← Κύπρος

CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1051/06, 29.12.08

CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1051/06, 29.12.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1051/06 ΜΕΤΑΞΥ: CHEESELINE LTD Εναγόντων και ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόμενων Ημερομηνία: 29.12.08 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Ζύμπηλος Για τους Εναγόμενους: κα Μύρια Αγαθοκλέους για κ.κ. Μ. Σπανό & Σία (κα Μίτλεττον για να ακούσει απόφαση) ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους:

  1. «Λ.Κ.6.851,84 σεντ ως ποσό οφειλόμενο υπό των Εναγόμενων δυνάμει τιμολογίων και/ή επιταγών και/ή χρεωστικού λογαριασμού και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο διά πώληση και παράδοση εμπορευμάτων σύμφωνα με τις οδηγίες και/ή τη παρακλήσει των Εναγόμενων και/ή ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας και/ή άλλως πως
  2. Λ.Κ.631,72 σεντ δεδουλευμένους τόκους προς 8% επί εκάστου τιμολογίου ως αναφέρεται αναλυτικά στην παράγραφο 5 πιο κάτω μέχρι την 17.1.06 και νόμιμο τόκο επί του υπολοίπου των Λ.Κ.1.313,69
  3. Διαζευκτικά νόμιμο τόκο επί του ποσού των Λ.Κ.6.851,84
  4. Έξοδα, έξοδα επίδοσης πλέον 15% ΦΠΑ». Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εμπορία και/ή πώληση τροφίμων και/ή τυριών και/ή άλλων συναφών ειδών. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με την κατασκευή, ψήσιμο και εμπορία αλλαντικών ειδών, έτοιμων φαγητών και άλλων ειδών τροφίμων. Ήταν δε πελάτες των Εναγόντων, αφού οι τελευταίοι πωλούσαν στους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι αγόραζαν από τους Ενάγοντες διάφορα είδη τροφίμων και/ή τυριών και/ή άλλων συναφών ειδών σε συμφωνημένες και/ή λογικές τιμές δυνάμει σχετικών μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών και/ή σύμφωνα με τις οδηγίες και/ή την παραγγελία και/ή τη παρακλήσει των Εναγόμενων. Σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείτο οι Ενάγοντες με την παράδοση των εμπορευμάτων εξέδιδαν επ' ονόματι των Εναγόμενων και/ή παρέδιδαν και/ή απέστελλαν στους Εναγόμενους σχετικά τιμολόγια για τα παραγγελθέντα και/ή πωληθέντα εμπορεύματα, τα οποία οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποί τους υπέγραφαν και/ή παρελάμβαναν και/ή αποδέχονταν. Οι Ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι των Εναγόμενων εμπορικό λογαριασμό στον οποίο οι Εναγόμενοι χρεώνονταν με την συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αξία των εμπορευμάτων που παρελάμβαναν και/ή αγόραζαν από τους Ενάγοντες και πιστώνονταν με οποιεσδήποτε πληρωμές έκαναν. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών και/ή η σύνηθης πρακτική ότι τα οφειλόμενα υπό των Εναγόμενων ποσά θα εξοφλούνταν τη απαιτήσει των Εναγόντων και/ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Σύμφωνα με τον υπό των Εναγόντων ως άνω τηρηθέντα λογαριασμό οι Εναγόμενοι κατά ή περί την 26.6.05 όφειλαν προς τους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.6.851,84 σεντ. Το πιο πάνω ποσό περιλαμβάνει την αξία 10 συγκεκριμένων τιμολογίων συνολικής αξίας Λ.Κ.5.538,15 σεντ, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν μεταξύ των μηνών Ιουλίου 2004 και Σεπτεμβρίου του
  5. Το παλαιότερο από αυτά φέρει ημερομηνία 7.7.04, το δε πιο πρόσφατο 21.9.
