Ευδοκία Γεωργίου Μαχάττου κ.ά. ν. Δημόκριτου Σταματίδη, Αρ. Αγωγής: 414/04, 10 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 414/04 Μεταξύ: Ευδοκία Γεωργίου Μαχάττου κ.ά. Ενάγουσες -και- Δημόκριτου Σταματίδη Εναγόμενου Ημερομηνία: 10 Απριλίου, 2008 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες: κ. Μυλωνάς (κ. Σκορδής για ν' ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο: κα Μικελλίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η σύγκρουση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε στις 29/8/2002 ο Γεώργιος Μαχάττος με το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος σε διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του πρώτου. Η σύζυγος και οι δύο ανήλικες θυγατέρες του αποβιώσαντος αξιώνουν τώρα αποζημιώσεις για την απώλεια (bereavement) σύμφωνα με το άρθρο 48
(7)-
(10)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και για απώλεια εξάρτησης σύμφωνα με το άρθρο 58
(15)του ιδίου νόμου. Περιπλέον, η σύζυγος, που είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος, απαιτεί και αποζημίωση για ζημία που υπέστη η μοτοσικλέτα. Η απαίτηση για την απώλεια (bereavement) και την απώλεια εξάρτησης εγείρεται, κατ' αρχή, από το διαχειριστή (΄Αρθρο 58
(11)του Κεφ. 148). Εν προκειμένω, ενώ η σύζυγος είναι διαχειρίστρια, στον τίτλο της αγωγής δεν περιγράφεται ως τέτοια. Περιπλέον, είναι φανερό ότι τις απαιτήσεις για απώλεια τις εγείρει υπό την προσωπική της ιδιότητα και όχι αντιπροσωπεύοντας τους κληρονόμους, εφόσον οι άλλες δύο κληρονόμοι έχουν συνενωθεί ως ενάγουσες προσωπικά. Αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα για τις απαιτήσεις για τις απώλειες εφόσον, με δεδομένο ότι δεν ηγέρθη αγωγή από τη διαχειρίστρια εντός 12 μηνών από του θανάτου, υπήρχε ευχέρεια να εγερθούν οι απαιτήσεις αυτές από τη σύζυγο και τα παιδιά προσωπικά. Θέμα δημιουργείται σε σχέση με την απαίτηση για τη ζημία στη μοτοσικλέτα, απαίτηση που βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 34
(12)(β) του περί Διαχείρισης Περιουσιών Νόμου, Κεφ.
- ΄Ομως, εκτός του ότι η ενάγουσα 1 αναφέρεται ως διαχειρίστρια στην ΄Εκθεση Απαίτησης, στο παρακλητικό της αγωγής απαιτεί αφενός για απώλεια εξάρτησης προσωπικά και αφετέρου για τη ζημία στην μοτοσικλέτα ως διαχειρίστρια. ΄Ετσι, εφόσον μάλιστα η άλλη πλευρά δεν ήγειρε ζήτημα, θα εξετάσω τις απαιτήσεις της ενάγουσας 1 και υπό τις δύο της ιδιότητες, θεωρώντας την παράλειψη στον τίτλο ως, υπό τις περιστάσεις, επουσιώδη. Αυτό όμως σημαίνει ότι παράλληλα θα πρέπει να εξεταστεί και η ανταπαίτηση για τις ζημίες στο αυτοκίνητο του εναγομένου θεωρούμενη ότι στρέφεται εναντίον της κας Μαχάττου όχι προσωπικά, αλλά ως απαίτηση εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος. Στο ζήτημα των αποζημιώσεων θα επανέλθω αφού εξεταστεί πρώτα το ζήτημα της ευθύνης. Η ΕΥΘΥΝΗ Η βασική εκδοχή των εναγόντων είναι ότι ο εναγόμενος είχε εισέλθει στην διασταύρωση με κόκκινο φως. Τα φώτα τροχαίας, εξήγησε ο αστ. 618 Κυριάκος Κυριάκου (ΜΕ1) λειτουργούν ως ο αναμενόμενος τρόπος, δηλαδή αντιστρόφως. Το πράσινο φως στην πλευρά του εναγομένου διαρκεί 7΄΄ και στην πλευρά του αποβιώσαντος 30΄΄, αντιστρόφως με ελάχιστη παρεμβολή του κιτρίνου. Οι ενάγοντες δεν έχουν προσφέρει άμεση μαρτυρία για τον εν λόγω βασικό τους ισχυρισμό. Ο αυτόπτης μάρτυρας κ. Ματθαίος Τσούκκας (ΜΕ2) αφού υιοθέτησε την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (τεκμήριο 3) στην οποία είχε αναφέρει ότι οι δύο οδηγοί εισήλθαν στην διασταύρωση χωρίς να σταματήσουν, διευκρίνισε περαιτέρω ότι δεν είχε δει ποιος πέρασε με κόκκινο «γιατί ήταν πλαγίως των φώτων». Αναφέρθηκε στην ταχύτητα των δύο οχημάτων. Οι άλλοι μάρτυρες για τους ενάγοντες κατέφθασαν στην σκηνή μετά. Η δική τους μαρτυρία συνίσταται σε δηλώσεις που κατ' ισχυρισμό έκαμαν ο εναγόμενος και ο Γ. Μαχάττος που στην σκηνή ήταν ακόμα εν ζωή. Ο ΜΕ5 κ. Πανίκος Κατσιάρης υιοθέτησε την κατάθεση του προς την αστυνομία (τεκμήριο 6) στην οποία είχε αναφέρει ότι όταν ρώτησε τον εναγόμενο ποιος πέρασε με κόκκινο, αυτός απάντησε «Πράσινο, κόκκινο, κίτρινο, εγώ μάνι-μάνι, τζείνος πάνω μου». Ο ΜΕ8 κ. Γιάννης Φλοκκάς ισχυρίστηκε ότι ο Γ. Μαχάττος που ήταν πολύ τραυματισμένος και του φάνηκε ετοιμοθάνατος του είχε ψιθυρίσει βραχνιασμένα τα εξής: «Εκόψαν μου τον δρόμο. Εννα πεθάνω.» Από την άλλη, ο εναγόμενος ανέφερε ως μάρτυρας, ότι είχε εισέλθει με χαμηλή ταχύτητα στην διασταύρωση με πράσινο φως, αφού προηγουμένως είχε σταματήσει στο κόκκινο. Είπε, ακόμα, ότι δεν είχε δει τον Γ. Μαχάττο πριν από την σύγκρουση ο οποίος έτρεχε πάρα πολύ και χτύπησε στο αυτοκίνητο του με δύναμη, χωρίς φρένα. Σημειώνεται εδώ ότι, στο σχεδιάγραμμα (τεκ. 2Α) όντως δεν φαίνονται ίχνη τροχοπέδησης για κανένα από τα δύο οχήματα. Αρνήθηκε ότι έκαμε την κατ' ισχυρισμό δήλωση προς τον κ. Κατσιάρη και ισχυρίστηκε ότι εκείνο που δήλωσε εξ αρχής ήταν ότι είχε περάσει με πράσινο. Ανέφερε ακόμα, ότι ενώ βρισκόταν καθ' όλη την διάρκεια κοντά στον τραυματία, δεν τον άκουσε να λέει οτιδήποτε. Αξιολογώντας τους παραπάνω ισχυρισμούς και κάνοντας αρχή από τον κ. Τσούκκα, σημειώνεται ότι ενώ στην κατάθεση του στην αστυνομία έκαμε λόγο μόνο για την ταχύτητα της μοτοσικλέτας λέγοντας ότι εκινείτο «χωρίς υπερβολική ταχύτητα», (20 - 25 χαω) στην μαρτυρία του πλέον ισχυρίστηκε ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν υπερβολική. Προσπάθησε να εξηγήσει ότι δεν το είπε στην κατάθεση του διότι δεν τον είχαν ρωτήσει παρά μόνο για την ταχύτητα της μοτοσικλέτας. ΄Ομως ένας που δίδει κατάθεση στην αστυνομία για ένα τόσο σοβαρό, ένα θανατηφόρο δυστύχημα, αναμένεται να αναφερθεί σε ένα τέτοιο ζήτημα, το οποίο προβάλλεται μόνο τώρα, όψιμα. Πέραν τούτου δεν είναι πειστική από μόνη της η εικόνα ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν τόσο χαμηλή, κρινόμενη μέσα από την ίδια μάλιστα την λοιπή μαρτυρία του κ. Τσούκκα. Ο οποίος σε άλλο σημείο ανέφερε ότι «μόλις επέρασε τα φώτα η μοτόρα εσφινώθη πάνω στ' αυτοκίνητο με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να γυρίσει περίπου μισή στροφή». Το ότι το αυτοκίνητο σπρώχθηκε από την σύγκρουση και μάλιστα σχεδόν προς την αντίθετη κατεύθυνση, βεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία (βλ. σχεδιάγραμμα, τεκμήριο 2Α). ΄Οπως στοιχείο πραγματικής μαρτυρίας είναι και οι σοβαρές ζημίες που υπέστη το αυτοκίνητο περιλαμβανομένης της στρέβλωσης του σασί. Σύμφωνα δε, με τη μαρτυρία του υπαστ. Χάρη Ευριπίδου (ΜΕ4) που οι ενάγοντες κάλεσαν ως εμπειρογνώμονα αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων, το χτύπημα στο αυτοκίνητο ήταν αρκετά σοβαρό ώστε να συνάδει με μεγάλη ταχύτητα της μοτοσικλέτας. Τέτοια διαπίστωση θα εύρισκε έρεισμα στην κοινή αντίληψη χωρίς ανάγκη εμπειρογνωμοσύνης. Υπό το φως όλων των ανωτέρω ο ισχυρισμός του κ. Τσούκκα ότι η μοτοσικλέτα οδηγείτο με χαμηλή και μάλιστα τόσο χαμηλή ταχύτητα είναι εξωπραγματικός και καθιστά τη μαρτυρία του στο σύνολο της αναξιόπιστη. Δεν έχω πειστεί ούτε ακόμα και για τον ουδέτερο, όπως φαίνεται κατ' αρχήν, ισχυρισμό του ότι δεν είδε τα φώτα. Εκείνη την ώρα, όπως είπε, καθόταν απερίσπαστος σε μια σκαλωσιά σε ύψος 20μ. και έβλεπε τον δρόμο σε απόσταση 150μ. περίπου από τα φώτα. Προκύπτει ότι είχε πανοραμική θέα της διασταύρωσης και των φώτων. Αλλά κι αν ακόμα δεν είχε προσέξει τα φώτα μέχρι τότε, όταν είδε δύο οχήματα να εισέρχονται στην διασταύρωση ταυτόχρονα, εκείνο που αναμενόταν ως άμεση φυσική αντίδραση θα ήταν να κοιτάξει τα φώτα τροχαίας. Η θέση του δε, δεν είναι πως κάτι τέτοιο δεν ήταν φυσικό και ότι φυσικό ήταν να προσέξει κάτι άλλο. Η θέση του είναι πως ήταν ανέφικτο να δει τα φώτα διότι βρισκόταν «πλαγίως των φώτων». Τα φώτα όμως, ήταν τοποθετημένα σε κάθε γωνιά της διασταύρωσης, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Η εξήγηση λοιπόν του κ. Τσούκκα δεν έχει νόημα. Η κατάληξη δε, είναι πως δεν είπε την αλήθεια είτε παραποιώντας την, είτε, ακόμα, τελείως αποκρύβοντας την. Εντελώς κατασκευασμένη κρίνεται η μαρτυρία του κ. Φλοκά. ΄Ακουσε, υποτίθεται, τον τραυματία να δίδει μια σημαντικής αξίας εξήγηση για το σχεδόν ταυτόχρονο συμβάν. Δεν είπε τίποτε εκεί στους αστυνομικούς. «Πού να ήξερα ότι θα δώσω μαρτυρία;» διερωτήθηκε, επειδή του είπε ο ετοιμοθάνατος βραχνιασμένα αυτή την φράση. Κι αλλού: «Πού ήξερα εγώ ότι θα έπρεπε να πάω στην αστυνομία για να δώσω κατάθεση;». Ως εάν να επρόκειτο, ο επιθανάτιος λόγος ενός γνωστού του μάλιστα ανθρώπου για τις γενεσιουργές συνθήκες, να ήταν μια καθημερινή κουβέντα που δεν προκαλεί καν την υποψία στον αυτήκοο ότι θα πρέπει να την κοινοποιήσει στην αστυνομία. Αφού δεν το είπε, πώς κλήθηκε ως μάρτυρας, ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος. Απάντησε ότι είχε ενημερώσει τους οικείους του αποβιώσαντα μέσω κάποιου Σπύρου, κοινού τους γνωστού. ΄Ομως, ούτε η σύζυγος, ούτε ο αδερφός του αποβιώσαντα που έδωσαν μαρτυρία έκαμαν λόγο για τέτοιο ζήτημα. Τέλος, ουδείς άλλος μάρτυρας ανέφερε ότι άκουσε τον ετοιμοθάνατο να μιλά. Ούτε ο Τσούκκας που προσέτρεξε αμέσως[1], ούτε ο Κατσιάρης που έφθασε αμέσως μετά και ο οποίος μάλιστα αναφέρει ρητά ότι το θύμα δεν μιλούσε. Μή πειστική ήταν όμως η αναφορά που ο Κατσιάρης έκαμε για τον εναγόμενο επί σκηνής. Την οποία μάλιστα προχώρησε να ερμηνεύσει ότι σήμαινε πως ο εναγόμενος «δεν μπήκε με καθαρό χρώμα». ΄Ομως, άλλη μαρτυρία που και οι ίδιοι οι ενάγοντες παρουσίασαν δείχνει τον εναγόμενο επί σκηνής να δηλώνει ότι ο ίδιος πέρασε με πράσινο και είναι ο άλλος που «ήρθε γρήγορα και τον χτύπησε». Αυτά μάλιστα δεν δηλώθηκαν μόνο σε αστυνομικό (ΜΕ3) και με επίστηση στο νόμο 20΄ μετά το δυστύχημα, αλλά και αμέσως μετά το δυστύχημα, στον πρώτο άνθρωπο που έφτασε στην σκηνή τον κ. Αντρέα Μαϊφόσιη (Μαρτ. Εναγομένου αρ. 1)[2]. Σε χρόνο που ακόμα εκυριαρχείτο από το συμβάν όπως είναι αντικειμενικά εύλογο αλλά και όπως περιγράφεται από τον Τσούκκα («σιοκαρισμένος»). Σχεδόν ταυτόχρονα με το ίδιο το συμβάν. Υπό περιστάσεις δηλαδή που δεν αναμένεται να είχε χρόνο και ψυχραιμία να κατασκευάσει μια άλλη εκδοχή. ΄Ομως, ανεξάρτητα από τις δηλώσεις που τείνουν να ενισχύσουν την μαρτυρία του εναγόμενου, η μαρτυρία του ήταν εντυπωσιακά πειστική. Απαντούσε αβίαστα, με φυσικότητα και ευθύτητα. Η εκδοχή του υποστηρίζεται από στοιχεία που η άλλη πλευρά παρουσίασε (μεγάλη ταχύτητα μοτοσικλέτας, βίαιο άμεσο και χωρίς φρένα χτύπημα). Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων όμως, τόνισε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ενώ ο εναγόμενος παρουσίασε και υιοθέτησε ενόρκως γραπτή δήλωση στα πλαίσια της κύριας εξέτασης του, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9[3] στην πραγματικότητα φάνηκε ότι το κείμενο της δήλωσης δεν του ήταν αντιληπτό εφόσον ο εναγόμενος ως ομογενής από την Σταυρούπολη της Ρωσίας δεν είναι καλός γνώστης της ελληνικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ίδια η δικηγόρος του που την ετοίμασε και που ζήτησε από τον εναγόμενο να υιοθετήσει το περιεχόμενο της, όταν κατά την αντεξέταση του τού υπεβλήθη ότι δεν μπορεί να διαβάσει και να καταλάβει το περιεχόμενο, έφερε ένσταση λέγοντας ότι η ερώτηση θα έπρεπε να τεθεί πιο απλά και ειδικά ζητώντας να του εξηγηθεί η λέξη «περιεχόμενο». Περιπλέον, η δήλωση περιέχει αναφορές για τις οποίες δέχθηκε ευθέως αντεξεταζόμενος ότι δεν είχε γνώση. Είναι ακόμα χαρακτηριστικό ότι η δήλωση όχι μόνο είναι γραμμένη σε γλώσσα που χρησιμοποιούν οι δικηγόροι αλλά, αλλού λαμβάνει τη μορφή δικογράφου και αλλού τη μορφή αγόρευσης. Είναι φανερό ότι η δήλωση δεν περιείχε το λόγο του εναγόμενου, αλλά καταγράφτηκε από τη δικηγόρο του. Ο κ. Μυλωνάς όμως εισηγήθηκε πως «δεν είναι δικαιολογία ότι φταίει ο δικηγόρος. Δεν θα εξετάσουμε ποιος φταίει. Δεν υπάρχει τυπικό ή ουσιαστικό ψέμα. Η ευθύνη είναι του ίδιου του μάρτυρα του οποίου η μαρτυρία έχει μολυνθεί στο σύνολο της». Εν προκειμένω ό,τι διαπιστώνεται είναι κακή χρήση της δυνατότητας που προσφέρουν οι πρόνοιες του άρθρου
- Οι πρόνοιες αυτές δεν παρέχουν ευχέρεια να γράφει ο δικηγόρος τη δήλωση για τον μάρτυρα, αλλά ευχέρεια να κατατεθεί γραπτώς η κατά άμεσο τρόπο ληφθείσα δήλωση του μάρτυρα. Αυτό όμως, υπό τις περιστάσεις, δεν έχει να κάμει με την αξιοπιστία του εναγόμενου ο οποίος από δικής του πλευράς και όντας φανερά αμέτοχος του διαδικαστικού χειρισμού σε σχέση με την γραπτή δήλωση και ανεξάρτητα από τη δήλωση, αφηγήθηκε απλά και φυσικά τα γεγονότα που ο ίδιος και μόνο γνώριζε. Είναι, ως εκ των άνω, εύρημα του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος εισήλθε με πράσινο, και με τον τρόπο που περιέγραψε και άρα ο Γ. Μαχάττος με κόκκινο. Ακόμα κι έτσι, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε πως ο εναγόμενος έχει ευθύνη. Στήριξε την εισήγηση του αυτή στην άποψη του κου Ευριπίδου ο οποίος προσδιόρισε δύο υποθετικές θέσεις της μοτοσικλέτας δύο δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση με βάση συμβατικές ταχύτητες 50 χαω και 100 χαω αντίστοιχα (θέσεις Η και Η1 αντίστοιχα στο σχέδιο τεκ. 2Β). Η πραγματική ταχύτητα των οχημάτων, σημειώνει, δεν ήταν δυνατό να υπολογιστεί. Εφόσον η ορατότητα ήταν ικανοποιητική, συνεχίζει, ο εναγόμενος «είχε την ευκαιρία στη διάρκεια των δύο δευτερολέπτων να δει τη μοτοσικλέτα έγκαιρα αλλά και να αντιδράσει, πράγμα που δεν έκανε» και άρα «εισήλθε στη διασταύρωση απρόσεχτα χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση και χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια με αποτέλεσμα να προκληθεί το δυστύχημα.» Κατ' αρχάς τα προαναφερθέντα υπερβαίνουν τα πλαίσια της γνωμοδότησης ως προς το πώς έγινε το δυστύχημα και λαμβάνουν μορφή αξιολογικής εκτίμησης του θέματος της υπαιτιότητας που είναι έργο του δικαστηρίου. Χωρίς μάλιστα να ληφθεί υπόψη ο παράγοντας «φώτα τροχαίας». Το όριο ταχύτητας για το μοτοσικλετιστή σύμφωνα με τον κο Κυριάκου (ΜΕ1) ήταν αρχικά 65 χαω και σε απόσταση 175 μ. πριν από τη διασταύρωση ήταν 50 χαω. Η μαρτυρία, ως άνω, και το εύρημα μου είναι πως η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν τέτοια ώστε εισερχόμενη στη διασταύρωση να «σφηνωθεί αμέσως» στο αυτοκίνητο και να το στρέψει σχεδόν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από την είσοδο στη διασταύρωση μέχρι τη σύγκρουση η μοτοσικλέτα είχε διανύσει, κατά τον κο Κυριάκου (ΜΕ1), 18,10 μ. ΄Οσο κι αν δεν γνωρίζουμε την ταχύτητα της, είναι φανερό ότι χρειάστηκε ελάχιστος χρόνος. ΄Οπως εξηγείται στη Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, με αναφορά στην Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 All E.R. 115, ο οδηγός που προχωρεί στη διασταύρωση με πράσινο φως έχει μεν δικαίωμα να υποθέσει ότι τα οχήματα διαφορετικής κατεύθυνσης θα συμμορφωθούν με τους κανονισμούς, αλλά έχει και καθήκον, ανάλογα με τις περιστάσεις, να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που έγκαιρα έχει δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών. Εφόσον ζήτημα αμέλειας ως προς την παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης τίθεται όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής. Στην Davis v. Hassan [1967] 117, NLJ 72, CA στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων επαναλήφθηκε ότι έστω και αν ο κρινόμενος οδηγός εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο, το ζήτημα της αμέλειας του είναι, όπως πάντα, ζήτημα γεγονότων. Εν προκειμένω ο εναγόμενος ανέφερε ότι εισερχόμενος στη διασταύρωση δεν αντελήφθη τη μοτοσικλέτα. Στη συνέχεια έχοντας μάλιστα πρόθεση να στρίψει δεξιά συγκεντρώθηκε στη δική του πορεία. Αλλά μόλις ξεκίνησε καλύπτοντας απόσταση 24,50 μ. (μαρτυρία ΜΕ1 κ. Κυριάκου) η μοτοσικλέτα «ήλθε πάνω του σαν το αεροπλάνο», όπως είπε χαρακτηριστικά. Υπό τέτοιες περιστάσεις ο κίνδυνος δεν ήταν εύλογα εμφανής. Ο εναγόμενος δεν είχε καθήκον συνεχούς παρατήρησης για ένα τέτοιο ενδεχόμενο και μάλιστα όπως εκινείτο η μοτοσικλέτα, είναι αμφίβολο κατά πόσο στον ελάχιστο εκείνο χρόνο θα μπορούσε ο εναγόμενος, λαμβάνοντας υπόψη και τον χρόνο συνειδητοποίησης του κινδύνου (thinking distance), να αντιδράσει προς αποφυγή της σύγκρουσης. Υπό τις περιστάσεις ο εναγόμενος δεν ήταν αμελής, πλήρη ευθύνη είχε ο αποβιώσαντας και η αγωγή θα αποτύχει. Για το ενδεχόμενο ανατροπής κατ' έφεση, θα εξετάσω το ζήτημα των αποζημιώσεων. ΟΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Η ζημία στη μοτοσικλέτα έχει αποδειχθεί χωρίς αμφισβήτηση ή αντίκρουση για το ποσό των ΛΚ1.304,60 το οποίο θα εδικαιούτο, επί βάσεως πλήρους ευθύνης, η ενάγουσα 1 ως διαχειρίστρια με τόκο 8% από τον χρόνο της ζημίας. Η αποζημίωση για απώλεια (bereavement) καθορίζεται δια νόμου στο ποσό των €17,086 (ΛΚ10.000), ποσό που κατανέμεται εξίσου στους εκάστοτε δικαιούχους, όπως είναι εν προκειμένω οι ενάγοντες (βλ. άρθρο 58
(7)-
(10)του Κεφ. 148). Προκύπτει, επί βάσεως πλήρους ευθύνης, το ποσό των €5695.33 για κάθε μία από τις ενάγουσες με τόκο 8% από το χρόνο της απώλειας (29/8/2002) μέχρι την 1/6/2004 που καταχωρίστηκε η αγωγή (άρθρο 58Α του Κεφ. 148) και νόμιμο τόκο στη συνέχεια. Οι αποζημιώσεις για απώλεια της εξάρτησης «αναλογούν προς τη ζημιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώμενους αντίστοιχα» και καταμερίζονται μεταξύ τους «σε τέτοια μερίδια σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου» (άρθρο 58
(15)του Κεφ. 148). Με άλλα λόγια, οι αποζημιώσεις αυτές αναλογούν προς το εισόδημα του αποβιώσαντος, αφού αφαιρεθεί ένα ποσοστό για τις προσωπικές ανάγκες που θα είχε αν ζούσε. Αν δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία που να δικαιολογεί ασφαλή και όχι θεωρητική πρόβλεψη για μελλοντικές εξελίξεις, η εξέταση των μελλοντικών προοπτικών δεν είναι θεμιτή, ούτε λαμβάνεται υπόψη ο μελλοντικός πληθωρισμός (Cookson v. Knowles [1978] 2 All ER 604, Fysco Contracting Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Αντωνίου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 37). ΄Ετσι, κατά κανόνα, ο υπολογισμός γίνεται με βάση το εισόδημα κατά τον χρόνο του θανάτου. Εν προκειμένω οι ενάγουσες έχουν προσφέρει ως μαρτυρία τις δηλώσεις του αποβιώσαντα στο φόρο εισοδήματος. Δεν τέθηκε θέμα ότι πρόκειται για αυτοενισχυτικές, κατά κάποιο τρόπο, δηλώσεις. Αντίθετα η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου δήλωσε τελικά, αγορεύοντας, πως «δέχεται τα εισοδήματα που δήλωνε στο φόρο». Εκ περισσού ίσως, ως εκ τούτου, αναφέρεται ότι έδωσε σχετική μαρτυρία ο φορολογικός σύμβουλος του αποβιώσαντα κ. Καστραππής (ΜΕ9) ο οποίος όμως αναφερόταν μάλλον στο φορολογητέο εισόδημα, παρά στο καθαρό εισόδημα που τώρα μας ενδιαφέρει. Σχετική μαρτυρία έδωσε και ο αδερφός και συνεργάτης του αποβιώσαντα κ. Παναγιώτης Μαχάττου (ΜΕ7) ο οποίος ανέφερε, όπως φαίνεται στη φορολογική δήλωση (τεκ. 14) και στην ειδοποίηση επιβολής φορολογίας (τεκ. 15Α) ότι ο αποβιώσας είχε για το 2001 αποδοχές από την εργασία του στην εταιρεία τους ΛΚ10.
- Σχετικό είναι και το πιστοποιητικό αποδοχών για το 2001 (τεκ. 9) όπου φαίνονται και οι αποκοπές για κοινωνικές ασφαλίσεις (ΛΚ453,60), φόρο εισοδήματος (ΛΚ1650) και έκτακτη εισφορά για την άμυνα (ΛΚ144). ΄Ετσι προκύπτει ότι το καθαρό εισόδημα του για το 2001 ήταν ΛΚ7752.
- Για το 2000, οι αποδοχές του ήταν ΛΚ9000 και το καθαρό εισόδημα ήταν ΛΚ7145 (βλ. πιστοποιητικό αποδοχών στο τεκμήριο 10). Για τους οκτώ μήνες του 2002 που βρισκόταν εν ζωή, δηλώθηκε ως εισόδημα το ποσό των ΛΚ8540, που αντιστοιχεί σε ετήσιο ποσό ΛΚ
- Οι καθαρές αποδοχές, με βάση την αναλογία του προηγούμενου έτους θα ήταν περί τις ΛΚ
- Είναι δε ασφαλές και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, ήτοι την άνοδο των αποδοχών του για τρία συνεχή χρόνια, να ληφθεί υπόψη το στοιχείο αυτό ως μελλοντική τάση. Λαμβάνοντας υπόψη την τάση αυτή, σ' ένα σφαιρικό σχήμα χωρίς κλιμακωτές διαφοροποιήσεις από έτος σε έτος, ως καθαρές απολαβές του καθορίζεται το ποσό των ΛΚ10000 ετησίως. Στα ποσά της εξάρτησης θα επανέλθω. Τόσο ο αδερφός του αποβιώσαντος (ΜΕ7) όσο και ο κ. Καστραππής (ΜΕ9) ανέφεραν ότι ο αποβιώσαντας πέραν των απολαβών του από την εταιρεία για την εργασία του, ελάμβανε ή πιστωνόταν κάθε χρόνο με ενοίκια που εισέπραττε η εταιρεία τους προς όφελος τους. ΄Ομως έγινε σαφές ότι τα ενοίκια αυτά η εταιρεία συνεχίζει να τα πιστώνει υπέρ των κληρονόμων του αποβιώσαντος μετόχου. ΄Αρα δεν πρόκειται για απώλεια. ΄Ομως, το 2002, μετά τον θάνατο του Γ. Μαχάττου δηλώθηκαν στα πλαίσια «φορολογικής αμνηστίας» ως περιπλέον εισοδήματα που δεν είχαν δηλωθεί τα προηγούμενα χρόνια, το ποσό των ΛΚ
- Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ποσό αυτό παρά την αρχή της υπόθεσης Ορφανίδου v. Ορφανίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1889, ότι, για λόγους δημόσιας πολιτικής και δημοσίου συμφέροντος, ένα πρόσωπο που με σκοπό την αποκόμιση οφέλους υποβάλλει ψευδή φορολογική δήλωση με αποτέλεσμα την καταδολίευση των δημοσίων προσόδων, δεν μπορεί σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία να υποβάλλει ισχυρισμούς αντίθετους με σκοπό την αποκόμιση και πάλι, οφέλους. Ως βάση διαφοροποίησης ο κ. Μυλωνάς εισηγήθηκε την ενέργεια του κράτους «να νομιμοποιήσει την παρανομία με την φορολογική αμνηστία». Δεν θα εξετάσω τις επιπτώσεις της φορολογικής αμνηστίας ευρύτερα. Εκείνο που εν προκειμένω έχει σημασία, είναι πως τα μη δηλωθέντα εξ αρχής εισοδήματα δηλώθηκαν μετά που ανέκυψε η αιτία αγωγής. Σε χρόνο δηλαδή που οι κληρονόμοι θα μπορούσαν με την εκπρόθεσμη δήλωση να αποκομίσουν όφελος μέσα από την σκοπούμενη δικαστική διαδικασία. Υπ' αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι συνεχίζει να βρίσκει εφαρμογή η εν λόγω αρχή και ως εκ τούτου δεν θα ληφθεί υπόψη το ποσό των ΛΚ
- Η σύζυγος απαιτεί ΛΚ96.000,00 για έξοδα συντήρησης ή και διατροφής και οι θυγατέρες απαιτούν, η κάθε μία ΛΚ48.000,00 για συντήρηση και διατροφή και ΛΚ80.000,00 για μελλοντικές σπουδές. Απαιτούν ακόμα έξοδα οικιακής βοηθού της οποίας η ανάγκη, όπως είναι ο ισχυρισμός, προέκυψε επειδή η μητέρα αναγκάστηκε να εργαστεί. Παραδόξως το ποσό αυτό δεν το απαιτεί η σύζυγος που όπως αναφέρεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης απασχολεί την οικιακή βοηθό αλλά όπως είπε στη μαρτυρία της δεν εργοδοτεί ακόμα οικιακή βοηθό. Αναφορικά με τη σύζυγο δεν έχει δοθεί, ούτε στα δικόγραφα ούτε στη μαρτυρία, εξήγηση για το πώς προκύπτει το ποσό των ΛΚ96.000,00 που απαιτεί. Πέραν τούτου, είχε επέλθει διάσταση στον έγγαμο βίο από το τέλος του 1999, αρχές 2000 και η ενάγουσα 1 είχε φύγει από τη συζυγική οικία. Ακολούθησαν αιτήσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο της ίδιας και των παιδιών για διατροφή (τεκμήρια 12 και 13) στα πλαίσια των οποίων η ενάγουσα 1 ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγος της αρνήθηκε να παρέχει διατροφή και συντήρηση στην οικογένεια του. Το αποτέλεσμα εκείνων των διαδικασιών στις 28/9/00, ήταν η μεν αίτηση της συζύγου να αποσυρθεί άνευ βλάβης, για δε τα παιδιά να δοθεί εκ συμφώνου διάταγμα για ΛΚ100 για κάθε παιδί ως συνεισφορά στην διατροφή τους. Τώρα, ως μάρτυρας, η ενάγουσα 1 ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας συντηρούσε τα παιδιά και το σπίτι τους και δαπανούσε ΛΚ800 τουλάχιστο κάθε μήνα για τη διατροφή της ίδιας και των παιδιών. Αντεξεταζόμενη προσπάθησε να εξηγήσει ότι στην αρχή «δεν ήταν φίλοι» και ότι μετά από 2-3 χρόνια τα πράγματα διαφοροποιήθηκαν. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι 1,5 μήνα πριν από το δυστύχημα συμφιλιώθηκαν και ζούσαν μαζί. Κατά την επανεξέταση όμως, ανέφερε ότι εκείνο που εννοούσε ήταν ότι έβγαιναν έξω πιο συχνά γιατί ο σύζυγος της ήθελε πάντοτε να ξανασμίξουν. ΄Αρα, προκύπτει όχι μόνο ότι δεν ζούσαν μαζί όπως είπε, αλλά και ότι προσπάθησε να δώσει μια άλλη εντύπωση με ένα ισχυρισμό που δεν προέβαλε στην κυρίως εξέταση και δεν υποστήριξε στην επανεξέταση. Η μαρτυρία της ήταν ευρύτερα συγχυσμένη και αντιφατική. Ισχυρίστηκε ότι πριν από το θάνατο του συζύγου της (Αύγουστο 2002) εργαζόταν περιστασιακά και ελάχιστες ώρες με μηδαμινά εισοδήματα και από το θάνατο και μετά είναι υποχρεωμένη να εργάζεται ολόχρονα και με σταθερό ωράριο με αποτέλεσμα να έχει ανάγκη για οικιακή βοηθό. Αυτά, στην γραπτή της δήλωση που κατάθεσε ενόρκως ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Αντεξεταζόμενη, αρχικά είπε ότι δεν μπορούσε να θυμάται από πότε εργάζεται, και μετά είπε ότι είναι από το 2000 που εργάζεται. Ήταν τα παιδιά της μικρά και όταν μεγάλωσαν λίγο άρχισε να εργάζεται το 2000 μέχρι το
- Ακολούθως δούλευε πολύ λίγο διότι είχε «πολλά με τα μωρά». Από την άλλη είπε ότι τα εισοδήματα της από το 2000 μέχρι σήμερα «που εργάζεται πολύ λίγο» είναι γύρω στις ΛΚ
- Ρωτήθηκε ποια είναι τότε τα «μηδαμινά εισοδήματα» που είχε κατά το χρόνο του θανάτου και απάντησε πως αυτό ίσχυε όταν ήταν με τον σύζυγο της, δηλαδή μέχρι το τέλος του
- ΄Ομως τώρα, ως άνω, λέγει ότι είναι κατά το χρόνο του θανάτου του που είχε μηδαμινά εισοδήματα και υποχρεώθηκε να εργάζεται «ολόχρονα και σταθερά» και να «χρειάζεται οικιακή βοηθό», αλλά ταυτόχρονα από το 2005 «εργάζεται πολύ λίγο». Περαιτέρω, της υποδείχθηκε ότι στην αίτηση διατροφής είχε δηλώσει ενόρκως (τεκμήριο 13Β) ότι δεν εργαζόταν και δεν είχε οποιαδήποτε εισοδήματα κατά το χρόνο της διάστασης. Απάντησε πως εκείνο που εννοούσε είναι ότι επειδή εργαζόταν εποχιακά, δεν εργαζόταν κατά τον χρόνο που είχε κάμει την ένορκη δήλωση. ΄Ομως, είναι σαφές ότι η αναφορά της στην ένορκη δήλωση δεν είχε την έννοια της παροδικής απασχόλησης, εφόσον ρητά δήλωσε όχι μόνο ότι δεν εργάζεται αλλά και ότι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εργασία για να μείνει κοντά στα μικρά τους παιδιά κατόπιν επιθυμίας και του συζύγου της. Εκείνο που προκύπτει είναι πως γίνονται διάφορες δηλώσεις ανάλογα με τους σκοπούς της εκάστοτε διαδικασίας και στα ίδια αυτά πλαίσια δίδονται διαφορετικές εικόνες για τον αποβιώσαντα. Δεν έχω πεισθεί ότι κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό για την εν διαστάσει σύζυγο του, η οποία, ως άνω, απέσυρε την αίτηση της για διατροφή. Ούτε έχει στοιχειοθετηθεί η απαιτούμενη εύλογη πιθανότητα ή οποιαδήποτε πραγματική προσδοκία για συμφιλίωση (βλ. Davies v. Taylor [1972] 3 All ER 836). Η ενάγουσα ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί «εξαρτώμενο πρόσωπο, πρόσωπο δηλαδή που στηριζόταν οικονομικά από τον σύζυγο» (Καζάκου v. Αβρααμίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626). Εφόσον δεν έχω πιστέψει την ενάγουσα 1 καταρρίπτεται και ο γενικόλογος ούτως η άλλως ισχυρισμός της, ότι ο αποβιώσαντας δαπανούσε για τη διατροφή της ίδιας και των παιδιών τους ΛΚ800 το μήνα. Για τις ανάγκες των παιδιών, έχει αναφέρει ότι απαιτούνται ΛΚ200 μηνιαίως για κάθε παιδί. Παρά το γενικόλογο της αναφοράς και την γενικότερη προσπάθεια της ενάγουσας 1 να παρουσιάσει τα πράγματα όπως θα ήταν βολικό, η αναφορά της αυτή είναι μέσα σε λογικά πλαίσια, αλλά σίγουρα δεν αποτελεί θετική μαρτυρία για κάθε συγκεκριμένο κονδύλι ώστε να μπορούσε να εφαρμοστεί η μέθοδος του καθορισμού της αποζημίωσης «για κάθε κονδύλι ξεχωριστά» (βλ. Καζάκου ανωτέρω). Ούτε υπάρχει μαρτυρία για τα προσωπικά έξοδα του αποθανόντος, οπότε θα μπορούσε να εφαρμοστεί η δεύτερη μέθοδος που εξηγείται στην Καζάκου «για το κερδαινόμενο εισόδημα μείον τα προσωπικά έξοδα του αποθανόντος». Κανονικά ελλείψει μαρτυρίας για κάθε κονδύλι εξάρτησης χωριστά και για τα προσωπικά έξοδα του αποβιώσαντος, προσφέρεται η τρίτη μέθοδος, η μέθοδος της «ποσοστιαίας προσέγγισης», δηλαδή η μέθοδος συμβατικού υπολογισμού στη βάση ενός ποσοστού επί του εισοδήματος του αποβιώσαντος (βλ. Νικολάου v. Μιχαήλ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1866, Καζάκου (ανωτ.)). Η γενική φόρμουλα όταν υπάρχουν σύζυγος και παιδιά αναφέρεται σε 75% και όπου υπάρχει μόνο σύζυγος, σε 67%. Εν προκειμένω υπάρχουν σύζυγος και παιδιά, αλλά εξαρτώμενοι μπορούν να θεωρηθούν, για τους παραπάνω λόγους, μόνο τα παιδιά. Στην Καζάκου το ποσό εξάρτησης που εσφαλμένα είχε αποδοθεί σε ένα από τους εξαρτωμένους κατανεμήθηκε, κατ' έφεση, μεταξύ των υπολοίπων εξαρτωμένων. Εκεί όμως είχε διαπιστωθεί ότι η εξάρτηση των μελών της οικογένειας απορροφούσε το συνολικό ποσό που καθορίστηκε ως απώλεια εξάρτησης και συνεπώς «ο διαμερισμός του ποσού μεταξύ των μελών της οικογένειας είχε ως επίμετρο τις ιδιαίτερες ανάγκες εκάστου των εξαρτωμένων και όχι την εξάντληση των αναγκών τους (οι οποίες) ήταν μεγαλύτερες του συνολικού ποσού της εξάρτησης». Εν προκειμένω δεν υπάρχει το υπόβαθρο, από πλευράς γεγονότων, ώστε το μερίδιο της συζύγου επί του συμβατικού ποσοστού 75% να κατανεμηθεί μεταξύ των υπολοίπων. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η εξάρτηση των υπολοίπων θα απορροφούσε το 75% (ΛΚ7.500). Αντίθετα, υπενθυμίζεται η μαρτυρία της μητέρας για ΛΚ2.400 ετησίως για κάθε παιδί (ΛΚ4.800). Ποιό όμως θα ήταν το μερίδιο της συζύγου αν οι σχέσεις τους ήταν τέτοιες ώστε να στηρίζεται οικονομικά στο σύζυγο της; Ακόμα και τότε, έχοντας εισοδήματα γύρω στις ΛΚ550 όπως η ίδια τελικά είπε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν θα ήταν πλήρως εξαρτώμενη, σε αντίθεση με τα παιδιά. Από την άλλη τα εισοδήματα της αυτά δεν ήταν ουσιαστικά έτσι ώστε η εξάρτηση των παιδιών να συναρτηθεί με το κοινό εισόδημα των γονέων. Βάση αποτελεί το εισόδημα του αποβιώσαντος (βλ. ΑΗΚ v. Κυριάκου, Πολ. ΄Εφεση 12024, 22/5/2006). Στα πλαίσια πάντα ενός συμβατικού εγχειρήματος θα μπορούσαμε να καταλήξουμε ότι το αναλογούν στα παιδιά μερίδιο θα ήταν 60%. Εφόσον όμως, υπήρχε διάταγμα για διατροφή των παιδιών, μήπως η εξάρτηση τώρα θα πρέπει να καθοριστεί επί τη βάσει του διατάγματος και μόνο; ΄Η, μήπως θα πρέπει να ακολουθηθεί η «ποσοστιαία προσέγγιση» χωρίς να ληφθεί υπόψη το διάταγμα; Νομίζω ότι η ορθή και δίκαιη λύση βρίσκεται στη μέση. Το διάταγμα αναφέρεται σε προγενέστερο χρόνο και ήταν εκ συμφώνου, δηλαδή χωρίς να διαγνωστούν δικαστικά οι τρέχουσες ανάγκες των παιδιών. ΄Αρα, δεν μπορεί να καθορίσει τα πράγματα. Από την άλλη η γενική φόρμουλα υπόκειται σε διαφοροποιήσεις ανάλογα με την περίπτωση. Εν προκειμένω, η ενάγουσα 1 παρουσίαζε, ως άνω, τον αποβιώσαντα στο Οικογενειακό Δικαστήριο όχι απλώς ως αδιάφορο, αλλά και αρνητικό για τις υποχρεώσεις του. Το τι λέει σήμερα είναι διαφορετικό προς εξυπηρέτηση, ως άνω, του τωρινού σκοπού[4]. Χρειάστηκε διάταγμα δικαστηρίου για την ηθική, πάνω απ' όλα, υποχρέωση του πατέρα έναντι στα παιδιά του και μάλιστα, συναίνεσε για ΛΚ100 μηνιαίως για κάθε παιδί τη στιγμή που είχε ψηλά εισοδήματα, δηλωμένα και αδήλωτα. Ενώ δε, είχε αυτά τα εισοδήματα είχε υποβάλει υπεράσπιση στο Οικογενειακό Δικαστήριο με την αναληθή εκδοχή για μηνιαίο εισόδημα ΛΚ500 (τεκμήριο 13Γ). Δεν πρόκειται ως εκ τούτου, για την περίπτωση εκείνου του συνεπή πατέρα μιας ενωμένης οικογένειας και ενός μόνο συγκροτημένου νοικοκυριού σε σχέση με τον οποίο θα ήταν ασφαλές και δίκαιο να ληφθεί υπόψη η φόρμουλα χωρίς διαφοροποίηση. Υπό τις παραπάνω περιστάσεις το ποσοστό για σκοπούς εξάρτησης των παιδιών καθορίζεται στο 50% των εισοδημάτων του αποβιώσαντος. Για πόσα όμως χρόνια θα κρατούσε η εξάρτηση; Το πρώτο παιδί, η Χριστίνα, γεννήθηκε στις 28/6/1991 και το δεύτερο, η Στέφανη, στις 12/1/1994. Παραμένουν ανήλικες και είναι μαθήτριες. Μέχρι σήμερα είναι εξαρτώμενες και θα συνεχίσουν μέχρι την ενηλικίωση τους οπότε και αναμένεται ν' αποφοιτήσουν από τη μέση εκπαίδευση. Ζητούνται όμως, ως άνω, αποζημιώσεις και σε σχέση με μελλοντικές σπουδές γιατί «αυτή ήταν η πρόθεση και τα όνειρα των γονέων». Δεν είναι όμως αυτό το κριτήριο. Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ως προς τις πραγματικές προοπτικές με αναφορά στα ίδια τα παιδιά, τις δυνατότητες τους και τον προγραμματισμό τους. Συνεπώς δεν υπάρχουν περιθώρια για να επιδικαστούν αποζημιώσεις για χρόνο πέραν της ενηλικίωσης τους. Η Χριστίνα ενηλικιώνεται σε 14½ μήνες (28/6/2009) και η Στέφανη σε 3 χρόνια και 9 μήνες (45 μήνες) (12/1/2012). Οι περίοδοι αυτές εμπίπτουν στα 10 χρόνια που ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγουσών εισηγήθηκε για πολλαπλασιαστή (29/8/2012). Σχετικοί παράγοντες είναι κυρίως η ηλικία και η υγεία του θύματος. Από την άλλη, λαμβάνεται υπόψη η ενυπάρχουσα αβεβαιότητα για το μέλλον και το γεγονός της εφάπαξ προείσπραξης του μελλοντικού εισοδήματος (βλ. Μιχαήλ v. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Εν προκειμένω το θύμα ήταν 38 ετών και όπως αναφέρει η σύζυγος του ήταν υγιής. Η εισήγηση είναι εντός των πλαισίων (βλ. Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Κρίκκη
(2004)1 Α.Α.Δ. 398) και υιοθετείται. Ως εκ των άνω, αναλογεί για κάθε παιδί το ετήσιο ποσό των ΛΚ2.500, ήτοι ΛΚ208,33 κατά μήνα. ΄Ετσι, ο ισχυρισμός της ενάγουσας 1 περί ΛΚ200 κατά μήνα για κάθε παιδί παρά την γενικότητα του επιβεβαιώνεται ή εν πάση περιπτώσει συνάδει με το αποτέλεσμα που προκύπτει μέσα από το συμβατικό εγχείρημα της ποσοστιαίας προσέγγισης με τις ανάλογες αναγκαίες διαφοροποιήσεις. Είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο, καταλήγουμε στο ποσό των ΛΚ200 για το οποίο γίνεται και εύρημα. ΄Αλλωστε, θα ήταν παράδοξο να δοθεί αποζημίωση πέραν των πλαισίων που η ίδια η ενάγουσα έθεσε. Μπορεί η αναφορά της για ΛΚ200 να μην συνιστά την απαιτούμενη θετική μαρτυρία, αλλά πάντως αποτελεί τη θέση των εναγουσών για τις μηνιαίες ανάγκες των παιδιών. Από τον θάνατο έχουν παρέλθει σχεδόν 68 μήνες και για πρακτικούς σκοπούς, 68 μήνες. Γι' αυτή την περίοδο θα αναλογούσε για κάθε παιδί, επί βάσεως πλήρους ευθύνης, το ποσό των ΛΚ13.600 με τόκο προς 4% από 29/8/02 μέχρι την αγωγή, εφόσον η απώλεια επήλθε σταδιακά, και προς 8% μέχρι σήμερα. Για τη μετέπειτα περίοδο μέχρι την ενηλικίωση τους αντίστοιχα, θα αναλογούσε για την Χριστίνα το ποσό των ΛΚ2.900,00 (14½ μήνες Χ ΛΚ200) και για την Στέφανη ΛΚ9.000 (45 μήνες Χ ΛΚ200), χωρίς τόκο εφόσον πρόκειται για μελλοντικές αποζημιώσεις. Βέβαια όλα αυτά τα ποσά εάν επρόκειτο να δοθεί απόφαση θα ήταν σε ευρώ. Ο εναγόμενος, ως άνω, ανταπαιτεί για ζημίες στο αυτοκίνητο του. Ειδικότερα απαιτεί το ποσό των ΛΚ1.500 επί της θέσης ότι η αξία του αυτοκινήτου του πριν το δυστύχημα ήταν ΛΚ1.600 και η αξία του περισωθέντος ΛΚ
- Η μαρτυρία που δόθηκε γι' αυτό το ζήτημα περιλαμβάνεται στην εν λόγω γραπτή δήλωση του εναγόμενου καταγεγραμμένη μάλιστα ως εάν να επρόκειτο για δικόγραφο. Εν πάση περιπτώσει, εκτός του προβλήματος με τη δήλωση αυτή για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως, ο εναγόμενος δεν θα ήταν αρμόδιος να εκτιμήσει τις αξίες που αναφέρει. Παραμένει όμως γεγονός ότι το αυτοκίνητο του υπέστη ζημία. Εφόσον δεν αποδεικνύεται ουσιαστική ζημία, θα δοθεί ονομαστική αποζημίωση €
- Ως εκ των άνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγουσών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Επί της ανταπαιτήσεως δίδεται απόφαση υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας αρ. 1 ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Μαχάττου, για το ποσό των €
- Για την ανταπαίτηση που συνεκδικάστηκε χωρίς περαιτέρω διαδικασία και μάλιστα, χωρίς την περαιτέρω αναγκαία μαρτυρία, δεν δίδεται καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. [1] «Επήα βουρητός τζιαι είδα τον οδηγό της μοτόρας χαμέ τζιαι εν ετάρασσε.» [2] Ο αυτοενισχυτικός ισχυρισμός του εναγόμενου προς τον κ. Αντρέας Μαϊφόσιης έγινε δεκτός μετά από ένσταση της άλλης πλευράς και άδεια του δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 30
(2)(α) του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, αφού θεωρήθηκε ότι η έννοια του «μάρτυρα» στην εν λόγω πρόνοια περιλαμβάνει και τον διάδικο που παρουσιάζεται ως μάρτυρας. Οι εν λόγω πρόνοιες έχουν ως εξής: «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 25, διάδικος, ο οποίος καλεί ή προτίθεται να καλέσει μάρτυρα σε οποιαδήποτε διαδικασία, δε δύναται, κατά την εν λόγω διαδικασία, να παρουσιάσει μαρτυρία προηγουμένων δηλώσεων του εν λόγω μάρτυρα, με σκοπό την ενίσχυση της αξιοπιστίας του, εκτός - (α) Με την άδεια του Δικαστηρίου ...» [3] Άρθρο 25: Οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης του. Σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση κατατίθεται στο Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα, ή μέρος αυτής. [4] «.... ο αποβιώσας σύζυγος μου συντηρούσε τα παιδιά μας και το σπίτι μας. ΄Ηταν πολύ καλός πατέρας και αγαπούσε και φρόντιζε τις κόρες του .... ΄Ολα δε τα καθαρά εισοδήματα του τα προόριζε για τις ανήλικες θυγατέρες του.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο