← Κύπρος

Γιώργου Δημητρίου ν. Δημήτρη Κουμίδη, Αρ.Αγωγής: 2303/05, 30.12.08

Γιώργου Δημητρίου ν. Δημήτρη Κουμίδη, Αρ.Αγωγής: 2303/05, 30.12.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ.Αγωγής: 2303/05 Μεταξύ: Γιώργου Δημητρίου, από την Κοφίνου Ενάγοντα και Δημήτρη Κουμίδη, από την Έγκωμη Εναγόμενου Ημερομηνία: 30.12.08 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Νάγια Οικονόμου για κ.κ. Α. Ανδρέου & Σία (για να ακούσει απόφαση ο κ. Μιτίδης) Για τον Εναγόμενο׃ κ. Κλ. Κλεάνθους προσωπικά και για κ. Μάγο (για να ακούσει απόφαση η κα Ελίζα Μιχαήλ) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έγερση της παρούσης αγωγής αποτέλεσε το τροχαίο δυστύχημα, που έλαβε χώρα στις 24.8.03 μεταξύ των διαδίκων στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού, ενώ ο Ενάγοντας ήταν οδηγός της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής ΗΧΡ 083 και ο Εναγόμενος του αυτοκινήτου, τύπου jeep, με αριθμούς εγγραφής ΗΤΕ 391. Με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Ό,τι απέμεινε να αποφασισθεί είναι το θέμα της ευθύνης, αφού τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές αποζημιώσεις συμφωνήθηκαν μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων και δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, ότι το ύψος αυτών ανέρχεται επί πλήρους ευθύνης στο ποσό των Λ.Κ.2.500,00 σεντ και Λ.Κ.1.650,00 σεντ αντίστοιχα. Μαρτυρία για τον Ενάγοντα έδωσαν εκτός από τον ίδιο, ο Αστ. 1314, Αρτέμης Πελεκάνου (Μ.Ε.1) και η Ευτυχία Ξενοφώντος (Μ.Ε.2), ενώ μαρτυρία για την Υπεράσπιση έδωσε μόνο ο Εναγόμενος. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους τις θέσεις των πελατών τους επιχειρηματολογώντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο Αστ. 1314, Α. Πελεκάνου, (ΜΕ 1), ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Αυτός επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε τόσο πρόχειρο όσο και τελικό σχεδιάγραμμα επί συμμετρικής βάσης - Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα - στα οποία σημείωσε και κατέγραψε τα ευρήματα του. Επισκεπτόμενος την σκηνή του δυστυχήματος αμέσως μετά το δυστύχημα ο μάρτυρας βρήκε την μοτοσικλέτα στην αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό. Η πορεία των δύο ενεχόμενων οχημάτων ήταν από Πάφο προς Λεμεσό, πλην όμως, η μοτοσικλέτα στην τελική της θέση ήταν στραμμένη προς Πάφο, αντίθετα δηλαδή προς την πορεία της. Η μοτοσικλέτα ήταν μεγάλου κυβισμού, ενώ το αυτοκίνητο ήταν τύπου jeep. Το πλάτος του αυτοκινήτου ήταν 1,60 μέτρα. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα, ο δρόμος κλίνει ελαφρώς προς τα αριστερά και σχεδόν σχηματίζει στροφή, ενώ, επίσης, υπάρχει ελάχιστη ανηφορική κλίση. Οι ζημιές του αυτοκινήτου εντοπίζονται στο αριστερό πισινό φτερό και της μοτοσικλέτας στο δεξιό καθρεφτάκι και στο δεξί πατίδι. Το πλάτος του δρόμου για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό ήταν 6,90 μέτρα και της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας και πάλι με κατεύθυνση προς Λεμεσό 3,45 μέτρα. Το πλάτος του ασφάλτινου παγκέτου, που βρίσκεται στα δεξιά της πορείας που είχαν τα δύο ενεχόμενα οχήματα, έχει πλάτος 0.50 μέτρα. Κατ' ακρίβεια τούτο είναι η απόσταση μεταξύ της νότιας, σύμφωνα με την πορεία προς Λεμεσό, γραμμής, που οριοθετεί την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση προς Λεμεσό και του τσιμεντένιου διαχωριστικού, το οποίο διαχωρίζει τις δύο πορείες κυκλοφορίας, μια προς Λεμεσό και μια προς Πάφο. Ο μάρτυρας κατάθεσε με ειλικρίνεια τα όσα προέκυψαν απο την διερεύνηση του δυστυχήματος χωρίς ενδοιασμούς, δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Τα ευρήματά του δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Ενόψει όλων των πιο πάνω και, γενικότερα, της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας κρίνω, πως αυτός ήταν ένας αμερόληπτος και αντικειμενικός εξεταστής της σκηνής του δυστυχήματος και, κατά συνέπεια, αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του, εκτός μόνο από τα σημεία που πιο κάτω παρατίθενται. Αναφερόμενος ο μάρτυρας στο σημείο, που σημείωσε ως Χ 2, υποστήριξε, ότι αυτό είναι το σημείο, στο οποίο έπεσε η μοτοσικλέτα στον δρόμο και από το οποίο αυτή άρχισε να σέρνεται στην άσφαλτο μέχρι να καταλήξει στην τελική της θέση. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του δεν γίνεται αποδεκτό για τον λόγο ότι ο μάρτυρας δεν εξήγησε πώς και γιατί κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα και με βάση ποια στοιχεία. Άλλωστε, το σημείο από το οποίο αρχίζουν τα ίχνη τριβής της μοτοσικλέτας δεν είναι απαραίτητα και δίχως άλλο το σημείο στο οποίο έπεσε η μοτοσικλέτα κατά την στιγμή της σύγκρουσης επί της ασφάλτου. Δεν γίνονται, επίσης, αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του, ότι το δεξί πατίδι της μοτοσικλέτας είναι εκείνο το οποίο άφησε στο δρόμο τα ίχνη τριβής, τα οποία σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 με το γράμμα Α3, και ότι η μοτοσυκλέττα κατά την στιγμή της σύγκρουσης έπεσε στην άσφαλτο προς τα δεξιά της με αποτέλεσμα αυτή να συρθεί, τελικά, επί της ασφάλτου και να αφήσει τα ίχνη τριβής - Α3. Και αυτό γιατί στα πιο πάνω σημεία κατέληξε, όπως διεφάνη, στην βάση υποθέσεων και εικασιών, αφού δεν παρέθεσε οποιαδήποτε στοιχεία, που να δικαιολογούν τα πιο πάνω συμπεράσματά του. Προσήχθη, τέλος, από τον μάρτυρα εξ ακοής μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες κάτω απο τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Αυτή αφορούσε τα όσα αναφέρθηκαν απο δύο κοπέλες στις καταθέσεις, που αυτές έδωσαν στην Αστυνομία, οι οποίες ακολουθούσαν τους δύο εμπλεκόμενους στο δυστύχημα οδηγούς με το αυτοκίνητο τους και των οποίων οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 5. Η εξ ακοής μαρτυρία μετά την τελευταία τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, η οποία επήλθε με τον τροποποιητικό Νόμο 32
(1)/04, αποτελεί, πλέον, αποδεκτή μαρτυρία. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε πολιτική διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ ακοής. Η βαρύτητα, όμως, που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο κατά την κρίση του δύναται να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27
(1)). Στην συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι καμία βαρύτητα δεν θα πρέπει να προσδοθεί στο περιεχόμενο των δύο καταθέσεων - Τεκμήρια 3 και
  1. Και αυτό γιατί κανένας λόγος δεν προβλήθηκε, αλλά και ούτε διεφάνη να συντρέχει, που να δικαιολογεί την μη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου των προσώπων αυτών, έτσι ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να τις αντεξετάσει και να διασφαλισθεί με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα της αντεξέτασης, στοιχείο που διασφαλίζει τα θέσμια της δίκαιης δίκης. Κρίνεται, επίσης, ότι η αποδοχή της μαρτυρίας αυτής, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να λεχθεί, ότι δεν ρίχνει φώς στις συνθήκες κάτω απο τις οποίες επισυνέβη το δυστύχημα, δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η ΜΕ 2 κατά την στιγμή της σύγκρουσης επέβαινε της μοτοσικλέττας, που οδηγούσε ο Ενάγοντας. Αυτή παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο με επιλεκτική μνήμη, ενθυμούμενη μόνο ελάχιστα και επουσιώδη γεγονότα και μη ενθυμούμενη, για δικούς της, όπως φάνηκε, λόγους, τα υπόλοιπα και τα ουσιώδη. Είναι ενδεικτικός, πάντως, ο ισχυρισμός της, ότι δεν θυμόταν καν με ποιο όχημα συγκρούσθηκε η μοτοσικλέτα. Ούτε παρουσιάσθηκε βεβαία, ότι η επίδικη σύγκρουση δεν έγινε με το όχημα που είχε προσπεράσει η μοτοσικλέτα του Ενάγοντα πριν την σύγκρουση με το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος. Ως δικαιολογία για τα πιο πάνω πρόβαλε το ότι ήταν συνοδηγός και όχι η οδηγός της μοτοσικλέτας. Η υπό αυτής προβληθείσα δικαιολογία δεν κρίνεται λογική. Είναι έκδηλο, ότι η μάρτυρας απέφυγε να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Από την όλη εικόνα που σχημάτισα για αυτήν, παρακολουθώντας την να καταθέτει απο το εδώλιο του μάρτυρα, το ύφος και τον τρόπο με τον οποίο μαρτύρησε καθώς επίσης τις απαντήσεις που έδωσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν θεωρώ, ότι η μαρτυρία της δεν ήταν αποτέλεσμα της ειλικρινούς πρόθεσής της να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία της κάθε άλλο παρά βοηθητική ήταν για το Δικαστήριο. Δεν βοήθησε, δηλαδή, στο έργο του Δικαστηρίου για ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά και για να καταλήξει το Δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Υπό το φως των πιο πάνω δεν δέχομαι την μαρτυρία της. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω απο τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα τέθηκαν από τους διάδικους δύο διαφορετικές εκδοχές. Ο Ενάγοντας υποστήριξε, ότι, αρχικά, βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής αυτός προσπέρασε όχημα που οδηγείτο με κατεύθυνση ίδια με την δική του και προπορεύετο του δικού του οχήματος, οπότε και εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό. Ενώ βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, είδε από το αριστερό καθρεφτάκι της μοτοσικλέτας του, άλλο αυτοκίνητο, τύπου jeep να τον ακολουθεί. Την στιγμή εκείνη το αυτοκίνητο αυτό είχε απόσταση 50 με 60 μέτρα από αυτόν. Η μοτοσικλέτα του ήταν μεγάλου κυβισμού, μάρκας Harley Davidson. Επειδή στο σημείο εκείνο ο δρόμος σχημάτιζε αριστερή στροφή, αυτός συνέχισε να οδηγεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν ξανακοίταξε μέσα από το αριστερό του καθρεφτάκι, είδε το αυτοκίνητο, που τον ακολουθούσε, να βρίσκεται πλησιέστερα προς αυτόν και, συγκεκριμένα, σε απόσταση 20 περίπου μέτρων πίσω του. Καθώς το όχημα αυτό τον πλησίαζε, ο Ενάγοντας αποφάσισε να αλλάξει λωρίδα και να εισέλθει στην αριστερή για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό λωρίδα κυκλοφορίας, για να δώσει στο αυτοκίνητο αυτό την ευκαιρία, αλλά και την δυνατότητα να τον προσπεράσει. Για τον σκοπό αυτό έδειξε με τον δείκτη του την πρόθεση του να οδηγήσει προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ξεκίνησε σιγά-σιγά από την δεξιά λωρίδα, στην οποία βρισκόταν, να κατευθύνεται προς την αριστερή, ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο της ανατροπής. Ο λόγος που δεν ήταν ασφαλές να αλλάξει απότομα λωρίδα ήταν, κατ' αρχή, ο τύπος της μοτοσικλέτας του και η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και γιατί της μοτοσικλέτας του επέβαινε και άλλο πρόσωπο και στο σημείο εκείνο υπήρχε στροφή. Ενώ βρισκόταν στην διαδικασία αυτή και στην δεξιά ακόμα λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά προς την αριστερή της πλευρά και σε απόσταση 1/3 περίπου του πλάτους της από την διαχωριστική γραμμή, που χωρίζει την δεξιά από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σύμφωνα με την πορεία του, είδε το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε να τον προσπερνά απο τα δεξιά του. Όταν είδε το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, «τα μούτρα του», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, και στην συνέχεια το εν λόγω αυτοκίνητο στο ήμισυ περίπου του μήκους του, τότε, τόσο αυτός όσο και ο οδηγός του αυτοκινήτου ελάττωσαν ταχύτητα. Η σύγκρουση επήλθε, όταν κατά την διάρκεια της πιο πάνω πορείας το αυτοκίνητο χτύπησε στο δεξί καθρεφτάκι της μοτοσικλέτας του, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή της. Συγκεκριμένα με την σύγκρουση ο Ενάγοντας έχασε την ισορροπία του, ενώ η μοτοσικλέτα προχώρησε κάνοντας κινήσεις ζικ-ζακ μέσα στον δρόμο. Η σύγκρουση έγινε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Εντελώς διάφορη ήταν η εκδοχή του Εναγόμενου. Αυτός υποστήριξε, ότι ο Ενάγοντας βρισκόταν, αρχικά, στην αριστερή λωρίδας κυκλοφορίας. Σε κάποιο στάδιο της διαδρομής ο Ενάγοντας προσπέρασε ένα αυτοκίνητο, που προπορεύοταν του δικού του και οδηγείτο στην ίδια με αυτόν λωρίδα κυκλοφορίας, και, ακολούθως, ξαναεισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Εναγόμενος οδηγούσε, αρχικά, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό. Μετά την προσπέραση που διενήργησε η μοτοσικλέτα αποφάσισε να εισέλθει στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό και να προσπεράσει τους προπορευόμενούς του, συμπεριλαμβανομένης και της μοτοσικλέτας. Την στιγμή που πλησίασε την μοτοσικλέτα, αυτή ήταν στο μέσο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, το δε αυτοκίνητο του βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και παράλληλα με αυτήν. Ενώ βρισκόταν στην διαδικασία του προσπεράσματος είδε την μοτοσικλέτα από το μπροστινό αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος του να κατευθύνεται επικίνδυνα προς το όχημά του. Ακολούθως, ο Εναγόμενος ξεκίνησε μια πορεία προς το τσιμεντένιο κιγκλίδωμα έχοντας την ελπίδα, ότι, τελικά, ο Ενάγοντας θα τον έβλεπε. Παρακολούθωντας από το αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του είδε την μοτοσικλέτα να προσκρούει στην πίσω αριστερή γωνιά του αυτοκινήτου του, να χάνει τον έλεχο και, τελικά, να ανατρέπεται μέσα στον δρόμο. Το πλάτος του αυτοκινήτου του είχε πλάτος 1,79 μέτρα. Τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο Εναγόμενος πρόβαλαν ο καθένας με σταθερότητα την δική του εκδοχή. Απο τις δύο εκδοχές επιλέγω ως αληθινή, ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή του Ενάγοντα. Και αυτό γιατί αυτός κατέθεσε με θετικότητα, σταθερότητα και πειστικότητα. Υπήρχε, επίσης, λογική και αλληλουχία στις θέσεις του. Γενικά, η όλη στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα έπειθαν για την ειλικρίνεια και την γνησιότητα των όσων ανέφερε, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του. Αξίζει να τονισθεί, ότι η θέση του Ενάγοντα αναφορικά με την απόσταση που είχαν μεταξύ τους οι χειρολαβές του τιμονιού της μοτοσικλέτας του και την απόσταση που είχαν από αυτές τα καθρεφτάκια, δεξιά και αριστερά της μοτοσικλέτας, παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Τούτο είναι σημαντικό, αφού με δεδομένη μια τέτοια μαρτυρία δικαιώνεται ο Ενάγοντας, ενώ, ταυτόχρονα, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του Εναγόμενου, που τόσο επίμονα αυτός πρόβαλε με την διά ζώσης μαρτυρία του σύμφωνα με την οποία η εκδοχή του Ενάγοντα δεν στέκει και καταρρίπτεται μόνο και μόνο από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε χώρος για να οδηγήσει ο Εναγόμενος το όχημά του εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας με τον τρόπο που του καταλογίζει ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Ενάγοντα, την οποία αποδέχθηκα, αυτός, όταν ο Εναγόμενος είχε, πλέον, αρχίσει να τον πλησιάζει επικίνδυνα, βρισκόταν στο 1/3 του πλάτους της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας από την διακεκομμένη γραμμή, που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Αυτό με χοντρούς υπολογισμούς σημαίνει, ότι οι τροχοί της μοτοσικλέτας βρίσκονταν σε μια απόσταση περίπου 1,15 μέτρα από την διακεκομμένη γραμμή. Σύμφωνα, επίσης, με την μαρτυρία του Ενάγοντα η απόσταση μεταξύ των δύο χειρολαβών της μοτοσικλέτας του ήταν 1 μέτρο. Αυτό και πάλι με χοντρούς πλην όμως ενδεικτικούς υπολογισμούς σημαίνει, ότι το μισό μήκος του τιμονιού της μοτοσικλέτας από το ύψος που βρισκόταν η θέση του οδηγού μέχρι την δεξιά χειρολαβή ήταν μισό μέτρο. Αν σε αυτή την απόσταση προσθέσομε 5 εκατοστά, που ήταν το μεγαλύτερο μήκος που ανέφερε ο μάρτυρας κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του για την απόσταση από την δεξιά χειρολαβή μέχρι το δεξί καθρεφτάκι - συγκεκριμένα ανέφερε, ότι η απόσταση αυτή ήταν 3 με 5 εκατοστά - σημαίνει ότι το δεξί καθρεφτάκι απείχε μιαν απόσταση περίπου 1,70 μέτρα από την διακεκομμένη γραμμή. Το πλάτος του οχήματος του Εναγόμενου ήταν 1,60 μέτρα, ενώ το πλάτος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας 3,45 μέτρα. Από τα πιο πάνω προκύπτει, ότι υπήρχε χώρος για να εισέλθει και το όχημα του Εναγόμενου στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και να βρίσκεται παράλληλα προς αυτήν κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Και όχι μόνο υπήρχε χώρος, αλλά και περίσσευε χώρος μέχρι το δεξί, σύμφωνα με την πορεία των δύο ενεχόμενων οχημάτων, άκρο της δεξιάς λωρίδας της τάξης των 15 εκατοστών. Πιο δεξιά δε υπήρχαν άλλα 50 εκατοστά, που ήταν το πλάτος του δεξιού παγκέτου. Εν' όψει δε του ότι ο Εναγόμενος, λογικά, θα οδήγησε το όχημά του όσο πιο αριστερά μπορούσε για να αποφύγει σύγκρουση με την μοτοσικλέτα επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος βρέθηκε «γλυφτός» πάνω στο τσιμεντένιο διαχωριστικό, που διαχωρίζει τις δύο πορείες, ήτοι προς Λεμεσό και Πάφο, κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Υπεβλήθη, επίσης, στον Ενάγοντα, ότι η εκδοχή του δεν στέκει και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι αν όντως τα γεγονότα είχαν εκτυλιχθεί όπως τα περίγραψε η σύγκρουση θα γινόταν με το αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα και όχι με το πισινό. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τα γεγονότα, όπως τα περίγραψε ο Ενάγοντας και έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, δεν παραπέμπουν απαραίτητα και δίχως άλλο στην πιο πάνω θέση. Τουναντίον, η θέση, ότι η σύγκρουση έγινε στο πισινό φτερό του αυτοκινήτου του Ενάγοντα συνάδουν με αυτά. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα ο Εναγόμενος κατά την στιγμή της προσπέρασης ήταν «γλυφτός» πάνω στο διαχωριστικό. Αν συνέχιζε με αυτό τον τρόπο την πορεία του θα προσέκρουε πάνω στο κιγκλίδωμα. Προς αποφυγή σύγκρουσης πάνω στο κιγκλίδωμα ο Εναγόμενος οδήγησε το αυτοκίνητό του ελαφρά προς τα αριστερά. Τότε ήταν που έγινε η σύγκρουση. Την στιγμή δε εκείνη συνέπεσε, όπως απέναντι από το αριστερό καθρεφτάκι της μοτοσικλέτας ήταν το πισινό φτερό του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Θεωρώ, ότι η εξήγηση που πρόβαλε ο Ενάγοντας ήταν σαφής, λογική και πλήρως εναρμονισμένη με την υπόλοιπη μαρτυρία του. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία του Ενάγοντα που δεν αποδέχομαι είναι ότι τα ίχνη τριβής που άφησε η μοτοσικλέτα επί της ασφάλτου αρχίζουν εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας σε απόσταση 40 εκατοστών από την διακεκομμένη γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας με κατεύθυνση την Λεμεσό. Και αυτό γιατί η πιο πάνω μαρτυρία δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία - Τεκμήριο 2 - την οποία αποδέχθηκα ως αληθινή. Από το εν λόγω τεκμήριο συνάγεται, ότι η εν λόγω απόσταση είναι της τάξης των 85 εκατοστών, αφού το πλάτος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας είναι 3,45 μέτρα και η απόσταση μεταξύ του σημείου που αρχίζουν εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας τα ίχνη τριβής - Α3 - μέχρι το δεξιό άκρο της σύμφωνα με την πορεία των ενεχόμενων οδηγών είναι 2,60 μέτρα. Αυτό που έχει σημασία, όπως από τα πιο πάνω κατέστη έκδηλο, για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας του Ενάγοντα δεν είναι από ποιο σημείο αρχίζουν τα ίχνη τριβής, αλλά σε ποιο σημείο εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας βρισκόταν ο Ενάγοντας κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Η ανακρίβεια στην μαρτυρία του Ενάγοντα είναι, επομένως, επουσιώδης και ως τέτοια δεν είναι ικανή να κλονίσει την καλή εντύπωση που αυτός μου δημιούργησε ως μάρτυρας της αλήθειας. Τέλος, δεν μου διαφεύγει, ότι υπό του ΜΕ 1 κατατέθηκε η κατάθεση που έδωσε ο Εναγόμενος στην Αστυνομία (Τεκμήριο 4) κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου του Ενάγοντα. Παρόλο που θεωρώ, ότι μια τέτοια ενέργεια δεν ήταν προς όφελος της πλευράς του Ενάγοντα, εντούτοις, τούτο δεν είναι ικανό να κλονίσει την πολύ καλή εντύπωση που ο Ενάγοντας μου δημιούργησε ως μάρτυρας της αλήθειας, αλλά ούτε και υπό τις περιστάσεις να σταθεί εμπόδιο στο να αποδεχθώ την μαρτυρία του. Αντίθετα, ο Εναγόμενος δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του και την γνησιότητα της εκδοχής του. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε δεν έχω πεισθεί για την αλήθεια της μαρτυρίας του παρά το γεγονός, θα πρέπει να λεχθεί, ότι αυτός υποστήριξε την εκδοχή του με σταθερότητα. Τουναντίον, μου έκανε άσχημη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός, ότι σε κάμποσες περιπτώσεις που του ζητήθηκε από τον συνήγορο της Υπεράσπισης να σχολιάσει τις θέσεις του Ενάγοντα, αυτός χαμογελούσε. Με την συμπεριφορά του αυτή μου έδωσε την εντύπωση, ότι επιδίωκε να απαξιώσει την μαρτυρία του Ενάγοντα ή και να την περιγελάσει ακόμα στην προσπάθειά του να καταστήσει την δική του εκδοχή αξιόπιστη και του Ενάγοντα αναξιόπιστη. Σε αρκετές περιπτώσεις και απαντώντας σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, ειδικότερα, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ανέπτυσσε διάφορες θεωρίες για να υποστηρίξει τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που η εκδοχή του Ενάγοντα ήταν η αληθινή. Και αυτό στην προσπάθεια του να δείξει ότι οι δικοί του ισχυρισμοί ήταν οι ορθοί και αληθινοί και όχι αυτοί του Ενάγοντα. Και αυτό παρά το ότι κάποιες από αυτές τις θέσεις θα μπορούσαν, λογικά, να εκφρασθούν μόνο από εμπειρογνώμονα, κάτι που ο ίδιος δεν ήταν. Μέχρι και βλάστηση, που, κατ' ισχυρισμό δικό του, υπήρχε στο τσιμεντένιο διαχωριστικό επικαλέσθηκε για να πείσει το Δικαστήριο, ότι δεν υπήρχε χώρος να βρίσκεται στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με την μοτοσικλέτα και παράλληλα με αυτήν. Κάτι που δεν φαίνεται στο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, που ετοίμασε ο ΜΕ 1, ούτε στο τελικό (Τεκμήριο 2), ούτε και στο πρόχειρο (Τεκμήριο 1). Για να πείσει δε για την εκδοχή του, ότι δεν υπήρχε χώρος γι' αυτόν εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, υποστήριξε, ότι το πλάτος του αυτοκινήτου του ήταν 1,79 μέτρα σε αντίθεση με την θέση του ΜΕ 1, ο οποίος, αφού το μέτρησε, το βρήκε 1,60 μέτρα. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η μαρτυρία του ΜΕ 1 επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του παρουσίασε κατάλογο της κατασκευάστριας εταιρείας που περιέχει τις τεχνικές προδιαγραφές του αυτοκινήτου του και το οποίο έλαβε από την Αγγλία με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο το έτος 2006, όταν τότε το ζήτησε για δικούς του προσωπικούς λόγους (Τεκμήριο 7). Από το εν λόγω τεκμήριο υπέδειξε το πάνω αριστερά μοντέλο αυτοκινήτου από την σελίδα με τίτλο «DIMENSIONS». Σύμφωνα με την εικόνα αυτή το πλάτος είναι 1,79 μέτρα. Δεν έχω, όμως, πεισθεί, ότι πρόκειται για το ίδιο αυτοκίνητο. Ο κατάλογος ζητήθηκε το 2006, ενώ το δυστύχημα έγινε το έτος
  2. Ενώπιόν μου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καθιστά αδύνατο το ενδεχόμενο η κατασκευάστρια εταιρεία να είχε στο μεταξύ διαφοροποιήσει το μοντέλο, ώστε το αυτοκίνητο, που ο Εναγόμενος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο να είναι διαφορετικό από αυτό που απεικονίζεται στο Τεκμήριο
  3. Αλλά ακόμα και αν δεχόμουν, ότι το πλάτος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου ήταν 1,79 μέτρα και πάλι δεν επιβεβαιώνεται η εκδοχή του. Καθότι αυτό ναι μεν θα σήμαινε, ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου θα κατελάμβανε ολόκληρο το υπόλοιπο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, αλλά και κάποιο μέρος από το δεξί παγκέτο, της τάξης των 4 ίσως και περισσότερων εκατοστών, θα εξακολουθούσε, όμως, με βάση τον συλλογισμό που αναπτύχθηκε πιο πάνω, να υπάρχει χώρος για χρήση την δεδομένη στιγμή από τον Εναγόμενο, της τάξης των 46 ή και λιγότερων εκατοστών από το δεξί παγκέτο, κάτι που θα επιβεβαίωνε ακόμα περισσότερο τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος κατά την στιγμή της σύγκρουσης ήταν «γλυφτός» πάνω στο τσιμεντένιο κιγκλίδωμα. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον Εναγόμενο δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ την μαρτυρία του. Από την μαρτυρία του δέχομαι μόνο, ότι το αυτοκίνητο του χτύπησε πάνω στο αριστερό μπροστινό καθρεφτάκι της μοτοσικλέτας του Ενάγοντα ενώ και τα δύο οχήματα βρισκόντουσαν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση προς Λεμεσό και οδηγούνταν με την ίδια κατεύθυνση. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 24.8.03 ο Ενάγοντας οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΗΧΡ 083 στον κύριο δρόμο Πάφου - Λεμεσού, έχοντας κατεύθυνση προς την Λεμεσό. Κατά τον ίδιον τόπο και χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΤΕ 391 έχοντας την ίδια κατεύθυνση. Η μοτοσικλέτα του ήταν μεγάλου κυβισμού, μάρκας Harley Davidson και το αυτοκίνητο τύπου jeep. Ο Ενάγοντας, αρχικά, βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής αυτός προσπέρασε όχημα που οδηγείτο με κατεύθυνση ίδια με την δική του και προπορεύετο του δικού του οχήματος, οπότε και εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό. Ενώ βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αντιλήφθηκε μέσα από το αριστερό καθρεφτάκι της μοτοσικλέτας του το όχημα του Εναγόμενου να τον ακολουθεί. Την στιγμή εκείνη το όχημα του Εναγόμενου απείχε από τον Ενάγοντα απόσταση περί τα 50 με 60 μέτρα. Ο Ενάγοντας συνέχισε να οδηγεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν ξανακοίταξε μέσα από το αριστερό του καθρεφτάκι, είδε το όχημα του Εναγόμενου να βρίσκεται πλησιέστερα προς αυτόν και, συγκεκριμένα, σε απόσταση 20 περίπου μέτρων πίσω του. Καθώς ο Εναγόμενος τον πλησίαζε, ο Ενάγοντας αποφάσισε να αλλάξει λωρίδα και να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση την Λεμεσό, για να δώσει στο αυτοκίνητο αυτό την ευκαιρία, αλλά και την δυνατότητα να τον προσπεράσει. Για τον σκοπό αυτό έδειξε με τον δείκτη του την πρόθεση του να οδηγήσει προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ξεκίνησε σιγά-σιγά από την δεξιά λωρίδα, στην οποία βρισκόταν, να κατευθύνεται προς την αριστερή. Ενώ βρισκόταν στην διαδικασία αυτή και στην δεξιά ακόμα λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά προς την αριστερή της πλευρά και σε απόσταση 1/3 περίπου του πλάτους της από την διαχωριστική γραμμή, που χωρίζει την δεξιά από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σύμφωνα με την πορεία του, είδε το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε να τον προσπερνά απο τα δεξιά του. Όταν είδε το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου ελάττωσε ταχύτητα. Ομοίως και ο Εναγόμενος. Κατά την διαδικασία του προσπεράσματος το αυτοκίνητο του Εναγόμενου συγκρούσθηκε με το δεξί καθρεφτάκι της μοτοσικλέτας του Ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα ο Ενάγοντας έχασε την ισορροπία του, ενώ η μοτοσικλέτα προχώρησε κάνοντας κινήσεις ζικ-ζακ μέσα στον δρόμο ώσπου ανατράπηκε. Η σύγκρουση έγινε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίσθηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στη απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή, με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (Βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ Γ. Πικής, όπως ήταν τότε, εισήγαγε ένα ευρύτερο καθήκον των χρησιμοποιούντων τον δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ' αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί τον δρόμο την λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους». Αναφερόμενος στο κριτήριο της αμέλειας ανέφερε τα εξής: « . το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο». Υπό τo φως των ευρημάτων μου κρίνω, πως ο Εναγόμενος δεν συμπεριφέρθηκε ως ένας σώφρων και συνετός οδηγός. Και αυτό γιατί παρά το ότι η μοτοσυκλέττα του Ενάγοντα οδηγείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αυτός προσπάθησε να την προσπεράσει εισερχόμενος στην ίδια λωρίδα με αυτήν και από τα δεξιά της, ενώ τούτο δεν ήταν ασφαλές και αψηφώντας, ουσιαστικά, τους κινδύνους που μια τέτοια ενέργεια εμπεριείχε με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την μοτοσικλέτα και αυτή να ανατραπεί. Ο Εναγόμενος είχε υπό τις περιστάσεις την υποχρέωση να αναμένει τον οδηγό της μοτοσικλέτας να εισέλθει πρώτα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και μετά να επιχειρήσει να τον προσπεράσει, έτσι ώστε να μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς κινδύνους. Εν' όψει όλων των πιο πάνω κρίνω, πως ο Εναγόμενος παρέβη το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια του Ενάγοντα, η δε παράβαση τιαύτη τον καθιστά υπόλογο για αμέλεια. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, πως αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα φέρει ο Εναγόμενος. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, για το ποσό των Ευρώ 7.090,70 σεντ (Λ.Κ.4.150,00 σεντ) πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 7.090,70 σεντ από 29.7.05 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ιδίου ποσού των Ευρώ 7.090,70 σεντ από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν απο το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.