  6. Το ποσό των Λ.Κ.631,72 σεντ που αξιώνεται με την αγωγή είναι οι δεδουλευμένοι τόκοι επί των πιο πάνω αναφερόμενων τιμολογίων μέχρι την 17.1.
  7. Οι Εναγόμενοι αν και αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν τις πιο πάνω οφειλές τους αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να ξοφλήσουν τούτες παρόλο που κλήθηκαν πολλές φορές να πράξουν τούτο τόσο προφορικά όσο και γραπτά με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 18.1.
  8. Οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπισή τους παραδέχονται την νομική σύσταση τόσο των πελατών τους όσο και των Εναγόντων. Παραδέχονται, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι ασχολούνται μόνο με την εμπορία αλλαντικών ειδών. Είναι, επίσης, η θέση τους, ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες των Εναγόντων και ότι οι τελευταίοι διατηρούσαν εμπορικό λογαριασμό για τις μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες και/ή συναλλαγές. Παραδέχονται, επίσης, ότι δυνάμει του εν λόγω λογαριασμού οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες κάποιο ποσό. Το ποσό, όμως, αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο του αξιούμενου. Αναφορικά με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης τιμολόγια, οι Εναγόμενοι αρνούνται, ότι τα οφείλουν. Είναι ισχυρισμός τους, ότι αυτά έχουν ξοφληθεί από τους Εναγόμενους δυνάμει των πληρωμών στις οποίες οι τελευταίοι προέβαιναν κατά καιρούς. Εν πάση περιπτώσει οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι κακώς οι Ενάγοντες βάσισαν την αγωγή τους και/ή διεκδικούν τα αξιώμενα ποσά στη βάση των εν λόγω τιμολογίων, αφού οι Εναγόμενοι δεν πλήρωναν έναντι μεμονωμένων τιμολογίων, αλλά πάντοτε έναντι του υπό των Εναγόντων τηρηθέντος λογαριασμού. Η βάση της αγωγής τους θα έπρεπε ως εκ τούτου να είναι ο λογαριασμός και όχι μεμονωμένα τιμολόγια. Τέλος, οι Εναγόμενοι αρνούνται, ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται τόκο προς 8% ετησίως και/ή οποιοδήποτε ποσοστό επιτοκίου. Με την Απάντησή τους οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην Υπεράσπιση στον βαθμό που αυτοί είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Ισχυρίζονται δε, ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού των Εναγόντων προέρχεται από απλήρωτα τιμολόγια, τα οποία οι Ενάγοντες είναι σε θέση να καθορίσουν. Εν πάση, όμως, περιπτώσει η απαίτηση των Εναγόντων είναι διαζευκτικά δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού και δυνάμει τιμολογίων. Τέλος, οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων περί τόκου. Είναι η θέση των Εναγόντων, ότι οι Εναγόμενοι παραλάμβαναν και υπέγραφαν τα σχετικά τιμολόγια χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν για την χρέωση του τόκου. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε μόνο ο Φώτης Κοτοπούλης, υπεύθυνος του λογιστηρίου των Εναγόντων από το έτος
