← Κύπρος

Σπύρου Σάββα Πρωτοπαπά ν. Charris Betting Ltd κ.α., Αρ.Αγωγής:1125/06, 22.12.08

Σπύρου Σάββα Πρωτοπαπά ν. Charris Betting Ltd κ.α., Αρ.Αγωγής:1125/06, 22.12.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ.Αγωγής:1125/06 ΜΕΤΑΞΥ: Σπύρου Σάββα Πρωτοπαπά, απο το Κάτω Πύργο Ενάγοντα και

  1. Charris Betting Ltd, από τη Λάρνακα
  2. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, απο τη Λευκωσία Εναγόμενων Ημερομηνία: 22.12.08 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Χ. Φωτίου για κ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση κ. Μαυρέσης) Για τους Εναγόμενους 2 / Καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Νικολάου για κ. Λ. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του. Η αγωγή καταχωρήθηκε αρχικά εναντίον και των δύο Εναγομένων, εναντίον όμως της Εναγομένης 1 εταιρείας αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα στις 2.11.
  3. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Οι λόγοι ένστασης φαίνονται στο σώμα της Ένστασης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την Ένσταση αντίστοιχα. Μελέτησα με μεγάλη προσοχή τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι και υποστήριξαν τις θέσεις τους, όπως αυτές διατυπώνονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο Αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd

(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε (στην σελίδα 716) πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται σε αρχικό στάδιο, δηλαδή πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει εν τούτοις να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Αιτητής προσπαθώντας να δικαιολογήσει το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 τελεί υπό εκκαθάριση, καθώς και το ότι η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.10.000,00 σεντ έγινε από την Εναγόμενη 2 σε άγνωστο πρόσωπο ύστερα από απαίτηση του τελευταίου, το οποίο εμφανίσθηκε ενώπιον της με σφραγίδα στην οποία αναγραφόταν το όνομα της Εναγόμενης 1, περιήλθαν σε γνώση του κατά τις τελευταίες τρείς δικασίμους της υπόθεσης. Αυτές και όπως προκύπτει απο τον φάκελο της υπόθεσης ήταν οι δικάσιμοι της 8.5.08, της 28.5.08 και της 27.6.
  1. Ο ισχυρισμός, όμως, που προβάλλεται εκ μέρους του Αιτητή, ότι η διάλυση της Εναγόμενης 1 είναι κάτι το οποίο ο ενόρκως δηλών πληροφορήθηκε κατά τις τρεις τελευταίες δικασίμους, διαψεύδεται και καταρρίπτεται, απο τα όσα περιέχονται στα ίδια τα πρακτικά της υπόθεσης και, ιδιαίτερα, στο πρακτικό ημερομηνίας 2.11.
  2. Όπως προκύπτει απο το συγκεκριμένο πρακτικό, κατά την ημερομηνία αυτή, ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε για τον Ενάγοντα, απέσυρε την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 ανεπιφύλακτα, γιατί, σύμφωνα με την δήλωση του, η οποία είναι καταγραμμένη στο εν λόγω πρακτικό, αυτή είχε διαλυθεί. Είναι γι' αυτό προφανές ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς αιτιολόγηση του αιτήματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού όπως προκύπτει από το εν λόγω πρακτικό, αυτός δεν συνάδει με τις δηλώσεις του συνηγόρου που εμφανίσθηκε για τον Αιτητή κατά την διαδικασία της 2.11.06, αλλά, αντίθετα, διαψεύδεται και καταρρίπτεται από αυτό. Η προβολή του ισχυρισμού για την ημερομηνία που δήθεν ο ενόρκως δηλών πληροφορήθηκε τα πιο πάνω και η διάψευσή του από την δήλωση του συνηγόρου που εμφανίσθηκε για τον Αιτητή και η οποία, όπως προαναφέρεται, καταγράφεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.11.06, καταρρίπτει όχι μόνο τον ισχυρισμό, που προβλήθηκε εκ μέρους του Αιτητή, αλλά και την γνησιότητα των προθέσεων του και την καλή του πίστη. Η εκ μέρους του Αιτητή προβολή αναληθούς ισχυρισμού, καταδεικνύει κακοπιστία εκ μέρους του, λόγος που προβάλλεται απο τους Καθ' ων η αίτηση ως λόγος ένστασης και ως λόγος για τον οποίο Καθ' ων η αίτηση ζητούν απόρριψη της αίτησης. Στο σύγγραμμα Annual Practice του 1953, σελίδα 456, αναφέρεται, ότι όταν υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η αίτηση δεν έγινε καλόπιστα υπάρχει δυσκολία στην έγκριση του αιτήματος: «There will be difficulty, however, where there is ground for believing that the application is not made in good faith». Kαι πιο κάτω, στη σελίδα 458 του ιδίου συγράμματος׃ «Dishonest Application- In Lawrence v. Norreys, 39 Ch. D. 213, the Divisional Court was not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment: see judgment of Stirling, J. p. 221; and of Bowen, L.J. p.
