Επί τοις αφορώσι την Μαρία Π. Λοϊζου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δερύνειας, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης 30/08, 23 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης 30/08 Επί τοις αφορώσι την Μαρία Π. Λοϊζου, από το Παραλίμνι, Χρεώστιδας -και- Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δερύνειας, από τη Δερύνεια, Πιστώτριας ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4.7.2008 ΓΙΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Χρεώστιδα-Αιτήτρια: Ο κ. Γ. Πιττάτζης. (Για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Μ. Χατζηκωσταντή) Για την Πιστώτρια-Καθ΄ ης η αίτηση: Ο κ. Ν. Νικολάου. Για τον Επίσημο Παραλήπτη: Ο κ. Κ. Εμμονουήλ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 6.2.2008 η Πιστώτρια-Συνεργατική (στο εξής η Συνεργατική) πέτυχε απόφαση στην αγωγή αρ. 951/07 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου για το ποσό των €51.301,13σεντ, με τόκο και έξοδα εναντίον, μεταξύ άλλων, και της χρεώστιδας-αιτήτριας (στο εξής Αιτήτρια). Στη συνέχεια η Συνεργατική καταχώρισε αίτηση ειδοποίησης πτώχευσης στις 12.3.2008 η οποία επιδόθηκε προσωπικά στην Αιτήτρια στις 13.3.
- Δεν επήλθε συμμόρφωση με την ειδοποίηση πτώχευσης εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας και έτσι η Αιτήτρια διέπραξε πράξη πτώχευσης. Στις 27.3.2008 καταχωρήθηκε αίτηση πτώχευσης από τη Συνεργατική εναντίον της Αιτήτριας και μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο στις 12.6.2008 εξέδωσε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Αιτήτριας. Η ΑΙΤΗΣΗ Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της μέχρι εκδίκασης της ΄Εφεσης, η οποία καταχωρήθηκε κατά της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία εκδόθηκε το αναφερθέν διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Η αίτηση εδράζεται στη Δ.48 Κ.1, 2 και 9, Δ.24 Κ6, Δ.35 Κ.18, 19 20 έως 32, άρθρα 25 και 32 του Ν.14/60, άρθρο 92 του Κεφ. 5 και άρθρα 8 και 9 του Κεφ.
- Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην οποία αναφέρεται ότι στις 12.6.2008 εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της και κατά την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του συζύγου της, Παναγιώτη Λοϊζου, στην υπ΄ αριθμό Αίτηση Πτώχευσης 34/08 και διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του γιου της, Αδάμου Λοϊζου, στην Αίτηση 36/
- Οι τρεις τους ζουν κάτω από κοινή στέγη και έχουν ενιαία οικονομία. Επειδή δεν υπάρχει άλλο μέλος στην οικογένεια το οποίο να μπορεί να προβαίνει σε συναλλαγές έχουν παραλύσει οικονομικά και ουσιαστικά οδηγείται αυτή και οι άλλοι δύο σε χρεωκοπία. Εάν δεν εκδοθεί διάταγμα αναστολής του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της, συνεχίζει η Αιτήτρια, δεν θα είναι δυνατό να προβεί σε οιαδήποτε ενέργεια ή/και συναλλαγή με χρηματοδοτικούς οργανισμούς ούτως ώστε να δυνηθεί είτε να εξοφλήσει το χρέος είτε να δοθούν ικανοποιητικές εγγυήσεις για εξόφληση του χρέους. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι είναι σε διαπραγματεύσεις με τη Συνεργατική με σκοπό την ικανοποίησής της. Ευελπιστεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θα τη δικαιώσει στην ΄Εφεση που καταχώρισε εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.6.2008, βρίσκοντας ότι η αίτηση πτώχευσης εναντίον και των τριών συνιστά μέτρο καταπίεσης και καταχρηστικό. Ισχυρίζεται επίσης ότι το εκδοθέν διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, ταπείνωση, οικονομική παράλυση και ταλαιπωρία, ενώ η Συνεργατική δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν ανασταλεί το διάταγμα παραλαβής, αφού το χρέος τοκίζεται και είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η ένσταση βασίζεται στη Δ.48 Κ.1, 2, 4 και 9, Δ.40 Κ.1, 4-7, 11, Δ.64, Δ.35 Κ. 18, 19, 20-32, στα άρθρα 25, 32 και 47 του Ν.14/60, στα άρθρα 9 και 10 του Κεφ. 6, στο άρθρο 92 του Κεφ. 5 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παντελή, ο οποίος είναι υπάλληλος της Συνεργατικής. Μ΄ αυτή αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας αναφέροντας ότι δια των πράξεών της απεμπόλησε κάθε δικαίωμα για ό,τι με την αίτηση αυτή αιτείται. Περαιτέρω, διατείνεται ότι κανένας ουσιαστικός λόγος δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που να δικαιολογεί την αναστολή του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της. Το γεγονός της καταχώρισης έφεσης δεν αποτελεί αφ΄ εαυτού λόγο για έγκριση της αίτησης. Μοναδικός λόγος για τον οποίο καταχώρισε την παρούσα αίτηση είναι να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει τις υποχρεώσεις της. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο συνήγορος της Αιτήτριας πέραν της αναφοράς του σε όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, ανάφερε ότι η Συνεργατική είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη και με την κήρυξη σε πτώχευση της Αιτήτριας ουσιαστικά δεν έχει να ωφεληθεί από αυτή αφού θα πληρωθεί μαζί με τους άλλους πιστωτές. Εκτός όμως από τα πιο πάνω, εισηγήθηκε ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη ο οποίος δεν καταχώρισε ένσταση ενώ η Συνεργατική, εναντίον της οποίας δεν στρέφεται η αίτηση, αλλά καταχώρισε ένσταση, δεν νομιμοποιείται σ΄ αυτήν αφού από τις 12.6.208 που εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Αιτήτριας αντιπρόσωπος της Αιτήτριας είναι ο Επίσημος Παραλήπτης. Την εισήγησή του αυτή τη στηρίζει στο άρθρο 9 του Κεφ.
- Ο δικηγόρος της Συνεργατικής, αφού κι αυτός επανέλαβε όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, υποστήριξε ότι νομιμοποιείται πλήρως στην καταχώριση ένστασης αφού διάδικα μέρη στην Αίτηση Πτώχευσης είναι η Αιτήτρια και η Συνεργατική και η παρούσα αίτηση είναι ενδιάμεση που γίνεται στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης. Το λόγο έλαβε και ο κ. Εμμανουήλ, εκπρόσωπος του Επίσημου Παραλήπτη, ο οποίος ανάφερε ότι καταχώρισε σχετική έκθεση στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 19.8.2008, σύμφωνα με τον Κανονισμό 72
(1)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ο δε ρόλος του είναι υποβοηθητικός και σε καμιά περίπτωση δεν είναι διάδικος. Ενόψει δε και του γεγονότος ότι ένας είναι ο πιστωτής σ΄ αυτή την περίπτωση, ήτοι η Συνεργατική, δεν μπορεί να έχει διαφορετική θέση απ΄ αυτή της Συνεργατικής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Αν και αναφέρονται αρκετά άρθρα και νόμοι, ως νομική βάση της αίτησης, τελικά ως διεφάνη από την αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας περιόρισε αυτή στο άρθρο 92 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 και στη Δ.35 θ.18, η οποία προνοεί για αναστολή απόφασης, αφού δεν εντόπισε απόφαση των Κυπριακών Δικαστηρίων η οποία να πραγματεύεται τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εκδίδεται διάταγμα αναστολής διατάγματος παραλαβής της περιουσίας φυσικού προσώπου. Πριν όμως καταπιαστώ με το θέμα αυτό κρίνω ότι είναι φρονιμότερο να εξετάσω την εισήγηση του δικηγόρου της Αιτήτριας, ότι η Συνεργατική δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση ένστασης αφού η αίτηση στρέφεται εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, ως καθ΄ ου η αίτηση, εξαιτίας του ότι από τις 12.6.2008 που εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής αντιπροσωπεύει και ή εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Η θέση αυτή, εάν ευσταθούσε, με την έννοια και το περιεχόμενο που προσδίδει ο δικηγόρος της Αιτήτριας σ΄ αυτή, ίσα-ίσα που θα έπρεπε η Αιτήτρια όλα τα διαβήματα της να τα ενεργοποιεί μέσω του Επίσημου Παραλήπτη. Δεν είναι η Συνεργατική που ετέθη, με το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Αιτήτριας κάτω από την επίβλεψη του Επίσημου Παραλήπτη αλλά η Αιτήτρια. Η Συνεργατική διατηρεί όλα τα δικαιώματά της και ενεργεί όπως η ίδια νομίζει για προστασία των συμφερόντων της. Εάν θα έπρεπε να λεχθεί κάτι περί του θέματος που περιστρέφεται γύρω από τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας είναι ότι η αίτηση έπρεπε να στρέφεται εναντίον της Συνεργατικής και όχι εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη αφού η αίτηση πτώχευσης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Αιτήτριας, του οποίου επιδιώκεται η αναστολή, καταχωρήθηκε από τη Συνεργατική και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να είναι άλλος ο διάδικος στην ενδιάμεση τούτη αίτηση με την οποία επιζητείται η αναστολή του διατάγματος. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τον Κ.71 των Πτωχευτικών Κανονισμών, για τον οποίο γίνεται αναφορά πιο κάτω σ΄ άλλο μέρος της απόφασης, στον οποίο γίνεται λόγος για υποχρεωτική επίδοση στον Επίσημο Παραλήπτη, αλλά δεν αναφέρεται ότι πρέπει να στρέφεται εναντίον του η αίτηση, αλλά απλά πρέπει να επιδίδεται σ΄ αυτόν, και βέβαια στο πνεύμα του περί Πτωχεύσεως Νόμου του Κεφ.
- Ακόμη και να ήταν ορθή η θέση του δικηγόρου της Αιτήτριας, που δεν είναι, το κατάλληλο διαδικαστικό διάβημα θα ήταν η καταχώριση αίτησης για διαγραφή της ένστασης. Τέτοιο διάβημα όμως δεν έγινε. Η ορθή νομική αντίκρυση όμως είναι ότι η αίτηση έπρεπε να στρέφεται εναντίον της Συνεργατικής και όχι εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη. Επειδή όμως δεν έγινε κανένα διάβημα από πλευράς της Συνεργατικής, αλλά απεναντίας, έλαβε μέρος στη διαδικασία καταχωρώντας ένσταση και αντιπροσωπεύθηκε και από το δικηγόρο της σ΄ όλα τα στάδια της διαδικασίας προβάλλοντας τη θέση της, κρίνω ότι ουδέν δικαίωμά της έχει επηρεασθεί. Επομένως η εισήγηση του δικηγόρου της Αιτήτριας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Σύμφωνα με τον Κ.16 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, κάθε αίτηση στο Δικαστήριο θα εκθέτει το νόμο ή τους κανονισμούς στους οποίους στηρίζεται και θα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται. Εκτός όταν γίνει άλλη πρόνοια, ένορκη δήλωση δεν θα είναι αναγκαία στην περίπτωση αιτήσεων από τον Επίσημο Παραλήπτη. Η αίτηση θα οπισθογραφείται με τη διεύθυνση μέσα στην πόλη στην οποία βρίσκεται το πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου στο οποίο μπορούν να αφεθούν ειδοποιήσεις στον αιτητή. Κάθε αίτηση που καταχωρείται ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του Κ.16 (Γενικός τύπος αίτησης) εγείρεται επί του πτωχευτικού εντύπου αρ.
- Σύμφωνα με τον Κ.18 των Πτωχευτικών Κανονισμών, εκτός όταν γίνει άλλη πρόνοια, οποιοδήποτε μέρος που προτίθεται να εγείρει ένσταση σε αίτηση πρέπει δύο ημέρες πριν την ημερομηνία που ορίστηκε για ακρόαση να καταχωρήσει στον Πρωτοκολλητή ειδοποίηση της πρόθεσής του εκθέτοντας το νόμο ή τους κανονισμούς στους οποίους βασίζει την ένστασή του, μαζί με ένορκη δήλωση που να βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση. Τέτοιο μέρος ταυτόχρονα θα αφήνει στη διεύθυνση του αιτητή αντίγραφο τέτοιας ειδοποίησης και ένορκης δήλωσης. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση (Κ.18) γίνεται επί του Πτωχευτικού Εντύπου
- Ούτε στη νομική βάση της αίτησης αναφέρεται ο Κ.16 ούτε στην ένσταση αναφέρεται ο Κ.
- Σύμφωνα με τον Κ.2 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, η μη συμμόρφωση προς οποιοδήποτε από τους κανονισμούς αυτούς ή προς οποιοδήποτε κανόνα πρακτικής που ισχύει επί του παρόντος δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει έτσι, αλλά τέτοια διαδικασία μπορεί ν΄ ακυρωθεί είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικώς ως αντικανονική ή να τροποποιηθεί ή διαφορετικά να αντιμετωπισθεί κατά τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο δυνατό να θεωρήσει σκόπιμο. Έχω την εντύπωση ότι σχεδόν κανένας νόμος και κανένας κανονισμός απ΄ αυτούς που αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης αλλά και της ένστασης δεν είναι σχετικός με το υπό εξέταση θέμα της αναστολής του διατάγματος παραλαβής. Το μόνο άρθρο που έχει σχέση είναι το άρθρο 92 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, στο οποίο προνοείται ότι, απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου ή άλλο ουσιαστικό ζήτημα υπόκειται σε έφεση (εδάφιο 2) και ότι κάθε Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού δύναται να αναθεωρήσει, ακυρώσει ή διαφοροποιήσει διάταγμα που εκδίδεται απ΄ αυτό με βάση την πτωχευτική διαδικασία (εδάφιο 1). Διαπιστώνεται ότι δεν αναφέρεται στο εδάφιο αυτό η λέξη «αναστολή». Κατά την κρίση μου, σίγουρα στις λέξεις «ακυρώσει ή διαφοροποιήσει» δεν μπορεί να ενταχθεί ή να συμπεριληφθεί η λέξη «αναστείλει» γιατί έχουν διαφορετική σημασία. ΄Ισως τούτο μπορεί να γίνει στα πλαίσια της λέξης «αναθεωρήσει» η οποία έχει πιο γενική και ευρεία έννοια από τις άλλες δύο λέξεις καθότι, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη σημαίνει «Εκ νέου εξέταση πράξης ή διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί» και ως δεύτερη έννοια «κάθε είδους μεταβολή ή τροποποίηση στη μορφή και στο περιεχόμενο κειμένου». Πιστεύω όμως ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή διατάγματος παραλαβής προνοείται ή εμπεριέχεται στον Κ.71 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών αφού ο Κ.71 βρίσκεται στο μέρος (Καν.64-72) υπό τον τίτλο «Διάταγμα Παραλαβής», στον οποίο αναφέρεται ότι αίτηση στο Δικαστήριο για ακύρωση διατάγματος παραλαβής ή αναστολής διαδικασιών ή γι΄ ακύρωση κήρυξης σε πτώχευση δεν θα ακουστεί εκτός κατόπιν απόδειξης επίδοσης στον Επίσημο Παραλήπτη της ειδοποίησης αυτής. Ενώ εκκρεμεί η ακρόαση της αίτησης το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα που αναστέλλει τέτοιες διαδικασίες, ως θεωρεί σκόπιμο. ΄Εχοντας κατά νου τον Κ.2 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και τη διαδικασία όπως διεξήχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να ακυρωθεί η διαδικασία αλλά είναι ορθότερο και δικαιότερο το Δικαστήριο ν΄ αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση που εξέφρασε ο δικηγόρος της Αιτήτριας, ότι εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τη νομολογία για τη Δ.35 Κ.18, αφού στην περίπτωση της Δ.35 Κ.18 πρόκειται για αίτηση για αναστολή απόφασης Δικαστηρίου Αστικής δικαιοδοσίας όπου λειτουργούν διαφορετικοί παράγοντες στην κρίση και έκδοση διατάγματος αναστολής από το Δικαστήριο, απ΄ ότι στην Πτωχευτική Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό του Κ.71 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών αλλά και του άρθρου 92 του Κεφ. 5, το οποίο ερμηνεύεται κατ΄ αναλογία προς τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 31 του Κεφ. 5, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια για έγκριση της αίτησης αναστολής. Θα πρέπει όμως να ικανοποιηθεί ότι είναι ορθό και δίκαιο να αναστείλει το διάταγμα παραλαβής. ΄Εχει δε τη δυνατότητα να θέσει όρους ή να είναι για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Μεταξύ άλλων στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσο ο πτωχεύσας έχει προβεί σε ένα σχεδιασμό αποπληρωμής του χρέους, αναδιοργάνωσης ή οργάνωσης των εργασιών του με στόχο την εξόφληση του χρέους του, την πληρωμή μέρους ή ολόκληρου του ποσού της οφειλής προς τον πιστωτή ή πιστωτές, εάν υπάρχουν περισσότεροι από ένα, η παροχή εγγύησης κ.λ.π., σε συσχετισμό βέβαια με το ότι η αναστολή του διατάγματος παραλαβής θα επιδράσει ευεργετικά για τον πιστωτή ή πιστωτές και ότι θα προστατευθούν επαρκώς και μελλοντικοί πιστωτές. Όλα αυτά δε εντός του ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο πτωχεύσας μπορεί κατά τη διάρκεια της αναστολής να προχωρήσει σε ενέργειες που να δημιουργήσουν περισσότερες οφειλές ή να προβεί σε ενέργειες που να ζημιώσουν τον πιστωτή, όπως π.χ. η αποξένωση περιουσίας του. Στην υπόθεση Re Hester
(1889)22 Q.B.D. 632, το Δικαστήριο αρνήθηκε ακύρωση διατάγματος παραλαβής πτωχεύσαντα παρά την ύπαρξη συγκατάθεσης των πιστωτών, με δεδομένο ότι δεν είχε γίνει πληρωμή στο ακέραιο των οφειλών του χρεώστη. Η εξουσία αναστολής πρέπει να ασκείται με φειδώ αφού το Δικαστήριο προηγουμένως λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιόν του και αναλογιστεί τους πιθανούς κινδύνους ή συνέπειες που μπορούν να επέλθουν στα συμφέροντα του πιστωτή αλλά και του χρεώστη από την έκδοση ενός διατάγματος αναστολής. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για έκδοση διατάγματος αναστολής του διατάγματος παραλαβής περιουσίας χρεώστη είναι οι ακόλουθες: (Α) Η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι διακριτικής φύσεως (Β) Διάταγμα αναστολής εκδίδεται όταν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ότι δεν έπρεπε να εκδοθεί το διάταγμα παραλαβής αρχικά ή (Γ) Όταν ο πιστωτής ή πιστωτές έχουν εξοφληθεί στο ακέραιο ή έχουν πλήρως εξασφαλιστεί ή (Δ) Όταν με την έκδοση του διατάγματος αναστολής υπάρχει πραγματική δυνατότητα εξόφλησης του πιστωτή ή πιστωτών και (Ε) Ότι δεν θα επηρεασθούν τα δικαιώματα και συμφέροντα του πιστωτή ή πιστωτών αλλά απεναντίας αυτά εξασφαλίζονται. Στο σημείο αυτό πρέπει να πω ότι διεξήλθα με προσοχή κι άλλων διατάξεων του Κεφ. 5 που προβλέπουν γι΄ αναστολή ή ακύρωση αίτησης πτωχεύσεως, διατάγματος κήρυξης σε πτώχευση ή άλλων διαδικασιών, όπως το άρθρο 6
(4), 11, 31, 90 και 97 του Κεφ. 5 με στόχο τη διακρίβωση της ερμηνείας του άρθρου 92 του Κεφ. 5 και του Κ.71 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όσα διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γι΄ αναστολή, σχεδόν όλα αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση στην αίτηση πτώχευσης που υπέβαλε η Συνεργατική και εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής του οποίου τώρα επιδιώκεται η αναστολή. ΄Οχι μόνο δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να πληρεί ή να ικανοποιεί οποιαδήποτε από τις πιο πάνω προϋποθέσεις ή να αποκαλύπτει στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της έκδοσης αναστολής του διατάγματα παραλαβής αλλά διαπιστώνεται ότι σχεδόν όλα αναφέρθηκαν κατά τη διαδικασία της πτώχευσης στην οποία το Δικαστήριο αποφάσισε την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της Αιτήτριας και δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς θα μπορούσα να απεκδυθώ από τις εκεί διαπιστώσεις μου. Αν και πέρασαν τρεις μήνες από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της Αιτήτριας στις 12.6.2008, εντούτοις μέχρι σήμερα σε καμία διευθέτηση δεν προέβη η Αιτήτρια με τη Συνεργατική. Σημειώνω εδώ ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας για διαπραγματεύσεις με τη Συνεργατική απορρίπτεται από τη Συνεργατική. Η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος που είναι επιφορτισμένη για τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο όφειλε να αποδείξει, αφού στην ένορκη δήλωσή της τίποτε δεν αναφέρεται που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό της. Η Αιτήτρια όχι μόνο δεν εξόφλησε τη Συνεργατική αλλά ούτε το παραμικρό ποσό δεν κατέβαλε έναντι του χρέους και καμία εξασφάλιση δεν έδωσε μέχρι σήμερα στη Συνεργατική. Επισημαίνω ότι η αναφορά του δικηγόρου της Αιτήτριας στην αγόρευσή του ότι η Συνεργατική είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη δεν αναφέρεται ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα υπό εξέταση αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση στην αίτηση πτώχευσης και επομένως αφού η αγόρευση δεν είναι μαρτυρία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω, σε κανένα διακανονισμό ή σχέδιο συμβιβασμού προέβη για αποπληρωμή της Συνεργατικής και ούτε έχει αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία ή τρόπους με τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει για να εξοφλήσει τη Συνεργατική η οποία κατ΄ αντίθεση με τη θέση που εξέφρασε ο συνήγορος της Αιτήτριας, ότι υπάρχουν κι άλλοι πιστωτές, που δεν αποδεικνύεται με μαρτυρία, είναι ο μοναδικός πιστωτής σύμφωνα με την έκθεση του Επίσημου Παραλήπτη που έχει κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου δυνάμει του Κ.72
(1)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Τέλος, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι χωρίς την αναστολή του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της δεν μπορεί να είναι σε θέση να διαπραγματευθεί με χρηματοδοτικούς οργανισμούς και να συνάψει δάνεια και να υποθηκεύσει περιουσία, είναι ανεδαφικός αφού τίποτε δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο που να αποδεικνύει τέτοια πρόθεση. Η επίκληση απλά και μόνο ενός τέτοιου ισχυρισμού καμιά αξία δεν έχει γιατί άλλως πως δεν θα είχε κανένα νόημα το διάταγμα παραλαβής. Δεν χρειάζεται η αναστολή του διατάγματος για να προβεί στα διαβήματα που επικαλείται. Μπορεί να προβεί χωρίς το διάταγμα αναστολής σε ενέργειες μέχρι του σημείου που να διαφανεί ότι είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του σκοπού της διευθέτησης του χρέους προς τη Συνεργατική η αναστολή του διατάγματος παραλαβής. Τέτοιες ενέργειες δεν αποδεικνύεται από την ένορκη δήλωσή της ότι έχουν γίνει. Ενόψει όλων όσων προσπάθησαν να εξηγήσω και να αναλύσω ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια απέτυχε να στοιχειοθετήσει την αίτησή της, η οποία δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Συνεργατικής και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και επίσης με €34,- έξοδα υπέρ του Επίσημου Παραλήπτη και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ............... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. /ΜΧΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο