← Κύπρος

UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ, Αρ. Αγωγής: 4923/08, 12 Ιανουαρίου, 2009

UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ, Αρ. Αγωγής: 4923/08, 12 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4923/08 Μεταξύ: UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD Εναγόντων και ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ Εναγομένου ............. Αίτηση ημερομηνίας 23.9.2008 για Απόφαση λόγω Παράλειψης Καταχωρίσεως Εμφάνισης Ημερ.: 12 Ιανουαρίου, 2009 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: ο κ. Κωνσταντινίδης Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους, οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον του Εναγομένου ποσό € 3.357,99 ως υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας, πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 11.25% ετήσια από 1.9.2008 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων ή/και ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως, οι Ενάγοντες διεξάγουν τραπεζικές εργασίες και, υπό την ιδιότητα τους αυτή, χορήγησαν στον Εναγόμενο πιστωτική κάρτα για όριο Λ.Κ.500,00. Κατά ή περί την 19.12.2007 η εν λόγω κάρτα παρουσίαζε υπόλοιπο οφειλόμενο στους Ενάγοντες ποσό Λ.Κ.6.366,65 πλέον τόκους. Οι Ενάγοντες καθόρισαν το ποσοστό επιτοκίου στο 11.50% και ακύρωσαν την κάρτα. Κατά ή περί την 31.8.2008 η πιο πάνω κάρτα παρουσίαζε υπόλοιπο € 3.357,99 πλέον τόκο προς 11.25%. Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στον Εναγόμενο και, αφού αυτός δεν προχώρησε στην καταχώρηση Σημειώματος Εμφανίσεως, με την υπό εξέταση αίτηση, οι Ενάγοντες αξιούν από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση επί του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.Θ. 2, 3 και Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 8

(1)(s). Προς απόδειξη της απαίτησης, επισυνάπτεται στην αίτηση Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει η κα Ανδρούλλα Σολωμού, υπάλληλος των Εναγόντων. Στην Ένορκη της Δήλωση αυτή η κα Σολωμού αναφέρει ότι η απαίτηση των Εναγόντων είναι ορθή, δίκαιη και αληθινή, και υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως. Επισυνάπτει στην Δήλωση αυτή όλα τα σχετικά έγγραφα, και αναφέρει περαιτέρω ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε στους Ενάγοντες κανένα ποσό. Κατά την 7.10.2008, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπό εξέταση αίτηση για πρώτη φορά, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες ζήτησε όπως αγορεύσει ως προς το βάσιμο της αξίωσης των Εναγόντων για επιδίκαση τόκων προς 11.25%, αντί του επιτοκίου που αναφέρεται στην μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία. Κατά την εμπεριστατωμένη του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι αρκεί απλά το γεγονός ότι η σύμβαση περιείχε την συγκεκριμένη πρόνοια για τόκο, και δεν απαιτείται η απόδειξη αυτού ως ζημιά. Ήταν η θέση του ότι η Ενάγουσα έχει συμβατικό δικαίωμα να μεταβάλλει το επιτόκιο και υποχρέωση να ενημερώνει τον κάτοχο της κάρτας. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι το Δικαστήριο δεν γίνεται να εγείρει από μόνο του θέσεις που θα έπρεπε να είχαν προωθηθεί με υπεράσπιση. Ήταν η θέση του κ. Κωνσταντινίδη ότι, ενώ ρήτρα στην σύμβαση για καταβολή αυξημένου τόκου σε ορισμένες περιπτώσεις δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα, εν' τούτοις στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως τέτοια. Ούτε και μπορεί να τύχει εφαρμογής ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996. Τις πιο πάνω εισηγήσεις του υποστήριξε με εκτεταμένη αναφορά σε αυθεντίες. Αρχικά αναφέρω ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Κωνσταντινίδη ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να εγείρει ζητήματα σε περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος δεν καταχωρεί Σημείωμα Εμφάνισης. Ακόμα και όπου ο Εναγόμενος παραλείπει να εμφανιστεί, η απόφαση δεν εκδίδεται αυτόματα, αλλά ο Ενάγοντας διατηρεί την υποχρέωση να αποδείξει το βάσιμο της απαίτησης του. Στα πλαίσια αυτά, όπου υπάρχει προβληματισμός του Δικαστηρίου, επιβάλλεται όπως δοθεί το δικαίωμα στον Ενάγοντα να ακουστεί επί της αιτήσεως του. Το δε δικαίωμα του Δικαστηρίου να απορρίπτει ακόμη αιτήσεις για απόφαση όπου η απαίτηση δεν έχει αποδειχθεί, έχει αναγνωριστεί Νομολογιακά (βλ. Γεωργία Αθανασίου ν. Νίκος Τούλουπου,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 31). Επίσης σημειώνω ότι οι αναφορές του ευπαιδεύτου συνηγόρου στην αγόρευση του ότι «η αύξηση ενός επιτοκίου κατά 2.25% μονάδες σε πιστωτική κάρτα και λογαριασμό, ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα παραμένει ανεξόφλητος με αποτέλεσμα η τράπεζα ως η συνήθης πρακτική της να χρειάζεται να προβεί σε δάνειο από άλλη τράπεζα για να καλύψει το κακό χρέος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παράλογη ή άδικη προς τον καταναλωτή παρά μόνο λογική ως η συνήθη πρακτική όλων των τραπεζών σε τέτοιου είδους συναλλαγές» δεν είναι δικογραφημένες και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου, και άρα δεν μπορούν να εξεταστούν. Από τα επισυνημμένα στην Ένορκη Δήλωση της κας Σολωμού έγγραφα, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες προέβησαν στην σύναψη Συμφωνίας με τον Εναγόμενο ημερομηνίας 17.12.
  1. Όπως φαίνεται από ανάγνωση της εν λόγω Συμφωνίας, αυτή αφορούσε στην παραχώρηση στον Εναγόμενο πιστωτικών διευκολύνσεων. Όπως αναφέρεται στην υποπαράγραφο υπό τον τίτλο «Όροι παροχής Τραπεζικών Διευκολύνσεων» σε περίπτωση όπου οι Ενάγοντες συμφωνήσουν, αφού μελετήσουν την αίτηση του Εναγομένου, να παρέχουν σε αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις, η όποια παροχή θα υπόκειται στους όρους που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο ΑΣ
  2. Επιβάλλεται, συνεπώς, η εξέταση των όρων αυτών. Η παράγραφος 2 της Συμφωνίας αναφέρει τα ακόλουθα: «Τα παραπάνω δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις θα χρεώνονται σύμφωνα με την ακόλουθη, κάθε φορά, τακτική της Τράπεζας: (α) Με τόκο προς το εκάστοτε επιτόκιο είτε αυτό είναι σταθερό ή κυμαινόμενο, εντός των πλαισιών της εκάστοτε νομοθεσίας, πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα με την εφαρμογή της τακτικής που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα, όσον αφορά την αξία (value date) των αναλήψεων και καταθέσεων σε μετρητά και επιταγές. Για τον υπολογισμό του τόκου θα υπολογίζονται οι μήνες για όσες μέρες έχει ο καθένας από αυτούς, αλλά για την εύρεση του τόκου θα παίρνεται ως διαιρετής το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. (β) Με προμήθεια που υπολογίζεται σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα και κοινοποιείται στους πελάτες. (γ) Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) που υπολογίζονται σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα και κοινοποιούνται στους πελάτες. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα εντός της εκάστοτε νομοθεσίας. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή το αποφασίσει, να τροποποιήσει, ύστερα από ή χωρίς γραπτή ειδοποίηση προς τον πελάτη, το παραπάνω ποσοστό επιτοκίου, είτε αυτό είναι σταθερό είτε κυμαινόμενο, εντός της εκάστοτε νομοθεσίας που βρίσκεται σε ισχύ, και το ποσοστό προμήθειας και τα Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα. Εννοείται ότι σε περίπτωση ειδοποίησης, η τροποποίηση αυτή θα έχει ισχύ είτε από την ημερομηνία της αποστολής της ειδοποίησης αυτής είτε ανάρτησης της σε πινακίδα της Τράπεζας, είτε δημοσίευσης στον τύπο, είτε από την μεταγενέστερη ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ειδοποίηση αυτή». Η παράγραφος 18 (i) αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο τόκος θα χρεώνεται πάνω σε ημερήσια βάση με ποσοστό 9% (εννέα τοις εκατό) το χρόνο ή οποιοδήποτε άλλο ποσοστό που θα καθορίσει η Τράπεζα από καιρού εις καιρόν, το οποίο μπορεί να είναι σταθερό ή κυμαινόμενο, ή οποιοδήποτε άλλο ποσοστό που θα ισχύει σύμφωνα με το νόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο, πάνω σε ημερήσια υπόλοιπα της κατάστασης λογαριασμού». Με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο Ν. 160
(1)/1999 καταργήθηκε ο περί Τόκου Νόμος 1977. Στην παράγραφο 6 (β) του Νόμου 160
(1)/99 αναφέρεται ότι, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου, δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου. Η πρόνοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται και σε συνάρτηση με το άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο, αφού διασφαλίζει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, αναφέρει τα ακόλουθα: «Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν». Η ερμηνεία σύμβασης, ως έχει νομολογηθεί, είναι θέμα νομικό και, ως τέτοιο, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου (βλ. Στέλιος Θεοδούλου ν. ΑΣΠΙΣ Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλίστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ. 1551, Saab and Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 CLR 499, Georghiades v. Georghiades
(1988)1 CLR 428, Ανδρέας Κώστα Λάμπρου ν. Γεώργιου Μιχαήλ Παράσχου και άλλων,
(1993)1 Α.Α.Δ. 397, Χριστάκης Αλεξάνδρου ν. Κυριακής Κωμοδρόμου και άλλου,
(1997)1 Α.Α.Δ. 576). Τα Δικαστήρια, κατά την ερμηνεία σύμβασης, θα πρέπει, εκεί όπου τούτο είναι δυνατόν, να φροντίζουν να την διασώζουν, και όχι να την κυρήττουν άκυρη, εκτός αν η κατάληξη αυτή είναι αναπόφευκτη εν' όψει της αοριστίας και/ή ασάφειας που υπάρχει (βλ. Al ittihad al Watani (l'union Nationale Societe Generale) D' Assurance Du Proche - Opiant S.A.L. κ.α. ν. Χρίστου Παπαδόπουλου,
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924). Όπου υπάρχει ασάφεια, υπεισέρχεται η ερμηνευτική αρχή verba fortius acciptur contra preferentem. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Χριστίνα Γλυκή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1639, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Μόνο όταν υπάρχει ασάφεια υπεισέρχεται η ερμηνευτική αρχή verba fortius accipitur contra preferentem. Η αρχή αυτή που εκτίθεται στον MacGillivray on Insurance Law, 2η ΄Εκδοση, σελ.1029 και η οποία υιοθετήθηκε από τη νομολογία μας στην υπόθεση Xenopoulos v. Thomas Nelson, ανωτέρω, αναφέρει ότι όπου υπάρχει ασάφεια στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε σε ένα ασφαλιστήριο, η ασφαλιστική σύμβαση θα ερμηνεύεται εντονότερα εναντίον του συμβαλλομένου μέρους που συνέταξε τη σύμβαση, δηλαδή στην πλειοψηφία των περιπτώσεων εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας. Το σκεπτικό της απόφασης είναι ότι δεν μπορεί να επιτραπεί σ΄ένα συμβαλλόμενο μέρος που συντάσσει ένα έγγραφο, να χρησιμοποιεί αόριστες λέξεις, με την ελπίδα ότι η άλλη πλευρά θα τις αντιληφθεί με συγκεκριμένο τρόπο και ότι το Δικαστήριο που θα έχει τελικά το καθήκον της ερμηνείας της σύβασης θα τους δώσει μία διαφορετική έννοια. ΄Ετσι όπου η διατύπωση είναι ασαφής θα πρέπει να ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο που ένας επιμελής και εύλογος άνθρωπος στην άλλη πλευρά, δηλαδή στην πλευρά του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η ασφαλιστική κάλυψη, θα την αντιλαμβανόταν. Ο κανόνας αυτός όμως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για να δημιουργεί ασάφεια εκεί που δεν υπάρχει (βλέπε MacGillivray & Parkington on Insurance Law, 6η ΄Εκδοση, σελ. 494, παραγρ. 1175)». (βλ. επίσης GE. MI Developments Ltd v. Λουκίας Γιάννη Αδάμου (Μ. Παντελή),
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 95). Παραπέμπω συναφώς στις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν. 93
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 69
(1)/99, και το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο πωλητής ή ο προμηθευτής οφείλει να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στις παραγράφους της επίδικης Συμφωνίας που παρατέθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι, οι εν λόγω πρόνοιες, είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, ασαφείς και αόριστες. Συγκεκριμένα, όροι όπως «είτε αυτό είναι σταθερό ή κυμαινόμενο», «με εφαρμογή τακτικής που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα», ή το ότι «ή Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή το αποφασίσει, να τροποποιήσει το επιτόκιο σύμφωνα με τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα», καθώς και η όλη γενικότητα της διατύπωσης των παραγράφων αυτών, αλλά και του γεγονότος ότι οι ίδιοι όροι αναφέρονται σε πιστωτικές κάρτες (credit card), σε χρεωστικές κάρτες από τον τρεχούμενο λογαριασμό του πελάτη (Debit Card) και σε πιστωτικές με χαριστική περίοδο (Charge Card) όπως φαίνεται ενδεικτικά από την παράγραφο 15 της Συμφωνίας, δεν επιτρέπουν την σαφή κατανόηση από τον Χρεώστη, αλλά ούτε και είναι δυνατόν να δοθεί σε αυτές σαφής ερμηνεία από το Δικαστήριο. Ενδεικτικό της ασάφειας αυτής είναι και το γεγονός ότι μέχρι και το από ποία ημερομηνία θα ισχύσει η όποια τροποποίηση επιτοκίου, δεν καθορίζεται ευκρινώς, αφού αναφέρονται τα ακόλουθα: «.είτε από την ημερομηνία της αποστολής της ειδοποίησης αυτής είτε ανάρτησης της σε πινακίδα της Τράπεζας, είτε δημοσίευσης στον τύπο, είτε από την μεταγενέστερη ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ειδοποίηση αυτή». Τούτων δεδομένων, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί ισχύ στην πρόνοια περί μεταβολής του επιτοκίου, όπως αυτή περιέχεται στην παράγραφο 2 της Συμφωνίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος έκανε αναφορά στην αγόρευση του σε επιβολή τόκου υπερημερίας. Παρατηρώ, όμως, από ανάγνωση της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόβλεψη για επιβολή τόκου υπερημερίας. Υπάρχουν απλά πρόνοιες περί μεταβολής του επιτοκίου επί του εκάστοτε υπολοίπου, χωρίς μάλιστα αυτές να συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με την παράβαση του Εναγόμενου να πληρώσει. Τούτου δεδομένου, δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα εξέτασης του κατά πόσο οι πρόνοιες της συγκεκριμένης συμφωνίας αποτελούν ή όχι ποινικές ρήτρες, αφού δεν υπάρχει συμβατική σύνδεση της αύξησης του επιτοκίου με την παράβαση, ανεξαρτήτως αν η αύξηση αυτή όντως έλαβε χώρα με την παράβαση, πράγμα που θα τύχει εξέτασης πιο κάτω. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, σε περίπτωση παράβασης της συμβάσεως, ο ζημιουμένος από την παράβαση αυτή, δικαιούται στην επιδίκαση αποζημιώσεων για την ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία της παράβασης, η οποία προέκυψε φυσικά από την παράβαση κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή την οποία, οι συμβαλλόμενοι, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης γνώριζαν ως ενδεχόμενη συνέπεια της παραβάσεως της. Η γενική αρχή, είναι ότι οι αποζημιώσεις αποβλέπουν στην αποκατάσταση του αθώου μέρους στην θέση που αυτό θα βρισκόταν αν δεν λάμβανε χώρα η διάρρηξη της σύμβασης. Όπως αναφέρθηκε στην Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, κατά κανόνα, αυτό επιτυγχάνεται με την επιδίκαση εκείνων των αποζημιώσεων που, κατά λογική πρόβλεψη κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της. Το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί (βλ. George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199, Johnson v. Agnew