  3. It therefore refused leave to amend, and dismissed the action. The plaintiff then brought an action in Ch. D., in which the proposed amendments were set out more fully in the statement of claim, and this action was subsequently dismissed as being an abuse of the process of the Court (15 App. Cas. 210) Σε μετάφραση: «Ανειλικρινής αίτηση - Στην Lawrence v. Norreys, 39 Ch. D. 213 το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ως προς την γνησιότητα και την ουσιαστικότητα της αιτούμενης τροποποίησης: βλ. την απόφαση του Δικαστή Stirling, σελ. 21 και του Αρχιδικαστή Bowen, σελ.
  4. Συνεπώς, αρνήθηκε άδεια για τροποποίηση και απέρριψε την αίτηση. Ακολούθως ο ενάγων κίνησε αγωγή στο Ch. D., όπου οι αιτούμενες τροποποιήσεις εκτέθηκαν πιο διεξοδικά στην Έκθεση Απαίτησης και η αγωγή αυτή απερρίφθη σε μεταγενέστερο στάδιο ως καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου (15 App. Cas. 210)». Και στην παρούσα υπόθεση, υπάρχει λόγος, ο οποίος καταδεικνύει, ότι η υπό κρίση αίτηση δεν έγινε καλόπιστα. Η δικαιολογία που έχει προβληθεί, καταρρίπτεται από την ίδια την δήλωση του συνηγόρου του Αιτητή, όπως αυτή έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2.11.
  5. Το στοιχείο αυτό, θεωρώ, πως είναι ουσιαστικής σημασίας για την τύχη της αίτησης, αφού καταδεικνύει, ότι ο Αιτητής δεν είναι ούτε γνήσιος στο αίτημα που προβάλλει, αλλά ούτε και καλόπιστος. H απόκρυψη από αυτόν της πραγματικής ημερομηνίας κατά την οποία πληροφορήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 είχε διαλυθεί και η προβολή στο Δικαστήριο μιας άλλης ημερομηνίας για το εν λόγω γεγονός, που δεν μπορεί να είναι ούτε ορθή ούτε και αληθής, είναι τέτοια που αφήνουν τον Αιτητή εκτεθειμένο, καταβαραθρώνουν την ειλικρίνεια του και καθορίζουν δραματικά την τύχη της αίτησης. Όσον δε αφορά τον επιπρόσθετο ισχυρισμό που με την υπό κρίση επιχειρείται να εισαχθεί, ότι, δηλαδή, το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 σεντ πληρώθηκε σε άγνωστο πρόσωπο, για τον ίδιο λόγο όπως και προηγουμένως κρίνω αβάσιμο τον λόγο, που προβλήθηκε προς αιτιολόγησή του. Όπως και ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκό του δήλωση, που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ήταν αδύνατο να απαιτηθεί η πληρωμή από εκπρόσωπο της Εναγόμενης 1, μιας και η τελευταία κατά τον χρόνο της πληρωμής τελούσε υπό εκκαθάριση. Ήταν, επομένως, πρόδηλο στον Αιτητή αν όχι πριν τις 2.11.06, τουλάχιστον από την πιο πάνω ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε η άδεια για απόσυρση της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1, ότι η απαίτηση πληρωμής είχε γίνει από πρόσωπο, που δεν ήταν εκπρόσωπος της Εναγόμενης 1, ομοίως δε και η πληρωμή. Ποιο, δηλαδή, είναι το στοιχείο, που ο ενόρκως δηλών, χαρακτηρίζει ως νέο και για το οποίο δικαιολογείται η τροποποίηση; Ότι το πρόσωπο αυτό ήταν άγνωστο; Επομένως, δεν μπορώ να δεχθώ, ότι το πιο πάνω γεγονός υπέπεσε στην αντίληψη του Αιτητή κατά τις πιο πάνω δικασίμους, όπως ισχυρίζεται. Η ύπαρξή του ήταν έκδηλη και προφανής στον Αιτητή πολύ πιο πριν. Η έλλειψη καλής πίστης του Αιτητή είναι και στο σημείο τούτο εμφανής. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.3.06 και η υπό κρίση αίτηση στις 11.9.08, ήτοι δυόμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και δύο σχεδόν χρόνια από τότε που ζητήθηκε η άδεια του Δικαστηρίου για απόσυρση της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης
  6. Σύμφωνα με την Νομολογία η καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όμως, είναι αναγκαία η προβολή εξήγησης ή λόγου που να την δικαιολογεί. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607 αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης απορρίφθηκε ένεκα, μεταξύ άλλων, της απουσίας οποιασδήποτε ικανοποιητικής αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή του. Καμιά εξήγηση δεν παρασχέθηκε ως προς το γιατί η Υπεράσπιση δεν είχε προβληθεί εξ' αρχής ή σε προγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση United Sea Tranport Co Ltd and Another v. Zakou
(1980)1 CLR 510 το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για άδεια για τροποποίηση δικογράφου για την διόρθωση λάθους η ύπαρξη του οποίου ήταν έκδηλη πολύ πριν ζητηθεί η τροποποίηση. Όπου δε η καθυστέρηση συναρτάται με την έλλειψη καλής πίστης, η οποία εκ προοιμίου καθιστά την καθυστέρηση αδικαιολόγητη, ο παράγοντας χρόνος αποτελεί παράγοντα που δεν συνηγορεί με αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση. Σχετικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω υπόθεση ειπώθηκε, ότι η σημασία της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560 το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε πως ο παράγοντας χρόνος αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, αφού, κατ' ουσία, την συνάρτησε με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε την καθυστέρηση αδικαιολόγητη. Προκύπτει, σαφώς, από τα πιο πάνω, ότι η έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους του Αιτητή, που διαπίστωσα ότι υπάρχει, καθιστά την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ως παράγοντα που δεν συνηγορεί με την αποδοχή του. Τέλος, ένας άλλος λόγος που συνηγορεί με την μη αποδοχή του αιτήματος είναι, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιζητείται η εισαγωγή στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμών, οι οποίοι δεν συνάδουν και αντιβαίνουν της παραγράφου
  1. Καθότι ενώ με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή του ισχυρισμού, ότι η απαίτηση για την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.10.000,00 σεντ, όπως και, τελικά, η πληρωμή του έγινε σε πρόσωπο που δεν ήταν εκπρόσωπος της Εναγόμενης 1 κατά τον χρόνο της πληρωμής και, επομένως, όχι στην Εναγόμενη 1, εφόσον κατά τον πιο πάνω χρόνο αυτή είχε διαλυθεί, στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται, ότι η πληρωμή έγινε στην Εναγόμενη
  2. Είναι σαφές από την παράγραφο 8Α, που επιχειρείται να εισαχθεί, ότι το πρόσωπο που απαίτησε την πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00 σεντ και το οποίο έλαβε, τελικά, το πιο πάνω ποσό παρουσιάσθηκε ως εκπρόσωπος της Εναγόμενης 1, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Και πώς θα μπορούσε να είναι, αφού η Εναγόμενη 1 κατά τον χρόνο της πληρωμής είχε ήδη διαλυθεί. Η ουσία είναι ότι το εν λόγω ποσό δεν πληρώθηκε στην Εναγόμενη
  3. Στην παράγραφο, όμως, 8 της Έκθεσης Απαίτησης ακριβώς το αντίθετο είναι αυτό που αναφέρεται. Ανεξαρτήτως των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί η τελευταία πιο πάνω επισήμανση του Δικαστηρίου αποτελεί από μόνη της επιπρόσθετο λόγο για απόρριψη του αιτήματος. Είναι αντινομικό με τροποποίηση να επιτρέπεται η εισαγωγή ισχυρισμών, που όχι μόνο δεν συνάδουν με τους ήδη υφιστάμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, αλλά και τους αντιβαίνουν. Συν τοις άλλοις, έγκριση του αιτήματος κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, ήτοι μετά από την σημειωθείσα καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, θα δημιουργούσε ζήτημα σε σχέση με το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο. Εν' όψει της κατάληξής μου δεν θεωρώ σκόπιμο να σχολιάσω τους λοιπούς λόγους ένστασης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............................................ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.