← Κύπρος

Χαράλαμπου (Πάμπου) Κυριάκου άλλως Μούσιου ν. Χριστούλλας Σιαντάνη-Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 176/05, 29 Μαΐου 2008

Χαράλαμπου (Πάμπου) Κυριάκου άλλως Μούσιου ν. Χριστούλλας Σιαντάνη-Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 176/05, 29 Μαΐου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 176/05 Μεταξύ: Χαράλαμπου (Πάμπου) Κυριάκου άλλως Μούσιου Ενάγοντα -και- Χριστούλλας Σιαντάνη-Κυριάκου Εναγομένης ____________________ Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Μουαϊμης. Για την Εναγόμενη: Η κα Θεοφάνους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση που αφορά οφειλόμενο ποσό δυνάμει δανείου κατέθεσαν μόνο ο ενάγοντας και η εναγόμενη. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της εναγόμενης η συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε αναβολή για να παρουσιάσει ακόμη ένα μάρτυρα, τραπεζικό υπάλληλο. Κατά την επόμενη δικάσιμο η συνήγορος έκλεισε την υπόθεση της χωρίς να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρία. Στη συνέχεια ο συνήγορος για τον ενάγοντα υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο για να κλητεύσει τον εν λόγω μάρτυρα, με σκοπό να προσκομίσει μαρτυρία που να αντικρούει τη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου η εναγόμενη. Η θέση του συνηγόρου συνοψίζεται ως η ακόλουθη: Ενώ δεν υπεβλήθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος κατέθεσε χωρίς ένσταση απόδειξη κατάθεσης Λ.Κ.4.000 σε λογαριασμό της εναγόμενης, κατά την αντεξέταση του ότι στον εν λόγω λογαριασμό της εναγόμενης δεν υπάρχει και δεν έγινε τέτοια κατάθεση αλλά του υπεβλήθηκε ότι ο λογαριασμός αυτός δεν ήταν στο όνομα της, η εναγόμενη ισχυρίστηκε τα πιο πάνω στην κυρίως εξέταση της. Η αίτηση του συνηγόρου αντιμετώπισε την ένσταση της συνηγόρου υπεράσπισης. Ήταν η θέση της, κυρίως, ότι ο ενάγοντας δεν καταλήφθηκε εξ απροόπτου και ότι όλα τα θέματα ήταν γνωστά από την αρχή και έπρεπε να είχαν προβλεφθεί. Στην υπόθεση Γεωργία Ματθαίου v. Ροζάνα Μιχαήλ Νικολάου κ.ά.

(1999)1 Α.Α.Δ. 2080, λέχθηκαν τα εξής: «Η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας (evidence in reply) διέπεται από την Δ.33 θ. 7 (ii) (β) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην Tsiartas and Another v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, μετά από εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση της σχετικής νομολογίας, έχει υιοθετηθεί η πιο κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από τον Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παράγραφος 33-92: «33-92 Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant´s case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ...................................................................................................................................................... With the judge´s leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff´s favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise». Σε μετάφραση: «33-93 Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγόμενου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα ................... Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου.» Έχω εξετάσει το θέμα σε συνάρτηση με τις πιο πάνω αρχές και τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν το υπό εξέταση θέμα. Είναι γεγονός ότι διαφαίνεται από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι ποτέ δεν υπεβλήθη ευθέως στον ενάγοντα η θέση που προέβαλε στην κυρίως εξέταση της η εναγόμενη, δηλαδή ότι στο βιβλιάριο καταθέσεων της, Τεκμήριο 3, ουδέποτε κατατέθηκε το ποσό της απόδειξης, Τεκμήριο 1. Του υπεβλήθησαν άλλες θέσεις. Να σημειωθεί ότι και τα δύο τεκμήρια φέρουν τον ίδιο αριθμό λογαριασμού. Θεωρώ, συνεπώς, ότι ο ενάγοντας όχι μόνο έχει καταληφθεί εξ απροόπτου αλλά και παραπλανηθεί και κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει εντός των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατή η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας. Θα ασκούσα όμως, τη διακριτική μου ευχέρεια να δεχθώ απαντητική μαρτυρία και για ακόμη ένα λόγο. Το Δικαστήριο, είναι γεγονός, ότι με την τροπή που έχει πάρει η υπόθεση βρίσκεται σε δύσκολη θέση έχοντας στην ουσία ενώπιον του δύο αντιφατικά τεκμήρια που προέρχονται από την ίδια τράπεζα ενώ δεν έχει κληθεί οποιοσδήποτε τραπεζικός υπάλληλος. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η κλήτευση δεν μπορεί παρά να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Συνεπώς δίδεται άδεια στο συνήγορο να κλητεύσει τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας. Θα δοθεί στους συνηγόρους η ημερομηνία συνέχισης της υπόθεσης. (Υπ.) ............ Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.