← Κύπρος

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Γεώργιος Μαρτή κ.α., Αγωγή αρ. : 96/03, 10 Ιουνίου  2008

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Γεώργιος Μαρτή κ.α., Αγωγή αρ. : 96/03, 10 Ιουνίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. Αγωγή αρ. : 96/03 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και -

  1. Γεώργιος Μαρτή, εκ Σωτήρος
  2. Χριστοφής Κάστανος, εκ Σωτήρος
  3. Γεώργιος Σολωμού, εκ Παραλιμνίου Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2008 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: Ανδρέου, Ζαχαρίου & Σία (για να ακούσει απόφαση η κα Α. Ζαχαρίου) Για τους Εναγομένους: Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σία (για να ακούσει απόφαση η κα Γρηγόρη) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων εναντίον όλων των εναγομένων, για καταβολή του ποσού των ΛΚ.24.310,04 ως υπόλοιπο ενοικίων, πλέον τόκους και έξοδα, στηρίζεται, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, σε σύμβαση ενοικιαγοράς των περιγραφομένων στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης, επίπλων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 3.7.2000, οι εναγόντες ενοικίασαν στον εναγόμενο αρ. 1 (από 3.8.2000), υπό την αλληλέγγυον εγγύηση και/ή κάλυψη των εναγομένων αρ. 2 και αρ. 3, υπό συνήθεις όρους ενοικιαγοράς και με δικαίωμα αγοράς, τα έπιπλα (ένα σαλόνι, μία τραπεζαρία, ένα σύνθετο, ένα υπνοδωμάτιο-γκαρνταρόμπα και τρία παιδικά υπνοδωμάτια) έναντι της συμφωνημένης τιμής των ΛΚ.21.039, πλέον ΛΚ.3,261,04 δικαιώματα ενοικιαγοράς και ΛΚ.10= δικαίωμα αγοράς, ήτοι σύνολο ΛΚ.24.310,04 πληρωτέο διά εικοσιτεσσάρων

(24)ισόποσων μηνιαίων δόσεων εκ ΛΚ.1.012,50 εκάστης, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 3.8.
  1. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται διαζευκτικά ότι, εάν για οποιοδήποτε λόγο ήθελε αποδειχθεί ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εξ' υπαρχής άκυρη, τότε ο εναγόμενος αρ. 1 και/ή όλοι οι εναγόμενοι συνεργούντες από κοινού, προσπορίσθηκαν όφελος, δυνάμει άκυρης συμφωνίας ενοικιαγοράς, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ.21.000,00 πλέον νόμιμο τόκο, ποσό το οποίο δόθηκε από τους ενάγοντες στους εναγομένους και/ή σε οιονδήποτε των εναγομένων, το οποίο υποχρεούνται να αποκαταστήσουν προς όφελος των εναγόντων. Ισχυρίζονται, επίσης διαζευκτικά, ότι έδωσαν και/ή παρείχαν κατά ή περί την 3.7.2000 στον εναγόμενο αρ. 1 και/ή σε όλους τους εναγομένους, το ποσό των ΛΚ.21.000,00 ως αχρεωστήτως καταβληθέν και/ή χωρίς πρόθεση να το δώσουν χαριστικώς και/ή ότι οι εναγόμενοι έχουν αδικαιολόγητα πλουτισθεί, και/ή ωφεληθεί με το εν λόγω ποσό και ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να αποζημιωθούν με το ποσό αυτό (αφαιρουμένων των πληρωμών) με νόμιμο τόκο επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι εξοφλήσεως. Είναι η θέση τους ότι το ποσό των ΛΚ.21.000,00 καταβλήθηκε στον εναγόμενο αρ. 1 και/ή στους εναγομένους αρ. 2 και αρ. 3 βάσει συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή δανείου, και ότι κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας οι εναγόμενοι οφείλουν ολόκληρο το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος το οποίο ανέρχεται σε ΛΚ.24.310,
  2. Οι ενάγοντες προβάλλουν επίσης τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος αρ. 1 βάσει εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών, ενεχυρίασε προς όφελος και για εξασφάλιση των εναγόντων 20,000 μετοχές της εταιρείας EUROPROFIT CAPITAL INVESTORS, από τις οποίες οι 15,000 μετοχές αφορούν το προαναφερόμενο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Οι εναγόμενοι με την πολυσέλιδη κοινή τους Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση δεν αρνούνται την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Είναι όμως η θέση τους ότι αυτή δεν αποτελεί αληθινή συμφωνία ενοικιαγοράς. Προβάλλουν ως υπεράσπιση την εικονικότητα της συμφωνίας για τους ακόλουθους λόγους: (α) τα φερόμενα ως επίδικα αντικείμενα είναι και ήσαν ανύπαρκτα, γεγονός το οποίο όχι μόνο γνώριζαν οι ενάγοντες αλλά επινοήθηκαν από αυτούς, σε συνεννόηση με τους εναγομένους. (β) το φερόμενο τιμολόγιο είναι ψεύτικο και εικονικό, καταρτίστηκε εικονικά από τους ενάγοντες και/ή επιβλήθηκε η κατάρτιση του για να χρησιμοποιηθεί για την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. (γ) ο εναγόμενος αρ. 2, εν γνώσει των εναγόντων, ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτης των ισχυριζόμενων αντικειμένων και ουδέποτε συμφώνησε αληθινά να τα πωλήσει στους ενάγοντες, οι οποίοι ουδέποτε είχαν καταστεί ιδιοκτήτες τους. (δ) οι ενάγοντες και ο εναγόμενος αρ. 1, ουδέποτε είχαν την αληθινή βούληση να καταρτίσουν αληθινή συμφωνία ενοικιαγοράς, με τους όρους που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Όπως και οι εναγόμενοι αρ. 2 και αρ. 3 ουδέποτε συμφώνησαν αληθινά να εγγυηθούν την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον εναγόμενο αρ. 1 και/ή να καλύψουν και/ή να αποζημιώσουν τους ενάγοντες για την εν λόγω παραχώρηση. (ε) ο σκοπός της σύναψης της επίδικης συμφωνίας ήταν η χρηματοδότηση των εναγομένων ή και οιουδήποτε εξ' αυτών για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. (στ) η επίδικη συμφωνία είναι συγκαλυμμένο δάνειο που παραχωρήθηκε στους εναγομένους με όρους ενοικιαγοράς και στην οποία χρεώθηκαν κεφαλοποιημένοι και/ή παράνομοι τόκοι υπό την μορφή δήθεν δικαιωμάτων ενοικιαγοράς που στην πραγματικότητα ήσαν τόκοι πέραν του επιτρεπομένου ορίου κατά παράβαση της περί Τόκου Νομοθεσίας. (ζ) η κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας προωθήθηκε από τους ενάγοντες μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης παράνομης πολιτικής τους για την κατάρτιση ψεύτικων συμβολαίων ενοικιαγοράς με σκοπό την καταστρατήγηση της χρηματοπιστωτικής πολιτικής του κράτους και της περί Τόκου Νομοθεσίας. Για όλους αυτούς τους προαναφερόμενους λόγους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία μετά του εναγομένου αρ. 1, είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη, όπως παράνομη είναι και η συμφωνία μετά των εναγομένων αρ. 2 και αρ. 3 για εγγύηση και/ή αποζημίωση και/ή κάλυψη των εναγόντων. Διαζευκτικά οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς δεν αποτελεί έγκυρη και/ή εφαρμόσιμη και/ή πραγματική συμφωνία ενοικιαγοράς καθότι καταρτίστηκε χωρίς αντάλλαγμα από πλευράς εναγόντων. Οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους παραθέτουν αριθμό υποθέσεων οι οποίες καταχωρήθηκαν σε σχέση με εικονικές (σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς τους) συμφωνίες ενοικιαγοράς, μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Είναι παραδεκτό από την πλευρά τους, ότι ο εναγόμενος αρ. 1 υπέγραψε έγγραφο για την ενεχυρίαση των αναφερομένων στην Έκθεση Απαίτησης μετοχών. Είναι όμως η θέση τους ότι η εν λόγω ενεχυρίαση είναι άκυρη, και ανεφάρμοστη καθότι κατά την κατάρτιση του εν λόγω εγγράφου δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 138 του Κεφ.
  3. Για όλους αυτούς τους προαναφερόμενους λόγους οι εναγόμενοι εγείρουν ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν διάφορες θεραπείες δηλωτικής κυρίως φύσεως. Συγκεκριμένα, ζητούν όμως αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας ως ανυπόστατης ή/και ως άκυρης ή/και ως παράνομης ή/και ως ανεφάρμοστης. Για τους ίδιους λόγους ζητούν όπως αναγνωρισθεί συνακόλουθα, και η ακυρότητα της εγγύησης των εναγομένων αρ. 2 και αρ.
  4. Ζητούν επίσης όπως αναγνωρισθεί και διαταχθεί η ακυρότητα του εγγράφου ενεχυρίασης των μετοχών καθότι δεν εξασφαλίζει, οποιοδήποτε νόμιμο ή/και εισπράξιμο χρέος του εναγομένου αρ.
  5. Οι ενάγοντες με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, αρνούνται κάθε ένα από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν σ' αυτές οι οποίοι είναι αντίθετοι με τους περιεχομένους στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρισμούς τους. Επιμένουν ότι η επίδικη συμφωνία είναι νόμιμη, έγκυρη, ισχυρή και δεσμευτική και ότι καταρτίστηκε με την ελεύθερη βούληση των διαδίκων και με πλήρη γνώση του περιεχομένου της και επίγνωση των συνεπειών της. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται δυνάμει συμφωνίας και/ή παραστάσεων και/ή συμπεριφοράς (επί των οποίων βασίστηκαν οι ενάγοντες και ενήργησαν προς ζημιά τους παραχωρώντας τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, το όφελος των οποίων οι εναγόμενοι προσπορίστηκαν) από του να προβαίνουν στους εν λόγω ισχυρισμούς. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν ένα μάρτυρα τον Ανδρέα Σάββα (ΜΕ.1). Για την πλευρά των εναγομένων κατέθεσαν ο Δημήτρης Αποστόλου (ΜΥ.1), ο εναγόμενος αρ. 3, Γιώργος Σολωμού (ΜΥ.2), ο εναγόμενος αρ. 2, Χριστοφής Κάστανος (ΜΥ.3), ο Λούκας Παπαλλής (ΜΥ.4) και ο εναγόμενος αρ. 1 Γιώργος Μαρτή (ΜΥ.5). Ο Μ.Ε.1 Ανδρέας Σάββα, υπάλληλος των εναγόντων από το 1998, και υπηρετών στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι ως υπεύθυνος του τμήματος αποδοχής συμβολαίων, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση ως μαρτυρία (Τεκμήριο 1), στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Τον Ιούλιο του 2000 οι εναγόμενοι προσήλθαν στο κατάστημα τους και ζήτησαν χρηματοδότηση (επειδή είχαν ανάγκη από χρήματα) πέριξ των ΛΚ.21.000,
  6. Ο ίδιος τους ανέφερε ότι ο Οργανισμός δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να χρηματοδοτήσει την περιουσία τους με την μορφή της ενοικιαγοράς, με λογικά ποσά και ανάλογες εξασφαλίσεις. Οι εναγόμενοι το αποδέχθηκαν και ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε ενοικιαγορά επίπλων, ιδιοκτησίας του εναγομένου αρ. 2, τα οποία ο τελευταίος συμφώνησε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από τον εναγόμενο αρ.
  7. Σύμφωνα με τον ΜΕ.1, υπέβαλαν στους εναγομένους διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με τα έπιπλα και ετοίμασαν το τιμολόγιο (Τεκμήριο 1(α)), το οποίο οι εναγόμενοι διάβασαν και επιβεβαίωσαν ως ορθό. Οι τελευταίοι τους διαβεβαίωσαν ότι ο εναγόμενος αρ. 2 είναι ο απόλυτος ιδιοκτήτης των επίπλων. Αφού οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 υπέγραψαν το τιμολόγιο και το συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1(β)) και τις επί αυτού βεβαιώσεις του μισθωτή, οι ενάγοντες προχώρησαν στον καταρτισμό της ενοικιαγοράς. Ο ΜΕ.1 κατέθεσε περαιτέρω ότι επειδή οι ενάγοντες είχαν εξασφαλίσεις (με ενεχυρίαση μετοχών) και γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι, δεν προχώρησαν σε έλεγχο των επίπλων, αφού είχαν και τις διαβεβαιώσεις και τις υπογραφές των εναγομένων και θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Οι ενάγοντες έκδωσαν επιταγή για ΛΚ.21,000=, την οποία, σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγομένου αρ. 1, πλήρωσαν στον εναγόμενο αρ. 2 που ήταν ο αρχικός ιδιοκτήτης και ο πωλητής των επίπλων. Οι εναγόμενοι εισέπραξαν, βάσει της προαναφερόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης το πιο πάνω ποσό. Χρεώθηκαν όμως με το ποσό των ΛΚ.21,039=. Το ποσό των ΛΚ.39= αντιπροσώπευε την αξία των χαρτοσήμων που επικολλήθηκαν στο συμβόλαιο. Επί του ποσού των ΛΚ.21,039.00 υπολογίστηκαν (σε ποσοστό επιτοκίου 7.75%) τα δικαιώματα της ενοικιαγοράς που ανήρχοντο στο ποσό των ΛΚ.3,261.
  8. Προς εξασφάλιση της πληρωμής του οφειλομένου ποσού, ο εναγόμενος αρ. 1 επιβάρυνε προς όφελος των εναγόντων 15,000 μετοχές της εταιρείας EUROPROFIT CAPITAL INVESTORS LTD, με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 5.7.2000 (Τεκμήριο 1(ζ)). Ήταν τέλος η θέση του Μ.Ε.1 ότι ποτέ οι ενάγοντες δεν χάρισαν τα χρήματα στους εναγομένους οι οποίοι τα έλαβαν και αρνούνται να τα επιστρέψουν. Το δε συνολικό ποσό που οφείλουν ανέρχεται σε ΛΚ.24,310.04 σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 1(δ)). Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν συνολικά χρηματοδότηση ΛΚ.150,000.
  9. Τους χορηγήθηκε μέσω επτά συμβολαίων ενοικιαγοράς ένα εκ των οποίων είναι και το επίδικο. Οι εναγόμενοι, όπως ανέφεραν, ήθελαν να διαχειριστούν τουριστικό συγκρότημα στην περιοχή Σωτήρος. Τα συμβόλαια καταρτίστηκαν για διάφορα αντικείμενα και ανάλογα με το ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης και ποιος θα τα αγόραζε. Για κάθε συμβόλαιο έγινε και ένα τιμολόγιο. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι οι ίδιοι δεν έλεγξαν εάν έγινε η παράδοση των αντικειμένων από τον πωλητή στον αγοραστή, ούτε και ζήτησαν να δούν τα αντικείμενα. Βασίστηκαν σ' ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι τους ανέφεραν τους οποίους θεώρησαν και αξιόπιστους και αξιόχρεους. Όσον αφορά την τιμή , βάσει των μεταξύ τους λεχθέντων, την θεώρησαν λογική. Αρνήθηκε δε σε υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι εναγόμενοι ήθελαν την χρηματοδότηση για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο και ότι τα συμβόλαια ενοικιαγοράς ήταν ψεύτικα και εικονικά. Επανέλαβε ότι οι ίδιοι βασίστηκαν σ' ό,τι τους ανέφεραν οι εναγόμενοι και βάσει αυτών προχώρησαν στον καταρτισμό των συμβολαίων ενοικιαγοράς. Ο Μ.Υ.1 Δημήτρης Αποστόλου, εργαζόμενος στο τμήμα Ελέγχου και Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, κατέθεσε ότι την περίοδο 1999 με 2000, η Κεντρική Τράπεζα έκδιδε εγκυκλίους (Τεκμήριο 5) με οδηγίες προς όλες τις τράπεζες, σχετικά με την ρύθμιση των διευκολύνσεων που παραχωρούντο για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Βάσει αυτών των εγκυκλίων και ιδιαίτερα της εγκυκλίου ημερομηνίας 24.11.1999, απαγορεύτηκαν οι παραχωρήσεις πιστώσεων. Ο έλεγχος που ασκούσε η Κεντρική Τράπεζα, ήταν «ενοποιημένος» και περιελάμβανε τόσο τις τράπεζες όσο και τις θυγατρικές τους εταιρείες που παρείχαν συναφείς εργασίες. Ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως της Λαικής Τράπεζας, όπως είπε ο μάρτυρας, θεωρείται ότι ασκεί «συναφείς εργασίες» και είναι υπό τον έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας, μέσα στα πλαίσια της ενοποιημένης εποπτείας της. Από τον ενοποιημένο έλεγχο που διεξήγαγε η Κεντρική Τράπεζα, διεφάνη ότι κατά τα έτη 1999 και 2000 η Λαική Τράπεζα και οι θυγατρικές της εταιρείες, είχαν προβεί σε χρηματοδοτήσεις πέραν του επιτρεπομένου ορίου και για τον σκοπό αυτό της επεβλήθησαν κυρώσεις και συγκεκριμένα πρόστιμα ύψους πολλών χιλιάδων λιρών. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ.1 παραδέχθηκε ότι η Λαική Τράπεζα είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Νόμο, ενώ ο Οργανισμός Χρηματοδότησης της Λαικής Τράπεζας, δεν θεωρείται τράπεζα εφόσον δεν είναι εγγεγραμμένος. Ο εναγόμενος αρ. 3 Γεώργιος Σολωμού (Μ.Υ.2) κατέθεσε Γραπτή Δήλωση ως μαρτυρία (Τεκμήριο 6) στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής. Είναι στενός φίλος των εναγομένων αρ. 1 και αρ.
  10. Την εποχή που καταρτίστηκε το επίδικο συμβόλαιο, ο ίδιος εργαζόταν ως ασφαλιστής. Ήταν η θέση του ότι το επίδικο συμβόλαιο δεν είναι αληθινό συμβόλαιο ενοικιαγοράς, αλλά καταρτίστηκε εικονικά, για να χρηματοδοτήσουν οι ενάγοντες τόσο τον ίδιο όσο και τους άλλους δύο εναγομένους, μέσω του εν λόγω συμβολαίου και έξι άλλων εικονικών επίσης συμβολαίων ενοικιαγοράς, με το συνολικό ποσό των ΛΚ.150.000,00 για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τα έξι εικονικά συμβόλαια ενοικιαγοράς είναι τα εξής: (α) Το συμβόλαιο (αντικείμενο της αγωγής με αρ. 94/03) στο οποίο τα ενοικιαζόμενα αντικείμενα είναι 40 συσκευές κλιματισμού, το τίμημα της πώλησης ΛΚ.25.000,00 και στο οποίο φαίνεται ως πωλητής ο ίδιος, ως αγοραστής ο Χριστοφής Κάστανος και ως εγγυητές ο ίδιος και ο Γεώργιος Μαρτή. (β) Το συμβόλαιο (αντικείμενο της αγωγής με αρ. 68/03) στο οποίο τα ενοικιαζόμενα αντικείμενα είναι έπιπλα (ένα σαλόνι, ένα σύνθετο, μια τραπεζαρία, ένα υπνοδωμάτιο γκανταρόμπα, τρία παιδικά υπνοδωμάτια) και πάγκοι κουζίνας, το τίμημα της πώλησης είναι ΛΚ.25.000,00 και στο οποίο φαίνεται ως πωλητής ο ίδιος, ως αγοραστής ο Γεώργιος Μαρτή και ως εγγυητές ο ίδιος και ο Χριστοφής Κάστανος. (γ) Το συμβόλαιο (αντικείμενο της αγωγής με αρ. 95/03) στο οποίο τα ενοικιαζόμενα αντικείμενα είναι σαράντα
(40)ψυγεία και σαράντα
(40)κουζίνες, το τίμημα της πώλησης είναι ΛΚ.16.000,00 και στο οποίο φαίνεται ως πωλητής ο ίδιος, ως αγοραστής ο Χριστοφής Κάστανος και ως εγγυητές ο ίδιος και ο Γεώργιος Μαρτή. (δ) Το συμβόλαιο (αντικείμενο της αγωγής με αρ. 97/03) στο οποίο τα ενοικιαζόμενα αντικείμενα είναι έπιπλα (ένα σαλόνι, μια τραπεζαρία, ένα σύνθετο, ένα υπνοδωμάτιο γκανταρόμπα και δύο παιδικά υπνοδωμάτια) το τίμημα της πώλησης είναι ΛΚ.19.000,00 και στο οποίο φαίνεται ως πωλητής ο Γεώργιος Μαρτή, ως αγοραστής ο Χριστοφής Κάστανος και ως εγγυητές ο ίδιος και ο Γεώργιος Μαρτή. (ε) Το συμβόλαιο (αντικείμενο της αγωγής με αρ. 93/03) στο οποίο τα ενοικιαζόμενα αντικείμενα είναι σαράντα πέντε
(45)ψυγεία, σαράντα πέντε
(45)κουζίνες και σαράντα πέντε
(45)θερμοσίφωνες, το τίμημα της πώλησης είναι ΛΚ.19.000,00 και στο οποίο φαίνεται ως πωλητής ο ίδιος, ως αγοραστής ο Γεώργιος Μαρτή, και ως εγγυητές ο ίδιος και ο Χριστοφής Κάστανος. (στ) Το συμβόλαιο (αντικείμενο της αγωγής με αρ. 70/05), στο οποίο τα ενοικιαζόμενα αντικείμενα είναι το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΖΡ 072, το τίμημα της πώλησης είναι ΛΚ.25.000,00 και στο οποίο φαίνεται ως πωλητής ο Χριστοφής Κάστανος και ως αγοραστής ο ίδιος. Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, σ' όλα τα συμβόλαια, πλην του τελευταίου, τα αντικείμενα ήσαν ανύπαρκτα και τα τιμολόγια εικονικά. Ετοιμάστηκαν καθ΄υπόδειξη του διευθυντή του υποκαταστήματος των εναγόντων στο Παραλίμνι κου Πατσιά. Ο τελευταίος έδωσε σχετικές οδηγίες στον υπάλληλο των εναγόντων Ανδρέα Σάββα (Μ.Ε.1), ο οποίος ετοίμασε και συμπλήρωσε όλα τα σχετικά έγγραφα. Όλα αυτά έγιναν αποκλειστικά για να καλυφθεί το ποσό των ΛΚ.150.000,00 που οι ενάγοντες θα τους δάνειζαν. Το συμβόλαιο ενοικιαγοράς που αφορούσε το όχημα ΕΖΡ 072 είναι επίσης εικονικό καθότι το όχημα αυτό ανήκε πάντα στον ίδιο και ουδέποτε είχε πρόθεση να το μεταβιβάσει στον Χριστοφή Κάστανο. Όπως κατέθεσε περαιτέρω ο εναγόμενος 3, από το ποσό της χρηματοδότησης των ΛΚ.150.000,00 που τους παραχώρησαν οι ενάγοντες, πλήρωσαν ΛΚ.121.268,00 στην χρηματιστηριακή εταιρεία CLR, μέσω της οποίας αγόρασαν 28,093,00 μετοχές της εταιρείας EUROPROFIT, τις οποίες αγόρασαν και οι τρεις εναγόμενοι συνεταιρικά, στο όνομα όμως του Χριστοφή Κάστανου. Το υπόλοιπο ποσό το χρησιμοποίησαν επίσης για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Παραδέχθηκε ότι τις επιταγές που εκδόθηκαν και για τα επτά συμβόλαια ενοικιαγοράς τις πήρε όλες ο ίδιος και τις κατέθεσε σε δικό του λογαριασμό της Ελληνικής Τράπεζας, από τον οποίο πλήρωσε τα προαναφερόμενα ποσά. Η μαρτυρία του εναγομένου αρ. 2 Χριστοφή Κάστανου (Μ.Υ.3) κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος με την μαρτυρία του εναγομένου αρ. 3 Γεώργιου Σολωμού. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, και τα επτά εικονικά συμβόλαια καταρτίστηκαν στις 3 και 4 Ιουλίου 2000. Λίγες μέρες πριν την υπογραφή τους ο ίδιος (ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως κλητήρας στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ) και οι άλλοι δύο εναγόμενοι επισκέφθηκαν τον διευθυντή του υποκαταστήματος των εναγόντων κ. Πατσιά και του ζήτησαν ΛΚ.150.000,00 για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Του ανέφεραν ότι ως εξασφάλιση είχαν να προσφέρουν μετοχές της EUROPROFIT καθώς επίσης και άλλες μετοχές που είχαν οι άλλοι δύο εναγόμενοι. Σύμφωνα με τις υποδείξεις του κ. Πατσιά προωθήθηκαν και καταρτίστηκαν και τα επτά συμβόλαια ενοικιαγοράς. Τα αντικείμενα που αναφέρονται στα συμβόλαια πλην του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΖΡ 072 ήσαν ανύπαρκτα. Ήταν τέλος η θέση του, ότι και τα επτά συμβόλαια ενοικιαγοράς, περιλαμβανομένου και του επίδικου, ήσαν παράνομα καθότι οι ενοικιαγορές ήσαν ψεύτικες και εικονικές. Ο Λούκας Παπαλλής (Μ.Υ.4) ελεγκτής-λογιστής, αφού αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα, κατέθεσε στο Δικαστήριο δύο μελέτες (Τεκμήρια 8 και 9) τις οποίες ετοίμασε ο ίδιος σε σχέση με το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε χρησιμοποίησε δύο διαφορετικές μεθόδους για υπολογισμό της επιβάρυνσης του συγκεκριμένου συμβολαίου. Σύμφωνα με την πρώτη μέθοδο, έλαβε σαν δεδομένο ότι από κάθε δόση θα πληρωνόταν πρώτα το κεφάλαιο και μετά οι τόκοι ή η επιβάρυνση και κατέληξε (αφού έλαβε υπόψη το ποσό της επιβάρυνσης που χρεώθηκε στο συγκεκριμένο λογαριασμό) ότι αυτό αντιστοιχούσε με επιτόκιο 17,07%. Σύμφωνα με την δεύτερη μέθοδο, από κάθε δόση που καταβάλλεται μηνιαίως αφαιρείται πρώτα ο τόκος ή η επιβάρυνση και το υπόλοιπο ποσό πιστώνεται έναντι του κεφαλαίου. Σύμφωνα με την μέθοδο αυτή κατέληξε (αφού έλαβε υπόψη το συνολικό ποσό της επιβάρυνσης που χρεώθηκε στο συγκεκριμένο λογαριασμό) ότι αυτό αντιστοιχούσε με επιτόκιο 14.24%. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πόσες και ποιες είναι οι καθυστερημένες δόσεις. Οι υπολογισμοί του έγιναν στη βάση ότι οι δόσεις θα πληρώνοντο κανονικά. Λογιστικά οι τόκοι και τα δικαιώματα ενοικιαγοράς είναι το ίδιο πράγμα. Ο ίδιος θεωρούσε και στις δύο μελέτες του την ενοικιαγορά ως δάνειο. Κατέληξε ότι εάν το συμβόλαιο δεν προνοούσε την πληρωμή μηνιαίων δόσεων και πληρωνόταν στη λήξη των εικοσιτεσσάρων
(24)μηνών, τότε η επιβάρυνση που θα χρεώνετο, θα αντιστοιχούσε σε ποσοστό επιτοκίου 7.75%. Και η μαρτυρία του εναγομένου αρ. 1 Γεώργιου Μαρτή (ΜΥ.5), γεωργού στο επάγγελμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος με τις μαρτυρίες των εναγομένων αρ. 2 και αρ. 3. Ήταν η θέση του ότι το επίδικο συμβόλαιο είναι ένα από τα επτά
(7)συνολικά εικονικά συμβόλαια ενοικιαγοράς που καταρτίστηκαν στις 3 και 4 Ιουλίου 2000, μέσω των οποίων οι ενάγοντες τους χρηματοδότησαν με το ποσό των ΛΚ.150.000,00 για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε όλα τα συμβόλαια ήσαν εξασφαλισμένα με μετοχές. Σ' όλα τα συμβόλαια (πλην του συμβολαίου που είχε ως αντικείμενο ενοικιαγοράς το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΖΡ 072) τα αντικείμενα ήσαν ανύπαρκτα και τα τιμολόγια εικονικά τα οποία ετοίμασαν οι ίδιοι οι ενάγοντες για τους σκοπούς της κατάρτισης των εικονικών συμβολαίων. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το μεγαλύτερο ποσό της χρηματοδότησης περίπου ΛΚ.120.000,00 πληρώθηκε στην χρηματιστηριακή εταιρεία CLR για μετοχές της EUROPROFIT που είχαν αγοραστεί συνεταιρικά και από τους τρεις εναγομένους, λίγες μέρες πριν γίνουν τα προαναφερόμενα συμβόλαια. Το υπόλοιπο ποσό το χρησιμοποίησαν και πάλι για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Υπεστήριξε ότι τα εν λόγω συμβόλαια ενοικιαγοράς καταρτίστηκαν έτσι, καθότι αυτός ήταν ο τρόπος που ακολουθούσαν οι ενάγοντες, για να παραχωρούν τις χρηματοδοτήσεις. Ήταν τέλος η θέση του ότι και τα επτά συμβόλαια ενοικιαγοράς είναι παράνομα επειδή η κατάρτιση τους έγινε σαν μέσο για να τους δανείσουν οι ενάγοντες χρήματα (με πολύ ψηλούς τόκους) τα οποία θα επένδυαν στο Χρηματιστήριο. Κατά τις αγορεύσεις, οι συνήγοροι των διαδίκων επικέντρωσαν βασικά την προσοχή τους στην εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη, ο καθένας της θέσης του αναφορικά με την εγκυρότητα ή μη ανάλογα, της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ο κ. Μαθηκολώνης υπεστήριξε ότι η Υπεράσπιση με την προσκομισθείσα εκ μέρους της μαρτυρία, κατάφερε να αποδείξει την προβαλλόμενη θέση της, δηλαδή ότι το επίδικο συμβόλαιο ήταν εικονικό. Πέραν τούτου ότι η συμφωνία ήταν παράνομη, καθότι η συναλλαγή προωθήθηκε και καταρτίστηκε με παράνομο σκοπό, επειδή παραβιάστηκαν οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που απαγόρευαν, κατά τον επίδικο χρόνο, την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για την αγορά μετοχών. Στη δική του αγόρευση ο κ. Ζαχαρίου εισηγήθηκε ότι εκείνο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι το περιεχόμενο του εγγράφου και εάν αυτό συμβιβάζεται με την φύση που προσδίδουν οι διάδικοι στη συμφωνία. Υπεστήριξε επίσης ότι ουδεμία παρανομία υφίσταται ή παραβίαση της δημόσιας πολιτικής και ότι τυχόν παραβίαση της περί Τόκου Νομοθεσίας, δεν οδηγεί σε ακυρότητα της συμφωνίας αλλά σε μη χρέωση των τόκων που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο. Ήταν τέλος η θέση του ότι ακόμα και στην περίπτωση που η συναλλαγή κριθεί άκυρη από το Δικαστήριο, οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση βάσει της διαζευκτικής βάσης της αγωγής. Κατά κανόνα δεν επιτρέπεται η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας προς αντίκρουση ή τροποποίηση γραπτής σύμβασης [Bank of Australeesia v. Palmer
(1897)E.C. 540]. Κατ' εξαίρεση όμως είναι επιτρεπτή η εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας ώστε να καταδειχθεί η πραγματική φύση μιας συναλλαγής [Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου
(1982)1 ΑΑΔ 182]. Όπως ελέχθη στην ανωτέρω υπόθεση, το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη για βεβαιότητα στην διαχείριση των υποθέσεων των ανθρώπων αφενός και αφετέρου στην ανάγκη για ανεμπόδιστη αναζήτηση της αλήθειας. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 10873 ημερ. 26.09.2001, αναγνωρίστηκε η σχετική εξαίρεση του κανόνα περί αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Όπως και στην παρούσα υπόθεση, έτσι και στην υπόθεση Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου, ο ισχυρισμός των εναγομένων συνίστατο στο ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν επινόηση για να συγκαλυφθεί το δάνειο που συνιστούσε την αληθινή φύση της συναλλαγής. Υπό τέτοιες περιστάσεις επιτράπηκε, εξωγενής μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και στην παρούσα υπόθεση, εφόσον ό,τι αμφισβητείται είναι αυτή ταύτη η φύση της επίδικης συμφωνίας, έτσι ώστε να υπερισχύσει η ανάγκη αναζήτησης της αλήθειας. Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ακρόασης να ακούσω και να παρακολουθήσω με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο τον μάρτυρα των εναγόντων όσο και τους μάρτυρες Υπεράσπισης, ενώ έδιναν την ένορκη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν. (Βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1199 και Αθανασίου και άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο Μ.Ε.1 Ανδρέας Σάββα, μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Ήταν σταθερός στην θέση και στην εκδοχή του. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Οι απαντήσεις του ήταν σαφείς και πλήρως τεκμηριωμένες. Εξιστόρησε τα γεγονότα με τρόπο πειστικό και χωρίς υπεκφυγές. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε στο σύνολο τους. Και οι τρεις εναγόμενοι Γιώργος Μαρτή (ΜΥ.5), Χριστοφής Κάστανος (ΜΥ.3) και Γιώργος Σολωμού (ΜΥ.2) ετοίμασαν γραπτές καταθέσεις (ως είχαν δικαίωμα να πράξουν μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9) τις οποίες υιοθέτησαν και οι οποίες απετέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Και οι τρεις αυτές καταθέσεις είναι ταυτόσημες σε όλα σχεδόν τα σημεία. Καταθέτοντας δια ζώσης στο Δικαστήριο και οι τρεις εναγόμενοι τόνισαν εμφαντικά ότι το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης (ΛΚ.150.000,00) που τους παραχώρησαν οι ενάγοντες, το χρησιμοποίησαν για αγορά μετοχών στο Χρηματιστήριο. Πλήρωσαν ΛΚ.121.268,00 για μετοχές της εταιρείας EUROPROFIT και είχαν αγοράσει πριν την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου και με το υπόλοιπο ποσό αγόρασαν και πάλι μετοχές. Δεν ήταν όμως κανένας από τους τρεις σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο ποιές και πόσες μετοχές αγόρασαν. Η αναφορά τους σε αγορά μετοχών ήταν γενική και αόριστη. Προσπάθησαν να δώσουν στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι αυτοί ήσαν "τα θύματα" της υπόθεσης που "ξεγελάστηκαν" από τους ενάγοντες. Το εύλογο ερώτημα όμως το οποίο εγείρεται είναι πως είχαν "ξεγελαστεί" από τον διευθυντή του καταστήματος των εναγόντων στο Παραλίμνι (κο Πατσιά) και υπέγραψαν το επίδικο συμβόλαιο όταν οι ίδιοι, σύμφωνα με τους δικούς τους ισχυρισμούς, αγόρασαν τις μετοχές της EUROPROFIT προτού εξασφαλίσουν την χρηματοδότηση; Πέραν τούτου πως και οι τρεις εναγόμενοι ζητούν από το Δικαστήριο να τους κρίνει ως ειλικρινείς, ενώ οι ίδιοι παραδέχονται ότι εν γνώσει τους υπέγραψαν ψεύτικα έγγραφα (όπως οι ίδιοι διατείνονται). Πιστεύω ότι όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο ήταν εκ των υστέρων και δεύτερες σκέψεις τις οποίες έκαμαν για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Σ' όση έκταση η μαρτυρία και των τριών εναγομένων έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΕ.1, Ανδρέα Σάββα την απορρίπτω. Ο ΜΥ.1 Δημήτρης Αποστόλου, ήταν ανεξάρτητος και τυπικός μάρτυρας. Μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε στο σύνολο τους, παρόλο που η μαρτυρία του δεν προσθέτει αλλά ούτε και αφαιρεί οτιδήποτε από την υπόθεση ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της. Την μαρτυρία του ΜΥ.4 Λούκα Παπαλλή την μελέτησα σε βάθος. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, χρησιμοποίησε δύο διαφορετικές μεθόδους για να καταλήξει ότι το ποσό της επιβάρυνσης του επίδικου συμβολαίου αντιστοιχούσε με επιτόκιο στην μία περίπτωση 17.07% και στην άλλη 14.24%. Αντεξεταζόμενος όμως κατέθεσε ότι θεωρούσε την ενοικιαγορά ως δάνειο και ότι εάν το συμβόλαιο δεν προνοούσε την πληρωμή μηνιαίων δόσεων και πληρωνόταν στη λήξη των εικοσιτεσσάρων
(24)μηνών, τότε η επιβάρυνση που θα χρεώνετο, θα αντιστοιχούσε σε ποσοστό επιτοκίου 7.75%. Αδυνατώ να αντιληφθώ πως συμβιβάζονται οι δύο αυτές θέσεις του ΜΥ.4 και πως συνάδουν τα αποτελέσματα της έρευνας του με την τελευταία απάντηση του. Ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του και την απορρίπτω. Με βάση την αποδεχθείσα προφορική μαρτυρία καθώς επίσης και την γραπτή μαρτυρία που προσκομίστηκε, κατέληξα στα πιο κάτω ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Τον Ιούλιο του 2000 οι εναγόμενοι προσήλθαν στο υποκατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι και ζήτησαν όπως προβούν σε ενοικιαγορά των περιγραφομένων στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 1(α)) επίπλων, ιδιοκτησίας του εναγομένου αρ. 2, τα οποία ο τελευταίος ανέλαβε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από τον εναγόμενο αρ.
  1. Το τιμολόγιο ημερομηνίας 3.7.2000, ετοιμάστηκε από τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 το διάβασαν και επιβεβαίωσαν ότι είναι ορθό, διαβεβαίωσαν επίσης ότι ο εναγόμενος αρ. 2 είναι ο ιδιοκτήτης των επίπλων. Οι ενάγοντες βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις των εναγομένων δεν έλεγξαν τα έπιπλα και προχώρησαν στην συνέχεια στον καταρτισμό της ενοικιαγοράς. Η συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 1(β)), υπεγράφη στις 3.7.2000, από τον εναγόμενο αρ. 1 Γεώργιο Μαρτή, ως ενοικιαστή. Στην εν λόγω συμφωνία αναγράφεται ως συμφωνηθείσα τιμή το ποσό των ΛΚ.21,000.00 και ως δικαιώματα ενοικιαγοράς το ποσό των ΛΚ.3.261,
  2. Τα δικαιώματα ενοικιαγοράς υπολογίστηκαν σε ποσοστό επιτοκίου 7.75% επί του παραχωρηθέντος και πληρωθέντος ποσού των ΛΚ.21.000,
  3. Το εν λόγω ποσό επιβαρύνθηκε και με το ποσό των ΛΚ.39=, τέλη χαρτοσήμων. Το συνολικό ποσό της ενοικιαγοράς ΛΚ.24.300,04, ήταν πληρωτέο διά 24 ίσων μηνιαίων δόσεων από ΛΚ.1.012,50 η κάθε μία, πληρωτέες την 3η ημέρα έκαστου μηνός, αρχής γενομένης από 3.8.2000 μέχρι εξόφλησης. Οι ενάγοντες έκδωσαν επιταγή (Τεκμήριο 1(α)) για ΛΚ.21.000,00 την οποία έδωσαν στον εναγόμενο αρ. 2 κατόπιν οδηγιών του εναγομένου αρ.
  4. Οι ενάγομενοι 2 και 3 με γραπτή εγγύηση που ενσωματώθηκε στην συμφωνία ενοικιαγοράς, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου αρ.
  5. Περαιτέρω προς εξασφάλιση της πληρωμής του οφειλομένου ποσού, ο εναγόμενος αρ. 1 επιβάρυνε προς όφελος των εναγόντων 15,000.00 μετοχές της εταιρείας EUROPROFIT CAPITAL INVESTORS LTD με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 5.7.2000 (Τεκμήριο 1(ζ)). Με την υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς ο εναγόμενος αρ. 1 κατέστη κάτοχος των επίπλων. Λόγω του ότι ο τελευταίος καθυστερούσε την πληρωμή δόσεων που είχαν καταστεί πληρωτέες, οι ενάγοντες με επιστολή τους μέσω του δικηγόρου των, ημερομηνίας 21.1.2003 (Τεκμήριο 1(ε)), τερμάτισαν την συμφωνία ενοικιαγοράς και κάλεσαν τον εναγόμενο αρ. 1 να παραδώσει τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς και να καταβάλει ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο που ανερχόταν σε ΛΚ.24.310,04 σύμφωνα με την Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 1(δ)). Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στους εναγομένους αρ. 2 και αρ.
  6. Τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή του εναγομένου αρ.1, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε κανένα ποσό. Κανένα ποσό δεν κατεβλήθη ούτε και από τους εναγομένους αρ. 2 και αρ.
  7. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ύπαρξη των αντικειμένων που ενοικιαγοράζονται και για τα οποία ο ιδιοκτήτης κατέχει καλό, νόμιμο και έγκυρο τίτλο ιδιοκτησίας, είναι ένα άκρως ουσιώδες στοιχείο, για την εγκυρότητα της ενοικιαγοράς, γεγονός που εξυπακούει την υποχρέωση αλλά και τη δυνατότητα, ο ιδιοκτήτης να παραδώσει αρχικά το εμπόρευμα στην κατοχή του ενοικιαγοραστή αλλά και μετέπειτα να μεταβιβάσει την κυριότητα σ' αυτόν. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει αναγνωριστεί σε πληθώρα υποθέσεων από τη νομολογία, μεταξύ των οποίων και στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου Πολ. Έφ. 10783 ημερ. 26.09.2001, στην οποία λέχθηκε ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς εξυπακούει πως ο χρηματοδότης, συνήθως ο πωλητής, είναι ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου, ο οποίος υπό αυτή την ιδιότητα το ενοικιάζει στον αντισυμβαλλόμενο και για όσο διαρκεί αυτή η σχέση ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει βέβαια πάντοτε υπό την κυριότητα του χρηματοδότη. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου υπό τον χρηματοδότη δεν είναι εξ' ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το αντικείμενο μπορεί να ανήκε αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. [Βλ. Yorkshire Railway Wagon Company v. Maclure
(1982)21 Ch. D. 309, και Eastern Distributors v. Goldring
(1957)2 All E.R. 525]. Είναι νομολογημένο ότι (όπως σε κάθε σύμβαση) δεν είναι τα εξωτερικά γνωρίσματα και το λεκτικό της ενοικιαγοράς που έχουν σημασία, αλλά η ουσία της σύμβασης. Το κριτήριο για την ανεύρεση της ουσίας έγκειται στον εντοπισμό των στοιχείων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ενοικιαγορά ήταν στην πραγματικότητα μια εικονική πράξη πώλησης καλυμμένη από τον μανδύα της ενοικιαγοράς ή όταν ελλείπουν άλλα ουσιώδη στοιχεία που αποκλείουν την μεταξύ των συμβαλλομένων ύπαρξη κοινής συμφωνίας για νόμιμο σκοπό. Το βάρος απόδειξης της εικονικότητας το φέρει ο διάδικος που την ισχυρίζεται, ο οποίος πρέπει να δείξει ότι ανεξάρτητα από την φαινομενική εγκυρότητα των εγγράφων, η πραγματική πρόθεση των διαδίκων ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Η ανακάλυψη της πραγματικής πρόθεσης των διαδίκων προέρχεται από την εξέταση όχι μόνο των βασικών εγγράφων αλλά και από οποιεσδήποτε άλλες συμπληρωματικές συμφωνίες αλλά και από προφορική μαρτυρία. [Βλ. North Central Wagon Finance Co v. Brailsford
(1962)1 W.L.R. 1288, 1292]. Η υπεράσπιση της εικονικότητας δεν επιτυγχάνει, απλώς διότι τα έγγραφα κατ' ισχυρισμό είναι εικονικά, λόγω του ότι δεν εκφράζουν την πραγματική πρόθεση των διαδίκων. Θα πρέπει ταυτόχρονα να φανεί ότι και οι δύο διάδικοι στόχευαν στην κατάρτιση εγγράφων που στην πραγματικότητα δεν θα λειτουργούσαν σύμφωνα με τους καταγραμμένους σ' αυτά όρους. [Βλ. Snook v. London and West Riding Investments Ltd
(1967)2 Q.B. 786, 802]. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 24η έκδοση, Τόμος 11, σελ. 462-3, Παρ. 3215, αναφέρεται επίσης ότι: "In order that the transaction should be considered to be a sham, it is not sufficient if one party alone, eg. The hirer intends to deceive the other into thinking that the transaction is genuine. There must be a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating." Τα πιο πάνω έγιναν αποδεκτά στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd Πολ. Έφ. 10253 και 10255 ημερ. 25.10.2000, σελ. 7-9, όπου επικυρώθηκε το πρωτόδικο εύρημα ότι στα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε γνώση πραγματική ή εξ' επαγωγής, στους ενάγοντες για συμμετοχή στην καταστρατήγηση της νομοθεσίας ή του νόμου γενικά. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι για την επιτυχία της εικονικότητας πρέπει να στοιχειοθετηθούν τα εξής:
(1)ότι η πραγματική φύση της συναλλαγής δεν αποτυπώθηκε ορθά στα έγγραφα και
(2)ότι αυτό έγινε στη γνώση και συνεργασία και των δύο συμβαλλομένων. Η εικονικότητα, με βάση τη νομολογία, είναι στην ουσία ισοδύναμη με δόλο ή απάτη και με εμπλεκόμενη τη συμπαιγνία ή συνομωσία εκ μέρους της Τράπεζας. Όπως έχω προαναφέρει είναι η κατάληξη μου ότι ο εναγόμενος αρ. 1 συνήψε στις 3.7.2000 το συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1(β)), το οποίο υπέγραψε ο ίδιος ως μισθωτής και οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές. Τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς αναγράφονται στο επισυνημμένο στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, τιμολόγιο (Τεκμήριο 1(α)). Ο εναγόμενος αρ. 1 στην "συμφωνία και δήλωση του μισθωτή", δήλωσε υπεύθυνα ότι παρέλαβε τα αγαθά σε καλή κατάσταση, τα οποία βρήκε από όλες τις απόψεις, κατάλληλα και απόλυτα ικανοποιητικά. Βεβαιώνει επίσης ότι γνώριζε την τιμή των αγαθών σε μετρητά πριν υπογράψει. Επίσης στην παράγραφο 4 καλεί τους ενάγοντες "οι οποίοι δεν είδαν τα αγαθά να βασισθούν στις διαβεβαιώσεις του να αγοράσουν τα αγαθά και να τον αφήσουν να τα κατέχει σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας". Κατά την κρίση μου, η προρρηθείσα δήλωση του εναγομένου αρ. 1 ότι εξέτασε και παρέλαβε τα αντικείμενα, εμποδίζει τους εναγομένους να ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς είναι ανύπαρκτα. Φαίνεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν παραστήσει ότι τα έπιπλα υπήρχαν. Αυτό εξάλλου ανέφερε και ο ΜΕ.1 ο οποίος κρίθηκε καθ΄όλα αξιόπιστος. Οι ενάγοντες βασίστηκαν στις δηλώσεις των εναγομένων αρ. 1 και αρ. 2. Όπως και στην υπόθεση Ιωάννου Γιαννάκης ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1(Γ) ΑΑΔ 1522, η συμπεριφορά τους, οδήγησε την Τράπεζα να αποδεχθεί την εισήγηση για την χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής σε βαθμό που θα ήταν άδικο να τους επιτραπεί να ενεργήσουν με τρόπο ασυμβίβαστο με την πιο πάνω συμπεριφορά τους (T.J.S. Enterprises Ltd κα. v. Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ)
(2005)1 ΑΑΔ 108. Εφαρμόζοντας τις αρχές που προκύπτουν από την νομολογία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προέβηκαν στον καταρτισμό μιας καθ' όλα νόμιμης και γνήσιας συμφωνίας ενοικιαγοράς των αντικειμένων που περιγράφονται στο επισυνημμένο σ' αυτή τιμολόγιο και με τους όρους που περιέχονται σ' αυτή. Κρίνω δε ότι η συμφωνία τερματίστηκε από τους ενάγοντες νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της. Βάσει των ευρημάτων και των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξα, κρίνω ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους ενώ αντίθετα οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την εικονικότητα, την παρανομία και την ακυρότητα της συμφωνίας και ως εκ τούτου απέτυχαν να αποδείξουν ότι δικαιούνται στις αξιώσεις που προβάλλουν με την ανταπαίτηση τους. Η ευθύνη των εναγομένων αρ. 2 και αρ. 3 ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου σε σχέση με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη-εναγομένου αρ. 1 είναι αυτονόητη και έτσι η υπεράσπιση τους αποτυγχάνει. Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως: (α) Για ΛΚ.24.310,04 με νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής. (β) Εκδίδονται διατάγματα και δίδονται οδηγίες ως οι παραγράφοι Α και Β του αιτητικού της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1, 2 και 3, όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.