(1979)1 All E.R. 883, Saab and another v. The Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Σημειώνω περαιτέρω τα ακόλουθα: Με το Τεκμήριο ΑΣ2 οι Ενάγοντες πληροφορούν τον Εναγόμενο ότι, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνιών, ο λογαριασμός του βρίσκεται σε υπέρβαση. Όπως αναφέρουν, ένεκα της παράβασης αυτής το επιτόκιο αναφορικά με την Τραπεζική κάρτα θα μεταβληθεί μετά την πάροδο 21 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής (19.12.2007) χωρίς οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση σε 11.50%, εκτός αν ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για επανόρθωση της παράβασης πριν την λήξη της προθεσμίας, οπότε και η αύξηση του επιτοκίου δεν θα εφαρμοστεί. Την 17.1.2008 απεστάλη στον Εναγόμενο νέα επιστολή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Παρακαλούμε σημειώστε, επίσης, ότι, το χρεωστικό επιτόκιο στο πιο πάνω υπόλοιπο σας, αυξήθηκε ήδη από 17/01/2008 στο ανώτατο επιτρεπόμενο με βάση τις σημερινές ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή Τραπεζική πρακτική, το οποίο, ανέρχεται σε 11%. Με την ευκαιρία αυτή παρακαλούμε όπως τερματίσετε την συνήθεια πληρωμών σας με τη χρήση της Τραπεζικής Κάρτας εφ'οσον το όριο σας έχει ακυρωθεί. Επομένως, παρακαλούμε όπως την παραδώσετε στα γραφεία μας για την τάξη». Από το Τεκμήριο ΑΣ3 αυτό, προκύπτει ότι η αναφορά στην επιστολή Τεκμήριο ΑΣ 2 σε μελλοντική, υπό κάποιες περιστάσεις, αύξηση επιτοκίου σε 11.50% δεν έλαβε χώρα, αφού το αυξημένο αυτό επιτόκιο, εάν επιβάλλετο όντως, θα έπρεπε να είχε επιβληθεί από 9.1.2008 (21 μέρες μετά την 19.12.2007). Το γεγονός ότι στην επιστολή Τεκμήριο ΑΣ 3 αναφέρεται ότι το επιτόκιο έχει «αυξηθεί» από 17.1.2008 σε 11% καταδεικνύει ότι η αύξηση σε 11.50% από 9.1.2008 δεν έγινε. Άρα, και η όποια μείωση του επιτοκίου κατά 0.25 της εκατοστιαίας μονάδας σύμφωνα με το Τεκμήριο ΑΣ 6 μόνο το επιτόκιο των 11% θα μπορούσε να είχε επηρεάσει, και όχι το 11.50%. Συνεπώς, η αξίωση για 11.25% δεν είναι ξεκάθαρο από πού προκύπτει, αφού μετά την αναφορά σε αύξηση επιτοκίου σε 11.50% ακολούθησε αναφορά των Εναγόντων για αύξηση σε 11%. Παρατηρώ, όμως, ειδικότερα, ότι με την ίδια επιστολή Τεκμήριο ΑΣ 3 οι Ενάγοντες αυξάνουν το επιτόκιο σε 11%, αλλά και τερματίζουν την μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία, αφού αναφέρονται σε ακύρωση του ορίου, και τερματισμό των πληρωμών. Με τον τερματισμό αυτό της σύμβασης, οι Ενάγοντες απέκτησαν δικαίωμα αποζημιώσεων. Προέχει, συνεπώς η εξέταση του ποίες είναι οι αποζημιώσεις στις οποίες δικαιούνται οι Ενάγοντες. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η νομολογία σε σχέση με ενοικιαγορές δεν εφαρμόζεται σε θέματα παροχής δανείων και άλλων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων καθ' ότι αφορούν ανόμοια πράγματα. Εκείνο που έχει διατυπωθεί στις αποφάσεις Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Νίκου Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 246, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χριστάκη Παντελή
(2004)1 Α.Α.Δ. 854 και Ελισάβετ Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530, είναι η αρχή ότι με τον τερματισμό της συμφωνίας ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα σε αποζημιώσεως για όση ζημιά υφίσταται, αρχή η οποία τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις περιπτώσεις τερματισμού συμφωνίας. Σημειώνω, ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν είναι αυτόματη, αλλά ο Ενάγοντας έχει την υποχρέωση να αποδείξει στο Δικαστήριο την ζημιά την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη (βλ. Νιόβη Παπαϊωάννου ν. Σάββας Κωνσταντίνου, Πολ. Εφ. 12112, ημερ. 5.11.2008). Δεν δικαιούται σε επιδίκαση αποζημίωσης για ζημιά η οποία δεν έχει αποδειχθεί με αποδεχτή μαρτυρία. Περαιτέρω, δεν έχει καταδειχθεί με οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου ότι ο Ενάγοντας, ο οποίος αν δεν υπήρχε παράβαση της συμφωνίας θα λάμβανε από τον Εναγόμενο το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί αυτού, έχει με την παράβαση υποστεί ζημιά ίση με το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο προς 11.25% ετησίως, και άρα θα πρέπει να αποζημιωθεί με αυτήν. Επίσης, παρατηρώ ότι με την επιστολή Τεκμήριο ΑΣ 3 επιχειρείται ταυτόχρονα ο τερματισμός της συμφωνίας, με την αύξηση του επιτοκίου, πράγμα ανεπίτρεπτο. Ο τερματισμός της συμφωνίας γεννά δικαίωμα για αποζημιώσεις, και δεν δύναται οι Ενάγοντες από την μία να τερματίζουν την συμφωνία και από την άλλη να προβαίνουν σε αύξηση επιτοκίου κατ΄επίκληση προνοιών αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση C.T.A. Techno Marketing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720, επικροτώντας απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, η χρέωση παράνομου τόκου δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στην σύμβαση, αλλά οι Ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους που ο νόμος επιτρέπει, ήτοι το κεφάλαιο, και τους συμφώνως του νόμου υπολογισθέντες τόκους (βλ. επίσης Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Coudounaris Ltd κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641). Το δικαίωμα του Δικαστηρίου να επιδικάσει τόκο πηγάζει από το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
  1. Σημειώνω στο στάδιο αυτό ότι, η απόφαση στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. 11694, ημερ. 17.6.2005, στην οποία και αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες, αφορούσε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στην οποία και γίνεται μία αναφορά ότι η επιδίκαση του συγκεκριμένου επιτοκίου έβρισκε έρεισμα στα συγκεκριμένα μεταξύ των διαδίκων έγγραφα. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ερμηνεία την οποία της προσέδωσε ο κ. Κωνσταντινίδης, ήτοι ότι αυτή καθιέρωσε νομολογιακά το δικαίωμα Τραπεζών να αλλάζουν και χρεώνουν το επιτόκιο γνωστοποιώντας το γεγονός αυτό στους εναγόμενους. Στην επιστολή ημερομηνίας 17.1.2008 Τεκμήριο ΑΣ 3, αναφέρεται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της Τραπεζικής Κάρτας ανήρχετο, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία σε € 11.619,
  2. Με την αγωγή, όμως, οι Ενάγοντες αξιούν ποσό €3.357,99 με τόκο από 1.9.
  3. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Γεωργία Αθανασίου ν. Νίκος Τούλουπου, (πιο πάνω), σε περίπτωση αιτήσεων δυνάμει της Διαταγής 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως και η παρούσα, όπου ο Ενάγοντας αποτύχει να αποδείξει είτε ολόκληρη την αξίωση του είτε μέρος αυτής, δεν δικαιολογείται η απόρριψη της ίδιας της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση, αυτό που μπορεί να συμβεί είναι είτε η απόρριψη της αίτησης για απόφαση, εκεί όπου ο Ενάγοντας έχει αποτύχει παντελώς να αποδείξει την αξίωση του, είτε η έκδοση απόφασης υπέρ του Ενάγοντα για το ποσό που θα επιτύχει να αποδείξει, και η απόρριψη του υπόλοιπου μέρους της αιτήσεως αναφορικά με το ποσό που ο Ενάγοντας αποτύχει να αποδείξει (βλ. επίσης αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για άδεια για καταχώρηση αίτησης για ένταλμα της φύσεως certiorari, Αίτ. Αρ. 202/2004, ημερ. 1.2.2005). Οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν υποστεί ζημιά ύψους 11.25% επί του κεφαλαίου, αντί του προβλεπόμενου στις μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίες, επιτοκίου του 9%. Τούτων δεδομένων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για ποσό €. 3.357,99 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.9.2008 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.