  9. Η Υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τον πιο πάνω μάρτυρα ενόσω έδινε μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτός απάντησε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και, αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του μάρτυρα των Εναγόντων (από τώρα και στο εξής «ο μάρτυρας»). Όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε, είναι η θέση των Εναγόντων, όπως εμφαίνεται στην Έκθεση Απαίτησής τους και η οποία προωθήθηκε από τον μάρτυρα με την διά ζώσης μαρτυρία του, ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν λογαριασμό στο όνομα των Εναγόμενων με αριθμό 302235 στον οποίο χρέωναν τους Εναγόμενους με την συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αξία των εμπορευμάτων που οι τελευταίοι κάθε φορά παρελάμβαναν και αγόραζαν από τους Ενάγοντες, και πίστωναν τους Εναγόμενους για τις διάφορες πληρωμές που αυτοί έκαναν. Με την Έκθεση Απαίτησης δεν αξιώνεται μόνο το ποσό των τιμολογίων, που εκτίθενται στην παράγραφο 5 αυτής, αλλά το συνολικό ποσό των Λ.Κ.6.851,84 σεντ. Το συνολικό δε ποσό των πιο πάνω τιμολογίων εκ Λ.Κ.5.538,15 σεντ περιλαμβάνεται, όπως συνάγεται από την Έκθεση Απαίτησης, αλλά όπως επιβεβαιώθηκε και από τον μάρτυρα με την διά ζώσης μαρτυρία του, στο πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.6.851,84 σεντ, το οποίο με την αγωγή αξιώνεται ως υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού. Η εν λόγω κατάσταση κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3. Το υπόλοιπο, που εμφαίνεται σε αυτήν, ελέγχθηκε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, τόσο από το λογιστήριο των Εναγόντων όσο και από τους εξωτερικούς τους ελεγκτές. Είναι δε στην βάση της εν λόγω κατάστασης που ο μάρτυρας υποστήριξε, προωθώντας την θέση των Εναγόντων, ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν το αξιούμενο με την αγωγή ποσό των Λ.Κ.6.851,84 σεντ. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώνω, ότι η αξίωση των Εναγόντων δεν βασίζεται στα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - αλλά σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού. Στην υπόθεση Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 728 η απαίτηση των εφεσειόντων / εναγόντων ήταν για ποσό Λ.Κ.765,15 σεντ πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ήταν ισχυρισμός και εκδοχή των εφεσειόντων, οι οποίοι ασχολούνταν με την εμπορία υλικών οικοδομής και ξυλείας, ότι ο λογαριασμός τους με τους εφεσίβλητους, που ήταν πελάτες τους, παρουσίαζε το πιο πάνω ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο οι εφεσίβλητοι αρνούνταν να πληρώσουν. Η δε κατάσταση λογαριασμού βασιζόταν σε τρεις χρεώσεις που είχαν γίνει με βάση τρία τιμολόγια. Το Εφετείο έκρινε, ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε με βάση τα πιο πάνω δεδομένα διαπιστώσει, ότι η αξίωση των εφεσειόντων βασιζόταν σε κατάσταση λογαριασμού και όχι στα εκδοθέντα τιμολόγια. Η παρουσίαση των τιμολογίων αποτελούσε, σύμφωνα με το Εφετείο, απλά, μαρτυρία, που, αν ήταν αποδεκτή, θα έτεινε να αποδείξει την απαίτηση. Από την μαρτυρία του μάρτυρα διεφάνη καθαρά, ότι αυτός στερείτο προσωπικής γνώσης των συναλλαγών, που καταμαρτυρούνται στο Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με τον ίδιο οι παραγγελίες, που κάθε φορά γίνονταν από τους Εναγόμενους, λαμβάνονταν από την αποθήκη, η οποία εξέδιδε και τα σχετικά τιμολόγια εις τριπλούν: ένα ροζ, ένα κίτρινο και ένα άσπρο. Τα τιμολόγια που εκδίδονταν καταχωρούνταν στο λογισμικό σύστημα των Εναγόντων από πρόσωπο της αποθήκης, ήτοι του τμήματος παραγγελιών, που τα εξέδιδε και, έτσι, χρεωνόταν ο λογαριασμός των Εναγομένων. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του μάρτυρα, ότι οι χρεώσεις γινόντουσαν αυτόματα και μηχανογραφημένα στον αριθμό λογαριασμού των Εναγόμενων από της έκδοσης των τιμολογίων, δηλαδή, πριν ακόμα γίνει η φόρτωση του εμπορεύματος σε αυτοκίνητο των Εναγόντων για παράδοση του στους Εναγόμενους. Το κίτρινο αντίτυπο παρέμενε στην αποθήκη και χρησίμευε για σκοπούς ελέγχου του εμπορεύματος, το οποίο προοριζόταν για παράδοση στους Εναγόμενους, κατά την φόρτωση του στο αυτοκίνητο των Εναγόντων, με το οποίο γινόταν η διανομή, ενώ το ροζ επιστρεφόταν από τον διανομέα στην αποθήκη και ελέγχετο από τον αποθηκάριο και τον λογιστή της αποθήκης. Το άσπρο παραδίδετο στον διευθυντή των Εναγόμενων ή σε άλλο αντιπρόσωπο τους με την παράδοση των εμπορευμάτων. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν τμήμα παραγγελιών και τμήμα λογιστηρίου. Ο μάρτυρας εργαζόταν στο λογιστήριο των Εναγόντων από το έτος
  2. Από τα πιο πάνω είναι προφανές, ότι ο μάρτυρας καμία ανάμειξη δεν είχε στην έκδοση των τιμολογίων ή την καταχώρησή τους στο λογισμικό σύστημα των Εναγόντων, δηλαδή, στις χρεώσεις που γίνονταν. Ούτε και υποστήριξε, ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που λάμβανε τις πληρωμές στις οποίες κατά καιρούς προέβαιναν οι Εναγόμενοι. Στην υπόθεση A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 156 οι εφεσείοντες ήταν ταξιδιωτικοί και ναυτιλιακοί πράκτορες και οι εφεσίβλητοι ασχολούνταν με ταξιδιωτικές και τουριστικές επιχειρήσεις. Μεταξύ των διαδίκων υπήρξαν συναλλαγές μετά την διακοπή των οποίων είχε προκύψει η διαφορά, η οποία είχε αποτελέσει το αντικείμενο της πρωτόδικης διαδικασίας. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν και με την αγωγή τους αξίωναν, ότι παρέμεινε υπόλοιπο, το οποίο οι εφεσίβλητοι παρέλειψαν να τους καταβάλουν. Οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής και με την υπεράσπισή τους πρόβαλαν, ότι οι μεταξύ τους λογαριασμοί είχαν διακανονισθεί. Η μόνη μαρτυρία, η οποία προσάχθηκε, προς υποστήριξη της απαίτησης, προήλθε από λογιστή των εφεσειόντων, ο οποίος κατέθεσε, ότι σύμφωνα με την κατάσταση των δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων, όπως απεικονίζονταν στον λογαριασμό, τον οποίο οι εφεσείοντες τηρούσαν, διεφάνη, ότι οι εφεσίβλητοι όφειλαν το ποσό, το οποίο οι εφεσείοντες διεκδικούσαν με την απαίτησή τους. Ο ίδιος δεν είχε, όμως, προσωπική γνώση για τις συναλλαγές των διαδίκων, ούτε μπορούσε να επιμαρτυρήσει το υπαρκτό των γεγονότων, τα οποία αντανακλούνταν στους λογαριασμούς. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω της αποτυχίας των εφεσειόντων να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Στον βαθμό που οι λογαριασμοί αντανακλούσαν γεγονότα, η μαρτυρία του λογιστή για την ύπαρξή τους κρίθηκε απαράδεχτη ως εξ ακοής μαρτυρία. Με την έφεση προσβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δεν είχε αποδειχθεί η υπόθεση των εφεσειόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η έφεση κρίνεται ανεδαφική. Οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν. Ο λογιστής και ο μόνος μάρτυρας των εφεσειόντων, προς υποστήριξη της απαίτησής τους, δεν ήταν γνώστης των γεγονότων, τα οποία εμφανίζουν οι λογαριασμοί. Δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας το οποίο να αποδεικνύει την ύπαρξη της οφειλής των εφεσίβλητων προς τους εφεσείοντες. Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό ν. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041 - 29.5.1997). Στην προκείμενη περίπτωση το κενό στη θεμελίωση της αγωγής των εναγόντων άφησε την απαίτησή τους μετέωρη με αναπόφευκτο επακόλουθο την απόρριψή της». (Βλ., επίσης, Marketrends Insurance Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ και άλλοι
(2006)1 ΑΑΔ 734). Δεν μου διαφεύγει, ότι σύμφωνα με το άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε πολιτική διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(1)του ιδίου Νόμου: «Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, ο μάρτυρας δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην καταχώρηση στο λογισμικό σύστημα των Εναγόντων των χρεοπιστώσεων, που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 3, αλλά ούτε και προσωπική γνώση των συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων, των παραγγελιών και, γενικά, των χρεώσεων και των πιστώσεων που το εν λόγω τεκμήριο κατοπτρίζει. Κατ' επέκταση, δεν ήταν σε θέση να επιμαρτυρήσει το υπαρκτό των γεγονότων, τα οποία αντανακλούνται σε αυτό. Αυτός, απλά, εξήγησε ή ερμήνευσε στο Δικαστήριο την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε. Ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών, που καταμαρτυρούνται στο Τεκμήριο 3 επιβεβαιώνεται και από την δήλωσή του σύμφωνα με την οποία στο συμπέρασμα, ότι το Τεκμήριο 3 καταμαρτυρεί τις αληθινές μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές κατέληξε, αφού έλεγξε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τα τιμολόγια που είχε στην κατοχή του, τις αποδείξεις λογαριασμών και τις επιστροφές. Με άλλα λόγια, η πιο πάνω πεποίθησή του στηρίζεται, σύμφωνα με την πιο πάνω δήλωσή του, όχι στην προσωπική του γνώση, αλλά σε επαλήθευση τρόπον τινά, που ο ίδιος έκανε στην βάση των εγγράφων, που πιο πάνω αναφέρονται. Ενδεικτική είναι, πάντως, η τελική του θέση, την οποία εξεδήλωσε κατά την αντεξέταση, ότι το πραγματικό υπόλοιπο είναι κατά Λ.Κ.300,00 σεντ μικρότερο από αυτό που εμφαίνεται στο Τεκμήριο
  1. Σημειώνεται, ότι ήταν, αρχικά, η θέση του μάρτυρα, ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν το ποσό των Λ.Κ.6.851,84 σεντ, που εμφαίνεται στο Τεκμήριο
  2. Ο μάρτυρας ήταν κάθετος σε αυτόν του τον ισχυρισμό. Όταν, όμως, του παρουσιάσθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης απόδειξη πληρωμής με αριθμό 06045 ημερομηνίας 12.1.01 για ποσό Λ.Κ.300,00 σεντ (Τεκμήριο 7) παραδέχθηκε, ότι η εν λόγω απόδειξη δεν εμφαίνετο στο Τεκμήριο 3 και ότι η αντίστοιχη πληρωμή δεν είχε λογισθεί ως πίστωση, οπότε χωρίς δεύτερη σκέψη δέχθηκε, ότι το πραγματικό υπόλοιπο δεν είναι αυτό που αξιώνεται με την αγωγή, αλλά κατά Λ.Κ.300,00 σεντ μικρότερο και ότι από λάθος στο λογισμικό σύστημα των Εναγόντων δεν καταχωρήθηκε η πιο πάνω πληρωμή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω θεωρώ ανασφαλές να αποδεχθώ, αφενός, τον ισχυρισμό του μάρτυρα, ότι το Τεκμήριο 3 αντανακλά την πραγματική κατάσταση των χρεώσεων και των πιστώσεων, που αφορούν τους Εναγόμενους, αφετέρου, ότι το πραγματικό υπόλοιπο είναι αυτό που εμφαίνεται ως υπόλοιπο στο Τεκμήριο 3, έστω και μειωμένο κατά Λ.Κ.300,00 σεντ. Το κενό, που δημιουργείται με την έλλειψη προσωπικής γνώσης εκ μέρους του μάρτυρα είναι καθοριστικό για την τύχη της αγωγής, αφού το ενδεχόμενο κάποιες χρεώσεις ή πληρωμές να μην έχουν καταχωρηθεί στο λογισμικό σύστημα των Εναγόντων δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να αποκλεισθεί. Το πιο πάνω συμπέρασμά μου προδιαγράφει και την τύχη της αγωγής. Αναφορικά με τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - θα πρέπει να πω, πως αφ' ης στιγμής ο μάρτυρας, ο οποίος και τα κατέθεσε, δεν ήταν το πρόσωπο που τα εξέδωσε και δεν κλήθηκε να καταθέσει το πρόσωπο που τα συνέταξε και είχε προσωπική γνώση του περιεχομένου τους, αυτά συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία (Βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 728). Συναφώς, δεν μου διαφεύγει, ότι δεν υπάρχει καν ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης, ότι τα εμπορεύματα, που αναφέρονται στα εν λόγω τιμολόγια παραδόθηκαν από τους Ενάγοντες και λήφθηκαν από τους Εναγόμενους. Εν πάση περιπτώσει κρίνω, ότι αφ' ης στιγμής αποτελεί ισχυρισμό της Υπεράσπισης, ότι τα πιο πάνω τιμολόγια εξοφλήθηκαν, δεν τίθεται θέμα παράδοσης και παραλαβής του εμπορεύματος, που αυτά απεικονίζουν. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της Υπεράσπισης εμπερικλείει την θέση, ότι το εμπόρευμα, που αναφέρεται σε αυτά, παραδόθηκε από τους Ενάγοντες και λήφθηκε από τους Εναγόμενους. Παραδεκτά, όπως συνάγεται από την Υπεράσπιση, είναι και η αξία των εμπορευμάτων, που απεικονίζονται σε αυτά, όπως και η χρέωσή τους. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι τα επίδικα τιμολόγια ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους Εναγόμενους δεν προσθέτει τίποτε στην υπόθεση των Εναγόντων. Σημειώνεται, ότι άλλο πράγμα είναι να ισχυρίζεσαι, ότι ένα τιμολόγιο δεν αμφισβητείται και άλλο να ισχυρίζεσαι, ότι δεν αμφισβητείται η μη εξόφλησή του. Από την μαρτυρία του μάρτυρα δεν προκύπτει, ότι οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν ή δεν αμφισβήτησαν, ότι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - δεν ξοφλήθηκαν. Δεν μου διαφεύγει, βεβαίως, η τελική θέση του μάρτυρα, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε κατά την αντεξέταση, σύμφωνα με την οποία το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 συνιστά αμφισβήτηση των επίδικων τιμολογίων. Δεν θα συμφωνήσω με τον μάρτυρα, ούτε και με την γραμμή της Υπεράσπισης στο σημείο τούτο. Με το Τεκμήριο 2 απλά ζητείται από τους Εναγόμενους όπως οι Ενάγοντες παρουσιάσουν σε αυτούς τα απλήρωτα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, τιμολόγια. Δεν αμφισβητούν οι Εναγόμενοι μέσω αυτού την μη εξόφληση των τιμολογίων - Τεκμήρια 4 και
  1. Από την μαρτυρία του μάρτυρα, όμως, και δη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2, προκύπτει ξεκάθαρα, ότι οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού των Εναγόντων (Τεκμήριο 3). Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του μάρτυρα, ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους, όπως αυτό φαίνεται σε καθένα από τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - θα πρέπει να πω, πως ούτε αυτή η θέση προωθεί την υπόθεση των Εναγόντων. Καθότι διασαφηνίσθηκε από τον μάρτυρα κατά την αντεξέταση, ότι το υπόλοιπο που φαίνεται σε καθένα από αυτά δεν είναι το πραγματικό, αλλά μόνο ένα ενδεικτικό υπόλοιπο. Μόνο που το ενδεικτικό αυτό, σύμφωνα με τον μάρτυρα, υπόλοιπο είναι κατά πολύ διάφορο από το πραγματικό, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 και την υπό του μάρτυρα δοθείσα μαρτυρία. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω, ότι στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.5.189,60 σεντ, ενώ στο Τεκμήριο 3 ως υπόλοιπο κατά την ημερομηνία έκδοσης του πιο πάνω τεκμηρίου, ήτοι κατά την 7.7.04, αναφέρεται το ποσό των Λ.Κ.9.027,14 σεντ. Οι διαφορές στα υπόλοιπα μεταξύ των τιμολογίων του Τεκμηρίου 5 και των αντίστοιχων ημερομηνιών στο Τεκμήριο 3 είναι μικρότερες, δεν παύουν, όμως, να είναι εξίσου σημαντικές. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν δεχθώ την θέση του μάρτυρα, ότι οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους, όπως αυτό εμφαίνεται σε καθένα από τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - η θέση αυτή δεν αναιρεί υπό τις περιστάσεις την θέση που προβάλλεται με την Υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία οι Εναγόμενοι παραδέχονται, ότι οφείλουν κάποιο ποσό στους Ενάγοντες, όχι, όμως, το αξιώμενο με την αγωγή ποσό. Διερωτώμαι, όμως, και παράλληλα μου έκανε εντύπωση γιατί θεωρήθηκε η ανάγκη, όπως στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρονται συγκεκριμένα τιμολόγια, που, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, είχαν παραμείνει απλήρωτα και αντιστοιχούσαν, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε, σε μέρος του οφειλόμενου σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 υπολοίπου. Αφ' ης στιγμής τηρείτο κατάσταση λογαριασμού από τους Ενάγοντες στην οποία οι Εναγόμενοι χρεώνονταν με τις διάφορες χρεώσεις και πιστώνονταν με τις διάφορες πληρωμές τους, αφ' ης στιγμής αυτή παρουσιάσθηκε από τον μάρτυρα και έγινε τεκμήριο στην διαδικασία και στην βάση της ο μάρτυρας κατέθεσε προς απόδειξη της θέσης των Εναγόντων, ότι το οφειλόμενο από τους Εναγόμενους υπόλοιπο είναι αυτό, που αναφέρεται στην εν λόγω κατάσταση ποια η ανάγκη να προσδιορισθούν τα απλήρωτα, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, τιμολόγια; Ο πιο πάνω προβληματισμός μου ενισχύεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, που είναι επιστολή των ιδίων των Εναγόντων, υπογραμμένη από τον διευθύνων σύμβουλό τους, και η οποία απευθύνεται στους Εναγόμενους. Το κρίσιμο απόσπασμα από το εν λόγω τεκμήριο παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο (διατηρούνται η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης): «Το να απαιτείτε να σας παρουσιάσουμε ποια τιμολόγια είναι απλήρωτα τη στιγμή που γνωρίζετε ότι η πολιτική σας δεν ήταν να εξοφλείτε τιμολόγιο με τιμολόγιο αλλά να πληρώνετε έναντι λογαριασμού, εκλαμβάνετε εκ μέρους μας ως εμπαιγμός. Σας έχει επανειλημμένα σταλεί κατάσταση λογαριασμού από την οποία μπορείτε πολύ εύκολα να διαπιστώσετε τις οφειλές σας». Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί, ότι ο μάρτυρας δεν εξήγησε στο Δικαστήριο πώς κατέληξε στην θέση του, ότι από όλα εκείνα τα τιμολόγια που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 τα απλήρωτα είναι αυτά που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 και 5 και που αναφέρονται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Το μόνο που επί του προκειμένου ο μάρτυρας ανέφερε είναι, ότι τα εν λόγω τεκμήρια είναι τα απλήρωτα τιμολόγια, ότι το συνολικό ποσό των εν λόγω τιμολογίων αποτελεί μέρος του υπολοίπου που φαίνεται στο Τεκμήριο 3 και ότι το εν λόγω υπόλοιπο προκύπτει από το άθροισμα του συνολικού ποσού των αναφερομένων τιμολογίων, του υπολοίπου για το έτος 1999 εκ Λ.Κ.1.075,96 σεντ και ποσού εκ Λ.Κ.300,00 σεντ, το οποίο ο μάρτυρας δεν μπορούσε να εντοπίσει από πού προέκυπτε μέχρι που του επιδείχθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης η απόδειξη πληρωμής για ποσό Λ.Κ.300,00 σεντ - Τεκμήριο
