← Κύπρος

GDL Trading (Famagusta) Ltd ν. Αδάμου Φάρκονα κ.α., Αρ. Αγωγής: 750/06, 17 Ιανουαρίου, 2008

GDL Trading (Famagusta) Ltd ν. Αδάμου Φάρκονα κ.α., Αρ. Αγωγής: 750/06, 17 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 750/06 Μεταξύ: G.D.L. Trading (Famagusta) Ltd Ενάγουσα -και-

  1. Αδάμου Φάρκονα
  2. Μαργαρίτας Νικολάου
  3. Πανίκου Χαραλάμπους Εναγόμενων Και δι' ανταπαιτήσεως Μεταξύ: Αδάμου Φάρκονα Ενάγοντα -και-
  4. G.D.L. Trading (Famagusta) Ltd
  5. G.D.L. Trading Ltd
  6. Θεόδωρου Ευσταθίου
  7. Δημήτρη Γεωργίου Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 14/9/07 για αποκλεισμό ανταπαίτησης Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: Ο κ. Μαυρομμάτης για κ. Χριστοφίδη. Για Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση: Ο κ. Λοϊζου για κ. Καλλή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εκδοχή της ενάγουσας είναι ότι στις 26/11/2000 η G.D.L. Trading Ltd, κύριος μέτοχος της ενάγουσας, αγόρασε την επιχείρηση της Cooland Importers and Distributors Ltd στην οποία ήταν μέτοχος ο εναγόμενος
  8. Στα πλαίσια αυτά η G.D.L. Trading Ltd παραχώρησε το 10% των μετοχών της ενάγουσας στον εναγόμενο 1 και η ενάγουσα εργοδότησε τον εναγόμενο 1 με περιοριστικό όρο να μην ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα για πέντε χρόνια και με καθήκον καλής πίστης και εμπιστευτικότητας. Ο εναγόμενος στις 8/12/04 πώλησε τις μετοχές και τον Ιούνιο του 2005 έπαψε να εργοδοτείται από την ενάγουσα. Προηγουμένως όμως αλλά και μετά, κοινοποιούσε εμπιστευτικές πληροφορίες της ενάγουσας σε ανταγωνιστική εταιρεία της οποίας αγόρασε μετοχές αξίας δεκάδων χιλιάδων λιρών και επηρέαζε τους πελάτες της ενάγουσας προς όφελος της ανταγωνιστικής εταιρείας, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να χάσει πελάτες και να υποστεί απώλεια και ζημία, την οποία τώρα απαιτεί. Στην υπεράσπιση του ο ενάγομενος 1 δέχεται την ύπαρξη του περιοριστικού όρου, αλλά κατά τ' άλλα αρνείται την εκδοχή της ενάγουσας και προβάλλει διάφορους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς. Επιπρόσθετα όμως ισχυρίζεται ότι για την συμφωνία ημερ. 26/11/2000 εξαπατήθηκε ή παραπλανήθηκε από την ενάγουσα, από τους διευθυντές της ενάγουσας Θεόδωρο Ευσταθίου και Δημήτρη Γεωργίου και από την G.D.L. Trading Ltd, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία. Ειδικότερα λέγει, ότι ο Δημήτρης Γεωργίου ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας του υποσχέθηκε και/ή τον διαβεβαίωσε ότι η ενάγουσα ήταν επικερδής επιχείρηση, ότι μετά την παρέλευση δύο ετών θα ελάμβανε ως μέτοχος μέρισμα και ότι θα ελάμβανε έξοδα παραστάσεως, επίδομα, οδοιπορικά έξοδα και 13ο μισθό που θα συμποσούνταν μαζί με το μέρισμα σε ΛΚ40.000 ετησίως. Τελικά, ενώ σύμφωνα με τις παραστάσεις θα είχε εισόδημα ΛΚ180.000, έλαβε στην πραγματικότητα ΛΚ54.000 και ανταπαιτεί την διαφορά. Περαιτέρω ισχυρίζεται για τον μετέπειτα χρόνο, ότι όλα τα πιο πάνω πρόσωπα τον εξαπάτησαν για να πωλήσει τις μετοχές της ενάγουσας πολύ πιο κάτω από την πραγματική τους αξία. Ειδικότερα τον εξαπατούσαν λέγοντας του ότι η ενάγουσα δεν είχε κέρδη, και για τούτο δεν του αποκάλυπταν τους λογαριασμούς της εταιρείας, του είπαν ψέματα ότι και ο Θεόδωρος Ευσταθίου είχε πωλήσει τις μετοχές του για να πωλήσει και αυτός τις δικές του, του συμπεριφέρονταν απαξιωτικά, υποτιμητικά και απάνθρωπα ώστε να σταματήσει να εργάζεται στην ενάγουσα με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να πωλήσει τις μετοχές σε χαμηλότερη τιμή. Γι' αυτό ζητά αποζημιώσεις. Τέλος, ισχυρίζεται ότι τα ίδια πρόσωπα κυκλοφόρησαν διάφορα ψεύδη αναφορικά με το πρόσωπο του, διαπράττοντας το αστικό αδίκημα του λιβέλου. Ειδικότερα έλεγαν ότι ήταν «ξοφλημένος» και ότι «δεν ήταν σωστός επαγγελματίας αλλά κακός έμπορας». ΄Οταν ο εναγόμενος 1 έδιδε προσφορά σε πελάτη οι Ευσταθίου και Γεωργίου επισκέπτονταν τον πελάτη και του έκαναν καλύτερη προσφορά με σκοπό να τον ρεζιλέψουν και να του βλάψουν το καλό του όνομα. Επίσης ως λεπτομέρεια λιβέλου παρατίθεται ο ισχυρισμός ότι του απαγόρευαν να επισκέπτεται και να συναλλάσσεται με καλούς πελάτες. Απ' όλα αυτά υπέστη ανεπανόρθωτη βλάβη στην πολύ καλή του φήμη και ανταπαιτεί αποζημιώσεις. Η ενάγουσα ζητά αποκλεισμό της ανταπαίτησης λέγοντας ότι συνεκδίκαση της με την απαίτηση δεν είναι πρόσφορη διότι θα προκαλέσει σημαντική καθυστέρηση και θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Με την αίτηση ζητείται, περαιτέρω, διαγραφή της ανταπαίτησης με αναφορά στις πρόνοιες της Δ.27, κ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ζήτημα που δεν προωθήθηκε με την τελική αγόρευση. Ο εναγόμενος 1 απαντά ότι τα θέματα που εγείρονται με την ανταπαίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την υπεράσπιση και ότι η συνεκδίκαση όχι μόνο είναι πρόσφορη, αλλά εκείνο που θα προκαλέσει δυσχέρεια και σπατάλη χρόνου και εξόδων είναι ο διαχωρισμός. Το ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.21, κ.10[1] οι οποίες αντιστοιχούν με τις πρόνοιες του O.21,r.15 των παλαιών αγγλικών θεσμών. Ο κανονισμός δεν καθορίζει τα κριτήρια. Αυτά έχουν τεθεί νομολογιακά. Θεμελιακό είναι το κατά πόσο είναι πρόσφορη συνεκδίκαση απαίτησης και ανταπαίτησης. Η μεταξύ τους συνάφεια δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά ένα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. ΄Οπως είναι και η πολυπλοκότητα, η πρόκληση δυσχέρειας στην άλλη πλευρά και η τυχόν σημαντική ή υπέρμετρη καθυστέρηση που θα προκύψει από την συνεκδίκαση (βλ. Galip v. Suleyman

(1963)1 C.L.R. 129, Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 A.A.D. 710, Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, Aristo Developers Ltd v. Σπύρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1379 και Annual Practice 1958, σελ. 506-507). Η ενάγουσα επικαλείται, ως άνω, παράβαση συμφωνίας και εμπιστευτικότητας και πρόκληση ζημίας κατά το πρώτο εξάμηνο του
  1. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να εξεταστούν οι ισχυρισμοί και οι θέσεις των διαδίκων σε συνάρτηση με τον εν λόγω ρητό όρο της συμφωνίας ή, ενδεχομένως και σε σχέση με τυχόν εξυπακουόμενες υποχρεώσεις, όπως επίσης το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό ζημίας. Τα όσα ο εναγόμενος αναφέρει για την κατά πολύ προηγηθείσα συμπεριφορά των αντιδίκων του, ενώ χαρακτηρίζονται ως ψευδείς παραστάσεις, στην πραγματικότητα δεν ήταν, σχεδόν στο σύνολό τους, παραστάσεις επί υφιστάμενων γεγονότων, αλλά διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις, υπό τη μορφή, ενδεχομένως, όρων της συμφωνίας. Για τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την πώληση των μετοχών, δεν αναφέρεται ούτε η υποτιθέμενη πραγματική αξία, ούτε η αξία πώλησης, ούτε και εξειδικεύεται ζημία, μήτε αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό στο σχετικό παρακλητικό της ανταπαίτησης. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που τώρα έχει σημασία είναι ότι με αυτές τις ανταπαιτήσεις, αλλά και με την ανταπαίτηση για λίβελο, εγείρονται ζητήματα που δεν έχουν συνάφεια από πλευράς γεγονότων με την απαίτηση και την υπεράσπιση. Με το δέοντα σεβασμό, δεν συμφωνώ με την εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του εναγομένου ότι εάν διαταχθεί ο αποκλεισμός ο εναγόμενος «θα αναγκαστεί να προσκομίσει μαρτυρία εις διπλούν για ακριβώς τα ίδια γεγονότα». Τι σχέση μπορεί να έχει το αν άσκησε ή όχι ανταγωνιστική δραστηριότητα με το εάν του είχαν υποσχεθεί μέρισμα, επίδομα κλπ, ή με το εάν τον εξαπάτησαν ή τον εξανάγκασαν να πωλήσει τις μετοχές του, ή με το εάν τον κακολογούσαν; Η ανταπαίτηση σε όλες της τις πτυχές αφορά άλλα γεγονότα, αλλά και προϋποθέτει εξέταση της διαφοράς σε πολύ ευρύτερα και διαφορετικά νομικά πλαίσια που κυμαίνονται από δόλο και ψευδείς ή αμελείς παραστάσεις ή παράβαση όρων συμφωνίας μέχρι την δυσφήμιση. Ειδικότερα για την τελευταία αυτή πτυχή, αν πρόκειται όντως για λίβελο και τεθεί η υπεράσπιση του αληθούς σχολίου, γίνεται αντιληπτό ότι θα ανοίξει ένα μεγάλο κεφάλαιο για την επαγγελματική επάρκεια ή μή του εναγομένου. Στο Annual Practice ανωτ., αναφέρεται η υπόθεση Factories Insurance Co v. Anglo-Scottish General Commercial Insurance Co [1913] 29 T. L. R. 312 ως παράδειγμα, όπου δεν είχε επιτραπεί η ανταπαίτηση για λίβελο σε αγωγή για αποζημιώσεις και παροχή λογαριασμού δυνάμει συμφωνίας. Ως εκ των άνω, αν η ανταπαίτηση παραμείνει, η υπόθεση θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί με αποτέλεσμα να προκληθεί υπέρμετρη καθυστέρηση και άρα δυσχέρεια στην ενάγουσα κατά τρόπο μάλιστα που θα ήταν άδικος, εφόσον ο εναγόμενος εργάστηκε για πέντε σχεδόν χρόνια με τους όρους και υπό τις περιστάσεις σε σχέση με τις οποίες τώρα παραπονείται και έκτοτε έχουν παρέλθει άλλα δύο ή τρία χρόνια χωρίς να εγείρει απαίτηση. Τώρα πλέον, εισηγείται δια του δικηγόρου του ότι αν δεν γίνει συνεκδίκαση θα προκληθεί «αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης». Ενόψει της παραπάνω διαπίστωσης είναι περιττό να εξεταστούν δύο περαιτέρω εισηγήσεις της ενάγουσας, δηλαδή ότι για μέρος της ανταπαίτησης δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ότι δεν είναι επιτρεπτό απαίτηση για λίβελο να εγείρεται με ανταπαίτηση, εφόσον εάν επρόκειτο για αυτοτελή αγωγή θα έπρεπε να καταχωριστεί ως πρώτο βήμα, κλητήριο με γενική οπισθογράφηση (Δ.2, κ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Εν πάση περιπτώσει προσθέτω συνοπτικά τα ακόλουθα και γι' αυτές τις εισηγήσεις. Ως προς την τελευταία εισήγηση δεν έχω παραπεμφθεί σε αυθεντία που να την υποστηρίζει και δεν θα ήμουν έτοιμος χωρίς αναφορά στη νομολογία να υιοθετήσω τη θέση ότι, κατ' ουσία, δεν μπορεί να υπάρξει ανταπαίτηση για δυσφήμιση για τον τεχνικό λόγο που έχει αναφερθεί. Το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας δεν εμπίπτει στα πλαίσια αίτησης για αποκλεισμό ανταπαίτησης υπό την έννοια ότι μπορεί να διαταχθεί αποκλεισμός για λόγους δικαιοδοσίας. ΄Αλλος είναι, ως άνω, ο σκοπός και τα κριτήρια της Δ.21 κ.10, στα πλαίσια της οποίας ό,τι θα μπορούσε να ληφθεί σχετικώς υπόψη, κατά την εξέταση του θέματος της αναμενόμενης πολυπλοκότητας, είναι το ότι κατά την εκδίκαση της ανταπαίτησης ενδέχεται να εξεταστεί και ζήτημα δικαιοδοσίας. Ούτε στα πλαίσια αιτήματος για διαγραφή δικογράφου ενδείκνυται η εξέταση ενός αμφισβητούμενου νομικού σημείου (Hubbuck v. Wilkinson [1899] 1 Q.B. 91). ΄Αλλωστε, ως άνω, με την τελική αγόρευση για την ενάγουσα, το θέμα περιορίστηκε μόνο σε αίτημα αποκλεισμού. Είναι στην τελική αγόρευση για τον εναγόμενο 1 που συζητήθηκαν σε έκταση οι αρχές περί διαγραφής δικογράφου για να τονιστεί ότι η διαγραφή είναι εξαιρετικό μέτρο και ασκείται μόνο σε περιπτώσεις όπου η αγωγή στερείται αναμφίβολα ερείσματος. ΄Ομως, το επίδικο ζήτημα δεν είναι τελικά η διαγραφή, αλλά ο αποκλεισμός της ανταπαίτησης. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια που αφορούν τον αποκλεισμό στις περιστάσεις της υπόθεσης, βρίσκω ότι η ανταπαίτηση σε όλη της την έκταση πρέπει να αποκλειστεί και δια του παρόντος διατάσσεται ο αποκλεισμός της από την παρούσα αγωγή. Συνεπακόλουθα, ο τίτλος της αγωγής πρέπει να αποκατασταθεί και αποκαθίσταται ως είχε αρχικά. ΄Εξοδα στο τέλος της αγωγής, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 1 όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............................ Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. [1] O.21,r.
  2. Where a defendant sets up a counter-claim, if the plaintiff, or any other person made a party to it, contends that the claim thereby raised ought not to be disposed of by way of counter-claim, but in an independent action, the Court or a Judge may at any time order that such counter-claim he excluded. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.