστη και περιγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγων σαν συνέπεια του τραυματισμού του. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες, εύλογες και κοινωνικά αποδεκτές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του τραυματισθέντα χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 και Ανδρέου ν. Θεμιστοκλέους
(2004)1 Α.Α.Δ. 355). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Η απόδοση αποζημιώσεων δεν πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστον χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128 και Γεώργιος Ταμπούρα v. Κυριακής Κολάνη, Πολιτική Έφεση 222/06, ημερ. 17.4.2008). Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο αλλά παρέχουν καθοδήγηση γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Miller Rosa Maria κ.α. ν. Ute Petek
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2091, Σπύρου ν. Χ"Xαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 298 και G & L Calibers Ltd ν. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948). Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος. Με βάση τα ευρήματα μου ο Ενάγοντας υπέστη τραυματισμό μαλακών μορίων στον αυχένα μάλιστα σε προϋπάρχον έδαφος αυχενικής δισκοπάθειας μεταξύ 5ου και 6ου αυχενικού σπονδύλου. Ως αποτέλεσμα η αναρρωτική του άδεια παρατάθηκε μέχρι τις 31.12.2002 για να υπάρξει πλήρης αποκατάσταση. Είναι γνωστή η αρχή ότι ο αδικοπραγών ευθύνεται για την επιδείνωση υφιστάμενης κατάστασης (βλ. Symeonides v. Michaelides
(1969)1 A.A.Δ. 394 και Αριστείδου v. Παυλίδου
(1999)1 Α.Α.Δ. 2153). Έχω μελετήσει με προσοχή τις υποθέσεις στις οποίες έκαμαν αναφορά οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την αγόρευσή τους όσον αφορά το θέμα των γενικών αποζημιώσεων για παρόμοιους τραυματισμούς αλλά επίσης και σε άλλες υποθέσεις κατόπιν δικής μου έρευνας και τις σύγκρινα με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Αφού έλαβα υπόψη μου το είδος και τη φύση των κακώσεων που υπέστη ο Ενάγοντας, τη φύση και διάρκεια της θεραπείας του, το νεαρό της ηλικίας του, την έξαρση των συμπτωμάτων της δισκοπάθειας που παρέτεινε την αναρρωτική του άδεια και γενικά τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του, κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €12,000 θα αποτελούσε για τη περίπτωση του δίκαιη και λογική αποζημίωση επί πλήρους ευθύνης. Έχοντας κατά νου τον καταμερισμό ευθύνης για το δυστύχημα, ο Ενάγοντας δικαιούται συνολικά σε €20,471,35 (δηλαδή €10,200 ως γενικές αποζημιώσεις και €10,271.35 ως ειδικές αποζημιώσεις). Παρέμεινε να εξεταστεί το θέμα του τόκου επί των αποζημιώσεων, στη βάση των αρχών που τέθηκαν από τη νομολογία (βλ. Στεφανή ν. Λαμπή
(1999)1 Α.Α.Δ. 1847, Θεοδούλου ν. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134, Στυλιανού ν. Μάτση κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1288 και Καμπούρης ν. Εταιρεία Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1246). Το θέμα του τόκου ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνεται δε συναφώς υπόψη και ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η αξίωση του Ενάγοντα. Από το φάκελο της υπόθεσης φαίνεται να υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της Απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης
  1. Για πρώτη φορά πρόβαλε τις αξιώσεις του εναντίον της Εναγόμενης 1 μόλις στις 23.6.2006 δηλαδή μετά 4 σχεδόν χρόνια του τραυματισμού του με την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του που έγινε μετά 14 μήνες από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή η απαίτηση του οποίου διευθετήθηκε πριν την έναρξη της ακρόασης. Για την καθυστέρηση αυτή δεν έδωσε καμιά δικαιολογία ο Δι΄ ανταπαιτήσεως Ενάγοντας. Συνεπώς δεν την κρίνω δικαιολογημένη έχοντας κατά νου και ότι τα τραύματα που υπέστη ο Ενάγοντας σε καμία περίπτωση δικαιολογούσαν το χρόνο που παρήλθε μέχρι τις 23.6.
  2. Επομένως κρίνω ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε τόκο 8% ετησίως επί των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται από τις 23.6.2006, ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του μέχρι και τις 14.10.2008 και από τις 15.10.2008 τόκο προς 5.5% ετησίως. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Δι΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα και εναντίον της Δι΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 για τα εξής ποσά: α) Για το ποσό των €10.200 γενικές αποζημιώσεις με τόκο 8% ετησίως από τις 23.6.2006 μέχρι και τις 14.10.2008 και 5.5% ετησίως από τις 15.10.2008 μέχρι τελείας αποπληρωμής. β) Για το ποσό των €10.271,35 ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από τις 23.6.2006 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ του Δι΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα και εναντίον της Δι΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη σχετική κλίμακα. (Υπ.) ................ Α. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.