← Κύπρος

LANE HOMES LIMITED ν. KINGSMARK ESTATES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 863/2007, 16 Δεκεμβρίου, 2008

LANE HOMES LIMITED ν. KINGSMARK ESTATES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 863/2007, 16 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2008:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 863/2007 Μεταξύ: LANE HOMES LIMITED Ενάγουσα - Καθ΄ής η Αίτηση και KINGSMARK ESTATES LIMITED Εναγόμενη - Αιτήτρια ---------------------------------------- Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου, 2008 Για την ενάγουσα - Καθ΄ής η Αίτηση : κ. Α. Κλαϊδης στην εκφώνηση της απόφασης κα Ορθοδόξου Για εναγόμενη - Αιτήτρια: κ.Γεωργιάδης Απόφαση (Σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της Εναγομένης - Αιτήτριας) Στις 5.02.2008 είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης απόφαση λόγω μη εμφάνισης της ενώπιον του Δικαστηρίου αν και επιδόθηκε σε αυτήν πιστό αντίγραφο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Αντιγράφω στη συνέχεια τα όσα διαλαμβάνει η απόφαση για να καταδειχθεί το εύρος, η σημασία και η δραστικότητα της επί των συμφερόντων της εναγομένης, αιτήτριας στη παρούσα αίτηση: Το Δικαστήριο δια του παρόντος διατάττει και αποφασίζει: (α) Όπως οι εναγόμενοι ακυρώσουν και/ ή αποσύρουν το Πωλητήριο έγγραφο ημερ. 12.06.07 με αριθμό καταχώρησης ΠΩΕ 1140/07 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, (β) όπως το ακίνητο και/ ή κατοικία και/ ή έπαυλη με αρ. 4, το οποίον ευρίσκεται εις το Συγκρότημα Penny Lane Phase 2, εις το χωριό Σωτήρα, τοποθεσία Ποταμός, της επαρχίας Αμμοχώστου, με αριθμό 0/5792, τεμάχιο 192, Φ/Σχ. 42/27 W 1, αποτελεί κυριότητα και /ή αποκλειστική ιδιοκτησία και/ ή ιδιοκτησία των εναγόντων, (γ) όπως οι ενάγοντες είναι νόμιμοι ιδιοκτήτες και/ ή πρόσωπα δικαιούμενα εις εγγραφή του πιο πάνω περιγραφομένου ακινήτου, (δ) όπως οι εναγόμενοι εμποδιστούν και δια του παρόντος εμποδίζονται να μεταβιβάσουν και/ ή πωλήσουν και /ή υποθηκεύσουν και/ ή άλλως επιβαρύνουν και η αποξενώσουν το πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο, (ε) όπως οι εναγόμενοι και/ ή οι υπηρέτες και/ ή αντιπρόσωποι και/ ή υπάλληλοι τους εκκενώσουν και παραδώσουν στους ενάγοντες κενή και ελεύθερη κατοχή του πιο πάνω περιγραφομένου ακινήτου και/ ή κατοικία εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, (στ) τα έξοδα της αγωγής. Με την αίτηση της η εναγομένη - αιτήτρια με ημερομηνία 20.03.2008 εξαιτείται διάταγμα που θα διατάσσει την ακύρωση και /ή παραμερισμό (set aside) της πιο πάνω απόφασης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Rogers David από το Ηνωμένο Βασίλειο που είναι ένας εκ των διευθυντών της εναγομένης ο οποίος εκθέτει με λεπτομέρειες τις σχέσεις της ενάγουσας με την εναγομένη και την προκύψασα διαφορά, επισυνάπτονται ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η παρούσα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση με την οποία επεδίωξε και πέτυχε μετά από ακροαματική διαδικασία την έκδοση διατάγματος με ημερομηνία 14.04.2008 το οποίο διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της ακρόασης της παρούσας αίτησης για τον παραμερισμό της. Τα γεγονότα που προβάλλονται προς υποστήριξη του αιτήματος για παραμερισμό της απόφασης είναι τα ακόλουθα όπως υποστηρίζει στην ένορκο δήλωση του ο Rogers David: (α) Η εναγομένη την 12.06.2007 με πωλητήριο έγγραφο είχε αγοράσει έναντι του συνολικού τιμήματος των Λ.Κ.400,000= μια εξοχική έπαυλη στο χωριό Σωτήρα της Επαρχίας Αμμοχώστου, (β) το πωλητήριο καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου την ίδια ημέρα για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, (γ) έναντι του πιο πάνω τιμήματος καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.377,000=, (δ) έλαβαν την κατοχή του ακινήτου κατά ή περί τον Αύγουστο του 2007 όπου και τοποθέτησαν όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα και έπιπλα και άρχισαν να το ενοικιάζουν σε τουρίστες για διακοπές, (ε) κατακράτησαν το ποσό των Λ.Κ.23,000= καθώς η ενάγουσα δεν είχε εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της σε σχέση με την τελική αποπεράτωση της έπαυλης και προς τούτο ακολούθησε σειρά αλληλογραφίας γι΄ αυτά τα προβλήματα, ποτέ δεν αρνήθηκαν ότι όφειλαν το εν λόγω ποσό νοουμένου ότι θα γίνονταν όλες οι εργασίες όπως θα έπρεπε να είχαν γίνει όπως ήταν η μεταξύ τους συνεννόηση, (στ) ο δικηγόρος στον οποίο είχαν αναθέσει την υπόθεση τους και είχε φιλικές σχέσεις με διευθυντή της ενάγουσας, τους συμβούλεψε καθησυχάζοντας τους, να του εμβάσουν το υπόλοιπο ποσό στον λογαριασμό πελατών του και ότι ο ίδιος θα προέβαινε σε ενέργειες και παραστάσεις προς την ενάγουσα για την αποπεράτωση αυτών των εργασιών προς ικανοποίηση τους όπως και έκαμαν πράγμα που αποδέχθηκε η ενάγουσα, (ζ) αντί των πιο πάνω κατά ή περί την 8.03.2008 πληροφορήθηκαν ότι η ενάγουσα επενέβη επί του ακινήτου τους αλλάζοντας τις κλειδωνιές στις πόρτες της οικίας και στη συνέχεια ότι είχαν εκδοθεί δικαστικά διατάγματα εναντίον τους, (η) όλα αυτά τους ανησύχησαν καθώς δεν είχαν υπόψη τους οτιδήποτε αφού δεν έλαβαν γνώση της δικαστικής διαδικασίας που προηγήθηκε και η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης και έτσι αναγκάστηκαν και οι δύο διευθυντές της εταιρείας να έρθουν στη Κύπρο στις 16.03.2008 για να εξακριβώσουν από κοντά τι συνέβηκε, (θ) στο μεταξύ μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ο διευθυντής της ενάγουσας τους απειλούσε ότι θα έπρεπε να έπαιρναν τα πράγματα τους από την οικία διαφορετικά θα τους τα έβγαζε έξω, (ι) το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας τους είναι σε διεύθυνση στη Λάρνακα, δεν έχει δικούς της υπαλλήλους και οι υπάλληλοι άλλης εταιρείας που εδρεύει στο ίδιο γραφείο ποτέ δεν είχαν παραλάβει οποιαδήποτε αγωγή. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι η ενάγουσα έχει ενεργήσει κατά τρόπο κακόβουλο σε σχέση με την προώθηση της. Έχει παραπλανηθεί το Δικαστήριο όπως παρουσιάστηκαν τα γεγονότα από την ενάγουσα η οποία έχει αποκρύψει άλλα γεγονότα τα οποία εάν τα γνώριζε το Δικαστήριο δεν θα έκδιδε την επίδικη απόφαση. Η συμφωνία δεν τερματίστηκε από την ενάγουσα όπως προβλέπεται στη παράγραφο 3 της συμφωνίας η οποία διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση που καθυστερούσαν την πληρωμή οποιασδήποτε δόσης μετά από ένα μήνα προειδοποίησης παρεχόταν το δικαίωμα στην ενάγουσα να την τερματίσει, και αυτό γιατί ποτέ δεν πήραν επιστολή τερματισμού και δεν θα μπορούσε η ενάγουσα να τερματίσει τη συμφωνία εφόσον δεν αποπερατώθηκαν οι εργασίες που είχαν συμφωνηθεί να γίνουν και είχαν αποδεχθεί τη συζήτηση των διαφορών που προέκυψαν. Το ύψος δε του ποσού που παραμένει προς πληρωμή σε σχέση με το συνολικό τίμημα δεν είναι τέτοιο που να δικαιολογεί τον τερματισμό της συμφωνίας χωρίς προηγουμένως να επιλυθεί η διαφορά που έχει προκύψει. Ενόψει της αύξησης της αξίας της έπαυλης είναι προφανείς οι λόγοι που έκαμαν την ενάγουσα να προχωρήσουν κατά τον τρόπο που επέλεξαν με αφορμή την εκκρεμότητα καταβολής του ποσού των Λ.Κ.23.000= για να πωλήσουν την έπαυλη σε τιμή πολύ μεγαλύτερη σε τρίτους. Τέλος, υποστηρίζουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση, έχουν ενεργήσει πολύ γρήγορα μετά που ενημερώθηκαν για την έκδοση της απόφασης και γι΄αυτό θα πρέπει να παραμεριστεί αυτή η απόφαση και να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν αφού καταχωρήσουν υπεράσπιση. Καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της ενάγουσας η οποία επίσης υποστηρίζεται από ενόρκους δηλώσεις και από διάφορα έγγραφα στα οποία βασίζονται οι λόγοι για τους οποίους δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι λόγοι της ένστασης όπως απαριθμούνται στην ειδοποίηση και όπως υποστηρίζονται από τον ενόρκως δηλούντα Βarry Earles, εκτελεστικό πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας - καθ΄ής η αίτηση, είναι οι ακόλουθοι: (α) Οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος για παραμερισμό της απόφασης δεν ικανοποιούνται. (β) Η συμπεριφορά της εναγομένης αποτελεί και ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου. (γ) Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην λήψη έγκαιρα μέτρων για ακύρωση της απόφασης. (δ) Δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση και/ ή οποιαδήποτε υπεράσπιση. (ε) Αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθώς η διαγωγή της εναγομένης είναι ασυγχώρητη και περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. (στ) Πάσχει νομικά. (ζ) Δεν εμπίπτει στα πλαίσια των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (η) Η επίδοση της αγωγής ήταν νόμιμη. (θ) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή. (ι) Η εναγόμενη απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και/ ή πληροφορίες από το Δικαστήριο και γι΄αυτό θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας της. Πέραν των πιο πάνω απορρίπτεται το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση και μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε στην εταιρεία του το ποσό των Λ.Κ.377,000=, ότι η κατοχή της κατοικίας έλαβε χώρα χωρίς να επιφυλαχθούν οποιαδήποτε δικαιώματα εκ μέρους της ενάγουσας και χωρίς καμιά απαίτηση για ολοκλήρωση οποιονδήποτε εργασιών όπως διαλαμβάνεται στη παρ. 6 της συμφωνίας. Σε σχέση με την μη επίδοση της αγωγής επιμένουν ότι αυτή επιδόθηκε στον κ. Γιαννάκη Παναγή ο οποίος είναι διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας η οποία ενεργούσε ως γραμματέας της εναγομένης και η οποία επίδοση έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οποιοσδήποτε περί του αντιθέτου ισχυρισμός είναι αβάσιμος και αναληθής και προς τούτο παρατίθεται ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη για την επίδοση της αγωγής στον πιο πάνω. Σε σχέση με τον τερματισμό της σύμβασης υποστηρίζει ότι αυτός έγινε με επιστολή που όπως εκ παραδρομής αναφέρεται είχε ημερομηνία 3.10.2007 αντί της 3.09.2007 και ότι υπήρξε απάντηση σε αυτή εκ μέρους της εναγομένης (επισυνάπτονται ως τεκμήρια). Το ποσό που οφείλεται δεν είναι μόνο Λ.Κ.23.000= αλλά πολύ μεγαλύτερο. Παραθέτει σειρά παραδοχών του εκ των διευθυντών της εναγομένης David Roger όταν αυτός αντεξεταζόταν στην διαδικασία έκδοσης του διατάγματος αναστολής της απόφασης και αφορούσαν ως επί το πλείστον τον ισχυρισμό περί τερματισμού της σύμβασης ή συμμόρφωσης με όρους της και της εξόφλησης ολόκληρου του τιμήματος μετά από την αξίωση του. Υποστηρίζει ότι είχε ενημερώσει την εναγομένη για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας του σκοπεύει να εγκαταλείψει την Κύπρο όπως ισχυρίζεται η εναγομένη. Η επίδικη κατοικία έχει ήδη πωληθεί σε τρίτους. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Παρόλο ότι το αίτημα όπως ετέθη αφορά την ακύρωση ή τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης εντούτοις όπως είναι τα γεγονότα της υπόθεσης άμεση συνάρτηση με αυτά έχει και η επίδοση που έγινε του κλητηρίου εντάλματος η οποία καθιστά αναγκαία την εξέταση και του ζητήματος της κανονικότητας της επίδοσης. Εν κατακλείδι της αγόρευσης του ο συνήγορος της εναγομένης- αιτήτριας επεσήμανε ως σημαντικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο την γνώση ή όχι που είχε η εναγόμενη εταιρεία για την ύπαρξη της αγωγής πριν από την έκδοση της απόφασης, που εν προκειμένω όπως είναι ο ισχυρισμός που η ίδια προβάλλει δεν είχε τέτοια γνώση και ότι όσα συνέβησαν και οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης απόφασης τα πληροφορήθηκε εκ των υστέρων. Κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ σε αυτό το στάδιο με το ζήτημα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος που είναι πρωταρχικής σημασίας καθώς εξ αυτού εξαρτιόταν η γνώση της εναγομένης για την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της. Το ζήτημα της επίδοσης ενός δικογράφου έμμεσα καλύπτεται από το Άρθρο 30 Παρ. 3 (α) και (β) του Συνάγματος το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα οποιουδήποτε να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον Δικαστηρίου καθώς και το δικαίωμα να προβάλλει τους ισχυρισμούς του και να έχει επαρκή χρόνο για την προπαρασκευή τους. Το Άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 προνοεί ότι: ¨έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας¨. Σε δύο πρωτόδικες αποφάσεως δικαιοδοσίας του Ναυτοδικείου εκφράστηκε αμφιβολία κατά πόσο το Άρθρο 372 του Κεφ. 113 ισχύει και για την επίδοση δικαστικών διαδικασιών (Βλ. Sekavin v. Ship "Platon Ch"

(1987)1 C.L.R. 69 (απόφαση που εκδόθηκε από τον Δικ. Πική όπως ήταν τότε και την Lexicon Shipping Company Ltd v. Remondowa Gdansk Shiprepair Yard
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1666 (απόφαση Δικ. Νικήτα, όπως ήταν τότε). Η Δ.5 θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα εξής: " In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in he case of any company no formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall be deemed good service unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or number of persons, corporate, or unincorporated, the service of the copy of a writ may be effected accordingly.¨ Σε ελεύθερη μετάφραση: ¨Στην απουσία θεσπισμένης πρόνοιας που να ρυθμίζει επίδοση σε νομικό πρόσωπο, επίδοση πιστού αντιγράφου κλητηρίου εντάλματος ή άλλου εγγράφου στον πρόεδρο ή άλλο ανώτερο υπάλληλο ή στον ταμία ή γραμματέα τέτοιου νομικού προσώπου, ή αν αφεθεί αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στα γραφεία του νομικού προσώπου θα θεωρείται καλή επίδοση, και στη περίπτωση εταιρείας που δεν έχει συσταθεί στη Κύπρο, το αντίγραφο μπορεί να αφεθεί στο μέρος όπου διεξάγονται εργασίες του στη Κύπρο ή αν δεν υπάρχει τέτοιο μέρος σε οιονδήποτε πρόσωπο στη Κύπρο που εμφανίζεται σαν εξουσιοδοτημένο να διεκπεραιώνει εργασίες για την Εταιρεία στην Κύπρο μια τέτοια επίδοση του αντιγράφου θα θεωρείται καλή επίδοση εκτός αν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής διατάξει διαφορετικά. Όπου σε οποιονδήποτε νόμο γίνεται πρόνοια για την επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή άλλης κλήσης σε νομικό πρόσωπο ή σωματείο ή οιονδήποτε οργανισμό ή αριθμό προσώπων εγγεγραμμένων ή μη, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος θα γίνεται σύμφωνα με αυτή τη διάταξη¨. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michailides (Estates) Ltd
(2002)1 (A) A.A.Δ. 43 όπου το κλητήριο ένταλμα αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς υπογραφή παραλαβής η επίδοση θεωρήθηκε κακή και ακυρώθηκε. Λέχθηκε ότι: ¨Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο.¨ Στην υπόθεση Sekavin (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα οι προϋφιστάμενοι του Συντάγματος, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνάδουν με το Άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος και την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος που κατοχυρώνουν. Στην υπόθεση J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1151, η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας με υπογραφή προσώπου το οποίο βρισκόταν εκεί. Η επίδοση θεωρήθηκε νομότυπη. Στην υπόθεση I.P.M. Industries Co Ltd κ.ά. v. Ο.Χ.Τ.Κ. Λτδ
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1319 επίδοση σε Γραμματέα Εταιρείας θεωρήθηκε νόμιμη. Το γεγονός ότι ο Γραμματέας ήταν μια υπερήλικη με προβλήματα υγείας και ότι τοποθέτησε τα έγγραφα επίδοσης σε ένα συρτάρι και ξέχασε να τα παραδώσει στους Εφεσείοντες δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της επίδοσης. Στην υπόθεση αυτή δεν διευκρινίζεται κατά πόσο η επίδοση είχε γίνει στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας. Οι εταιρείες είναι νομικά πρόσωπα με νομική προσωπικότητα χωρίς όμως φυσική υπόσταση, γι΄αυτό και τα Δικαστήρια έχουν αναπτύξει την ιδέα ότι κάποιοι ανώτεροι αξιωματούχοι τους θεωρούνται ότι είναι το ¨μυαλό¨(mind) και ο ιθύνων νους μιας εταιρείας. Όπως εύστοχα τέθηκε από τον Denning LJ στην HL Bolton (Engineering) Co Ltd v. TJ Graham & Sons Ltd
(1957)1 Q.B. 159 στη σελ. 172: " A company may in many ways be likened to a human body. It has a brain and a nerve centre which controls what it does. It also has hands which hold the tools and act in accordance with directions from the centre. Some of the people in the company are mere servants and agents who are nothing more than hands to do the directors and managers who represent the directing mind and will of the company and control what it does. The state of mind of these managers is the state of mind of the company and is treated by the law as such." Στην υπόθεση Tesco Supermarkets Ltd v. Nattrars
(1971)2 All E.R. 127 αναφέρθηκε ότι το βασικό κριτήριο για εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα είναι η απόδειξη του γεγονότος ότι ο εν λόγω αξιωματούχος αντιπροσώπευε αυτό που πιο πάνω αποκαλείται ως το ¨μυαλό¨ ή ¨ιθύνων νους¨ και όχι τα ¨χέρια¨ της Εταιρείας. Στη παρούσα υπόθεση ο ισχυρισμός της Καθ΄ής η αίτηση είναι ότι επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στον Διευθυντή και Γραμματέα της εταιρείας που εκτελούσε χρέη Γραμματέα της εναγομένης εταιρείας, στον κ. Γιαννάκη Παναγή. Προς τούτο ο αρμόδιος ιδιώτης επιδότης ο κ. Σοφοκλής Μενελάου κατέθεσε σχετική ένορκο δήλωση με την οποία επιμένει ότι επέδωσε σε αυτόν προσωπικά με την ιδιότητα του βέβαια ως Γραμματέα της εταιρείας η οποία εκτελούσε χρέη Γραμματέα της εναγόμενης, πράγμα μάλιστα που είχαν συζητήσει μεταξύ τους κατά τη διαδικασία της επίδοσης. Από την άλλη ο κ. Γιαννάκης Παναγή σε δική του ένορκο δήλωση δηλώνει ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα και οπωσδήποτε δεν θυμάται να έγινε κάτι τέτοιο και δεν θυμάται εάν υπέγραψε ότι παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα αν και η υπογραφή που φαίνεται επί του αντιγράφου του κλητηρίου που επιδόθηκε μοιάζει με τη δική του, το σίγουρο όμως είναι ότι δεν ενημέρωσε σχετικά τους διευθυντές της εναγομένης. Ο κ. Γιαννάκης Παναγή όπως και ο κ. Σοφοκλής Μενελάου δεν αντεξετάσθηκαν για τους διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να υπεισέλθω στην εξέταση, όπως ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης, της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και εάν ήταν ικανοποιητικά τα στοιχεία για τη νομότυπη επίδοση που παρουσιάστηκαν. Μια τέτοια ενασχόληση μου με αυτό το ζήτημα πιστεύω ότι δεν αρμόζει εφόσον καλούμαι ουσιαστικά να αναλάβω εξουσίες Εφετείου, πράγμα ανεπίτρεπτο κατά το δικαιϊκό μας σύστημα. Υπάρχει όμως καινούργιο στοιχείο στα γεγονότα, το γεγονός ότι ο κ. Γιαννάκης Παναγή, όπως ενόρκως δηλώνει, δεν ενημέρωσε εν πάση περιπτώσει σχετικά με την επίδοση του κλητηρίου τους διευθυντές της εναγομένης. Επομένως αυτό το στοιχείο ως καινούργιο μπορεί να ληφθεί υπόψη και να εξετασθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για παραμερισμό ή ακύρωση της απόφασης εφόσον η γνώση του εναγομένου για την ύπαρξη εναντίον του δικαστικής διαδικασίας είναι ουσιώδης παράγοντας. Πέραν του τι λέγεται στη πιο πάνω ένορκο δήλωση διάφορα άλλα γεγονότα αποδεικνύουν πράγματι την άγνοια της εναγομένης για την καταχώρηση της αγωγής και όσων επακολούθησαν μέχρι και την έκδοση της αποφάσεως. Αυτά γίνονται φανερά από την αλληλογραφία ή επαφές που ακολούθησαν την εν λόγω κατ΄ ισχυρισμό επίδοση και στα οποία θα κάμω αναφορά σε άλλο σημείο της απόφασης μου. Επομένως δεν έχει αποδειχθεί η γνώση των διευθυντών της εναγομένης για την καταχώρηση της αγωγής που αφορούσε την εναγομένη και επηρέαζε τόσο δυσμενώς τα συμφέροντα της. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν ικανοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη νομότυπη επίδοση αφού η εναγομένη εταιρεία δεν έλαβε τελικά γνώση της διαδικασίας που είχε ξεκινήσει εναντίον της. Κρίνω ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική. Ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης μου επί αυτού του ουσιώδους ισχυρισμού θα προχωρήσω στη συνέχεια και θα εξετάσω και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις. Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος είναι σχετικός με το αίτημα και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨ Were judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε μετάφραση: ¨Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι¨. Η νομολογία μας έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,
(1937)2 All E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1342). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 736 όπου ο Δικ. Κούρρης (απόφαση πλειοψηφίας) συνόψισε το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας) ο Δικ. Χρυσοστομής καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα εξής: ¨Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης¨. Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 λέχθηκαν τα εξής: ¨Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και την ένσταση όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των προϋποθέσεων που απαιτούνται όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί από την νομολογία μας. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ: Στην Πεγειώτης v. Κωμοδρόμου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1601 αποφασίστηκε ότι ο χρόνος 3 μηνών και κάτι από την επίδοση μέχρι την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού δεν ήταν τόσο μακρύς που να υποδηλώνει αφ΄ εαυτού καταφρόνηση της διαδικασίας. Σε αυτής της φύσης τα αιτήματα θα πρέπει να εξετασθεί ο παράγοντας του χρόνου σε συνάρτηση με κάποια γεγονότα όπως είναι αυτό της καταχώρησης της αγωγής που εν προκειμένω έγινε στις 29.11.2007, της κατ΄ισχυρισμό επίδοσης της που έγινε στις 3.12.2007, της έκδοσης της απόφασης στις 5.02.2008, της καταχώρησης της αίτησης για παραμερισμό στις 20.03.2008 και τέλος πότε έλαβε γνώση η εναγομένη για την ύπαρξη αυτής της αγωγής. Το ζήτημα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Έτσι στη νομολογία μας συναντάμε περιπτώσεις όπου έγινε αποδοχή ως δικαιολογημένη, καθυστέρηση πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από αυτήν της παρούσας υπόθεσης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απορρίφθηκαν αιτήματα λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης που το χρονικό διάστημα ήταν μικρότερο. Εξετάζοντας τη συνολική περίοδο που μεσολάβησε από της καταχώρησης της αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης που ήταν 2 μήνες και 7 ημέρες και 1 ½ σχεδόν μήνας μέχρι την υποβολή της παρούσας αίτησης δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι ο χρόνος είναι υπερβολικός. Ούτε μπορεί να στοιχειοθετηθεί περιφρονητική και ασυγχώρητη διαγωγή της αιτήτριας αφού αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν τα όσα είχαν συμβεί και χωρίς να αδρανήσουν καθόλου μάλιστα και οι δύο διευθυντές της αν και ευρισκόμενοι στο εξωτερικό όπου μόνιμα διαμένουν ήρθαν στην Κύπρο φανερώνει από την μια το ενδιαφέρον τους αλλά και από την άλλη ότι έδρασαν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία που πληροφορήθηκαν για τα τεκτενόμενα και έδωσαν σχετικές οδηγίες στους δικηγόρους τους για να προβούν στο παρόν διαδικαστικό διάβημα όπως και έγινε σε ελάχιστο χρόνο. Γι΄ αυτούς τους λόγους κρίνω ότι η εναγόμενη - αιτήτρια δεν κωλύεται συνεπεία αυτής της προϋπόθεσης να ζητά τη θεραπεία σύμφωνα με την αίτηση της, τον παραμερισμό δηλαδή της δικαστικής απόφασης. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΙΜΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Στην Χρυσάνθου v. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: ¨Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.¨ Το ζήτημα θα εξεταστεί σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα που εν προκειμένω είναι αυτοί της έκθεσης απαιτήσεως στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αλλά και στην παρούσα αίτηση και στην ειδοποίηση ένστασης και τις ενόρκους δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Είναι φανερό και δεν αμφισβητείται ότι η διάσταση στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις επήλθε όταν η εναγομένη θα έπρεπε να καταβάλει και το τελευταίο ποσό που όφειλε προς εξόφληση ολόκληρου του τιμήματος για την αγορά της έπαυλης. Έγινε πολύς λόγος κατά τις αγορεύσεις εκ μέρους του συνηγόρου της ενάγουσας σε παραπομπή σε διατάξεις της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Χωρίς να αποφαίνομαι οριστικά επί αυτού του σημείου θα δεχθώ τη θέση της αιτήτριας ότι κατέβαλε κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην ένορκο δήλωση το ποσό των Λ.Κ.377,000= και παρέμεινε ένα υπόλοιπο της τάξης ων Λ.Κ.23,000=. Στην ένορκο δήλωση της καθ΄ής η αίτηση αν και αρνείται ότι πληρώθηκε το πιο πάνω ποσό δεν αποκαλύπτει από την άλλη πιο είναι τελικά το ποσό που δέχεται ότι της καταβλήθηκε ή ότι έστω της οφείλεται ακόμα. Εν πάση περιπτώσει το ποσό των Λ.Κ.23,000= ως υπόλοιπο προκύπτει και από την επιστολή των ίδιων των δικηγόρων της ενάγουσας προς τους διευθυντές της εναγομένης με ημερομηνία 3.09.2007 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκ. Ε στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Το κατά πόσο θα μπορούσε ή όχι να κατακρατήσει η αιτήτρια αυτό το ποσό για να διασφαλίσει τη δυνατότητα εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων με την αποπεράτωση εργασιών και που κατά την άποψη της θα έπρεπε να είχαν γίνει είτε με βάση την αρχική είτε με βάση τυχόν μεταγενέστερη τους συμφωνία είναι ζήτημα είτε ερμηνείας της συμφωνίας. Σημασία έχει ότι καταβλήθηκε όπως είναι ο ισχυρισμός της στην ενάγουσα, εντός των συμφωνηθέντων χρονικών πλαισίων, ένα καθόλου ευκολοκαταφρόνητο ποσό της τάξης του 94% επί του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος. Για το ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας, εάν έγινε και υπό ποιες συνθήκες, εάν έλαβαν γνώση αυτού οι διευθυντές της εναγομένης και τι επακολούθησε και πάλι υπάρχουν διιστάμενοι ισχυρισμοί οι οποίοι στα περιορισμένα πλαίσια της αξιολόγησης τους σε αυτό το στάδιο δεν θα ήταν πρέπον να αποφασιστεί από τώρα και σε αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο δεν προχωρά σε αξιολόγηση και σε εξαγωγή ευρημάτων και ούτε επιτρέπεται να υπεισέλθει σε εξέταση ζητημάτων που άπτονται της ουσίας της διαφοράς, αφού αυτά θα είναι από τα βασικά ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Χρυσάνθου v. Mariala Constructions Ltd
(1996)1 A.A.Δ. σελ. 1129). Θα κάμω μια ενδεικτική αναφορά του εύρους αυτών των αντιτιθέμενων ισχυρισμών όπως προβάλλονται στις αντίστοιχες πολυσέλιδες ενόρκους δηλώσεις και στα πολλά τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί σε αυτές για να καταδειχθεί η πιο πάνω άποψη μου περί του πρόωρου της εξέτασης τους σε βάθος πλην της εκ πρώτης όψεως αντίκριση τους για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων που απαιτούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: (α) Από την αλληλογραφία που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αλλά και από τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση του διευθυντού της ενάγουσας προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι προέκυψε κάποια διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων στην συμφωνία αγοραπωλησίας της έπαυλης η οποία στάθηκε και η αφορμή για τη μη καταβολή ολόκληρου του συμφωνηθέντος τιμήματος. (β) θέματα όπως τα περί τερματισμού της συμφωνίας, του κατά πόσον υπήρξε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία ή έγιναν οποιεσδήποτε παραστάσεις ή επιδείχθηκε οποιαδήποτε συμπεριφορά που δημιουργούν κώλυμα σε οποιαδήποτε πλευρά, άπτονται όπως ανέφερα και πιο πάνω σε ζητήματα ερμηνείας της αρχικής συμφωνίας των μερών ή οποιασδήποτε μεταγενέστερης τα οποία όμως δεν είναι του παρόντος να εξετασθούν σε βάθος. Οι θέσεις δε που αναπτύχθηκαν σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία σε μαρτυρία που δόθηκε από τον David Roger (Τεκ. Η) της ενόρκου δηλώσεως του εκτελεστικού προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου της ενάγουσας σε αποσπάσματα της οποία με παρέπεμψε ο κ. Κλαϊδης για να καταδειχθούν αντιφάσεις, κατά την άποψη μου, δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία. Από την άλλη, οι παραδοχές του δεν συγκρούονται με τις θέσεις που η εναγόμενη έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης , εφόσον η ερμηνεία που τους δόθηκε μπορεί να αποδοθεί στην προσωπική αντίληψη του ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας όπως π.χ. η γνώση ή όχι του συγκεκριμένου μάρτυρα για τα ακριβή ποσά που καταβλήθηκαν έναντι του τιμήματος που σε σχετικές ερωτήσεις δεν είπε κάτι το διαφορετικό από όσα υποστήριξε και στην ένορκο του δήλωση, ή η παραδοχή του για την ύπαρξη κάποιων συγκεκριμένων όρων στη σύμβαση και πάλιν δεν συγκρούεται με τις θέσεις της εναγομένης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η υπόθεση περιβάλλεται από πολλά και περίπλοκα γεγονότα για τα οποία κάθε πλευρά έχει την δική της εκδοχή, διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους. Πολλά από αυτά τα ζητήματα θα εξαρτηθούν από την αξιοπιστία μαρτύρων που θα παρουσιάσει η κάθε πλευρά. Έχοντας λοιπόν υπόψη την κατάληξη μου σε σχέση με τους πιο πάνω παράγοντες και συνοψίζοντας θεωρώ ότι η εναγομένη - αιτήτρια έχει δικαιολογήσει επαρκώς παρέχοντας ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη της να καταχωρήσει εμφάνιση και στη συνέχεια υπεράσπιση. Έδρασε αμέσως μόλις έγινε αντιληπτό από αυτή τι είχε συμβεί και ο χρόνος που διέρρευσε από της έκδοσης της απόφασης και της πληροφόρησης της δεν θα μπορούσε, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, να χαρακτηριστεί μεγάλος και τέλος έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται ότι διαθέτει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και βάσιμη υπεράσπιση γι΄αυτό και θα πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει τις δικές της θέσεις. Ως εκ τούτου η απόφαση που εκδόθηκε στις 5.2.2008 παραμερίζεται και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα. Δεν έχω λόγους να διαφοροποιηθώ ως προς την διαταγή για τα έξοδα από την γενική αρχή ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα (βλ. Χαψή κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1403). Όπως φάνηκε από τα πιο πάνω η ενάγουσα προχώρησε σε καταχώρηση της αγωγής και ενόσω βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την εναγομένη για την διευθέτηση της διαφοράς που είχε προκύψει και ενώ συνέχιζε να διαπραγματεύεται μαζί της ήγειρε εναντίον της αγωγή και παρόλο ότι η συζήτηση τους συνεχιζόταν προχώρησε στην έκδοση της επίδικης απόφασης. Επομένως καταλήγω ότι τα έξοδα της αίτησης θα πρέπει να είναι υπέρ της εναγομένης - αιτήτριας και εναντίον της ενάγουσας - καθ΄ής η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι δεν έχει καταχωρηθεί εμφάνιση. Δίδονται προς τούτο οδηγίες όπως καταχωρηθεί εμφάνιση εντός 10 ημερών και κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ............................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.