  2. Το σημαντικότερο δε είναι, ότι, σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι Εναγόμενοι χρεώνονταν με την αξία των εμπορευμάτων που αγόραζαν και παραλάμβαναν από τους Ενάγοντες και πιστώνονταν με οποιεσδήποτε πληρωμές έκαναν. Οι πληρωμές αυτές λογίζονταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, έναντι του εκάστοτε υπολοίπου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την έννοια που ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε, ότι αποδίδεται από τους Ενάγοντες στον ορισμό «υπόλοιπο». Υπόλοιπο, σύμφωνα με τον μάρτυρα - ο όρος υποδηλώνεται στο Τεκμήριο 3 με την Αγγλική λέξη «Balance» - είναι το εκάστοτε υπόλοιπο που απορρέει από τις χρεώσεις αφαιρουμένων των πιστώσεων. Εν' όψει τούτου διερωτώμαι, πραγματικά, από πού προκύπτει ότι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - είναι απλήρωτα αφ' ης στιγμής μετά το τελευταίο χρονικά τιμολόγιο του Τεκμηρίου 5 και μέχρι την 26.6.05, που διεκόπη η συνεργασία με τους Εναγόμενους, εκδόθηκαν τιμολόγια το συνολικό ποσό των οποίων όχι μόνο εξισούται, αλλά και υπερβαίνει, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, το ποσό των Λ.Κ.5.538,15 σεντ. Το ερώτημα, που εύλογα αναφύεται είναι γιατί θα πρέπει να θεωρούνται απλήρωτα τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - και να θεωρούνται πληρωμένα τιμολόγια που εκδόθηκαν μεταγενέστερα και μέχρι την 26.6.
  3. Ο μάρτυρας δεν επεξήγησε στο Δικαστήριο. Προσωπικά δυσκολεύομαι να αντιληφθώ την θέση του μάρτυρα, το σκεπτικό της οποίας, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ο μάρτυρας δεν ανέλυσε στο Δικαστήριο. Όπως και δυσκολεύομαι να αντιληφθώ από πού προκύπτει ότι το αξιούμενο ποσό των Λ.Κ.6.851,84 σεντ περιλαμβάνει και το υπόλοιπο του έτους 1999, αφ' ης στιγμής μετά το τέλος του 1999 προέκυψαν πληρωμές ικανές να ξοφλήσουν και το εν λόγω υπόλοιπο. Εν' όψει των πιο πάνω δεν έχω πεισθεί, ότι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - δεν έχουν ξοφληθεί. Όμως, ακόμα και αν ο πιο πάνω συλλογισμός μου είναι λανθασμένος δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι η θέση του μάρτυρα, ότι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - είναι απλήρωτα προκύπτει από την ίδια την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 3 - το περιεχόμενο της οποίας, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των γεγονότων που αυτή καταγράφει. Ο μάρτυρας, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν ήταν γνώστης των συναλλαγών που αυτή απεικόνιζε και για τον λόγο αυτό κρίθηκε, ότι οι συναλλαγές αυτές, χρεώσεις και πληρωμές, παρέμειναν αναπόδεικτα. Επομένως, και υπό το φως όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του αναφορικά με τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 και 5 - δεν είναι ικανή να με πείσει, ότι αυτά δεν έχουν πληρωθεί. Υπό το φως όλων των πάνω η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.