← Κύπρος

Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ ν. Πανίκου Σενέκκη, Αρ. Αγ.: 657/04, 6 Μαΐου, 2008

Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ ν. Πανίκου Σενέκκη, Αρ. Αγ.: 657/04, 6 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 657/04 Μεταξύ: Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ Εναγόντων και Πανίκου Σενέκκη Εναγομένου Ημερομηνία: 6 Μαΐου, 2008 Εμφανίσεις: Για του ενάγοντες: κα Ζήκου για ν' ακούσει απόφαση για κα Αθανασιάδου για Γεωργιάδη και Πελίδη Για τους εναγόμενους: κ. Καλλένος για ν' ακούσει απόφαση για κ. Α. Μαθηκολώνη ΑΠΟΦΑΣΗ Την 1/8/2000 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο «Σχέδιο Πανεπενδυτής» των εναγόντων αποδεχόμενος τους όρους λειτουργίας του εν λόγω σχεδίου. Στις 24/8/00, εγκρίνοντας την αίτηση, οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν και παραχώρησαν στον εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους ΛΚ50.000 μέσω «ειδικού τρεχουμένου λογαριασμού». Η αίτηση και η έγκριση έχουν κατατεθεί ως τεκμήριο 5. Εκεί αναφέρονται και οι όροι χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων με αποκλειστικό σκοπό την αγορά «αξιών», δηλαδή μετοχών, ομολόγων, δημοσίων χρεογράφων και οποιασδήποτε άλλης αξίας έχει εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). ΄Ηταν, μεταξύ άλλων, όροι της συμφωνίας οι εξής:

(1)Οι τίτλοι των αξιών που θα αγόραζε ο εναγόμενος θα ενεχυριάζονταν υπέρ των εναγόντων ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του.
(2)Επιπρόσθετα ο εναγόμενος θα ενεχυρίαζε «αξίες εξασφάλισης» δηλαδή επιπρόσθετες αξίες ή θα κατέθετε στον λογαριασμό μετρητά συνολικής αξίας ίσης προς το 30% του ορίου, που με τροποποιητική συμφωνία ημερ. 28/9/01 (τεκμήριο 6), ανήλθε σε 60%.
(3)Τη διεκπεραίωση των αγοραπωλησιών στο ΧΑΚ και τη διαχείριση των αγορασθεισών αξιών και των αξιών εξασφάλισης θα αναλάμβανε το χρηματιστηριακό γραφείο που θα εξουσιοδοτούσε ο εναγόμενος να ενεργεί εκ μέρους του για τον σκοπό αυτό, το οποίο και θα είχε την ευθύνη παρακολούθησης των αξιών. Ο εναγόμενος διόρισε την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ ως χρηματιστή (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «ο χρηματιστής») με σχετικά πληρεξούσια έγγραφα (τεκμήρια 7 και 8). Με αυτά τα δεδομένα, στις 21/8/00 ο εναγόμενος ενεχυρίασε υπέρ των εναγόντων αριθμό μετοχών (τεκμήριο 9). Ακολούθως ενεχυρίασε επιπρόσθετες αξίες εξασφάλισης. ΄Ολα τα πιο πάνω είναι με τα δικόγραφα παραδεκτά. Είναι η εκδοχή των εναγόντων ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε το όριο των ΛΚ50.000 αλλά και πέραν τούτου, έτσι ώστε το χρεωστικό υπόλοιπο να ήταν τις 22/10/03 ΛΚ105.418,61, χωρίς, όπως είναι αποδεκτό (παρ. 11 Υπερ.) να παρέχει μεταγενέστερα τις απαιτούμενες πρόσθετες εξασφαλίσεις. Γι' αυτό και τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και απαίτησαν την εξόφληση του. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος:- (α) Καλεί τους ενάγοντες να αποδείξουν όλες τις αγοραπωλησίες και αρνείται, ειδικότερα ότι έκανε αγορές καθ' υπέρβαση του ορίου. Σε σχέση με το λογαριασμό, αρνείται επίσης ότι ελάμβανε σε τακτικά διαστήματα ενημέρωση με καταστάσεις λογαριασμού και αποτιμήσεις του χαρτοφυλακίου του και ότι ο λογαριασμός τερματίστηκε.Tέλος, αρνείται το αξιούμενο υπόλοιπο λέγοντας συναφώς ότι «οι ενάγοντες εχρέωναν τον επίδικο λογαριασμό αυθαίρετα και παράνομα με παράνομους τόκους ή και χρεώσεις» (β) Αρνείται επίσης ότι ενεχυρίασε αξίες προς όφελος των εναγόντων. (γ) Ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες του επέβαλαν να διορίσει τον συγκεκριμένο χρηματιστή κατά τρόπο παράνομο και καταχρηστικό. Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε, ούτε θα μπορούσε, εφόσον άλλα είναι που αναφέρονται στη συμφωνία και εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός αυτός ρητά εγκαταλείφθηκε στις αγορεύσεις. (δ) Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες «επέτρεψαν στους χρηματιστές που διόρισαν να λειτουργούν την συμφωνία κατά παράβαση των όρων της με αποτέλεσμα να ευθύνονται για παράβαση συμφωνίας ή και να εμποδίζονται από του να αξιούν οποιοδήποτε υπόλοιπο με βάση αυτή». Αυτή η θέση είναι ήδη από τα δικόγραφα αντιφατική, εφόσον ο εναγόμενος παραδέχεται, ως άνω, ότι είναι εκείνος που διόρισε τον χρηματιστή. (ε) Ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι η συμφωνία είναι παράνομη διότι «αντίκειται προς την περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νομοθεσία ή και είναι αντίθετη προς τη Νομοθεσία περί Προστασίας από Καταχρηστικές Ρήτρες ή και είναι καταχρηστική». Δεν προωθήθηκε τελικά ισχυρισμός για παρανομία επί αυτής της, τόσο γενικόλογης άλλωστε, βάσης. (στ) Περαιτέρω όμως, ισχυρίζεται ότι «εάν ήθελε αποδειχθεί» ότι οι ενάγοντες δεν είναι τράπεζα ή δεν μπορούν να ασκούν τέτοιες εργασίες ή δεν είχαν άδεια από την Κεντρική Τράπεζα για τη λειτουργία του επιδίκου σχεδίου, η συμφωνία είναι παράνομη. (ζ) Ισχυρίζεται, ακόμα, ότι οι ενάγοντες τον εξώθησαν να συνάψει την επίδικη συμφωνία προς όφελος τους, ενώ γνώριζαν ότι είναι επικίνδυνη και ζημιογόνα και μάλιστα την παρουσίαζαν ως κερδοφόρα. η) Τέλος, ισχυρίζεται ότι αμελώς παρέλειψαν να τον προειδοποιήσουν για τους κινδύνους, ότι του επέτρεψαν να υπερβεί το όριο του λογαριασμού και ότι παρέλειψαν να επιδείξουν την αναμενόμενη επιμέλεια και ενήργησαν αντίθετα με τα καθήκοντα πίστης και εντιμότητας έναντι του ως πελάτη τους. Αυτό το ζήτημα δεν προωθήθηκε ούτε στην ακρόαση, ούτε με την τελική αγόρευση. Δεν έχει υποδειχθεί ούτε στοιχειοθετείται καθήκον πίστης και εντιμότητας ή καθήκον επιμέλειας από την επίδικη συμφωνία. Ο εναγόμενος εγείρει και ανταπαίτηση ισχυριζόμενος ότι, ως εκ των άνω, υπέστη ζημία «η οποία συνίσταται στο υπόλοιπο του λογαριασμού του ή και επιπλέον στα ποσά που κατέβαλε στους ενάγοντες». Έτσι τίθεται, χωρίς λεπτομέρειες και χωρίς μεταγενέστερη νομική υποστήριξη. Με αυτό τον τρόπο δεν εγείρεται έγκυρα μια ανταπαίτηση και εν πάση περιπτώσει τέτοια «ανταπαίτηση» δεν είναι, ούτως ή άλλως, νομικά βάσιμη. Περαιτέρω, ανταπαιτεί δήλωση ότι «η επίδικη συμφωνία είναι αόριστη ή και καταχρηστική ή .... παράνομη». Ζήτημα αόριστης και καταχρηστικής συμφωνίας δεν προωθήθηκε. Το δε παράνομο κ.τ.λ. της σύμβασης θα εκθεμελίωνε την απαίτηση χωρίς την ανάγκη ανταπαίτησης. Τέλος, ζητά δήλωση ότι «οι επίδικες ενεχυριάσεις μετοχών είναι άκυρες ή και ανεφάρμοστες ή και καταρτίστηκαν για άκυρη συναλλαγή ή και χωρίς αντάλλαγμα». Ισχύει το ίδιο σχόλιο όπως πιο πάνω. Ως εκ των άνω, η ανταπαίτηση είναι αβάσιμη και αχρείαστη. Σε ότι αφορά την υπεράσπιση, όπως πιο πάνω περιορίστηκε, τελικά τα ερωτήματα που πρέπει να εξεταστούν είναι: (α) Η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και το ζήτημα των ενεχυριάσεων (β) Η παρανομία της σύμβασης Α) Η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και το ζήτημα των ενεχυριάσεων. Για τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού οι ενάγοντες προσκόμισαν λεπτομερέστατη μαρτυρία δια του λειτουργού τους κ. Χάρη Μιχαηλίδη ο οποίος έδωσε πλήρες ιστορικό και παρουσίασε όλα τα έγγραφα. Εξήγησε ότι ο εναγόμενος προέβαινε σε αγορές και πωλήσεις μέσω του χρηματιστή του. Οι αγορές γίνονταν με χρέωση του λογαριασμού του, ο οποίος αντιστοίχως επιστώνετο με το προϊόν των πωλήσεων. Κατά την αντεξέταση ό,τι ρώτησε σε σχέση με τις αγορές ο κ. Μαθηκολώνης, ήταν εκείνο που ήδη ο μάρτυρας ανέφερε στην κυρίως εξέταση, ότι δηλαδή οι ίδιοι δεν είχαν ανάμειξη στο θέμα αν δίδονταν εντολές από τον πελάτη. Ο μάρτυρας απάντησε ότι όντως δεν τους ενδιέφερε η επενδυτική απόφαση, ούτε τους ενδιέφερε κατά πόσο ο χρηματιστής ενεργούσε κατόπιν οδηγιών του πελάτη. Είπε ότι «εμείς λαμβάναμε εντολές από τους χρηματιστές και για εμάς οι συναλλαγές που γίνονταν ήταν συναλλαγές που έκαμναν οι πελάτες». Εκείνο για το οποίο κατ' ουσία αντεξετάστηκε ο μάρτυρας, ήταν σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι έστελναν τις ενεχυριάσεις των μετοχών που αγοράζονταν στις αντίστοιχες εταιρείες προς ενημέρωση και τελικά του υποβλήθηκε ότι δεν γίνονταν ενεχυριάσεις μετοχών. Ο μάρτυρας εξήγησε και πάλι πειστικά τον τρόπο που εργάζονταν και βεβαίωσε με θετικότητα ότι γίνονταν ενεχυριάσεις των μετοχών. Προσδιόρισε δε, τις μετοχές που παραμένουν ενεχυριασμένες για τις οποίες οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα πώλησης. Ενώ ο εναγόμενος αρνήθηκε απλώς την ενεχυρίαση τη στιγμή που ως άνω, αφενός ήταν όρος της συμφωνίας η ενεχυρίαση των μετοχών που θα αγοράζονταν και αφετέρου είναι παραδεκτό με την υπεράσπιση ότι ενεχυρίασε επιπρόσθετες αξίες εξασφάλισης. Περαιτέρω, δεν αρνήθηκε ότι έγιναν αγορές, ούτε έδωσε οποιοδήποτε στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση τις χρεώσεις που έγιναν. Εκείνο που αναφέρει σε γραπτή του δήλωση που κατέθεσε υπό μορφή κύριας εξέτασης, είναι ότι οι ενάγοντες επέτρεψαν την λειτουργία του λογαριασμού πέραν του ορίου και ότι ουδέποτε ο ίδιος έδωσε οδηγίες στο χρηματιστή να αγοράσει μετοχές πάνω από το όριο. Παρακάτω ανέφερε ότι «στην πραγματικότητα όλες τις αγορές και τις πωλήσεις μέσω του λογαριασμού τις έκαμνε η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ χωρίς να τους δίνει οδηγίες με βάση τα πληρεξούσια έγγραφα και τις συμφωνίες που υπέγραψε». Μετά καταλήγει στο ότι «το υπόλοιπο του λογαριασμού δημιουργήθηκε ένεκα της παράβασης των όρων της συμφωνίας από τους ίδιους τους ενάγοντες και των ενεργειών τους που ήταν εκτός των συμφωνηθέντων». Τι εννοεί; ΄Εδιδε οδηγίες μέχρι το όριο και τα υπόλοιπα τα έκαναν μόνοι τους; ΄Η όλα τα έκαναν μόνοι τους; Αντεξεταζόμενος τέλος πάντων, είπε ότι δεν έκανε τίποτε απολύτως σε σχέση με τη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού και ότι όλες τις αγοραπωλησίες, από την αρχή μέχρι το τέλος τις έκαμε ο χρηματιστής με τον οποίο δεν μιλούσε. Ούτε με τους ενάγοντες είχε επαφή. Μόνο το 2004, είπε, του τηλεφώνησε «κάποιος αν μπορούσε να συνεισφέρει έστω και το ελάχιστο στο λογαριασμό τον επενδυτικό». ΄Ομως στην Υπεράσπιση του (παρ. 10 Υπερ.) υπάρχει παραδοχή του ισχυρισμού των εναγόντων (παρ. 10 Ε/Α) ότι «οι ενάγοντες κατ' επανάλειψη κάλεσαν τον εναγόμενο να ενεργήσει προς συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του δυνάμει της Συμφωνίας αναφορικά με τη συνολική αξία των Αγορασθείσων Αξιών, των Αξιών Εξασφάλισης και τυχόν μετρητών η οποία δεν διατηρούνταν στο προβλεπόμενο από τη Συμφωνία επίπεδο και προς διευθέτηση της υπέρβασης του ορίου που παρατηρήθηκε στο λογαριασμό». Περιπλέον, ως άνω, υπάρχει παραδοχή του ισχυρισμού των εναγόντων ότι ο εναγόμενος προσκόμισε πρόσθετες αξίες εξασφάλισης, «αλλά μεταγενέστερα παρέλειψε και/ή αμέλησε να προσκομίσει αξίες εξασφάλισης και/ή να καταθέσει μετρητά στο λογαριασμό για να μειωθεί ή εκλείψει το έλλειμμα ως προς την εξασφάλιση ή υπέρβαση του ορίου» (παρ. 11 Υπερ.). Συνεπώς η θέση του ότι δεν είχε επαφή με τους ενάγοντες, που εξυπακούει ότι δεν γνώριζε για τον λογαριασμό του δεν συνάδει ούτε με τα δικά του τα δικόγραφα. Στα ίδια πλαίσια φανερή ήταν η προσπάθεια του να πείσει ότι δεν έκαμνε οτιδήποτε σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού και ότι όλες τις αγοραπωλησίες τις έκαμνε ο χρηματιστής και το μόνο που παραδέχθηκε είναι ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία με τους ενάγοντες και τα πληρεξούσια προς τον χρηματιστή. Σε ερώτηση κατά πόσο ελάμβανε καταστάσεις αποτίμησης του χαρτοφυλακίου, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι κατά τα έτη 2002 - 2003 εργαζόταν στην Αφρική. Προσπάθησε επίσης να δώσει διάφορες εξηγήσεις σε σχέση με τη διεύθυνση διαμονής του. Το συμπέρασμα είναι ότι προσπαθούσε να υπεκφύγει του θέματος των καταστάσεων αποτίμησης χαρτοφυλακίου. Παραπέμπω στη λεπτομερή ανάλυση που έκαμε στην τελική αγόρευση της η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων σε σχέση με το ζήτημα αυτό. ΄Αλλωστε, δέχθηκε ότι ελάμβανε, ούτως ή άλλως, καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού. Εξ αυτού προκύπτει ότι είχε γνώση των χρεώσεων, των πιστώσεων και του χρεωστικού υπολοίπου και άρα είχε γνώση ότι ο λογαριασμός ήταν πέραν του ορίου. ΄Ομως, έβλεπε τα statement, είπε και δεν τα ελάμβανε καν υπόψη. Δέχθηκε ειδικότερα ότι έλαβε λ.χ. την κατάσταση λογαριασμού στις 5/10/00 με υπόλοιπο (χρεωστικό) ΛΚ71.845,64 και στην ερώτηση πως αντέδρασε απάντησε «τίποτε» διότι «είναι επιχειρηματίας και ασχολείται με δεκάδες χιλιάδες λίρες και δεν το έλαβε υπόψη». Την ίδια στιγμή στην ερώτηση αν δέχθηκε, δηλαδή το statement, απάντησε ότι δεν δέχθηκε οτιδήποτε. Αρνήθηκε δε, τη γενικότερη υποβολή ότι η υπέρβαση του ορίου έγινε με δική του έγκριση. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο εναγόμενος προσπάθησε σκόπιμα να παρουσιαστεί αμέτοχος, σχεδόν ανίδεος, για ότι αφορούσε το λογαριασμό. Ενώ ο ίδιος είναι λογιστής και επενδυτής στο χρηματιστήριο προσπάθησε να πείσει ότι άφησε τα πάντα εν λευκώ στον χρηματιστή χωρίς να ενδιαφέρεται για οτιδήποτε. Ούτε και όταν ελάμβανε γνώση για χρεωστικά υπόλοιπα χιλιάδων λιρών πέραν του ορίου. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είναι καθόλου πειστικοί. Για τις συνθήκες συνομολόγησης της συμφωνίας, η μόνη μαρτυρία του εναγόμενου είναι πως δεν ήταν ο ίδιος που αποτάθηκε στους ενάγοντες, ότι δεν είχε ανάγκη να υπογράψει συμφωνία μαζί τους και ότι είναι αυτοί που τον βρήκαν και του έδωσαν να υπογράψει τα έγγραφα με την υπόσχεση ότι θα κέρδιζε. Οι ισχυρισμοί ότι υπέγραψε τη συμφωνία χωρίς κατ' ουσία να έχει ιδέα, στερούνται σοβαρότητας. Αλλά έστω και αν λάβουμε τους ισχυρισμούς αυτούς ως δεδομένους, πολύ απέχουν από του να θεμελιώσουν τις εν λόγω δικογραφικές θέσεις υπό στοχείο (ζ), όποια και να είναι η νομική τους υπόσταση που στην υπεράσπιση δεν προσδιορίζεται. Βέβαια το βασικό θέμα που εγείρεται προς επίλυση, προκύπτει από τα έγγραφα και το κοινώς αποδεκτό, κατ' ουσία, ιστορικό και συνίσταται στο παράπονο του εναγομένου ότι οι ενάγοντες επέτρεψαν τη λειτουργία του λογαριασμού πέραν του ορίου. Το ότι ο λογαριασμός λειτούργησε πέραν του ορίου είναι κοινός τόπος. Είναι ως προς τις νομικές συνέπειες που οι διάδικοι διαφωνούν. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να προβάλλουν απαίτηση πέραν του ορίου για δύο λόγους: Πρώτον, διότι στην ΄Εκθεση Απαίτησης αναφέρονται στη συμφωνία με όριο της ΛΚ50.000 χωρίς να προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί συμφωνίας αύξησης του ορίου. Δεύτερον, εισηγείται ότι ο χρηματιστής του εναγόμενου δεν εδικαιούτο να απαιτεί από την ενάγουσα πληρωμές καθ' υπέρβαση του ορίου, εφόσον με τα πληρεξούσια ο εναγόμενος τον είχε εξουσιοδοτήσει να χειρίζεται τον λογαριασμό «μέσα στα πλαίσια των όρων του σχεδίου». Συνεπώς ο εναγόμενος με τα πληρεξούσια έγγραφα δεν εξουσιοδότησε τον χρηματιστή να παραβιάζει τους όρους της συμφωνίας. Η ενάγουσα δεν εδικαιούτο ούτε και υποχρεούτο να πληρώσει, εκτός εάν ετροποποιείτο το όριο ή συμφωνείτο η αύξηση του ορίου. Υπέδειξε ότι σε τροποποιητική συμφωνία ημερ. 28/9/2001 (τεκμήριο 6) ορίστηκε ότι «το ύψος των πιστωτικών διευκολύνσεων .... δύναται να τροποποιείται από τον Οργανισμό κατά την απόλυτη κρίση του οποτεδήποτε αποφασίσει και .... θα γνωστοποιείται γραπτώς στον επενδυτή». Τέτοια ειδοποίηση δεν δόθηκε και άρα αύξηση του ορίου δεν συμφωνήθηκε. Εφόσον οι αγοραπωλησίες γίνονταν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας ή και χωρίς τροποποίηση των όρων έτσι ώστε να καλύπτεται πλήρως ο τρόπος λειτουργίας του λογαριασμού, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων είχε αντίθετη άποψη. Κατ' αρχάς ανέφερε ότι η υπέρβαση του ορίου έχει δικογραφηθεί εφόσον στην έκθεση απαίτησης αναγράφεται ότι ο εναγόμενος προέβη σε αγορές καθ' υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου. Αυτό είναι ορθό. ΄Αλλωστε, το επίδικο θέμα, όπως με την Υπεράσπιση καθορίστηκε είναι οι νομικές συνέπειες τούτου του γεγονότος που αποτέλεσε, ως άνω, κοινό τόπο χωρίς να καταλαμβάνεται ο εναγόμενος εξ απήνης ή άλλως πως να του προκαλείται αδικία. Επί της ουσίας η κα Αθανασιάδου εισηγήθηκε ότι ο όρος στη συμφωνία αναφορικά με το ύψος του ορίου δεν επέβαλλε υποχρέωση στην ενάγουσα να μην παρέχει διευκολύνσεις πέραν του ορίου, αλλά δικαίωμα να μην πληρώσει πράξη που υπερέβαινε το όριο. Στήριξε την εισήγηση της αυτή σε επί μέρους πρόνοιες της συμφωνίας ως λ.χ. στην παράγραφο 7 όπου αναφέρεται ότι οι ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να πωλήσουν όλες τις μετοχές «όταν η αγοραία αξία του συνόλου των ενεχυριασμένων αξιών και της κατάθεσης μετρητών, είναι κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων του, αν αυτό τύχει να είναι μεγαλύτερο». Παρέπεμψε περαιτέρω στους όρους 5 και 8 της συμφωνίας σύμφωνα με τους οποίους σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας ή σε περίπτωση πτώχευσης ή θανάτου του επενδυτή, τότε καθίστανται πληρωτέα «όλα τα οφειλόμενα ποσά», «ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού». Αυτές οι διατάξεις δείχνουν, εισηγείται η κα Αθανασιάδου, ότι η υπέρβαση καταχωρείται στο λογαριασμό του επενδυτή και δημιουργεί μαζί με όλες τις άλλες αγοραπωλησίες το υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων και με βάση τη συμφωνία, απαιτητό και πληρωτέο είναι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και όχι το χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι τις ΛΚ50.000. Παρέπεμψε περαιτέρω στον όρο 2 της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 28/9/01 (τεκμήριο 6) σύμφωνα με τον οποίο το ύψος των διευκολύνσεων που θα παραχωρούνταν θα υπόκειτο στην απόλυτη κρίση των εναγόντων. ΄Ηταν τελικά εισήγηση της ότι εν πάση περιπτώσει, εφόσον ο εναγόμενος μέσω του χρηματιστή του προέβη σε αγορά καθ' υπέρβαση του ορίου και εφόσον οι ενάγοντες την κάλυψαν, εκείνο που συνάγεται είναι ότι τα δύο μέρη, έστω και αν είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα έναντι του άλλου για την μη υπέρβαση του ορίου, έχουν αποποιηθεί του δικαιώματος τους. ΄Εχοντας υπόψη τις θέσεις κάθε πλευράς, θεωρώ ότι η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων έχει δίκαιο. Ο εναγόμενος δια του χρηματιστή και αντιπροσώπου του, αγόραζε και πωλούσε μετοχές. Οι πράξεις του αντιπροσώπου του ήταν δικές του πράξεις. Ο χρηματιστής, σύμφωνα με τα πληρεξούσια, ήταν αντιπρόσωπος του εναγόμενου με πλήρεις εξουσίες να χειρίζεται τον λογαριασμό κατά την κρίση του, με ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του εναγομένου να επικυρώνει οτιδήποτε θα έπραττε ή δυνατό να έπραττε ο χρηματιστής στα πλαίσια της εξουσιοδότησης του. Περιπλέον ελάμβανε γνώση τόσο με τις αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου που του κοινοποιούσαν όσο και, εν πάση περιπτώσει, με τις καταστάσεις λογαριασμού που δέχθηκε ότι ελάμβανε. Γνώριζε για την υπέρβαση του ορίου. Η συμφωνία συνεχίστηκε στην πράξη με αυτούς τους όρους. Οι ενάγοντες επέλεξαν να χρηματοδοτήσουν τον εναγόμενο καθ' υπέρβαση του ορίου που αρχικά του υποσχέθηκαν, χωρίς μάλιστα να ακολουθήσουν τις τυπικές προϋποθέσεις και να αυξήσουν το όριο γραπτώς. Ο εναγόμενος έλαβε το όφελος. Δεν μπορεί τώρα να επικαλείται το όριο που οι ενάγοντες είχαν θέσει έναντι του για να μην πληρώσει τις πράξεις του. Πέραν τούτων, παρά το ότι ο κ. Μιχαηλίδης δεν αντεξετάστηκε για το περιεχόμενο του λογαριασμού και παρά το ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία από πλευράς εναγόμενου, στην τελική αγόρευση ο ευπαίδευτος δικηγόρος του προσπάθησε να προσβάλει την ορθότητα του λογαριασμού. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων, υπέδειξε κατ' αρχάς ότι εφόσον η άλλη πλευρά δεν αντεξέτασε επί αυτών των ουσιωδών στοιχείων δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτό πλέον το στάδιο να αναφερθεί επί θεμάτων που παρέλειψε να αντεξετάσει. Παρέπεμψε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 όπου έγινε αναφορά στον απαρέγκλιτο κανόνα πρακτικής ότι αν ο μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί ουσιαστικών γεγονότων, τότε αυτά θεωρούνται και εκλαμβάνονται ως μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε. Πράγματι ως εκ της φύσης των ισχυρισμών του κ. Μιχαηλίδη θα έπρεπε ο κ. Μαθηκολώνης να τον υποβάλει σε αντεξέταση. Δεν είναι επιτρεπτό τώρα να εκτιμηθούν θέσεις που δεν τέθηκαν στον μάρτυρα της άλλης πλευράς. Εν πάση περιπτώσει, το μόνο που αναφέρεται στη υπεράσπιση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα του λογαριασμού είναι η άρνηση του ύψους του υπολοίπου και η θέση ότι «οι ενάγοντες εχρέωναν τον επίδικο λογαριασμό αυθαίρετα και παράνομα με παράνομους τόκους ή και χρεώσεις». Ο εναγόμενος όμως δεν πρόσφερε καμιά τέτοια μαρτυρία. Αντίθετα, η μαρτυρία των εναγόντων δια του κ. Μιχαηλίδη ήταν, ως άνω, λεπτομερέστατη. Εξήγησε ότι ο χρηματιστής έδινε στην ενάγουσα για κάθε συναλλαγή το αντίστοιχο πινακίδιο συναλλαγής (contract note). Οι ενάγοντες πλήρωναν το ποσό κάθε πινακιδίου στον χρηματιστή και χρέωναν τον λογαριασμό του εναγομένου. Παράλληλα μεριμνούσαν ώστε να αποκτήσουν ενέχυρο επί των τίτλων ως τα συμφωνηθέντα. Τα πινακίδια έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια, όπως και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο σε σχέση με τις αγοραπωλησίες και την κίνηση του λογαριασμού. Η κατάθεση των εγγράφων συνοδεύτηκε από επεξηγηματική μαρτυρία του κ. Μιχαηλίδη. Εξήγησε για κάθε χρέωση αναφορικά με κάθε ένα από τα πινακίδια αγοράς, για κάθε πίστωση αναφορικά με κάθε ένα από τα πινακίδια πώλησης, για τις πιστώσεις αναφορικά με τα μερίσματα που εισπράττονταν προς όφελος του εναγομένου λόγω ιδιοκτησίας αξιών, για τις χρεώσεις τόκου κατά τα συμφωνηθέντα τα οποία υπέδειξε, για τις χρεώσεις δικαιωμάτων των εναγόντων επί των αγορών του εναγομένου, για τις χρεώσεις που αφορούσαν τέλη του ΧΑΚ και έξοδα πιστοποιήσεων και για τη χρέωση του αρχικού δικαιώματος των εναγόντων όπως τα μέρη είχαν συμφωνήσει. Αφού αναφέρθηκε στο όριο που υπήρξε κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και στις πιστώσεις που ακολούθησαν για μερίσματα που εισπράχθηκαν μετά τον τερματισμό για εξαγορές μετοχών και για πώληση δικαιωμάτων αγοράς κατέληξε, διαμορφώνοντας και περιορίζοντας την απαίτηση, στο ποσό των ΛΚ64.754,98 πλέον τόκο προς 9% από 23/12/03 επί ΛΚ105.418,61 όπως αυτό εμειώνετο μετά την είσπραξη των πιο πάνω ποσών, δηλαδή τόκο συνολικού ποσό ΛΚ37.634,42 (συνολικό ποσό ΛΚ102.389,40 πλέον τόκο 9% από σήμερα μέχρι της εξοφλήσεως επί του τελικού αυτού συνολικού ποσού). Όχι μόνο ο κ. Μιχαηλίδης δεν αντεξετάστηκε για τα πιο πάνω, όχι μόνο δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για τις κατ'ισχυρισμό παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις, αλλά εν πάση περιπτώσει η κα Αθανασιάδου στην δική της αγόρευση σχολίασε με λεπτομέρεια τη μαρτυρία του κ. Μιχαηλίδη τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής πλευράς και παράλληλα απάντησε επαρκώς στο ζήτημα που ήγειρε με την αγόρευση και μόνο ο εναγόμενος. Β) Η παρανομία της σύμβασης. Είναι παραδεκτό ότι οι ενάγοντες ασχολούνται με χρηματοδοτικές και άλλες συναφείς εργασίες. Οι ενάγοντες δεν είναι τράπεζα. ΄Ομως, έχουν λάβει άδεια, δυνάμει των άρθρων 3 και 4
(3)(α)[1] του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, Ν. 66/97, που παρακάτω θα αναφέρεται ως «ο Νόμος», από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (τεκμήριο 3) να διενεργούν χρηματοδοτήσεις, περιλαμβανομένων χρηματοδοτήσεων επενδυτών, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην άδεια. Ειδικότερα, τέθηκε όρος ότι οι χρηματοδοτήσεις αυτές θα έχουν την μορφή δανείου τακτής λήξης και ότι η εταιρεία δεν θα λειτουργεί λογαριασμούς παρατραβήγματος. Παράλληλα τέθηκε απαγόρευση για το άνοιγμα και τη λειτουργία τρεχουμένων λογαριασμών και την έκδοση βιβλιαρίων επιταγών. Αγορεύοντας ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι «η ενάγουσα εταιρεία με βάση την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας δεν εδικαιούτο να καταρτίζει τέτοια συμφωνία που να συνίσταται στη λειτουργία τρεχουμένου λογαριασμού είτε λογαριασμού παρατραβήγματος από τον οποίο θα μπορούσαν να εκδίδονται και επιταγές όπως προκύπτει από το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 28/9/2001». Κατ' αρχάς θεωρώ ότι για να μπορούσε να εγερθεί έγκυρα ζήτημα παρανομίας θα έπρεπε να είχαν δοθεί εξ αρχής, με τα δικόγραφα, επαρκείς λεπτομέρειες. Δεν πρόκειται για έκδηλη παρανομία την οποία θα μπορούσε το δικαστήριο να εξετάσει ακόμα και χωρίς να είχε τεθεί θέμα στα δικόγραφα. Από την τελευταία αυτή εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη προκύπτει ότι το θέμα της παρανομίας συνδέεται με το τεκμήριο 3, προϋποθέτει δηλαδή νομική ερμηνεία ενός εγγράφου, ερμηνεία του νόμου αλλά και νομική διάγνωση των ενεργειών των εναγόντων στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας. Είναι γι' αυτό που θα έπρεπε να υπάρχει εξειδικευμένη θέση στα δικόγραφα. Εν πάση περιπτώσει θα εξετάσω την εισήγηση, για το ενδεχόμενο η προσέγγιση μου αυτή να είναι εσφαλμένη. «Τραπεζικές εργασίες» είναι εργασίες που «συνίστανται στον δανεισμό χρημάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής» (βλ. άρθρο 2 του Νόμου) απαιτείτο άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει του Νόμου. Το ερώτημα είναι κατά πόσο με την επίδικη συμφωνία οι ενάγοντες ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν «τραπεζικές εργασίες». Η φύση παρόμοιας συμφωνίας έχει εξεταστεί στην ΄Ελληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ v. Γιάλλουρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 120. Επρόκειτο και εκεί για σύμβαση χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου με την οποία η ενάγουσα, που δεν ήταν τράπεζα, συμφώνησε να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή δάνεια στην εναγόμενη για αγορά αξιών στο ΧΑΚ μέσω χρηματιστηριακής εταιρείας με συμφωνηθείσες εξασφαλίσεις. Με τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας η εφεσείουσα είχε ανοίξει λογαριασμό στο όνομα της εφεσίβλητης για να της παρέχει τις πιστωτικές διευκολύνσεις. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν «καταθέσεις» και δη «από το κοινό» και επομένως χωρίς να είναι τράπεζα ασκούσε «εργασίες αποδοχής καταθέσεων» κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι για να δανειζόταν κάποιος χρήματα από την εφεσείουσα με σκοπό να τα επενδύσει στο ΧΑΚ, θα έπρεπε να καταθέσει στην εφεσείουσα μετρητά ή να της μεταβιβάσει αξίες προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανεισθησομένου ποσού. ΄Εκρινε ότι ήταν συμφωνία που αφορούσε αποκλειστικά τους διάδικους και όχι το κοινό, συμφωνία που αφορούσε την παροχή δανείων και/ή διευκολύνσεων από την εφεσείουσα προς την εφεσίβλητη για την αγορά αξιών και περιείχε όρο για κατάθεση μετρητών ή μεταβίβαση αξιών για σκοπούς της εξασφάλισης της εφεσείουσας από την εφεσίβλητη και όχι από τρίτο ή από το κοινό. Έτσι δεν επρόκειτο για παράνομη «αποδοχή καταθέσεων» από το κοινό και άρα δεν επρόκειτο για παράνομη «τραπεζική εργασία». Σ' αυτά τα πλαίσια ήταν και η αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόντων η οποία εισηγήθηκε ότι «στην περίπτωση που η παροχή δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων προέρχεται από ίδια κεφάλαια, δεν απαιτείται άδεια από την Κεντρική Τράπεζα καθ' ότι το πιο πάνω δεν συνιστά τραπεζική εργασία στα πλαίσια του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (βλέπε Page΄s Law of Banking 11th edition σελ. 104-105 και United Dominion Trust Ltd v. Kirkwood
(1966)1 All E.R. 968 και επίσης την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην αγωγή 2558/02 Euroinvestment & Finance Ltd εναντίον Ανδρέα Σωκράτη ημερ. 10/10/05)». Με την επίδικη συμφωνία, όπως και με τη συμφωνία στην υπόθεση ΄Ελληνας ανωτ. δεν έγινε δανεισμός χρημάτων που να προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού, αλλά χρηματοδότηση με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω. Δεν ήταν συμφωνία που αφορούσε ή επηρέαζε το κοινό, αλλά συμφωνία που αφορούσε αποκλειστικά τους διαδίκους. ΄Ετσι, δεν επρόκειτο για «τραπεζικές εργασίες» υπό την έννοια του άρθρου 2 του Νόμου ή την έννοια του όρου στο κοινοδίκαιο, όπως καθορίστηκε στην υπόθεση United Dominion Trust, ανωτ. και παρατίθεται στο βλέπε Page΄s Law of Banking, 11th edition, σελ. 104-105[2]. Αυτή είναι η έννοια των χρηματοδοτήσεων του τεκμηρίου 3 που δεν καλύπτει την επίδικη σύμβαση. Αλλά έστω, ότι επρόκειντο για χρηματοδοτήσεις υπό την έννοια των «τραπεζικών εργασιών» για τις οποίες δόθηκε η ειδική άδεια του τεκμηρίου 3. Αναφερόμενος ο κ. Μαθηκολώνης στο πληρεξούσιο ημερ. 28/92001 δεν διευκρίνισε από ποια πρόνοια του πληρεξουσίου, που είναι το τεκμήριο 8, προκύπτει ότι «θα μπορούσαν να εκδίδονται και επιταγές». Εκείνο πάντως που εκεί αναφέρεται είναι ότι ο εναγόμενος είχε εξουσιοδοτήσει τον χρηματιστή να εκδίδει επιταγές σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού. Αυτό δεν έχει σχέση με την απαγόρευση της Κεντρικής Τράπεζας. Περαιτέρω, σκοπός του λογαριασμού δεν ήταν να λειτουργήσει ως τρεχούμενος λογαριασμός με την έννοια που εξηγείται στην υπόθεση United Dominion Trust Ltd v. Kirkwood ανωτ., ούτε ήταν αυτό τούτο το αντικείμενο της συμφωνίας. ΄Ηταν μέρος του μηχανισμού δια του οποίου θα μπορούσε να εφαρμοστεί η συμφωνία ως συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτή. Ως άνω, τέτοιος λογαριασμός υπήρξε και στην υπόθεση ΄Ελληνας ανωτ.. Τέλος, έστω ότι υπήρξε παραβίαση των όρων που η Κεντρική Τράπεζα έθεσε, λόγω του ότι η χρηματοδότηση δεν είχε «τη μορφή δανείου τακτής λήξης». Το επόμενο ερώτημα αφορά τις συνέπειες. Ο νόμος δεν περιέχει ρητή διάταξη ότι σε περίπτωση παράβασης αποκλείεται η διεκδίκηση δικαστικής θεραπείας. Ο σκοπός του νομοθέτη θα πρέπει να διαγνωσθεί μέσα από ερμηνεία του νόμου (βλ. Αγαθοκλέους v. Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202). Εν προκειμένω ο νόμος, όχι μόνο δεν περιέχει πρόνοια περί ακυρότητας της σύμβασης, αλλά προβλέπει συγκεκριμένες άλλες ρυθμίσεις. Στο άρθρο 30 καθορίζεται η εξουσία της Κεντρικής Τράπεζας να λαμβάνει μέτρα εναντίον τραπεζών που παραλείπουν να συμμορφωθούν με οποιαδήποτε διάταξη του νόμου ή των κανονισμών ή με τους όρους της άδειας τους. Τράπεζα σημαίνει, «νομικό πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε άδεια για την διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου» (βλ. άρθρο 2 του Νόμου). Ως τράπεζα, υπ' αυτή την έννοια και για τους σκοπούς του άρθρου 30, μπορεί να θεωρηθεί και η ενάγουσα εταιρεία εφόσον έλαβε άδεια για περιορισμένες τραπεζικές δραστηριότητες. Οι εξουσίες της Κεντρικής Τράπεζας είναι ευρύτατες και μπορούν να λάβουν δραστική μορφή εφόσον η Κεντρική Τράπεζα μπορεί ακόμα και να απαγορεύσει σε τράπεζα να διεξάγει οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή ή να ανακαλέσει την άδεια της. Ρητά δε, στο άρθρο 31
(2)ορίζεται ότι η ανάκληση άδειας δεν επηρεάζει τη διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος ή απαίτησης εναντίον της τράπεζας, ούτε τη διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος ή απαίτησης της τράπεζας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Δηλαδή, έστω και αν η παράβαση του Νόμου εκ μέρους της τράπεζας είναι τόσο σοβαρή ώστε η Κεντρική να αποφασίσει την ανάκληση της άδειας της, που είναι το πιο δραστικό μέτρο που προβλέπεται, η τράπεζα μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά οποιαδήποτε απαίτηση, δηλαδή ακόμα και απαίτηση που πηγάζει από την πράξη για την οποία της επιβλήθηκε ανάκληση της άδειας της. Τελικά, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το Άρθρο 26 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Εξ αυτού προκύπτει ύπαρξη δημόσιας πολιτικής υπέρ της διατήρησης συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελεύθερα μεταξύ ικανών συμβαλλομένων και έτσι, μόνο σε καθαρές περιπτώσεις τίθεται ζήτημα παρέμβασης στα συμφωνηθέντα (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 941). Εν προκειμένω όχι μόνο δεν είναι τέτοια καθαρή περίπτωση, αλλά σαφές είναι το αντίθετο. Ως εκ των άνω οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους και δίδεται απόφαση υπέρ τους ως ακολούθως: Α) Για το ποσό των €174,942.68 (ΛΚ102,389.40) με τόκο 9% από σήμερα μέχρι την εξόφληση. Β) Διάταγμα πώλησης των ακόλουθων αξιών οι οποίες παραμένουν μέχρι σήμερα ενεχυριασμένες προς όφελος της Ενάγουσας: Εκδότρια εταιρεία Αξίες Ονομαστική Αξία Atlantic Insurance Co Ltd Claridge Investments Ltd D. H. Cyprotels Ltd Hellenic Bank Ltd Louis Cruise Lines Ltd Minerva Insurance Ltd Maloupas & Papacostas Trading Co Ltd Phil Andreou Ltd Salamis Tours (Holdings) Ltd 3.900 μετοχές 6.200 μετοχές 5.000 μεετοχές 16.033 μετοχές 29.295 μετοχές 3.000 μετοχές 2.000 μετοχές 2.000 μετοχές 6.500 μετοχές Λ.Κ.0,20 Λ.Κ.0,20 Λ.Κ.0,10 Λ.Κ.0,25 Λ.Κ.0,10 Λ.Κ.0,10 Λ.Κ.0,20 Λ.Κ.0,10 Λ.Κ.0,25 Γ) Διάταγμα του δικαστηρίου επιτρέπον στην ενάγουσα ως ενεχυροδανειστής να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις με βάση οποιονδήποτε ισχύοντα Νόμο για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των μετοχών του Εναγομένου οι οποίες αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο προς πληρωμή των πιο πάνω ποσών καθώς και των εξόδων πωλήσεως οιονδήποτε δε περίσσευμα ήθελε υπάρξει να επιστρέφεται στον εναγόμενο ο οποίος θα ευθύνεται για πάν τυχόν έλλειμμα. Δ) ΄Εξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ [1] «Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να χορηγήσει άδεια χωρίς οποιουσδήποτε όρους ή με τέτοιους όρους που δυνατό να κρίνει σκόπιμο να επιβάλει.» [2] «Lord Denning, MR, held that the usual characteristics of banking are much as stated in the 6th edition of Paget, ie: 1. the conduct of current accounts; 2. the payment of cheques; 3. the collection of cheques for customers.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.