← Κύπρος

UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD ν. Επίσημου Παραλήπτη υπο την ιδιότητα του ως διαχεριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντος πρωτοφειλέτη Ανδρέα Παπαγιώργη κ.α.

UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD ν. Επίσημου Παραλήπτη υπο την ιδιότητα του ως διαχεριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντος πρωτοφειλέτη Ανδρέα Παπαγιώργη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1146/05, 6/5/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1146/05 Mεταξύ: UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD Εναγόντων και

  1. Επίσημου Παραλήπτη υπο την ιδιότητα του ως διαχεριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντος πρωτοφειλέτη Ανδρέα Παπαγιώργη εκ Παραλιμνίου, δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 13.9.2001 στην Αίτηση 12/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, Τμήμα Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου, Χριστίνας Δημητρίου και Ανδρέα Μπότσαρη Εναγομένων Ημερομηνία: 6/5/2008 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες : κα. Αργυρού με κ. Κωνσταντίνου Για την Εναγόμενη αρ. 2: κ. Νικολάου Για τον Εναγόμενο αρ. 3: κ. Λάντος ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους περιγράφονται ως Τράπεζα, ασχολούμενοι με την διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών και ειδικότερα με τον δανεισμό χρημάτων. Ο εναγόμενος αρ. 1 ενάγεται υπο την ιδιότητα του ως παραλήπτη της περιουσίας του πτωχεύσαντα Ανδρέα Παπαγιώργη (στο εξής θα αναφέρεται ως ο πρωτοφειλέτης). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης οι ενάγοντες δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έγινε στο Παραλίμνι την 23η/6/2000 παραχώρησαν στον πρωτοφειλέτη δάνειο για ποσό ΛΚ5.000 με τόκο προς 8% ετήσια, η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει με μηνιαίες δόσεις. Περαιτέρω δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έγινε στο Παραλίμνι κατά την 9ην/7/2001 οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον πρωτοφειλέτη όπως το πιο πάνω περιγραφόμενο δάνειο εξοφληθεί και/ή ανανεωθεί και/ή παραχωρηθεί προς τον πρωτοφειλέτη νέο δάνειο για ποσό ΛΚ5.520, η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει με μηνιαίες δόσεις. Προς τούτο οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα του πρωτοφειλέτη τον λογαριασμό δανείου με αριθμό MG
  2. Περαιτέρω, κατόπιν παράκλησης του πρωτοφειλέτη οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα του πρωτοφειλέτη τρεχούμενο λογαριασμό όψεως με αριθμό 153-1-0478257-12019 τον οποίο ο πρωτοφειλέτης θα χρησιμοποιούσε για την πραγματοποίηση καταθέσεων και αναλήψεων και την έκδοση επιταγών. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έγινε στο Παραλίμνι την 23η/6/2000 μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2 και 3, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν με συνεχή και διαρκή εγγύηση όλες τις πιο πάνω υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς τους ενάγοντες, παρούσες ή μελλοντικές για απεριόριστο ποσό, το οποίο θα καθίστατο πληρωτέο στους ενάγοντες. Ο πρωτοφειλέτης δεν τήρησε τις πιο πάνω περιγραφόμενες συμφωνίες του με αποτέλεσμα κατά ή περί την 4/3/2005 ο λογαριασμός του δανείου του να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο εκ ΛΚ8.018,00 πλέον τόκους, ο δε τρεχούμενος λογαριασμός του χρεωστικό υπόλοιπο εκ ΛΚ1.127,00 πλέον τόκους. Οι ενάγοντες κατά την ιδία ημερομηνία με επιστολή τους προς τον πρωτοφειλέτη, η οποία κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους 2 και 3 τερμάτισαν τις πιο πάνω συμφωνίες με τον πρωτοφειλέτη και ζήτησαν την πλήρη εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων των ως άνω λογαριασμών. Ενόψει του ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση στο ως άνω αίτημα τους οι ενάγοντες ήγειραν την υπο εξέταση αγωγή εναντίον του πρωτοφειλέτη και των εγγυητών του, με την οποία ζητούν την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων των ως άνω περιγραφομένων λογαριασμών. Ο Επίσημος Παραλήπτης (εναγόμενος αρ. 1) παρά το ότι καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δεν υπερασπίστηκε την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 στις ξεχωριστές υπερασπίσεις τις οποίες καταχώρησαν αρνούνται τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων ήταν ο Κωνσταντίνος Κόσιης. Κατέθεσε ότι κατά το έτος 2000 ήταν λειτουργός δανειοδοτήσεων στο κατάστημα Παραλιμνίου της ενάγουσας Τράπεζας. Ο πρωτοφειλέτης αποτάθηκε κοντά του για δανειοδότηση. Η αίτηση του εγκρίθηκε (βλέπε την γραπτή έγκριση του δανείου - Τεκμήριο 5) και στις 23/6/2000 ο πρωτοφειλέτης υπέγραψε συμφωνία δανείου (βλέπε το Τεκμήριο 7). Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον πρωτοφειλέτη (βλέπε το Τεκμήριο 8). Εκτός από τις πιο πάνω προσωπικές εγγυήσεις, ο πρωτοφειλέτης τους ενεχυρίασε 3.000 μετοχές της εταιρείας AVACOM NET SERVICES LTD (βλέπε το Τεκμήριο 9). Με βάση την πιο πάνω συμφωνία δανείου άνοιξαν τον λογαριασμό δανείου με αριθμό MG
  3. Επίσης άνοιξαν προς όφελος του πρωτοφειλέτη τον τρεχούμενο λογαριασμό όψεως με αριθμό 153-1-0478257-
  4. Στις 9/7/2001 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ του πρωτοφειλέτη και της ενάγουσας τράπεζας με βάση την οποία ο πρωτοφειλέτης ενεχυρίασε στην ενάγουσα τράπεζα 2.000 επιπλέον μετοχές της AVACOM NET SERVICES LTD (βλέπε τα Τεκμήρια 10 και 10Α). Το δάνειο τακτής προθεσμίας που αναφέρεται στο έγγραφο - Τεκμήριο 10 είναι το ίδιο ακριβώς δάνειο που παρεχωρήθη στον πρωτοφειλέτη. Το ποσό των ΛΚ5.520.00 που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό ήταν το υπόλοιπο του δανείου του πρωτοφειλέτη κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Με την υπογραφή της συμφωνίας - Τεκμήριο 10 και την ενεχυρίαση των 2000 επιπλέον μετοχών βελτιώθηκαν οι εξασφαλίσεις της ενάγουσας τράπεζας για τον λόγο ότι αντικαταστάθηκε μία ασφάλεια ζωής, την οποία είχε παραχωρήσει αρχικά ο πρωτοφειλέτης ως εξασφάλιση της ενάγουσας τράπεζας. Η ως άνω ασφάλεια ζωής δεν είχε καμιά αξία επειδή ήταν απλή. Η ως άνω αλλαγή στις εξασφαλίσεις της ενάγουσας τράπεζας επηρέασε θετικά τα συμφέροντα των εγγυητών. Κανένας άλλος όρος δεν είχε αλλάξει με την υπογραφή της συμφωνίας - Τεκμήριο
  5. Το αρχικό δάνειο παρεχωρήθη με τόκο προς 8%. Μετά την φιλελευθεροποίηση του τόκου το ως άνω επιτόκιο αντικαταστάθηκε και επιβλήθηκε το εκάστοτε προβλεπόμενο από την Κεντρική Τράπεζα επιτόκιο προσαυξημένο με το περιθώριο κέρδους της Τράπεζας. Το βασικό επιτόκιο διαφοροποιείτο ανάλογα με το επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό το οποίο παρέμενε σταθερό ήταν το ποσοστό για το περιθώριο κέρδους. Συνεπεία του ότι ο πρωτοφειλέτης δεν πλήρωσε κανένα ποσό απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 27/2/2004 προς τον πρωτοφειλέτη, την οποία κοινοποίησαν προς τους εναγομένους αρ.2 και 3 (βλέπε το Τεκμήριο 12). Η επιστολή αυτή δεν επεστράφη. Μετά την ως άνω επιστολή είχε τηλεφωνική συνομιλία με την εναγόμενη αρ.
  6. Ακολούθησε η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 4/3/2005 προς τον πρωτοφειλέτη (βλέπε το Τεκμήριο 13) και προς τους εναγομένους αρ. 2 και 3 (βλέπε τα Τεκμήριο 14 και 15). Μετά την τελευταία επιστολή είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους εναγόμενους αρ. 2 και
  7. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η υπογραφή του εγγράφου - Τεκμήριο 10 κατέστη αναγκαία επειδή υπήρξε αλλαγή στις εξασφαλίσεις του δανείου. Το επίδικο δάνειο έγινε πριν την φιλελευθεροποίηση του τόκου και το ποσοστό επιτοκίου, το οποίο προνοείται στην συμφωνία δανείου - Τεκμήριο 7 είναι 8%. Μετά την φιλελευθεροποίηση του τόκου έγινε αλλαγή του επιτοκίου στην επίδικη συμφωνία, για την οποία ενημερώθηκε ο πρωτοφειλέτης. Με την υπογραφή του εγγράφου - Τεκμήριο 10 ο πρωτοφειλέτης ενημερώθηκε και γραπτώς για την αλλαγή του επιτοκίου στο δανείο του. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 δεν ενημερώθηκαν γραπτώς για την ως άνω αλλαγή στο επιτόκιο, ούτε τους στάληκε αντίγραφο του εγγράφου - Τεκμήριο
  8. Το ποσοστό επιτοκίου του επίδικου δανείου μεταβαλλόταν ανάλογα με το βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας. Κατέθεσε κατάσταση με τα επιτόκια της Κεντρικής Τράπεζας τα οποία ίσχυαν κατά καιρούς (βλέπε το Τεκμήριο 11). Τα στοιχεία τα οποία αναγράφονται στο Τεκμήριο 11 λήφθηκαν από την Κεντρική τράπεζα. Κάθε φορά που μεταβαλλόταν το βασικό επιτόκιο η Κεντρική Τράπεζα ενημέρωνε την αρμόδια υπηρεσία της ενάγουσας τράπεζας. Επίσης η κάθε αλλαγή στο βασικό επιτόκιο κοινοποιείτο από την ενάγουσα Τράπεζα στον ημερήσιο τύπο, πολλές φορές κοινοποιείτο στην ιστοσελίδα που διατηρεί η ενάγουσα Τράπεζα στο διαδύκτιο και επιπλέον κοινοποιείτο στις καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες αποστέλλονταν στους πελάτες της ενάγουσας Τράπεζας. Κατά τη διάρκεια του έτους 2002 είχε μιλήσει επανειλημμένα με τον πρωτοφειλέτη μέσω τηλεφώνου, αναφέροντας του τα προβλήματα που υπήρχαν στους λογαριασμούς του. Ο πρωτοφειλέτης πάντοτε του έλεγε ότι περίμενε να εισπράξει κάποια χρήματα από την πώληση μετοχών του για να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο τρεχούμενος λογαριασμός (όψεως) ανοίχθηκε στις 15/5/
  9. Τα χρήματα του επίδικου δανείου μεταφέρθηκαν στον τρεχούμενο λογαριασμό κατά την 23η/6/2000 δηλαδή κατά την ημερομηνία εκδόσεως του δανείου. Ο πρωτοφειλέτης εξέδωσε επι του τρεχούμενου λογαριασμού του δύο επιταγές για το ποσό των ΛΚ3.000 η κάθε μία. Οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν κοντά τους στις 22/6/2000 και εξοφλήθηκαν στις 23/6/
  10. Τα χρήματα του δανείου χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή των ως άνω επιταγών και επιπλέον παρέμεινε Λ.Κ.1000 υπόλοιπο το οποίο χρεώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη. Ο πρωτοφειλέτης τους είχε υποσχεθεί ότι θα κάλυπτε το ποσό της υπέρβασης σε ένθετο χρόνο. Ενημέρωσε προφορικά τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 κατά την ημερομηνία που υπέγραψαν την σύμβαση εγγύησης - Τεκμήριο 8 για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού επ' ονόματι του πρωτοφειλέτη καθώς και για την πληρωμή των δύο επιταγών. Ο λόγος για τον οποίο ζητούν από τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 το ποσό της υπέρβασης στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη είναι γιατί τους είχε ενημερώσει τόσο για το άνοιγμα του λογαριασμού όσο και για την πληρωμή των δύο επιταγών. Η Πηνελόπη Κυριάκου (ΜΕ2) κατέθεσε ότι εργάζεται στην ενάγουσα Τράπεζα. Κατά το έτος 2000 ήταν λειτουργός δανειοδοτήσεων. Η πρώτη επαφή της με τον πρωτοφειλέτη έγινε στις 15/5/
  11. Κατά την μέρα εκείνη ο πρωτοφειλέτης υπέβαλε αίτηση για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού (βλέπε το Τεκμήριο 21). Με βάση την ως άνω αίτηση ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός άλλως λογαριασμός όψεως επ' ονόματι του πρωτοφειλέτη. Η πολιτική της ενάγουσας Τράπεζας είναι ότι το κάθε δάνειο που παραχωρείται από την ενάγουσα Τράπεζα θα πρέπει να έχει τον δικό του τρεχούμενο λογαριασμό και τα χρήματα του κάθε δανείου κατατίθενται στον τρεχούμενο λογαριασμό του πελάτη. Ο πελάτης αποσύρει τα χρήματα του δανείου από τον τρεχούμενο του λογαριασμό. Στις 23/6/2000 μετά από οδηγίες που πήρε από τον ΜΕ1, ο οποίος ήταν ο Προϊστάμενος της και αφού έλεγξε τη επίδικη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 7) και τη συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 8) προχώρησε στο άνοιγμα του δανείου και τη μεταφορά του ποσού του δανείου στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη. Κατά το επίδικο διάστημα ο πρωτοφειλέτης διατηρούσε τον τρεχούμενο λογαριασμό καθώς και τον λογαριασμό του δανείου του. Κατά την παρακολούθηση των συγκεκριμένων λογαριασμών διαπίστωσε μαζί με τον ΜΕ1 ότι ο πρωτοφειλέτης δεν ήταν συνεπής με την αποπληρωμή του δανείου. Κατόπιν αυτού επικοινώνησε πολλές φορές τηλεφωνικά τόσο με τον πρωτοφειλέτη όσο και τους εγγυητές του και τους ενημέρωνε για την ύπαρξη καθυστερημένων δόσεων, τόσο στον τρεχούμενο λογαριασμό όσο και στον λογαριασμό δανείου. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 την διαβεβαίωναν ότι θα επικοινωνούσαν μαζί της. Σε καμία περίπτωση δεν είχαν αμφισβητήσει την ύπαρξη της επίδικης εγγύησης. Μετά και την αποστολή των επιστολών τερματισμού και ενόψει του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση ετοίμασε έκθεση προς την νομική υπηρεσία της ενάγουσας Τράπεζας με την οποία εισηγείτο τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του πρωτοφειλέτη και των εγγυητών του. Μαζί με την έκθεση απέστειλε καταστάσεις λογαριασμού των δύο λογαριασμών του πρωτοφειλέτη (βλέπε τα Τεκμήρια 22 και 22Α). Η ως άνω έκθεση στάληκε στις 25/9/
  12. Μετά την καταχώρηση της αγωγής δεν είχε καμιά επικοινωνία με τους εναγομένους. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνησε ότι για πρώτη φορά ενημερώθηκε από τον ΜΕ1 ότι ο πρωτοφειλέτης ήταν σε πτώχευση κατά τον Σεπτέμβριο του
  13. Δεν είχε παραλάβει οποιοδήποτε έγγραφο με το οποίο να ενημερώνετο ότι ο πρωτοφειλέτης ξεκίνησε διαδικασία αυτοπτώχευσης. Επίσης διευκρίνησε ότι δεν είχε στείλει οποιαδήποτε επιστολή στους εναγόμενους αρ. 2 και 3 για να τους ενημερώσει για το περιεχόμενο του εγγράφου - Τεκμήριο
  14. Για την υπεράσπιση κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Ο Κωστάκης Δεσπότης (ΜΥ1) είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας - Αμμοχώστου. Κατέθεσε ότι έχει υπο τη φύλαξη του τους φακέλους όλων των αιτήσεων πτωχεύσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Μεταξύ αυτών είναι και ο φάκελος της αιτήσεως πτώχευσης υπ' αριθμό 12/01 την οποία υπέβαλε ο πρωτοφειλέτης. Στην αίτηση επισυνάπτεται κατάλογος των πιστωτών του πρωτοφειλέτη στους οποίους περιλαμβάνεται και η ενάγουσα Τράπεζα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου του η αίτηση επεδόθηκε στις 15/6/2001 στον Μάρκο Κουμή, ο οποίος αναφέρεται ότι είναι ο Διευθυντής της ενάγουσας Τράπεζας στο κατάστημα Παραλιμνίου (βλέπε τις Ενόρκους Δηλώσεις επιδόσεως - Τεκμήρια 23, 23Α και 23 Β). Δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της ενάγουσας Τράπεζας στη διαδικασία πτώχευσης. Στις 12/7/2001 έδωσε μαρτυρία ο πρωτοφειλέτης. Στις 13/9/2001, αφού ξανακατέθεσε ο χρεώστης εξεδόθη διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας του. Ο Μάρκος Κουμή (ΜΥ2) κατέθεσε ότι κατά το διάστημα από το 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2003 ήταν ο Υπεύθυνος του τραπεζικού κέντρου της ενάγουσας Τράπεζας στο Κατάστημα Παραλιμνίου. Έτυχε να παραλάβει δικαστικά έγγραφα, τα οποία απευθύνονταν στην ενάγουσα Τράπεζα, στις περιπτώσεις που απουσίαζε ο Διευθυντής του υποκαταστήματος. Παρέλαβε αντίγραφα της αίτησης πτώχευσης την οποία υπέβαλε ο πρωτοφειλέτης (Τεκμήρια 23, 23Ακαι 23Β). Αντιλήφθηκε ότι τα έγγραφα τα οποία παρέλαβε αφορούσαν δικαστική διαδικασία. Τα έγγραφα αυτά στάληκαν στην νομική υπηρεσία της ενάγουσας Τράπεζας στη Λευκωσία, δεν θυμόταν όμως αν είχε μιλήσει για το θέμα αυτό με την ως άνω υπηρεσία. Δεν γνώριζε ποιά ήταν η εξέλιξη του θέματος καθότι δεν εμπίπτει στα καθήκοντα του. Δεν έλαβε γνώση για τις τυχόν ενέργειες που ακολούθησαν της αποστολής των ως άνω εγγράφων. Αυτός ο οποίος ενημερώνεται είναι ο υπάλληλος που είναι υπεύθυνος του λογαριασμού. Για τους συγκεκριμένους λογαριασμούς του πρωτοφειλέτη υπεύθυνη ήταν η ΜΕ
  15. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Όλοι οι μάρτυρες οι οποίοι παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου άφησαν άριστη εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησαν, είμαι πεπεισμένος ότι όλοι τους ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Ειδικώτερον όσον αφορά τους ΜΕ1 και 2 έχω να αναφέρω ότι απάντησαν σε οτιδήποτε τους ζητήθηκε με ευθύτητα, αμεσότητα χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Εξιστόρησαν στο Δικαστήριο τα γεγονότα, όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους χωρίς να παραποιήσουν οτιδήποτε με σκοπό να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της ενάγουσας Τράπεζας, η οποία ήταν η εργοδότης τους. Επιπλέον, θα πρέπει να αναφέρω ότι η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη. Η μαρτυρία του Πρωτοκολλητή του Επαριχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου (ΜΥ1) υπήρξε τυπικής φύσεως και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Όσον αφορά τον Διευθυντή της ενάγουσας Τράπεζας (ΜΥ2) θα πρέπει να αναφέρω ότι η μαρτυρία του υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αναιρεί ούτε και αποδυναμώνει την μαρτυρία των ΜΕ1 και
  16. Η κοινή θέση και των δύο ΜΕ ήταν ότι δεν είχε περιέλθει στην αντίληψη τους η έκδοση του διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη, πριν τον Σεπτέμβριο του
  17. Αποτέλεσε κοινά παραδεκτό γεγονός ότι το ως άνω διάταγμα παραλαβής εξεδόθη στις 13/9/2001 (βλέπε τα Τεκμήρια 18,19,20). Σύμφωνα με την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ο ΜΥ2 στις 15/6/2001 και 23/7/2001 παρέλαβε εκ μέρους της ενάγουσας Τράπεζας αντίγραφα της αίτησης καθώς και άλλων εγγράφων που αφορούσαν την αίτηση πτώχευσης με αριθμό 12/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, την οποία καταχώρησε ο πρωτοφειλέτης Ανδρέας Παπαγιώργης για την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του. Η αδιαμφισβήτητη θέση του ΜΥ2 ήταν ότι τα έγγραφα τα οποία παρέλαβε στάληκαν στην νομική υπηρεσία της ενάγουσας Τράπεζας στη Λευκωσία. Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο ΜΥ2 παρέδωσε τα ως άνω έγγραφα σε οποιονδήποτε από τους ΜΕ1 και 2 ή τουλάχιστον ότι τους ενημέρωσε για το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Επιπλέον καμία μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μου ότι η νομική υπηρεσία της ενάγουσας Τράπεζας ενημέρωσε τουλάχιστον την ΜΕ2 η οποία ήταν η υπεύθυνη των λογαριασμών του πρωτοφειλέτη για την εκ μέρους του υποβολή της ως άνω περιγραφομένης αιτήσεως πτώχευσης. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι ενάγοντες, οι οποίοι ασκούν τραπεζικές εργασίες, με βάση γραπτή συμφωνία δανείου ημερομηνίας 23/6/2000 παραχώρησαν προς τον πρωτοφειλέτη Ανδρέα Παπαγιώργη δάνειο για το ποσό των ΛΚ5.000 (βλέπε το Τεκμήριο 7). Κατά την ίδια ημερομηνία οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία με την οποία εγγυόνταν τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς τους ενάγοντες (βλέπε το Τεκμήριο 8). Το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε από τους ενάγοντες σε τρεχούμενο λογαριασμό όψεως του πρωτοφειλέτη με αριθμό 153-1-0478257-120190 ο οποίος ανοίχθηκε από τους ενάγοντες την 15ην/5/
  18. Το ποσό αυτό χρησιμοποίηθηκε για την πληρωμή δύο επιταγών τις οποίες εξέδωσε ο πρωτοφειλέτης επί του ως άνω περιγραφόμενου τρεχούμενου λογαριασμού, για το συνολικό ποσό των ΛΚ6.
  19. Ακολούθως ο πρωτοφειλέτης υπέγραψε με τους ενάγοντες έγγραφο, το οποίο φέρει ημερομηνία 18/7/20001 (βλέπε το Τεκμήριο 10). Επειδή ο πρωτοφειλέτης καθυστερούσε την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων αποπληρωμής του δανείου, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 4/3/2005 τις οποίες απέστειλαν τόσο προς τον πρωτοφειλέτη, όσο και προς τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 τερμάτισαν τόσο την συμφωνία δανείου - Τεκμήριο 7, όσο και την λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού του πρωτοφειλέτη και ζήτησαν την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων των ως άνω λογαριασμών (βλέπε τα Τεκμήρια 13, 13Α, 14, 14Α, 15 και 15Α). Δεν πληρώθηκε κανένα ποσό είτε από τον πρωτοφειλέτη είτε από τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 και οι ενάγοντες προχώρησαν στη καταχώριση της παρούσας αγωγής. Στις 13/9/2001 κατόπιν αιτήσεως πτώχευσης ημερομηνίας 8/6/2001 η οποία κατεχωρήθη από τον πρωτοφειλέτη, εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη (βλέπε το Τεκμήριο 18). Στις 16/9/2005 εξεδόθη από το ίδιο Δικαστήριο διάταγμα πτώχευσης του πρωτοφειλέτη (βλέπε το Τεκμήριο 19). Αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενάγοντες κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου ασκούσαν τις εργασίες τους με την ονομασία UNIVERSAL SAVINGS BANK LIMITED. Στις 22/11/01 μετονομάστηκαν σε UNIVERSAL BANK LIMITED, ενώ στις 28/6/04 μετονομάστηκαν σε UNIVERSAL BANK PUBLIC LIMITED (βλέπε τα τεκμήρια υπ' αρ. 1,2 και 3). Μια από τις θέσεις της υπεράσπισης ήταν ότι δεν απεδείχθη η παραλαβή των επιστολών τερματισμού (Τεκμήρια 14 και 15) από τους εναγόμενους αρ. 2 και
  20. Δεν θα συμφωνούσα με την πιο πάνω εισήγηση. Πέραν του ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα δελτία παραλαβής των ως άνω επιστολών (βλέπε τα Τεκμήρια 14Α και 15Β) θα πρέπει να υποδείξω ότι σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 μετά την αποστολή των υπο αναφορά επιστολών επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους εναγόμενους αρ. 2 και 3, οι οποίοι του επιβεβαίωσαν την παραλαβή των επιστολών τερματισμού. Θα πρέπει ακόμα να υποδείξω ότι σύμφωνα με την γνωστή νομολογιακή αρχή η ταχυδρόμηση επιστολής η οποία δεν έχει επιστραφεί στον αποστολέα της δημιουργεί τεκμήριο ότι η επιστολή παρελήφθη από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, νοουμένου βέβαια ότι έχει σταλεί στην ορθή διεύθυνση του Παραλήπτη και τα καθορισμένα ταχυδρομικά τέλη έχουν πληρωθεί (βλέπε Socratis Theodorou v. The Abbot of Kykkos Monastery Mr. Chrysostomos and others

(1965)1CLR 659). Στην υπο εξέταση υπόθεση αποτέλεσε γεγονός αδιαμφισβήτητο η αποστολή των υπο αναφορά επιστολών στις ορθές διευθύνσεις των εναγομένων αρ. 2 και
  1. Τονίζω επίσης ότι δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία απο πλευράς υπεράσπισης ότι οι επιστολές αυτές δεν παραλήφθηκαν από τους εναγομένους αρ. 2 και
  2. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι οι επιστολές τερματισμού παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 2 και
  3. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως έχω ήδη αναφέρει αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο πρωτοφειλέτης υπέγραψε με τους ενάγοντες την επίδικη συμφωνία δανείου - Τεκμήριο
  4. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου, αλλά ούτε και την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης από τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 (βλέπε το Τεκμήριο 8). Μέρος της επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων αρ. 2 και 3 εστιάστηκε στις επιπτώσεις που επέφερε στην ευθύνη των εναγομένων αρ. 2 και 3 η υπογραφή του εγγράφου - Τεκμήριο
  5. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η υπογραφή του εγγράφου αυτού επέφερε την κατάργηση της ευθύνης των εναγομένων αρ. 2 και 3 ως εγγυητών των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη προς τους ενάγοντες. Για να εξεταστεί η ως άνω θέση της υπεράσπισης καθίσταται αναγκαία η εξέταση πρωτίστως της νομικής φύσης του εγγράφου - Τεκμήριο
  6. Θεωρώ χρήσιμο να μεταφέρω αυτούσιο το ουσιώδες για τους σκοπούς της εξέτασης μου μέρος του εν λόγω εγγράφου: Κύριο Ανδρέα Παπαγιώργη Κόρνου 81Α Αυγόρου Αγαπητέ Κύριε
  7. ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ Σχετικά με την αίτηση σας ημερ. 01/06/2001 με ευχαρίστηση σας πληροφορούμε ότι η Τράπεζα έχει εγκρίνει/ανανεώσει τις πιο κάτω διευκολύνσεις. Όριο/Ποσό/Υπόλοιπο Δάνειο Τακτής Προθεσμίας (αρχικό ποσό £5.000) £5,520 Το δάνειο είναι πληρωτέο με ίσες μηνιαίες δόσεις των £230 = (διακόσιων τριάντα λιρών Κύπρου). 1.
  8. Αναθεώρηση 30/06/2002 ή νωρίτερα, κατά την κρίση της Τράπεζας.
  9. ΣΚΟΠΟΣ: Αλλαγή εξασφαλίσεων
  10. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ: Υφιστάμενες: 3.1 Ενεχυρίαση 3,000 πλήρως πληρωθείσων μετοχών της Avacom Net Services Ltd. 3.2 Eκχώρηση Ασφάλειας Ζωής για £10,000= (Θα ακυρωθεί). 3.3 Προσωπική εγγύηση της κας Χριστίνας Δημητρίου και του κου Αντρέα Μπότσαρη για απεριόριστο ποσό. Προσφερόμενες: 3.1 Ενεχυρίαση 2,000 πλήρως πληρωθείσων μετοχών της Avacom Ner Services Ltd.
  11. ΟΡΟΙ: 4.1 Ανέκκλητες οδηγίες σας για χρέωση της μηνιαίας δόσης στον τρεχούμενο σας λογαριασμό. Συμφωνείται ότι αν το δάνειο παρουσιάσει καθυστερήσεις τότε θα χρεώνονται επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, τα ανάλογα έξοδα παρακολούθησης όπως θ' αποφασίζει η Τράπεζα, από καιρό σε καιρό και θα σας κοινοποιούνται στα πλαίσια της διαφάνειας, όπως καθορίζεται/επιτρέπεται από τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Οι πιο πάνω αναφερόμενες διευκολύνσεις, θα επιβαρύνονται, σύμφωνα με την εκάστοτε ακολουθούμενη τακτική της Universal Savings Bank Ltd, ως εξής:
  12. ΕΠΙΤΟΚΙΟ (α) Με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε αποφασιζόμενο (από την Τράπεζα) βασικό επιτόκιο της ίδιας της Τράπεζας μας, προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση κατά 2.20% εκατοστιαίες μονάδες. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το έγγραφο αυτό υπεγράφη από τον πρωτοφειλέτη. Ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του αποκάλεσε το έγγραφο αυτό ως επιστολή προσφοράς. Θα συμφωνούσα ότι το έγγραφο αυτό φαίνεται να περιέχει την προσφορά της ενάγουσας τράπεζας προς τον πρωτοφειλέτη, όμως από την στιγμή που έγινε αποδεκτή από τον πρωτοφειλέτη με την υπογραφή της από αυτόν, η προσφορά της ενάγουσας τράπεζας μετουσιώθηκε σε συμφωνία μεταξύ των μερών. Η συμφωνία αυτή φέρει ημερομηνίας 18/7/20001(βλέπε την 3η σελίδα του Τεκμηρίου 10). Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1 το δάνειο τακτής προθεσμίας που αναφέρεται στην πιο πάνω περιγραφόμενη συμφωνία είναι το ίδιο ακριβώς δάνειο που παρεχωρήθη στον πρωτοφειλέτη με την αρχική συμφωνία δανείου - Τεκμήριο
  13. Το ποσό των ΛΚ5.520 που αναφέρεται στην ως άνω συμφωνία ήταν το υπόλοιπο του δανείου του πρωτοφειλέτη κατά την ημερομηνία της συμφωνίας - Τεκμήριο
  14. Με την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας αντικαταστάθηκε η ασφάλεια ζωής που παρεχωρήθη από τον πρωτοφειλέτη με 2.000 μετοχές της AVACOΜ NET SERVICES LTD οι οποίες ενεχυριάστηκαν στην ενάγουσα τράπεζα από τον πρωτοφειλέτη (βλέπε το Τεκμήριο 10Α). Η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι με την παραχώρηση των ως άνω μετοχών βελτιώθηκαν οι εξασφαλίσεις της ενάγουσας τράπεζας, πράγμα το οποίο επηρέασε θετικά τα συμφέροντα των εναγομένων αρ. 2 και 3 ως εγγυητών. Κανένας άλλος όρος της αρχικής συμφωνίας δανείου, σύμφωνα με τον ΜΕ1 δεν έχει αλλάξει με την συμφωνία - Τεκμήριο
  15. Μετά από μελέτη αλλά και σύγκριση του περιεχομένου της αρχικής συμφωνίας δανείου - Τεκμήριο 7 και της μεταγενέστερης συμφωνίας - Τεκμήριο 10 κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η μεταγενέστερη συμφωνία της 18ης/7/2001 δεν αποτελεί μια νέα συμφωνία (novation) μεταξύ των μερών. Πιστεύω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την δημιουργία μιας νέας συμφωνίας (βλέπε Τράπεζα Κύπρου και άλλοι v. Coudounaris food products Ltd και άλλων
(1995)1ΑΑΔ 641 και Halsbury' s laws of England, 3η έκδοση, τόμος 8, παρ.460). Η μεταγενέστερη συμφωνία (Τεκμήριο 10) δεν δημιούργησε μια νέα οφειλή του πρωτοφειλέτη προς τους ενάγοντες. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 το ποσό των ΛΚ 5.520 που αναφέρεται στην μεταγενέστερη συμφωνία ήταν το υπόλοιπο του αρχικού δανείου του πρωτοφειλέτη κατά την υπογραφή της συμφωνίας - Τεκμήριο 10. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει ότι η πρόθεση των μερών, με την υπογραφή της μεταγενέστερης συμφωνίας ήταν να δημιουργήσουν μια νέα μεταξύ τους συμφωνία (animus novandi). Αυτό θα συνέβαινε π.χ στην περίπτωση που με το ποσό της μεταγενέστερης συμφωνίας εξοφλείτο το υπόλοιπο του αρχικού δανείου εις τρόπο ώστε με την εξόφληση του αρχικού δανείου να δημιουργείτο μια νέα οφειλή του πρωτοφειλέτη προς τους ενάγοντες. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η μεταγενέστερη συμφωνία της 18ης/7/2001 δεν αντικατέστησε την αρχική συμφωνία δανείου, αντίθετα τροποποιήθηκαν κάποιοι από τους όρους της αρχικής συμφωνίας δανείου. Δεν παραγνωρίζω ότι στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης οι ενάγοντες προβάλλουν τους διαζευκτικούς ισχυρισμούς ότι με την μεταγενέστερη συμφωνία συμφωνήθηκε η εξόφληση και/ή η ανανέωση και/ή η παραχώρηση νέου δανείου προς τον πρωτοφειλέτη. Έχοντας κατα νου όμως την νομολογιακή αρχή ότι η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι έργο κατ' εξοχή του δικαστηρίου δεν θα λάβω υπόψη μου τους ως άνω ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης (βλέπε Saab v. The Holly Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 CLR 499). Η βασικότερη αλλαγή η οποία επήλθε στην αρχική συμφωνία δανείου - Τεκμήριο 7 αφορά το επιτόκιο. Στην αρχική συμφωνία το ποσοστό επιτοκίου επί του δανείου είχε καθοριστεί στο 8% ετησίως (βλέπε την παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 7). Ο όρος
(5)της μεταγενέστερης συμφωνίας - Τεκμήριο 10 προνοεί ότι θα ισχύει το ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε αποφασιζόμενο (από την Τράπεζα) βασικό επιτόκιο της ίδιας της ενάγουσας Τράπεζας, προσαυξημένο σε κάθε περίπτωση κατά 2,20% εκατοστιαίες μονάδες. Αναμφίβολα οι ενάγοντες με βάση τον όρο 5 της μεταγενέστερης συμφωνίας προέβησαν στην αύξηση του ποσοστού επιτοκίου του επίδικου δανείου. Ο ΜΕ1 επεξηγώντας την ως άνω αύξηση στο ποσοστό του επιτοκίου ανέφερε ότι μετά την φιλελευθεροποίηση του τόκου επιβλήθηκε από τους ενάγοντες το εκάστοτε προβλεπόμενο επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά το περιθώριο κέρδους της ενάγουσας Τράπεζας. Όπως επεξήγησε, υπολόγιζαν το ποσοστό επιτοκίου με βάση το επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο ήταν μεταβαλλόμενο, στο οποίο πρόσθεταν το περιθώριο κέρδους της ενάγουσας Τράπεζας, το οποίο ήταν σταθερό ποσοστό. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1 ενημερώθηκε ο πρωτοφειλέτης για την αλλαγή του επιτοκίου και επιπλέον με την υπογραφή της μεταγενέστερης συμφωνίας - Τεκμήριο 10 πήρε και γραπτή ενημέρωση. Όμως, πέραν της αύξησης του επιτοκίου η μεταγενέστερη συμφωνία - Τεκμήριο 10 περιλαμβάνει κάποιο όρο, ο οποίος δεν υπήρχε στην αρχική συμφωνία δανείου. Σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο του όρου 4.1 σε περίπτωση που το δάνειο παρουσιάσει καθυστερήσεις τότε θα χρεώνονται τα ανάλογα έξοδα παρακολούθησης όπως θα αποφασίζει η Τράπεζα από καιρό σε καιρό, όπως καθορίζεται/επιτρέπεται από τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Όλες οι ως άνω αναφερόμενες τροποποιήσεις αδιαμφισβήτητα δεσμεύουν τον πρωτοφειλέτη, αφού περιέχονται στην μεταγενέστερη συμφωνία, ημερομηνίας 18/7/2001 η οποία φέρει την υπογραφή του. Τα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν είναι (α) κατά πόσο η μεταγενέστερη συμφωνία δεσμεύει, εκτός από τον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές του και (β) κατά πόσο η ως άνω συμφωνία επηρέασε την ευθύνη των εναγομένων αρ. 2 και 3 ως εγγυητών του πρωτοφειλέτη έναντι των εναγόντων. Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 υπέγραψαν το έγγραφο - Τεκμήριο
  1. Το έγγραφο αυτό περιέχει την συμφωνία εγγύησης, την οποία οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 υπέγραψαν προς όφελος των εναγόντων. Στο σημείο αυτό αξίζει να παραθέσω αυτούσιους τους επίμαχους όρους της επίδικης συμφωνίας εγγύησης: Κύριοι, Σε αντάλλαγμα της συμφωνίας σας να παρέχετε και/ή να συνεχίσετε να παρέχετε Τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις οποιασδήποτε μορφής είτε σε μορφή δανείων οποιασδήποτε φύσεως, είτε σε μορφή τρεχούμενου ή άλλου είδους λογαριασμού και/ή με γράμματα ή ομόλογα ή πιστώσεις ή εγγυητικές επιστολές προς τον/την/τους Παπαγιώργη Αντρέα που στη συνέχεια θα ονομάζεται/ονται Ο ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΕΤΗΣ από.................................................... Κόρνου 81Α, Αυγόρου προσωπικά και/ή μαζί με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα για οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους που από καιρό σε καιρό θα αποφασίζετε και/ή σε αντάλλαγμα της συμφωνίας σας να δώσετε και/ή μετά από αίτησή μου να δίνετε στον Πρωτοφειλέτη οποιαδήποτε παράταση χρόνου και είτε για δικές του υποχρεώσεις ή για υποχρεώσεις του βάσει εγγυήσεως ή άλλως πως.
  2. Εγώ, για μένα, τους διαδόχους, εκδοχείς μου και νόμιμους αντιπροσώπους μου με το έγγραφο αυτό εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη σε σας είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι ή θα γίνουν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα από εγγύηση τρίτου προσώπου ή προσώπων και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.
  3. Με το έγγραφο αυτό συμφωνώ ότι έχετε την εξουσία, κατά την απόλυτη κρίση σας και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση, χωρίς η ευθύνη μου με βάση το έγγραφο αυτό να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο, να ανανεώνετε οποιοδήποτε δάνειο, παρατείνετε, ανανεώνετε, ακυρώνετε, ή απαλλάσετε ολικά ή μερικά Δάνεια, Γραμμάτια, Συναλλαγματικές, Ομόλογα, Υποθήκες και/ή οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις ή εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που δόθηκαν ή θα δοθούν από τον Πρωτοφειλέτη σε σας και είτε από τον ίδιο προσωπικά ή μαζί με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ή πρόσωπα. Συμφωνώ ακόμα ότι μπορείτε χωρίς τη συγκατάθεση μου να δίνετε στον Πρωτοφειλέτη παρατάσεις ή να απέχετε να παίρνετε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του ή να προβαίνετε σε συμβιβασμούς με τον Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν ευθύνη σε σχέση με τα Δάνεια, Γραμμάτια, Συναλλαγματικές, Ομόλογα, Υποθήκες, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και/ή οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ευθύνεται απέναντι σας μαζί με τον Πρωτοφειλέτη, σαν Πρωτοφειλέτης, ή εγγυητής, ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.
  4. Συμφωνώ ότι η εγγύησή μου αυτή θα είναι μια συνεχής εγγύηση (CONTINUING GUARANTEE) και εξασφάλιση δεσμευτική για μένα και τους αντιπροσώπους μου και δε θα τερματίζεται παρά μόνο αφού παρέλθουν επτά μέρες από τη μέρα που θα ληφθεί από σας γραπτή ειδοποίησή μου με διπλοσυστημένη επιστολή για τον τερματισμό της. Σε περίπτωση θανάτου μου δηλώνω ότι η ευθύνη μου θα εξακολουθεί να υπάρχει αλλά μπορείτε κατά την κρίση σας να θεωρήσετε ότι έχει τερματισθεί αφού περάσουν επτά μέρες από τη μέρα τερματισμού της από τους διαχειριστές της περιουσίας μου ή εκτελεστές της διαθήκης μου. Νοείται ότι θα ευθύνομαι πλήρως για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που αναλήφθηκαν μέχρι την ημέρα τερματισμού της εγγυήσεως μου με την πάροδο των επτά ημερών από τη λήψη από σας της σχετικής ειδοποιήσεως. . Στην υπο εξέταση υπόθεση το αντάλλαγμα της συμφωνίας εγγύησης - Τεκμήριο 8, αναμφίβολα ήταν η συμφωνία δανείου - Τεκμήριο
  5. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι με την υπο αναφορά συμφωνία εγγύησης οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς τους ενάγοντες οι οποίες προέκυψαν από την συμφωνία δανείου - Τεκμήριο
  6. Υπογραμμίζω ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης υπεγράφη κατά την ίδια ημερομηνία που υπεγράφη η αρχική συμφωνία δανείου - Τεκμήριο
  7. Το ερώτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατα πόσο η επίδικη συμφωνία εγγύησης μπορεί να καλύψει και τις τροποποιήσεις που επέφερε στους όρους της αρχικής συμφωνίας δανείου η μεταγενέστερη συμφωνία - Τεκμήριο 10, ειδικά δε την αύξηση του ποσοστού επιτοκίου, το οποίο προέβλεπε η αρχική συμφωνία δανείου. Όπως έχω ήδη αναφέρει η μεταγενέστερη συμφωνία - Τεκμήριο 10 δεν αντικατέστησε την αρχική συμφωνία δανείου, απλά τροποποίησε κάποιους από τους όρους της. Ενόψει του συμπεράσματος μου ότι η μεταγενέστερη συμφωνία - Τεκμήριο 10 δεν αποτελεί νέα συμφωνία (novation) θεωρώ ότι δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης του κατα πόσο η επίδικη συμφωνία εγγύησης - Τεκμήριο 8 αποτελεί συνεχή εγγύηση (continuing guarantee) εις τρόπο ώστε να καλύπτει οποιαδήποτε νέα συμφωνία μεταξύ πρωτοφειλέτη και εναγόντων (βλέπε Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd και άλλων
(2004)1ΑΑΔ 180). Σύμφωνα με την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 δεν είχαν ενημερωθεί για τις σχετικές τροποποιήσεις πριν την υπογραφή της μεταγενέστερης συμφωνίας, ούτε και ζητήθηκε η εκ των προτέρων συγκατάθεση τους στις τροποποιήσεις οι οποίες επήλθαν τελικά στην αρχική συμφωνία δανείου με την μεταγενέστερη συμφωνία, η οποία υπεγράφη μεταξύ εναγόντων και πρωτοφειλέτη. Σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ενημερώθηκαν τηλεφωνικά για την αύξηση του ποσοστού επιτοκίου μετά την υπογραφή της μεταγενέστερης συμφωνίας. Είμαι της άποψης ότι ήταν αναγκαία η εκ των προτέρων συγκατάθεση των εναγομένων αρ. 2 και 3 για να καταστούν οι τροποποιήσεις που περιγράφονται στην μεταγενέστερη συμφωνία - Τεκμήριο 10 δεσμευτικές και για τους εναγόμενους αρ. 2 και 3. Η επίδικη συμφωνία εγγύησης - Τεκμήριο 8, δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να καλύψει και τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, οι οποίες δημιουργήθηκαν με την υπογραφή της μεταγενέστερης συμφωνίας. Γι' αυτό και απαιτείτο κατά την άποψη μου η εκ των προτέρων συγκατάθεση των εναγομένων αρ. 2 και 3 για να δεσμεύοντο από την μεταγενέστερη συμφωνία, στην έκταση που αυτή επηρέασε δυσμενώς την ευθύνη τους έναντι των εναγόντων. Στον όρο υπ' αριθμό 2 της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, ο οποίος κατεγράφη αυτούσιος πιο πάνω περιγράφονται εξαντλητικά οι ενέργειες (εξουσίες) στις οποίες μπορούν να προβαίνουν οι ενάγοντες κατά την απόλυτη τους κρίση, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση των εγγυητών στις ως άνω ενέργειες των εναγόντων. Όμως στον όρο αυτό δεν γίνεται καμμιά πρόνοια για την εξουσία των εναγόντων να τροποποιούν την αρχική συμφωνία δανείου, αυξάνοντας το ποσοστό επιτοκίου. Δεν παραβλέπω ότι η αρχική συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 7) προνοεί ότι οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα, σε οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσουν να τροποποιούν το καθορισθέν στη συμφωνία ποσοστό επιτοκίου μέχρι του νόμιμου επιτοκίου που βρίσκεται σε ισχύ, με η χωρίς γραπτή ειδοποίηση (βλέπε την παράγραφο 3 της αρχικής συμφωνίας). Από την άλλη όμως θα πρέπει να αναφέρω ότι, όπως επεξήγησε στην μαρτυρία του ο ΜΕ1 το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός του πρωτοφειλέτη μετά την φιλελευθεροποίηση του τόκου, υπολογιζόταν με βάση το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, το οποιο καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα (βλέπε την κατάσταση - Τεκμήριο 11) προσαυξημένο κατά το ποσοστό του περιθωρίου κέρδους της ενάγουσας τράπεζας, το οποίο ήταν 2,20%. Από το πιο πάνω απόσπασμα της μαρτυρίας του ΜΕ1 καθίσταται φανερό ότι το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός δανείου του πρωτοφειλέτη περιλάμβανε χρεώσεις, όπως το περιθώριο κέρδους της ενάγουσας τράπεζας για το οποίο όμως δεν προβλέπεται οποιαδήποτε εξουσιοδότηση προς τους ενάγοντες στην αρχική συμφωνία δανείου για χρέωση του στο ποσοστό επιτοκίου. Επιπλέον δεν παραγνωρίζω ότι ο όρος
(18)της επίδικης συμφωνίας δανείου προνοεί μεταξύ άλλων ότι η ευθύνη των εγγυητών θα είναι απεριόριστη, πλέον τόκοι με το μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου που ισχύει από καιρό σε καιρό. Όμως, για τον ίδιο λόγο που επεξήγησα αμέσως πιο πάνω ο όρος αυτός δεν θα μπορούσε να καταστήσει υπόλογους τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 για την αύξηση του καθορισμένου στην αρχική συμφωνία δανείου ποσοστού επιτοκίου, χωρίς την συγκατάθεση τους. Ούτε και η εκ των υστέρων ενημέρωση των εναγομένων αρ. 2 και 3 για την αύξηση του ποσοστού επιτοκίου, η οποία γινόταν είτε τηλεφωνικά από τους ΜΕ1 και 2 απο καιρού εις καιρό, είτε μέσω των επιστολών οι οποίες τους είχαν αποσταλεί από τους ενάγοντες (βλέπε τα τεκμήρια 12,14 και 15) θα μπορούσε κατά την άποψη μου να συνεπάγεται την δέσμευση τους ή την αποδοχή από μέρους τους της αύξησης του ποσοστού επιτοκίου, πέραν του προβλεπόμενου στην αρχική συμφωνία δανείου. Ο ΜΕ1 ανέφερε στην μαρτυρία του ότι η αύξηση του ποσοστού επιτοκίου στην αρχική συμφωνία δανείου έγινε με βάση τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου Νόμου (Νόμος 160
(1)/1999) ο οποίος τέθηκε σε ισχύ μετά την ημερομηνία υπογραφής της αρχικής συμφωνίας δανείου. Με την υπογραφή της μεταγενέστερης συμφωνίας, απλά ενημερώθηκε ο πρωτοφειλέτης γραπτώς για την αύξηση του επιτοκίου. Υπενθυμίζω ότι ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ την 1ην/1/2001 (βλέπε το άρθρο 8 του Νόμου). Εάν οι πρόνοιες του Νόμου 160
(1)/1999 παρέχουν το δικαίωμα στους ενάγοντες να τροποποιούν μονομερώς το ποσοστό επιτοκίου σε συμφωνίες δανείων οι οποίες συνομολογήθηκαν πριν την εφαρμογή του ως άνω Νόμου, τότε δυνατόν να μην απαιτείτο ούτε και η συγκατάθεση των εναγομένων αρ. 2 και 3 στην αύξηση του ποσοστού επιτοκίου της αρχικής συμφωνίας δανείου, η οποία συνήφθη πριν τεθεί σε ισχύ η υπο αναφορά νομοθεσία. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πρόνοιες της ως άνω νομοθεσίας. Είμαι της άποψης ότι καμία από τις διατάξεις της δεν παρέχει την εξουσία για μονομερή αύξηση του ποσοστού επιτοκίου σε συμφωνίες δανείων οι οποίες καταρτίστηκαν πριν την εφαρμογή του Νόμου 160
(1)/
  1. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι το άρθρο 6(β) του Νόμου αυτού προνοεί ρητά ότι οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  2. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι οι διατάξεις της πιο πάνω αναφερόμενης νομοθεσίας δεν παρείχαν νομιμοποιητικό έρεισμα στους ενάγοντες για μονομερή αύξηση του ποσοστού επιτοκίου, το οποίο καθορίστηκε στην αρχική συμφωνία δανείου. Κατ' επέκταση έρεισμα για την αύξηση του επιτοκίου της αρχικής συμφωνίας δανείου αποτελούν οι πρόνοιες της μεταγενέστερης συμφωνίας - Τεκμήριο
  3. Σχετική με το υπο εξέταση ζήτημα είναι και η υπόθεση Pauline Burnes v. Trade Credits Ltd
(1981)1WLR
  1. Στην υπόθεση αυτή οι Εναγόμενοι είχαν εγγυηθεί μέρος του τιμήματος αγοράς ενός ξενοδοχείου. Το ποσό για το οποίο εδόθη η γραπτή εγγύηση από τους Εναγόμενους ήταν πληρωτέο στις 12.10.1975 και έφερε τόκο 9%. Ο όρος 14 της σύμβασης εγγύησης προνοούσε ότι "any further advance or advances by the vendor to the company were to be covered by the guarantee unless the guarantor gave notice that they were not to be so covered". Ο όρος 18 προνοούσε ότι "the guarantor' s consent was not necessary for any grant by the vendor to the company of time or "any other indulgence or consideration". Στις 25.11.75 οι Ενάγοντες, στους οποίους είχε εκχωρηθεί στο μεταξύ η συμφωνία δανείου, μαζί με την αγοράστρια εταιρεία διαφοροποίησαν τους όρους της συμφωνίας δανείου και συγκεκριμένα το ποσοστό επιτοκίου απο 9% σε 16% και επίσης παρέτειναν το χρόνο αποπληρωμής χωρίς την συγκατάθεση των εγγυητών. Το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της έφεσης απεφάνθη ότι ο όρος "further advance" στη συμφωνία εγγύησης αναφέρετο σε επιπρόσθετο του αρχικού ποσό υπο μορφή δανείου και δεν κάλυπτε την παράταση προθεσμίας για αποπληρωμή του αρχικού ποσού. Επίσης το Δικαστήριο βρήκε ότι η συμφωνία για την αύξηση του επιτοκίου δεν ενέπιπτε εντός των προνοιών του άρθρου 18 της συμφωνίας εγγύησης , καθ' ότι επρόκειτο για αλλαγή των όρων της αρχικής συμφωνίας "That cannot be regarded as anything but an alteration of what was previously agreed". Κατέληξε συνεπώς ότι απαιτείτο η συγκατάθεση των εγγυητών, έτσι ώστε να δεσμεύοντο από τις αλλαγές που έγιναν στο μεταξύ. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 δεν δεσμεύονται από την μεταγενέστερη συμφωνία - Τεκμήριο 10, ειδικά δε από τους όρους της, οι οποίοι επηρέασαν δυσμενώς την ευθύνη τους έναντι των εναγόντων, όπως η αύξηση του ποσοστού επιτοκίου της αρχικής συμφωνίας καθώς και η χρέωση του αρχικού δανείου με έξοδα παρακολούθησης. Όσον αφορά τις πρόνοιες της μεταγενέστερης συμφωνίας για την αλλαγή στις εξασφαλίσεις των εναγόντων, ειδικά δε την αντικατάσταση της ασφάλειας ζωής με την παραχώρηση από τον πρωτοφειλέτη 2,000 επιπρόσθετων μετοχών της Avacom Net Services Ltd, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει η αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 σύμφωνα με την οποία η ως άνω αντικατάσταση βελτίωσε τις εξασφαλίσεις των εναγόντων, γεγονός το οποίο επηρέασε θετικά τα συμφέροντα των εναγομένων αρ. 2 και
  2. Έχοντας κατά νου ότι η παραχώρηση προς τους ενάγοντες των 2.000 μετοχών της ως άνω εταιρείας απέβη προς όφελος των συμφερόντων των εναγομένων αρ. 2 και 3 θεωρώ ότι η ως άνω αλλαγή δεν ήταν επιβλαβής για τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 και κατ' επέκταση θα μπορούσε να διατηρηθεί προς όφελος τους. Φυσικά η απαλλαγή των εναγομένων αρ. 2 και 3 από οποιαδήποτε υποχρέωση την οποία δημιούργησε η μεταγενέστερη συμφωνία - Τεκμήριο 10 αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να τους απαλλάξει των ευθυνών τους έναντι των εναγόντων με βάση την αρχική συμφωνία δανείου. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση των συνηγόρων των εναγομένων αρ. 2 και 3 ότι η αλλαγή στους όρους παραχώρησης του δανείου χωρίς την συγκατάθεση των εναγομένων αρ. 2 και 3 επέφερε την πλήρη απαλλαγή τους απο την συμφωνία εγγύησης - Τεκμήριο
  3. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμη την παραπομπή στο άρθρο 91 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 σύμφωνα με το οποίο κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό της αρχικής συμφωνίας δανείου έχω να αναφέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν δύο καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες κατατέθηκαν από τους ΜΕ1 και 2 (βλέπε τα Τεκμήρια 16 και 22Α). Στις καταστάσεις όμως αυτές υπάρχουν χρεώσεις με βάση το αυξημένο ποσοστό επιτοκίου, όπως το περιέγραψε στην μαρτυρία του ο ΜΕ
  4. Έχοντας κατά νου το συμπέρασμα μου ότι για οποιανδήποτε αύξηση του ποσοστού επιτοκίου πέραν του 8% που καθορίζεται στην αρχική συμφωνία δανείου απαιτείτο η συγκατάθεση των εναγομένων αρ. 2 και 3, πιστεύω ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα τα οποία αναφέρονται στις καταστάσεις αυτές υπερβαίνουν το όριο της ευθύνης των εναγομένων αρ. 2 και 3 έναντι των εναγόντων. Όμως τα ως άνω χρεωστικά υπόλοιπα αναμφίβολα δεσμεύουν τον πρωτοφειλέτη και τον καθιστούν υπόλογο για την πληρωμή τους έναντι των εναγόντων. Υπενθυμίζω ότι ο πρωτοφειλέτης συνήψε μαζί με τους ενάγοντες την τροποποιητική συμφωνία - Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1 δεν πληρώθηκε κανένα ποσό έναντι του ποσού των ΛΚ 5.000 το οποίο παρεχωρήθη στον πρωτοφειλέτη. Έχοντας κατά νου την ως άνω μαρτυρία καταλήγω ότι το ποσό το οποίο ευθύνονται όπως πληρώσουν οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 στους ενάγοντες είναι οι ΛΚ5.000 πλέον το καθορισθέν στην αρχική συμφωνία ποσοστό επιτοκίου 8% από την ημερομηνία υπογραφής της ως άνω συμφωνίας, ήτοι από 23/6/
  6. Συμφώνως του όρου
(3)της αρχικής συμφωνίας δανείου οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα να κεφαλαιοποιούν τον τόκο την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με την νομοθεσία που ισχύει κάθε φορά. Η υπεράσπιση δεν ήγειρε οιονδήποτε ζήτημα παρανομίας του ως άνω όρου, παρά το ότι ο καταργηθείς περί Τόκου Νόμος (2/77) απαγόρευε την κεφαλαιοποίηση του τόκου. Εν πάση περιπτώσει ο περί Ελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου Νόμος (160
(1)/1999) ο οποίος, όπως έχω ήδη αναφέρει τέθηκε σε ισχύ την 1ην/1/2001 επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο κατά ανώτατο όριο. Έχοντας κατά νου ότι ο όρος
(3)της αρχικής συμφωνίας δανείου - Τεκμήριο 7, παραπέμπει για το θέμα της κεφαλαιοποίησης στην εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία πιστεύω ότι θα πρέπει να επιτραπεί στους ενάγοντες η κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο από 1/1/2001. Μέχρι την 31η/12/2000, ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται μια φορά κάθε χρόνο, όπως προνοείται στον όρο
(3)της ως άνω συμφωνίας δανείου. Πέραν του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου οι ενάγοντες αξιώνουν την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού όψεως με αριθμό 153-1-0478257-12019 ο οποίος ανοίχθηκε απο τους ενάγοντες επ΄ ονόματι του πρωτοφειλέτη. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 22 το υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού κατά την 1ην/4/05 ανέρχετο στις ΛΚ1.296,21 πλέον τόκους. Η θέση των εναγόντων ήταν ότι η λειτουργία του υπο αναφορά τρεχούμενου λογαριασμού καλύπτεται από την επίδικη συμφωνία εγγύησης, εις τρόπο ώστε οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ευθύνονται για την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του υπο αναφορά λογαριασμού. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ποσό των ΛΚ5.000 το οποίο παρεχωρήθη στον πρωτοφειλέτη με βάση την συμφωνία δανείου - Τεκμήριο 7 μεταφέρθηκε από την ΜΕ2 στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη και χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή δύο επιταγών, τις οποίες εξέδωσε ο πρωτοφειλέτης επί του ως άνω λογαριασμού για το συνολικό ποσό των ΛΚ6.
  1. Το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ1.000 που απαιτήθηκε για την εξόφληση των ως άνω επιταγών πληρώθηκε από τους ενάγοντες και χρεώθηκε στον υπο αναφορά τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη. Η ΜΕ2 επεξήγησε στην μαρτυρία της ότι η πολιτική της ενάγουσας Τράπεζας είναι το κάθε δάνειο να έχει τον δικό του τρεχούμενο λογαριασμό. Τα χρήματα του δανείου κατατίθενται στον τρεχούμενο λογαριασμό και ο πελάτης αποσύρει τα χρήματα του δανείου από τον τρεχούμενο λογαριασμό του. Από την μαρτυρία την οποία έχω ενώπιον μου καθίσταται φανερό ότι ο σκοπός του ανοίγματος και της λειτουργίας του υπο αναφορά τρεχούμενου λογαριασμού ήταν η εξυπηρέτηση του πρωτοφειλέτη αποκλειστικά και μόνο στην διαχείριση των χρημάτων που παραχωρήθηκαν σ' αυτόν με βάση την συμφωνία δανείου. Θα πρέπει να επισημάνω ακόμα ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο το όριο του υπο αναφορά τρεχούμενου λογαριασμού ήταν μηδενικό. Από την αμέσως τελευταία διαπίστωση του Δικαστηρίου προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης δεν μπορούσε να εκδώσει επιταγή επί του ως άνω τρεχούμενου λογαριασμού για οποιοδήποτε ποσό εκτός κι αν ο υπο αναφορά λογαριασμός διέθετε τα απαιτούμενα κεφάλαια για πληρωμή της επιταγής. Σύμφωνα με την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία οι ενάγοντες κάλυψαν και τις δύο επιταγές συνολικού ποσού ΛΚ6.000 τις οποίες εξέδωσε ο πρωτοφειλέτης επί του ως άνω λογαριασμού παρά το ότι το ποσό που κατατέθηκε στον λογαριασμό αυτό ήταν μόνο ΛΚ5.
  2. Όπως έχω ήδη αναφέρει οι ενάγοντες πλήρωσαν το ποσό των ΛΚ1.000 που υπολοίπετο για την εξόφληση των ως άνω επιταγών, χρεώνοντας το στον υπο αναφορά τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη. Το χρεωστικό υπόλοιπο στον υπο αναφορά τρεχούμενο λογαριασμό δημιουργήθηκε από την χρέωση του με το ποσό των ΛΚ1.
  3. Είμαι της άποψης ότι οι ενάγοντες ενεργώντας κατά τον τρόπο που έχω περιγράψει πιο πάνω ενέργησαν με εντελώς δική τους ευθύνη και με δικό τους ρίσκο. Είναι φανερό ότι οι ενάγοντες ενεργώντας κατά τον ως άνω τρόπο υπερέβησαν τα όρια της λειτουργίας του υπο αναφορά τρεχούμενου λογαριασμού. Χαρακτηριστικά είναι και τα αποσπάσματα από την μαρτυρία του ΜΕ1 τα οποία αναφέρω αμέσως πιο κάτω. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του πως ήταν δυνατό η ενάγουσα Τράπεζα να εξαργυρώσει τις εν λόγω επιταγές παρά το ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός του πρωτοφειλέτη δεν είχε το διαθέσιμο κεφάλαιο, απάντησε επί λέξει: «είναι συνηθισμένη πρακτική οι Τράπεζες να πληρώνουν επιταγές μέχρι ενός περιορισμένου ποσού, χωρίς να υπάρχουν τα διαθέσιμα κεφάλαια. Ο πελάτης υπόσχεται ότι θα τις καλύψει τις επόμενες μέρες». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε επί λέξει: «βασιστήκαμε στην υπόσχεση του πρωτοφειλέτη και εξαργυρώσαμε τις δύο επιταγές». Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η ενέργεια των εναγόντων να πληρώσουν τις δύο επιταγές τις οποίες εξέδωσε ο πρωτοφειλέτης, παρά το ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός του πρωτοφειλέτη δεν διέθετε το απαιτούμενο κεφάλαιο βρίσκεται εκτός των ορίων της ευθύνης των εναγομένων αρ. 2 και
  4. Η ως άνω αναφερόμενη ενέργεια των εναγόντων δεν καλύπτεται από την συμφωνία εγγύησης - Τεκμήριο
  5. Ο ΜΕ1 στην μαρτυρία του δεν ισχυρίστηκε ότι η ως άνω υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη καλύπτεται από την επίδικη συμφωνία εγγύησης. Υποστήριξε όμως ότι ο λόγος για τον οποίο στράφηκαν εναντίον των εναγομένων αρ. 2 και 3 για την είσπραξη της υπέρβασης στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη ήταν γιατί είχε ενημερώσει προφορικά τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης - Τεκμήριο 8 για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού και για την πληρωμή των δύο επιταγών. Η ενημέρωση των εναγομένων αρ. 2 και 3 για την πληρωμή από τους ενάγοντες των δύο επιταγών δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να θεωρηθεί ως επέκταση της ευθύνης τους για πληρωμή από αυτούς του ποσού της υπέρβασης των ΛΚ1.
  6. Όπως ο ΜΕ1 ανέφερε στην μαρτυρία του ο πρωτοφειλέτης τους υποσχέθηκε ότι θα κάλυπτε το ποσό της υπέρβασης σε ένθετο χρόνο. Γι΄ αυτό και βασίστηκαν στην υπόσχεση του και εξαργύρωσαν τις δύο επιταγές. Εάν πράγματι οι ενάγοντες επιθυμούσαν να καταστήσουν υπεύθυνους τους εναγομένους αρ. 2 και 3 για την πληρωμή και του ποσού των ΛΚ1.000 λογικά θα ανέμενα απο αυτούς ότι πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης - Τεκμήριο 8 θα αύξαναν το ποσό της συμφωνίας δανείου από ΛΚ5.000 σε ΛΚ6.000 εις τρόπο ώστε να καλύπτεται από την συμφωνία εγγύησης και το επιπλέον ποσό των ΛΚ1.000 που χρειάστηκε για την πληρωμή των δύο επιταγών. Καμμία επεξήγηση δεν δόθηκε απο τον ΜΕ1 γιατί παρέλειψε να αυξήσει το ποσό του δανείου που παρεχωρήθη στον πρωτοφειλέτη, αντί να το χρεώσει απευθείας στον υπο αναφορά τρεχούμενο λογαριασμό. Η απλή προφορική ενημέρωση των εναγομένων αρ. 2 και 3 για την υπέρβαση των ΛΚ1.000 στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να δημιουργήσει οποιαδήποτε νομική δέσμευση για τους εναγομένους αρ. 2 και
  7. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 δεν ευθύνονται για την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού όψεως του πρωτοφειλέτη. Μοναδικός υπεύθυνος για την πληρωμή του είναι ο πρωτοφειλέτης. Επιπλέον ο πρωτοφειλέτης είναι υπεύθυνος για την πληρωμή ολόκληρου του ποσού του δανείου, πλέον οι τόκοι όπως έχουν υπολογιστεί με βάση το αυξημένο ποσοστό επιτοκίου, οι αυξομειώσεις του οποίου επεξηγήθηκαν απο τον ΜΕ
  8. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 22Α, το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ανέρχεται στις ΛΚ8.125,69 πλέον τόκοι προς 12,25% από 14/4/2005 μέχρι εξοφλήσεως. Ενόψει της διαφορετικής κατάληξης μου αναφορικά με το θέμα της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων καθίσταται επιβεβλημένη η έκδοση ξεχωριστών αποφάσεων. Εναντίον του Εναγόμενου αρ. 1 θα εκδοθεί απόφαση για το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου, ήτοι για ποσό ΛΚ8.125,69 (€13.883,57) με τόκο προς 12,25% επί του πιο πάνω ποσού από 14/4/2005 μέχρι εξοφλήσεως (βλέπε την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 22Α) του τόκου κεφαλαιοποιουμένου την 30η/6 και 31η/12 κάθε χρόνου. Θα εκδοθεί επίσης απόφαση για το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού όψεως, ήτοι για ποσό ΛΚ1.296,21 (€2,214,71) με τόκο προς 12,25% επί του ως άνω ποσού απο 1/4/2005 μέχρι εξοφλήσεως (βλέπε την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 22) του τόκου κεφαλαιοποιουμένου επίσης δύο φορές τον χρόνο. Επιπλέον θα εκδοθεί διάταγμα για εκποίηση των 5.000 μετοχών της εταιρείας Avacom Net Services Ltd τις οποίες ο πρωτοφειλέτης ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων. Εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 θα εκδοθεί απόφαση για το ποσό του αρχικού δανείου, ήτοι για ΛΚ5.000 (€8.543,01) με τόκο προς 8% ετησίως από 23/6/2000 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιουμένου την 31η/12 μέχρι 31/12/2000 και από 1/1/2001 κεφαλαιοποιουμένου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η/6 και 31η/12 κάθε χρόνου. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ενόψει όμως του ότι ο εναγόμενος αρ. 1 δεν υπερασπίστηκε την αγωγή δεν θα επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα εναντίον του. Τα έξοδα θα επιδικαστούν εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου αρ. 1 για ΛΚ8.125,69 (€13.883,57) με τόκο προς 12,25% επί του πιο πάνω ποσού από 14/4/2005 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιουμένου την 30η/6 και 31ην/12 κάθε χρόνου, πλέον ΛΚ1.296,21 (€2,214,71) με τόκο προς 12,25% επί του ως άνω ποσού απο 1/4/2005 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιουμένου την 30ην/6 και 31ην/12 εκάστου έτους. Επιπλέον θα εκδοθεί διάταγμα για εκποίηση των 5.000 της εταιρείας Avacom Net Services Ltd και όπως τα έξοδα τα οποία προκύψουν από την εκποίηση διατεθούν έναντι ή/και προς εξόφληση των ως άνω ποσών. Εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 εκδίδεται απόφαση για ΛΚ5.000 (€8.543,01) με τόκο προς 8% ετησίως από 23/6/2000 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιουμένου την 31η/12 μέχρι 31/12/2000 και από 1/1/2001 κεφαλαιοποιουμένου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η/6 και 31η/12 κάθε χρόνου, πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ...................................................... (ΥΠ) Θ.ΘΩΜΑ, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.