Ρίτας Γεωργίου ν. Γιαννάκη Φιλιαστίδη, Αίτ. Αγ.: 4391/04, 18 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αίτ. Αγ.: 4391/04 Μεταξύ Ρίτας Γεωργίου Ενάγουσας και Γιαννάκη Φιλιαστίδη Εναγομένου και Ανδρόνικου Μανώλη Τριτοδιαδίκου Αιτηση για τροποποίηση και προσθήκη εναγομένου ημερ. 29/11/07 Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Στ. Αναστάση με τον κ. Δ. Λάμπρου για ν' ακούσει απόφαση για κο Γ. Κουκούνη Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Σαββίδου για ν' ακούσει απόφαση για κο Μ. Κυριακίδη Για τον Τριτοδιάδικο: κα Ε. Ελευθερίου για ν' ακούσει απόφαση για κο Αβρααμίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα ενόσω ήταν επιβάτιδα στο ένα από τα δύο εμπλακέντα οχήματα. Σχεδόν δύο χρόνια μετά κίνησε αγωγή εναντίον του οδηγού του άλλου οχήματος ο οποίος προσεπικάλεσε ως τριτοδιάδικο τον οδηγό του οχήματος στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα. Παρήλθαν άλλα τρία χρόνια. Στο μεταξύ άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του εξεταστή αστυνομικού. Τότε πλέον καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση με την οποία η ενάγουσα βασικά ζητά όπως ο τριτοδιάδικος προστεθεί ως δεύτερος εναγόμενος, με τις αναγκαίες συνεπακόλουθες τροποποιήσεις. Περιπλέον ζητά να διαφοροποιήσει ορισμένα ποσά που απαιτεί ως αποζημιώσεις. Η ευχέρεια του δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25, κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ενώ η ευχέρεια να προστεθεί εναγόμενος, από τις πρόνοιες της Δ.9, κ.10. Ως προς το ζήτημα της τροποποίησης, η σύγχρονη τάση είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει κατ' αρχή να επιτρέπεται αν είναι αναγκαία προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών διαφορών και αποτελεσματικής δικαιοσύνης, έστω κι αν διαπιστώνεται αμέλεια ή καθυστέρηση. Νοουμένου όμως ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστη ή αχρείαστη τροποποίηση ή για τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 394, Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ. 272, The Annual Practice 1958, 1, 621 επόμ.). Ευρεία είναι και η ευχέρεια προσθήκης διαδίκου με σκοπό, και πάλιν, να καταστεί αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επίδικων διαφορών μεταξύ όλων όσοι δυνατόν να επηρεάζονται. Κατά την ευρύτερη ερμηνεία δεν απαιτείται ταυτότητα των επιδίκων θεμάτων ή της μαρτυρίας. Αρκεί η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα να είναι στα ίδια πλαίσια, έτσι ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως επί των δικαιωμάτων όλων των μερών (Hepa Underwriting Management Ltd v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 Α.Α.Δ 773). Κοινή εισήγηση του εναγομένου και του τριτοδιαδίκου είναι ότι η προσθήκη του τριτοδιαδίκου ως εναγομένου δεν είναι αναγκαία ώστε να αποφασιστούν όλα τα εγειρόμενα θέματα μεταξύ όλων των εμπλεκομένων. Διότι αυτό μπορεί να γίνει στα πλαίσια της υφιστάμενης δικονομικής κατάστασης εάν βρεθεί ότι ο εναγόμενος έχει ευθύνη. Εφόσον, αν έχει οποιαδήποτε ευθύνη θα είναι εις ολόκληρο υπόλογος έναντι της ενάγουσας, ενώ και η διαφορά του με τον τριτοδιάδικο επίσης θα καθοριστεί στα πλαίσια της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Ειδικότερα επί του σημείου αυτού ο ευπαίδευτος δικηγόρος του τριτοδιαδίκου παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Manchester Lines Ltd v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, 184: «Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjointer, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v. The result [1958] p. 174).» Η ενάγουσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι τώρα η θέση της είναι πως και οι δύο οδηγοί φέρουν ευθύνη. Αν όμως, ο εναγόμενος έχει έστω και ελάχιστη ευθύνη, όντως η υφιστάμενη διαδικασία επαρκεί για να κριθούν πλήρως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όλων, περιλαμβανομένου του τριτοδιάδικου, χωρίς να είναι ανάγκη να προστεθεί ως εναγομένος. Μόνο αν ο εναγόμενος δεν έχει ευθύνη, το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να καθορίσει τις υποχρεώσεις του τριτοδιάδικου έναντι της ενάγουσας, εφόσον δεν υφίσταται μεταξύ τους η απαιτούμενη άμεση δικονομική σχέση. Αν όμως αυτός είναι ο σκοπός της αίτησης, είναι αλλότριος. Διότι αν ο εναγόμενος δεν έχει ευθύνη, δεν μπορεί να παραμένει στη διαδικασία με σκοπό η ενάγουσα τώρα πλέον να στραφεί εναντίον ενός άλλου εναγόμενου. Η χρήση της διαδικασίας για αλλότριο σκοπό απολήγει σε κατάχρηση ή, εν πάση περιπτώσει, εκθεμελιώνει την αναγκαία προϋπόθεση της καλής πίστης. Η πρόθεση δε, να καταστεί εναγόμενος και ο άλλος οδηγός, εκδηλώθηκε πέντε χρόνια μετά το ατύχημα και τρία χρόνια μετά που η ενάγουσα επέλεξε να στραφεί εναντίον του ενός οδηγού και μόνο. Ενώ, ως άνω, η καθυστέρηση κατ' αρχήν δεν αποκλείει, στην κατάλληλη περίπτωση, μια τροποποίηση, «όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής» και μετά την έναρξη της δίκης «η διακριτική ευχέρεια ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 A.A.D. (E) 33, 37). Εν προκειμένω η καθυστέρηση είναι μεγάλη και μάλιστα εντελώς αδικαιολόγητη. Η αναφορά της ενάγουσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι «η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε μετά την μαρτυρία του αστυνομικού» τίθεται χωρίς καμιά εξήγηση. Ο μάρτυρας αστυνομικός αναφέρθηκε στα όσα βρήκε στη σκηνή και στο ρόλο του ως εξεταστής. Πρόκειται για τα εξ αρχής και ηλικίας πλέον πέντε ετών γεγονότα τα οποία γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει η ενάγουσα που μάλιστα απαιτεί και το ποσό που κατέβαλε για αστυνομική έκθεση. Πώς προέκυψε η ανάγκη τώρα; Καμιά εξήγηση. Η σχηματική και μόνο αναφορά σε «νέα ανάγκη» δεν παρέχει τη δυνατότητα αξιολόγησης της θέσης της ενάγουσας για τους σκοπούς της αίτησης (βλ. Ajini v. Εθνικής Τράπεζας
(1999)1 Α.Α.Δ. 11) ώστε χρόνια μετά, μετά που έχει ξεκινήσει η ακρόαση και έχει περατωθεί η μαρτυρία ενός ουσιαστικού μάρτυρα, καθόλου τυπικού όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας, να αλλάξουν εκ θεμελίων τα δικονομικά δεδομένα και να δημιουργηθεί τώρα πλέον άμεση δικονομική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και του άλλου οδηγού. Ως εκ των άνω η αίτηση πρέπει να αποτύχει. ΄Ομως θα εξετάσω και μια περαιτέρω εισήγηση του τριτοδιαδίκου που τέθηκε σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης (Ευθύνη Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000 σύμφωνα με τις οποίες: «Παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος κατά του αδικοπραγούντα. 22. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του Νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος.» Υπό το φως αυτής της πρόνοιας, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του τριτοδιαδίκου εισηγήθηκε ότι τυχόν απόφαση εναντίον του ως εναγομένου πλέον, θα πρέπει να πληρωθεί από τον ίδιο προσωπικά εφόσον η προσθήκη του ως εναγομένου θα γίνει μετά την πάροδο της τριετίας. Αυτό δε, καταλήγει η εισήγηση, συνιστά δυσμενή επηρεασμό που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με τα έξοδα. ΄Ομως η τροποποίηση δικογράφου ανατρέχει στον αρχικό χρόνο. Το υφιστάμενο δικόγραφο δεν αντικαθίσταται αλλά εξακολουθεί να υπάρχει τροποποιημένο (Σοφοκλέους v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 81). Το ίδιο όταν με την τροποποίηση προστίθεται ή αντικαθίσταται εναγόμενος μετά την περίοδο παραγραφής, περίπτωση που στην Αγγλία ρυθμίζεται από τους θεσμούς (RSC, Ord. 20, r.5). Σε τέτοια περίπτωση, όπως εξηγείται στην Mitchell v. Harris Engineering Co Ltd [1967] 2 All E.R. 682, CA, δεν τίθεται θέμα παραγραφής εφόσον με την τροποποιητική διόρθωση το πρόβλημα θεραπεύεται αναδρομικά.[1] Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για απόλυτη παραγραφή όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 58
(20)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ή από τον περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ. 15. Είναι προθεσμία που συναρτάται με την υποχρέωση του ασφαλιστή να ικανοποιήσει τη δικαστική απόφαση. Εφόσον βασικός σκοπός του νόμου, στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 22, είναι η ρύθμιση της υποχρέωσης του ασφαλιστή να καλύψει δικαστική απόφαση σε σχέση με την ευθύνη που καλύπτεται από του εκ του νόμου προνοούμενο ασφαλιστήριο (άρθρο 14). Η εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 22 δεν οδηγεί σε παραγραφή του αγωγίμου δικαιώματος, αλλά του δικαιώματος του ενάγοντα να ζητήσει πληρωμή από τον ασφαλιστή. Αντίστοιχα προκύπτει και το άδικο, πλην ανέλεγκτο από τα δικαστήρια, αποτέλεσμα να μην μπορεί ο εναγόμενος να ζητήσει κάλυψη από τον ασφαλιστή για λόγο που δεν αφορά τον ίδιο, αλλά την παράλειψη του ενάγοντα. Συνεπώς, ακόμα και υπ' αυτή την έννοια πρόκειται για παραγραφή ή απώλεια ουσιαστικών δικαιωμάτων. ΄Ενας σοβαρός παράγοντας όταν ζητείται η προσθήκη εναγομένου είναι το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να θέσει θέμα παραγραφής. Κατά κανόνα, δεν δίδεται άδεια για προσθήκη μετά την εκπνοή της προθεσμίας (Manchester Lines Ltd, ανωτ.,, P.T. KIANI KERTAS v. Interorient Navigation Company Ltd (ΑΡ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει και όταν τίθεται θέμα απώλειας δικαιώματος ή ουσιαστικού επηρεασμού, είτε των άμεσα εμπλεκομένων ως διαδίκων, είτε όσων έχουν νόμιμα συμφέροντα στην υπόθεση. Εν προκειμένω, ο Νόμος 96/2000, όπως και το προϊσχύσαν Κεφ. 333, θέτει το πλαίσιο μιας τριμερούς αλληλεπίδρασης συμφερόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήτοι του αδικοπραγήσαντα, του ζημιωθέντα και του ασφαλιστή (βλ. General Insurance Company of Cyprus v. Georghiou and another
(1963)2 C.L.R. 117). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα έχει αναδρομική ισχύ, τότε θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στον ασφαλιστή, που δεν θα είναι σε θέση να επικαλεστεί τις πρόνοιες του άρθρου
- Αν, από την άλλη, θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα ισχύει από τώρα θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό ο νέος εναγόμενος, εφόσον η αγωγή εναντίον του θα είναι εκτός των πλαισίων του άρθρου 22 οπότε θα αναγκαστεί να πληρώσει ο ίδιος τυχόν απόφαση εναντίον του. Τέτοιος επηρεασμός, είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση, δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τα έξοδα. Συνεπώς, η αίτηση για προσθήκη δεν θα μπορούσε να επιτύχει και γι' αυτό το λόγο. Δεν υπάρχει ένσταση στο αίτημα για τροποποίηση ορισμένων κονδυλίων από τις κατ' ισχυρισμό ζημίες. ΄Ομως και εκεί εντοπίζεται πρόβλημα. Η πιο σημαντική διαφοροποίηση αφορά σκοπούμενη μείωση της απώλειας εισοδημάτων. Κάτι τέτοιο όμως δεν απαιτεί τροποποίηση. Μπορεί να γίνει με δήλωση ή η ενάγουσα μπορεί να προσφέρει μαρτυρία για χαμηλότερο ποσό εγκαταλείποντας το υπόλοιπο. Επίσης ζητείται να προστεθεί μια υποπαράγραφος (ιγ) στο τέλος της υφιστάμενης παραγράφου
- Τα όσα όμως εκεί αναφέρονται περιλαμβάνονται ήδη στην παράγραφο
- Τελικά, εφόσον δεν υπάρχει ένσταση, δίδεται άδεια για τροποποίηση ως η αίτηση για τα κονδύλια (β), (ε), (στ), (θ) και (ι) και άδεια για τροποποίηση του συνολικού ποσού που θα προκύψει. Η τροποποίηση να γίνει εντός πέντε ημερών από της συντάξεως του παρόντος. Δεν θα δοθεί περαιτέρω χρόνος για υπεράσπιση στην τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης γιατί, ας λεχθεί από τώρα, τέτοια υπεράσπιση δεν χρειάζεται. Οι ζημίες είναι πάντοτε επίδικες και άλλωστε με την υφιστάμενη υπεράσπιση ήδη υπάρχει άρνηση της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης, που αναφέρεται στις ζημιές. Κατά τ' άλλα, τα αιτήματα απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης και τα όσα θα προκληθούν τυχόν εις μάτην ως εκ της τροποποίησης να είναι εναντίον της ενάγουσας και υπέρ του εναγόμενου και του τριτοδιάδικου όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ [1] «Once it is amended, then the writ as amended speaks from the date on which the writ was originally issued an dnot from the date of the amendment. The defect is cured and the action is brought in time. It is not barred by the statute (see Hill v. Luton Corpn; Pontin v. Wood).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο