ΓΡΗΓΟΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΣΠΥΡΟΥ άλλως ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αγωγή Αρ: 407/08, 31.12.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ: 407/08 Μεταξύ: ΓΡΗΓΟΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Εναγόντων - και - ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΣΠΥΡΟΥ άλλως ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγομένης ---------------------------- Ημερομηνία: 31.12.2008 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Ζύμπηλος Για την Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Κορακίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αίτηση τους οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγομένη να αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/ή διαθέσει και/ή άλλως πως επιβαρύνει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το οικόπεδο με ισόγεια κατοικία στην Έμπα με αριθμό εγγραφής Ο/
- Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4,5,7 και 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, Δ.48 θ.2, 3,4,8 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 28.2.
- Πολύ συνοπτικά, αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι εγγονοί της Εναγόμενης και στις 12.5.1999 καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση δωρεάς όπως η γιαγιά τους μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι τους το οικόπεδο με την κατοικία της οποίας ζητείται η δέσμευση. Παρά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την κατοικία η Εναγόμενη παραλείπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υφίστανται ζημιές, απώλειες και έξοδα. Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες διαζευκτικά με την ειδική εκτέλεση της σύμβασης δωρεάς ζητούν τις δαπάνες για αποπεράτωση της ανέγερσης της κατοικίας που έχουν υποστεί στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού καθώς και γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης της σύμβασης δωρεάς. Ο Ενάγοντας 1 έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η Εναγόμενη 1 θα μεταβιβάσει την κατοικία σε τρίτον από πληροφορίες που πήρε από συγγενείς και την Τράπεζα στην οποία είναι υποθηκευμένη η επίδικη κατοικία. Λόγω του κατεπείγοντος και του φόβου μήπως προλάβει η Εναγόμενη να αποξενώσει την κατοικία είναι επιτακτική η δέσμευση της μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής. Η Εναγόμενη στην ένσταση προβάλλει ένα μεγάλο αριθμό λόγων ένστασης όπως τους εξής: Δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος και η νομιμοποίηση των Εναγόντων να εγείρουν την αγωγή. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή υπόθεση και πιθανότητα επιτυχίας. Δεν υπάρχει το ενδεχόμενο ζημιάς τους σε περίπτωση άρνησης έκδοσης του και δεν υπάρχει πρόθεση από μέρους της Εναγόμενης για αποξένωση του επιδίκου. Επίσης η Εναγόμενη είναι φερέγγυα, οι Ενάγοντες δεν λένε την αλήθεια και καμία αιτία αγωγής έχουν εναντίον της Εναγομένης ενώ η δωρεά στην οποία βασίζονται είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 29 και 32 του Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, στη Δ.48, θ.1, 2, 3 και 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 10 - 22, 25, 70, 76, 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου, στα άρθρα 5 και 6 του Νόμου 216/90, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στο δίκαιο της επιείκειας. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προσθέτει ένα μεγάλο αριθμό ισχυρισμών που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση που πολύ συνοπτικά είναι οι εξής: Η φερόμενη συμφωνία δωρεάς της οποίας αμφισβητείται και η ύπαρξη είναι άκυρη για το λόγο ότι στερείται αντιπαροχής και δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να κριθεί ως νόμιμη εφόσον οι Ενάγοντες που φέρονται να είναι τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν τότε ηλικίας 11 ½ και 9 ½ χρονών οπότε δεν είχαν δικαιοπρακτική ικανότητα. Επιπλέον η συμφωνία έγινε κατά παράβαση της σχέσης γονέων και τέκνων. Η υπογραφή της Εναγόμενης 1 λήφθηκε κατόπιν απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων από μέρους του πατέρα των Εναγόντων ώστε να καθίσταται η συμφωνία ακυρώσιμη. Η Εναγόμενη φρόντιζε και εξακολουθεί να φροντίζει τους Ενάγοντες από την ημέρα που τα εγκατέλειψε η κόρη της, μητέρα των Εναγόντων και αυτά ήταν ανήλικα. Ο πατέρας τους ουδέποτε συνεισέφερε στα έξοδα τους και από τότε που παντρεύτηκε εκ νέου μετά ένα χρόνο περίπου από τη φυγή της κόρης της, σταμάτησε να ενδιαφέρεται για τους Ενάγοντες. Η Εναγόμενη χωρίς να παραδέχεται ότι υπόγραψε τη φερόμενη σύμβαση δωρεάς, ισχυρίζεται ότι υπόγραψε ένα έγγραφο το 1999 και αυτό κατόπιν ψευδών παραστάσεων και απάτης από μέρους του πατέρα των Εναγόντων αλλ' ουδέποτε ενώπιον μαρτύρων. Σήμερα στην επίδικη κατοικία διαμένει ο πατέρας των Εναγόντων με τη νέα του σύζυγο και όχι οι Ενάγοντες όπως διατείνεται ο Ενάγοντας 1 και είναι ο πατέρας τους που τους υποκινεί εφόσον πρόθεση του είναι να πωλήσει την κατοικία. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι δικηγόροι των διαδίκων στηρίχθηκαν μόνο στις ένορκης δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και Ένσταση και καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Προτού προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της Αίτησης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ.
- Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν σημασία για την χορήγηση θεραπείας στην απουσία διαδίκου. Στην παρούσα υπόθεση η επίδικη αίτηση με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην άλλη πλευρά, η οποία είχε την ευκαιρία να υποβάλει ένσταση και να ακουστεί. Στη συνέχεια θα εξετάσω τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στην ένσταση. Εκτός από τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι ουδέποτε καταρτίστηκε η συμφωνία δωρεάς και ουδέποτε υπέγραψε τέτοια προβάλλει ως λόγο ένστασης και τον ισχυρισμό περί ακυρότητας και/ή ακυρώσιμου της φερόμενης σύμβασης δωρεάς λόγω της ηλικίας των Εναγόντων όταν καταρτίστηκε η σύμβαση. Στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγοντας 1 αλλά και στην Έκθεση απαίτησης που επισυνάφθηκε στην ένορκη του δήλωση κάμνει αναφορά σε σύμβαση δωρεάς που καταρτίστηκε μεταξύ της Εναγόμενης και των ιδίων των Εναγόντων. Πάνω σ' αυτή τη σύμβαση βασίζονται ουσιαστικά οι αξιώσεις τους. Θα πρέπει να σημειωθεί το εξής παράδοξο. Αν και η Έκθεση Απαίτησης ήδη ήταν στο φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε εκ νέου ως Παράρτημα μαζί με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 για σκοπούς της Αίτησης και οι Ενάγοντες παρέλειψαν να προσκομίσουν αντίγραφο έστω της σύμβασης πάνω στην οποία στηρίζονται οι αξιώσεις τους. Η Εναγόμενη πρόβαλε επίσης στην ένορκη της δήλωση πολλούς άλλους ισχυρισμούς όπως ότι στην επίδικη κατοικία διαμένει από ανέκαθεν ο πατέρας των Εναγόντων που είναι και το πρόσωπο πίσω από όλη αυτή τη δικαστική διαδικασία η οποία μάλιστα ξεκίνησε μετά την ειδοποίηση της Εναγόμενης σ' αυτόν να εγκαταλείψει την κατοικία. Επίσης η Εναγόμενη αναφέρεται σε κάποιο έγγραφο που υπέγραψε στην απουσία μαρτύρων και που της παρουσίασε ο πατέρας των Εναγόντων για άλλο όμως σκοπό από εκείνο που διατείνονται οι Ενάγοντες, επίσης ότι η υποθήκη με την οποία βαρύνεται η κατοικία είναι προς εξασφάλιση δανείου του πατέρα των Εναγόντων που η Εναγόμενη δεν έχει καμιά πρόθεση να εξοφλήσει και τέλος ότι ουδέποτε έγιναν βελτιώσεις ή επιδιορθώσεις στην κατοικία εκτός από την περίπτωση που με έξοδα της Εναγόμενης αντικαταστάθηκαν τα κεραμικά. Η πλευρά των αιτητών δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας που παρέχει η Δ.48, Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση της ομνύουσας την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όπως προνοείται από τη Δ.39. Συναφώς το περιεχόμενο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Βέβαια, το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Καραγιώργη ν. Λάμπρου Πολ. Έφεση 11724/8.9.04). Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής (βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Στην προκειμένη αίτηση, εφόσον η Εναγόμενη αμφισβητεί τους βασικούς ισχυρισμούς των Εναγόντων και κυρίως την ύπαρξη της φερόμενης σύμβασης δωρεάς θέτοντας μια άλλη εκδοχή, οι Αιτητές έπρεπε να ήταν έτοιμοι να αποδείξουν τουλάχιστο την ύπαρξη της είτε με την καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης, κάτι που δεν έχουν κάμει για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Άλλο σημαντικό γεγονός που έπρεπε να αποδείξουν για σκοπούς πάντοτε της Αίτησης είναι την ικανότητα προς το συμβάλλεσθαι των Εναγόντων εφόσον η ηλικία των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως η Εναγόμενη υποστηρίζει ήταν 11 ½ και 9 ½ χρόνων. Ούτε γι' αυτόν τον ισχυρισμό ζητήθηκε η άδεια να καταχωριστεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε απάντηση του ισχυρισμού αυτού ή να αντεξετάσει. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ αναλυτικά στον κάθε ένα ισχυρισμό της Εναγομένης που δεν αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες αλλά ενδεικτικά αναφέρθηκα στους πιο πάνω που σχετίζονται άμεσα με την ύπαρξη και εγκυρότητα της ισχυριζόμενης σύμβασης δωρεάς. Κατά συνέπεια όσον αφορά τα γεγονότα είναι φανερό ότι έχει παρουσιαστεί ένα αδιευκρίνιστο και αόριστο πεδίο μέσα από το οποίο το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τα εγειρόμενα θέματα. Στην γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των Εναγόντων περιορίστηκε μόνο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρόλο που η Αίτηση φαίνεται να στηρίζεται και στα άρθρα 4,5 και 7 του Κεφ. 6. Ο τρόπος εφαρμογής του άρθρου 32 εξετάστηκε και αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Υποδεικνύονται στη Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τα εξής: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως προς τα θέματα που συνάπτονται προς τα επίδικα της αγωγής. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής. (Βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Έχει δε επεξηγηθεί στην Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 ο όρος «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60). Επιβάλλει την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Οdysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, στη σελ. 569). Η δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου αναλύθηκε στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Η έκδοση διατάγματος υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. την Ανδρέα Κυτάλα ν. Άννας Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και Ένσταση ή σε εξαγωγή συμπερασμάτων, οι ασάφειες και αντιφάσεις είναι τόσες πολλές και αδιευκρίνιστες ενόψει του δοσμένου πραγματικού πλαισίου που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, που οι Ενάγοντες δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη της ισχυριζόμενης ή οποιασδήποτε σύμβασης δωρεάς μεταξύ των διαδίκων πάνω στην οποία βασίζονται οι αξιώσεις τους. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν υπάρχει στην παρούσα περίπτωση συζητήσιμο θέμα οπότε περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1980, 1988. Ενόψει όλων των πιο πάνω οι Αιτητές που είχαν το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος δεν κατάφεραν να το αποσείσουν. Αν και δεν υποστηρίχθηκε κατά την αγόρευση του δικηγόρου των Αιτητών η Αίτηση στη βάση των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού (πιο πάνω) στην σελ. 1988: "Μάλιστα στο άρθρο 5
(2)[(ισχύει το ίδιο και για το άρθρο 4
(1)], το διάταγμα δεν εκδίδεται αν ο αιτητής δεν φαίνεται να έχει καλή βάση αγωγής". Στην παρούσα αίτηση ενόψει των αντιφάσεων ως προς τα γεγονότα που παρέμειναν αδιευκρίνιστα και ασαφή, εφόσον οι Αιτητές, που είχαν το βάρος απόδειξης, δεν έκαμαν χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που τους παρείχε η Δ.48, Θ.4, απέτυχαν να θεμελιώσουν συζητήσιμη υπόθεση, προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32. Συνεπώς, καταλήγω ότι το διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί και η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................ Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο