Δημήτρη Σάββα Μάρκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής 551/05, 26.5.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον:- Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 551/05 Μεταξύ: Δημήτρη Σάββα Μάρκου, από τη Σωτήρα, Ενάγοντα -και- Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, από τη Λευκωσία, Δήμου Αγίας Νάπας, από την Αγία Νάπα, Εναγομένων Ημερομηνία: 26.5.08 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Μ. Δειλινός. Για τους εναγόμενους: Ο κ. Α. Μαππουρίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου, με αριθμό εγγραφής 05/149, Φύλλο/Σχέδιο 2-286-373, Τεμάχιο 151, που βρίσκεται στη Ξυλοφάγου. Την 18.1.1989 εκδόθηκε από τον ΄Επαρχο Αμμοχώστου άδεια ανέγερσης οικοδομής επί του πιο πάνω ακινήτου. Η άδεια επέτρεπε στον ενάγοντα όπως ανεγείρει επί του τεμαχίου αριθμό κατοικιών, παράλληλα όμως του επέβαλλε κάποιους όρους. ΄Ενας από τους όρους της άδειας προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: 'Το τμήμα του τεμαχίου που επηρεάζεται από ρυμοτομία, όπως δείχνεται με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο να παραχωρηθεί για διεύρυνση του δρόμου και θα κατασκευαστεί δρόμος πάνω σ' αυτό προς ικανοποίηση της αρμόδιας αρχής.' Ο ενάγοντας ανήγειρε στη συνέχεια οικοδομές επί του πιο πάνω κτήματος, ως προέβλεπε η άδεια οικοδομής, παρέλειψε όμως να παραχωρήσει στο δημόσιο το τμήμα του τεμαχίου που αναφέρεται στον πιο πάνω όρο. Κατά τη χρονική περίοδο 1989-1990, το Τμήμα Δημοσίων ΄Εργων ασφαλτόστρωσε το τμήμα του επιδίκου ακινήτου που αναφέρεται στον όρο της άδειας, στα πλαίσια κατασκευής του παραλιακού δρόμου Αγία Νάπα - Αγία Θέκλα. Η ασφαλτόστρωση επηρεάζει γη, δύο δεκαρίων και 872 τετραγωνικών μέτρων, η οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ενάγοντα. Την 27.3.1992 ο ενάγοντας διώχθηκε ποινικά με την κατηγορία ότι κατείχε και χρησιμοποιούσε την επίδικες οικοδομές χωρίς να κατέχει πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως. Τη 18.9.1992 ο κατηγορούμενος, ενάγοντας στη παρούσα υπόθεση, κρίθηκε ένοχος για το πιο πάνω αδίκημα και εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κατεδάφισης των πιο πάνω οικοδομών. Ο ενάγοντας παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του πιο πάνω διατάγματος και συνεχίζει μέχρι σήμερα να κατέχει τις οικοδομές, χωρίς να έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως. ΄Ολα τα πιο πάνω γεγονότα, που αποτελούν και τη μοναδική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιoν του Δικαστηρίου, είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές. Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει διάταγμα εναντίον του εναγομένου, όπως αυτός σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα επί της περιουσίας του, δηλαδή επί του τμήματος του κτήματος το οποίο με βάση την άδεια οικοδομής ο ενάγοντας είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει στο δημόσιο και το οποίο η Δημοκρατία έχει ασφαλτοστρώσει. Πέραν των πιο πάνω, αξιώνει αποζημιώσεις οι οποίες έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών στο ποσό των Ευρώ 20.000. Mε βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ενάγοντας, ενώ έχει ανεγείρει όλες τις οικοδομές που προνοούσε η άδεια οικοδομής, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τον όρον της πιο πάνω άδειας που προέβλεπε όπως αυτός παραχωρήσει και εγγράψει στο όνομα της Δημοκρατίας μέρος του επίδικου κτήματος. Η απαίτηση του ενάγοντα αφορά αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο τμήμα του κτήματος που επηρεάζεται από τον πιο πάνω όρο, το οποίο ο ίδιος υποχρεούτο όπως μεταβιβάσει στο δημόσιο. Ο ενάγοντας βασίζει την αξίωσή του στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο τμήμα του κτήματος συνεχίζει να βρίσκεται εγγεγραμμένο στο όνομά του. Ο συνήγορος ενάγοντα αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι εκείνο που ζητά ο ενάγοντας είναι «προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας του», το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Ο συνήγορος αμφισβήτησε επίσης το δικαίωμα της αρμόδιας αρχής να περιλάβει στην άδεια οικοδομής το συγκεκριμένο όρο, για παραχώρηση ενός τμήματος του κτήματος στο δημόσιο, καθότι η «ρυμοτομία δεν ήταν δημοσιευμένη». Σε σχέση με το σημείο αυτό, θα ήθελα να επισημάνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει κατά πόσο ο όρος που επιβλήθηκε στην άδεια οικοδομής για παραχώρηση μέρους του ακινήτου ήταν νόμιμος ή παράνομος και/ή κατά πόσο προσκρούει με οποιονδήποτε άρθρο του Συντάγματος. Το θέμα αυτό εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας είχε δικαίωμα να προσβάλει τον επίδικο όρο, καταχωρώντας προσφυγή, κάτι το οποίο όμως δεν έχει πράξει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο κ. Μαππουρίδης, εκ μέρους της Δημοκρατίας, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγοντας κωλύεται να προβάλλει οποιανδήποτε αξίωση σε σχέση με το συγκεκριμένο τμήμα του κτήματος από τη στιγμή που δεν έχει προσβάλει τον όρο της άδειας που προέβλεπε την παραχώρηση στο δημόσιο τμήματος του κτήματος και «υλοποίησε», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, την άδεια οικοδομής, ανεγείροντας τα υποστατικά που αυτή προνοούσε. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο ενάγοντας έχει δικαίωμα να επωφελείται από την επίδικη άδεια οικοδομής, να εκμεταλλεύεται την άδεια οικοδομής στο μέγιστο δυνατό βαθμό και παράλληλα ν΄ αρνείται να συμμορφωθεί με όρον της άδειας που του επιβάλλει κάποια υποχρέωση. Ο ενάγοντας έχει δικαίωμα να επικαλείται τη δική του παράλειψη να εγγράψει μέρος του κτήματος στο όνομα της Δημοκρατίας και να αξιώνει στη συνέχεια αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση επί της πιο πάνω γης ή εμποδίζεται να το πράξει λόγω της συμπεριφοράς του; Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο όπως κάνω μία εκτενή αναφορά στην Αγγλική νομολογία, επί του θέματος αυτού. Αποτελεί βασική αρχή του Αγγλικού Δικαίου ότι ουδείς μπορεί να εκμεταλλευθεί τη δική του παράλειψη, ουδείς μπορεί να ισχυρίζεται ότι μία συναλλαγή είναι άκυρη αν η ακυρότητα οφείλεται σε δική του πράξη και/ή παράλειψη. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Baxter v. Eckerslay[1] ". The landlord has overlooked a very old principle laid down by Lord Coke Co. LiH. 206b) long ago which says that no man can take advantage of his own wrong, or to put it more precisely, that no man can be heard to say that a transaction is invalid if the cause of invalidity is his own act or default". Ανάλυση της πιο πάνω αρχής γίνεται στην υπόθεση United Australia Ltd. v. Barclays Bank Ltd[2] όπου διαβάζουμε σχετικά: "When a man is entitled to one of two inconsistent rights, then if he, with full knowledge, has done an unequivocal act showing that he has chosen the one, he cannot afterwards pursue the other. By choosing the one he has elected to abandon the other. It is not open to him to say: "I will accept the one right but I will not give up the other". If he does accept the one right then by law he waves, he "abandons" the other and nothing which he can say by way of protest against the law will avail him anything ." Στην υπόθεση ER Ives Investment Ltd. v. High[3] o ιδιοκτήτης του κτήματος, Blackacre ανήγειρε μια οικοδομή, τα θεμέλια της οποίας επενέβαιναν στο κτήμα Whiteacre. Οι ιδιοκτήτες των δύο κτημάτων συμφώνησαν τότε, προφορικά, ότι τα θεμέλια θα μπορούσαν να παραμείνουν ως είχαν αλλά οι κάτοχοι του Whiteacre θα είχαν δικαίωμα διάβασης επί του κτήματος Blackacre. Το πιο πάνω δικαίωμα ουδέποτε ενεγράφη ως επιβάρυνση επί του ακινήτου, το Δικαστήριο όμως έκρινε óτι ενόσω ο ιδιοκτήτης του Whiteacre εκμεταλλευόταν το δικαίωμα διαβάσεως τότε υποχρεούτο όπως επιτρέπει την επέμβαση των θεμελίων στο κτήμα του. Ο Lord Denning είπε σχετικά τα πιο κάτω[4]: ".So long as the owners of Blackacre took the benefit of having foundations which reached into Whiteacre, they must shoulder the burden of the right of way over Blackacre; so long as the owner of Whiteacre took the benefit of the right of way, he must allow the trespassing foundations of Blackacre to remain ...". O Megarry V.C περιγράφει την πιο πάνω αρχή ως την αρχή του «δικαιώματος και της υποχρέωσης». Εκείνος που επωφελείται από μια συναλλαγή πρέπει να επωμισθεί και το βάρος. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Tito v. Waddell[5] στην οποία ο δικαστής αναλύει την πιο πάνω αρχή και λέει χαρακτηριστικά: ".... I next consider the principle that he who takes the benefit of a transaction must also bear the burden. ........................................................................................................... Side by side with these technical instances and probably underlying them, was the simple principle of ordinary fairness and consistency that from the earliest days most of us heard in the form "You can´t have it both ways" or "you can´t eat your cake and have it too" or "you can´t blow hot and cold". Και συνεχίζει αναλύοντας τα "δικαιώματα υπό όρους και τις ανεξάρτητες υποχρεώσεις" "(
- a)Conditional benefits and independent obligations. "... An instrument may be framed so that is confers only a conditional or qualified right, the condition or qualification being that certain restrictions shall be observed or certain burdens assumed, such as an obligation to make certain payments. Such restrictions or qualifications are an intrinsic part of the right; you take the right as it stands and you cannot pick out the good and reject the bad... The benefit and the burden have been annexed to each other ab initio, and so the benefit is only a conditional benefit...". Στο σύγγραμμα Halsbury´s Law of England[6] αναγνωρίζεται ότι κάποιος που επιλέγει μεταξύ δύο πορειών δράσης και επωφελείται από την επιλογή αυτή, δεν μπορεί στη συνέχεια να επανέλθει στη δεύτερη επιλογή, αυτή που είχε απορρίψει, και να καταχωρήσει αγωγή στη βάση αυτής. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: " Concepts closely related to estoppel; approbation and reprobation The principle that a person may not approbate and reprobate, a species of estoppel has arisen which seems to be intermediate between estoppel by record and estoppel by representation. The principle that a person may not approbate and reprobate expresses two propositions:
(1)that the person in question, having a choice between two courses of conduct is to be treated as having made an election from which he cannot resile;
(2)that he will not be regarded, in general at any rate, as having so elected unless he has taken a benefit under or arising out of the course of conduct which he has first pursued and with which his subsequent conduct is inconsistent ................................................................................................. a claimant, having two inconsistent claims, who elects to abandon one and pursue the other may not in general, afterwards choose to return to the former claim and sue on it." Οι πιο πάνω αρχές έχουν εφαρμογή και στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Πρόκειται για την κλασσική περίπτωση όπου ο ενάγοντας έχει εκμεταλλευθεί τις πρόνοιες της άδειας, προχώρησε και ανήγειρε όλες τις οικοδομές που προβλέπονται σ΄ αυτήν, παρέλειψε όμως να συμμορφωθεί με τον όρο της άδειας που τον υποχρέωνε, όπως παραχωρήσει τμήμα του κτήματος στο δημόσιο. Ο ενάγοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε δύο αλλά τρεις επιλογές. Η πρώτη επιλογή ήταν να μην υλοποιήσει την άδεια, η δεύτερη ήταν να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο και να προσβάλει τη νομιμότητα του πιο πάνω όρου και η τρίτη ήταν να υλοποιήσει την άδεια και να μην προσβάλει τον όρο. Ο ενάγοντες επέλεξε την τρίτη πορεία δράσης. Από τη στιγμή που ο ενάγοντας επέλεξε να υλοποιήσει την άδεια χωρίς να προσβάλει τον όρο, καταχωρώντας προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, στην ουσία έχει συναινέσει στην επιβολή του συγκεκριμένου όρου και ως εκ τούτου κωλύεται να διεκδικεί αποζημιώσεις και διάταγμα για άρση της "παράνομης", όπως την αποκαλεί ο ίδιος, επέμβασης. Η παραχώρηση στο δημόσιο μέρους του κτήματος αποτελεί μέρος της άδειας. Ο ενάγοντας δεν έχει δικαίωμα να επιλέγει το μέρος της άδειας που τον συμφέρει, να απορρίπτει αυτό που του επιβάλλει κάποια υποχρέωση και στη συνέχεια να ζητά από το Δικαστήριο διάφορες θεραπείες βασιζόμενος στην παράλειψη αυτή. Αυτό θα ήταν ενάντια στη βασική αρχή δικαίου, ότι ουδείς μπορεί να εκμεταλλευθεί τη δική του παράλειψη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποτελεί απλή παράλειψη αλλά παρανομία. Η παρανομία του ενάγοντα συνίσταται στο γεγονός ότι συνεχίζει να κατέχει μέχρι σήμερα τα υποστατικά παράνομα, χωρίς πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως και παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης τους, με το οποίο ο ίδιος δεν έχει συμμορφωθεί. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια για την έκδοση του πιο πάνω πιστοποιητικού ήταν όπως ο εναγόμενος συμμορφωθεί με τους όρους της άδειας οικοδομής, συμπεριλαμβανομένου και του όρου για εγγραφή του επιδίκου τμήματος του ακινήτου, στο δημόσιο. Η παρανομία ή έστω η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να δημιουργήσει προς όφελος του ενάγοντα οποιαδήποτε δικαιώματα έναντι της δημοκρατίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αξίωση του ενάγοντα δεν μπορεί να πετύχει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. [1] [1950] 1 All E.R. 139, 142 [2] [1940] 4 All E.R. 20 [3] [1967] 1 All E.R. 504 [4] σελ. 507 [5] [1977] 3 Αll E.R. 280 [6] 4η έκδοση, τόμος 16
(2), παρ. 962 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο