← Κύπρος

Παναγιώτης Μιχαηλίδης ν. Χριστάκης Νεοκλέους, Αρ. Αγωγής: 2480/04, 14 Ιανουαρίου, 2009

Παναγιώτης Μιχαηλίδης ν. Χριστάκης Νεοκλέους, Αρ. Αγωγής: 2480/04, 14 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2480/04 Μεταξύ: Παναγιώτης Μιχαηλίδης Ενάγοντας - και - Χριστάκης Νεοκλέους Εναγόμενος Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Η κα. Χρ. Παπαντρέου. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Χρ. Ματθαίου. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας, ως την κυρίως εξέταση του έχει αναφέρει, εμπορεύεται μάρμαρα, γρανίτες και πέτρα. Προμηθεύεται τις πρώτες ύλες από διάφορα λατομεία, τα επεξεργάζεται και τα διαθέτει στην αγορά. Ο Εναγόμενος εργαζόταν σε κάποιο παραγγελιοδόχο με όνομα Αχιλλέας Μιχαηλίδης ο οποίος προμηθευόταν από τον Ενάγοντα τα διάφορα υλικά που αυτός εμπορευόταν και στα πλαίσια της συνεργασίας του αυτής γνωρίστηκε με τον Ενάγοντα. Κατά ή περί το Μάιο του 2001 ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τον Ενάγοντα και του ζήτησε να αγοράσει 83 τ.μ. πέτρα Κυβίδων. Η πέτρα που ζήτησε ο Εναγόμενος ήταν μεγέθους 20Χ
  2. Ο Ενάγοντας ετοίμασε την πέτρα και στις 25.5.2001 ο Εναγόμενος την παρέλαβε πληρώνοντας τον Ενάγοντα με μεταχρονολογημένη επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.875, τεκμήριο
  3. Η ημερομηνία εξαργύρωσης της επιταγής όπως την έθεσε ο Εναγόμενος ήταν η 28.6.
  4. Ο Ενάγοντας εξέδωσε τιμολόγιο για τη συναλλαγή το οποίο και κατατέθηκε ως τεκμήριο
  5. Όταν ο Ενάγοντας μετάβηκε στην τράπεζα στις 29.6.2001 για να εξαργυρώσει την επιταγή πληροφορήθηκε ότι είχαν δοθεί οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής της από τον Εναγόμενο και η τράπεζα σφράγισε το τεκμήριο 2 με τη σφραγίδα "stop payment". Ο Ενάγοντας προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο χωρίς να το πετύχει. Εν τω μεταξύ, μετά την ανάκληση πληρωμής της επιταγής ο Ενάγοντας δέχτηκε τηλεφώνημα από κάποιο τρίτο πρόσωπο, που όπως έμαθε αργότερα ήταν το πρόσωπο προς το οποίο ο Εναγόμενος είχε πωλήσει την πέτρα που αγόρασε από τον ίδιο, και τον ρώτησε αν ο Εναγόμενος του είχε παραγγείλει ακόμα 30 τ.μ. πέτρας. Ο ίδιος τον πληροφόρησε ότι δεν έλαβε τέτοια παραγγελία και ότι έψαχνε τον Εναγόμενο. Μετά από λίγες ημέρες κατάφερε να εντοπίσει τον Εναγόμενο, αφού χρησιμοποίησε το τηλέφωνο τρίτου προσώπου, ο οποίος του ανέφερε ότι προμηθεύτηκε τα επιπλέον 30 τ.μ. πέτρας από αλλού και όταν του έθεσε το θέμα της μη εξαργύρωσης της επιταγής ο Εναγόμενος για πρώτη φορά άρχισε να προβάλλει διάφορες δικαιολογίες για την ποιότητα της πέτρας, ότι δεν ήταν ομοιόμορφη, ότι το χρώμα της παρουσίαζε πολλές αλλοιώσεις και ότι είχε μέσα πολλά νερά. Ο Ενάγοντας κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο να εξοφλήσει την επιταγή χωρίς επιτυχία, καταχώρησε εναντίον του ποινική υπόθεση την οποία ακολούθως απέσυρε και καταχώρεσε την υπό εξέταση αγωγή. Αντεξετάστηκε επί μακρών αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ότι η πέτρα που του πώλησε δεν ήταν καλής ποιότητας και επέμενε σταθερά ότι η πέτρα είναι φυσική, υπάρχουν φυσικές αλλοιώσεις στο χρώμα, δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε επέμβαση στην ποιότητα της πέτρας πέραν της κοπής και της επεξεργασίας της δημιουργώντας «λούκκια». Ήταν, επίσης, σταθερή η θέση του ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε προτού ο ίδιος αντιληφθεί ότι είχε γίνει ανάκληση πληρωμής της επιταγής δεν του είχε παραπονεθεί για την ποιότητα της πέτρας. Επέμενε ότι ο Εναγόμενος γνώριζε από τη συνεργασία που είχε ο ίδιος με τους προηγούμενους εργοδότες του την ποιότητα της συγκεκριμένης πέτρας. Ανέφερε ότι όταν η πέτρα πωλείται είναι τοποθετημένη σε παλέτα και ότι τα τεμάχια που είναι τοποθετημένα επάνω μπορούν να ελεγχθούν, έται έγινε και με την πέτρα που πώλησε στον Εναγόμενο ο οποίος και την είδε προτού να την φορτώσει στο αυτοκίνητο του και ήταν της αρεσκείας του. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο Εναγόμενος και ο ιδιοκτήτης της οικίας προς τον οποίο ο Εναγόμενος πώλησε την πέτρα τον κάλεσαν να παραλάβει την πέτρα που τους πώλησε ως μη κατάλληλη αναφέροντας ότι αν του ζητούσαν κάτι τέτοιο ο ίδιος ευχαρίστως θα ανταποκρινόταν γιατί θα μπορούσε να διαθέσει αλλού την πέτρα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο μοναδικός λόγος που πώλησε την πέτρα στον Εναγόμενο ήταν επειδή είχε την εντύπωση ότι ο Εναγόμενος εργαζόταν ακόμα στον Αχιλλέα Μιχαηλίδη και νόμιζε ότι θα συνεργαζόταν με εκείνο το πρόσωπο το οποίο γνώριζε καλά για τόσα χρόνια και όχι με τον Εναγόμενο προσωπικά. Επέμενε, επίσης, σταθερά ότι ο ιδιοκτήτης της οικίας προς τον οποίο πωλήθηκε η πέτρα επικοινώνησε μαζί του να τον ρωτήσει αν ο Εναγόμενος του είχε παραγγείλει άλλα 30 τ.μ. πέτρας και ότι ούτε τότε αλλά και ούτε αργότερα ο ιδιοκτήτης της οικίας του παραπονέθηκε για την ποιότητα της. Ως δεύτερος μάρτυρας για τον Ενάγοντα έδωσε μαρτυρία ο Μάριος Ερωτοκρίτου ο οποίος έχει λατομείο εξώρυξης φυσικών ογκόλιθων και εργοστάσιο επεξεργασίας πετρωμάτων. Μεταξύ των ειδών που εμπορεύεται είναι και η πέτρα Κυβίδων. Εξήγησε ότι η πέτρα είναι φυσική και υπάρχουν διάφορες αποχρώσεις σε κάθε όγκο, όλες, όμως, είχαν βάση το φυσικό χρώμα της πέτρας που είναι το κίτρινο. Η μοναδική επέμβαση που μπορεί να γίνει στην πέτρα είναι ουσιαστικά η κοπή της σε τεμάχια που γίνεται με διαμαντόδισκο και ενώ κόβεται η πέτρα βρέχεται και καθαρίζεται με αποτέλεσμα να είναι βρεγμένη μόλις κοπεί αλλά όταν στεγνώσει φέρνει το φυσικό της χρώμα. Ανέφερε ότι έχει συνεργασία με τον Ενάγοντα πολλά χρόνια, η συνεργασία τους είναι άψογη και ουδέποτε είτε ο Ενάγοντας είτε τρίτο πρόσωπο του παραπονέθηκαν για την ποιότητα της πέτρας που πωλεί. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την ποιότητα και πιθανές αλλοιώσεις που μπορεί να παρουσιάζει η πέτρα επιμένοντας όμως σταθερά ότι πέραν των κάποιων αποχρώσεων που είναι φυσικές δεν μπορεί η πέτρα να έχει ελαττώματα. Του υποδείχθηκαν κάποιες φωτογραφίες στις οποίες φαίνεται ότι υπάρχει τοποθετημένη σε οικία πέτρα με διάφορες παραλλαγές χρωμάτων και ανέφερε ότι αυτό είναι το φυσικό χρώμα της πέτρας και ότι ο ίδιος το θεωρεί απόλυτα φυσιολογικό. Ανέφερε ότι υπάρχει η ευχέρεια όταν κάποιος αγοραστής δεν επιθυμεί να υπάρχουν αυτές οι φυσικές αποχρώσεις να ζητήσει να αγοράσει όσο το δυνατό πιο ομοιόμορφη πέτρα, οπόταν και η τιμή πώλησης της θα είναι πολύ πιο ακριβή. Ο Εναγόμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 3 ένα τεμάχιο πέτρας που κατά τον ισχυρισμό του αποτελεί το δείγμα αυτής που αγόρασε από τον Ενάγοντα για κάποιο πελάτη του Χριστάκη από το Μάμμαρι. Ανέφερε ότι παρέλαβε από τον Ενάγοντα ολόκληρη την ποσότητα πέτρας που παρήγγειλε προς τον οποίο και εξέδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή, το τεκμήριο 2, αλλά η πέτρα που του παρέδωσε ο Ενάγοντας δεν ήταν ίδια με το δείγμα αφού υπήρχαν σε αυτήν μαύρα στίγματα. Ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνησε αμέσως στον Ενάγοντα πριν τελειώσει η τοποθέτηση της πέτρας στο σπίτι του πελάτη του και ο ίδιος του ανέφερε ότι επειδή η πέτρα είναι βρεγμένη σε μια-δυο μέρες που θα στεγνώσει θα είναι μια χαρά. Έτσι ο ίδιος είπε στον ιδιοκτήτη του σπιτιού να προχωρήσει με την τοποθέτηση της πέτρας και να περιμένουν να στεγνώσει. Μετά από δύο μέρες η πέτρα έμεινε μαυρισμένη και ο ίδιος τηλεφώνησε στον Ενάγοντα και του ανέφερε το γεγονός αυτό. Κατέθεσε ως τεκμήριο 4 δύο φωτογραφίες που δείχνουν μέρος της πρόσοψης ενός σπιτιού το οποίο είναι το σπίτι του πελάτη του στο Μάμμαρι και στο οποίο φαίνεται τοποθετημένη η πέτρα ισχυριζόμενος ότι η πέτρα αυτή είναι γεμάτη με μαύρα στίγματα. Ήταν η θέση του ότι εκτός από τον ίδιο και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού τηλεφώνησε στον Ενάγοντα και του παραπονέθηκε για την ποιότητα της πέτρας και τον παρακάλεσε να πάει να τη δει αλλά ο Ενάγοντας αρνήθηκε. Ο Εναγόμενος δοκίμασε να ξαναεπικοινωνήσει με τον Ενάγοντα για να του εκφράσει το παράπονο του και του είπε ότι εάν δεν άλλαζε την πέτρα θα σταματούσε την επιταγή. Έτσι, έδωσε μια-δύο εβδομάδες χρόνο και αφού δεν ανταποκρίθηκε έδωσε οδηγίες στην τράπεζα να σταματήσει η επιταγή. Είπε ότι δοκίμασε να επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα πάνω από δέκα φορές χωρίς αυτός να ανταποκριθεί, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού δεν τον πλήρωσε για την πέτρα παρά μόνο του έδωσε μικρή προκαταβολή και αρνήθηκε ότι ο Ενάγοντας του είπε να του επιστρέψει την πέτρα και να του δώσει πίσω την επιταγή. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι όταν πήγε να παραλάβει την πέτρα ήταν σε παλέτα και φαίνονταν μόνο οι πέτρες που ήταν από πάνω και ήταν όλες βρεγμένες και μαύρες. Είπε ότι την φόρτωσε στο αυτοκίνητο του αφού τον διαβεβαίωσε ο Ενάγοντας ότι όταν η πέτρα στεγνώσει θα πάρει το φυσικό της χρώμα και έτσι έφυγε. Ισχυρίστηκε ότι δεν απέκρυψε από τον Ενάγοντα ότι την παραγγελία την έκανε υπό προσωπική του ιδιότητα και όχι εκ μέρους των εργοδοτών του, και ότι τοποθετήθηκαν όλα τα τετραγωνικά μέτρα πέτρας που αγοράστηκαν μετά τη διαβεβαίωση του Ενάγοντα ότι μόλις στεγνώσει θα φέρει το χρώμα της. Είπε ότι μετά που η πέτρα τοποθετήθηκε δεν μπορεί να βγει χωρίς να σπάσει γιατί τοποθετείται με ειδική γόμα που στεγνώνει αμέσως. Αρνήθηκε ότι υποσχέθηκε στον Ενάγοντα ότι θα του επέστρεφε την πέτρα και να πάρει πίσω την επιταγή του. Επέμενε ότι δεν πληρώθηκε από τον πελάτη του για την πέτρα και όταν του υποδείχθηκαν τρεις αποδείξεις για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.900 στο όνομα Χριστόδουλος Χριστοδούλου, τεκμήριο 5, η τελευταία εκ των οποίων αναφέρει εξόφληση είπε ότι δεν πληρώθηκε όλα τα λεφτά και ότι έγραψε εξόφληση επειδή αναγκάστηκε να κάμει έκπτωση στον πελάτη του λόγω της κακής ποιότητας της πέτρας. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Χριστόφορος Χριστοδούλου, ο ιδιοκτήτης της οικίας στο Μάμμαρι ο οποίος αγόρασε την πέτρα από τον Εναγόμενο. Είπε ότι όταν η πέτρα πήγε για τοποθέτηση είχε πάνω της σημάδια και ότι ο Εναγόμενος τηλεφώνησε στον άνθρωπο που του την προμήθευσε ο οποίος ανέφερε, όπως του μετέφερε ο Εναγόμενος, ότι όταν στεγνώσει θα είναι εντάξει και έτσι την τοποθέτησε. Μετά την τοποθέτηση της η πέτρα έγινε χειρότερη. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 3 και ανέφερε ότι έτσι ήταν η πέτρα που παράγγειλε αλλά η πέτρα που παρέλαβε είχε μεγάλη διαφορά με αυτή. Ρωτήθηκε αν επικοινώνησε ο ίδιος με τον Ενάγοντα για να του παραπονεθεί για την πέτρα και αρχικά απάντησε ότι δεν θυμόταν, μετά ότι ο Ενάγοντας αρνήθηκε την πρόσκληση του να πάει να δει το σπίτι αναφέροντας του ότι δεν γνωρίζει τον ίδιο αλλά τον Εναγόμενο και ότι επειδή η πέτρα ήταν οπτικά απαράδεκτη και προς τούτο έδειξε κάποια κομμάτια από τις φωτογραφίες τεκμήριο 4, έβγαλε την πέτρα και την πέταξε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε, για πρώτη φορά, ότι παράγγειλε την πέτρα σε πιο ακριβή τιμή γιατί την παράγγειλε καθαρή. Είπε ότι ήταν μπροστά όταν ο Εναγόμενος επικοινώνησε με τον Ενάγοντα και ο Ενάγοντας ανέφερε ότι η πέτρα θα στέγνωνε και θα ήταν καλή. Αρνήθηκε ότι τηλεφώνησε στον Ενάγοντα για να παραγγείλει και άλλη πέτρα δεχόμενος, όμως, ότι η αρχική παραγγελία δεν ήταν αρκετή για να καλύψει όλο το σπίτι και χρειάστηκε να παραγγείλει και άλλη χωρίς να θυμάται από πού. Ανέφερε, επίσης, ότι ο ίδιος εξόφλησε τον Εναγόμενο για την πέτρα που του παρέδωσε. Αυτό ήταν το πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας και η μαρτυρία η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο σε σχέση με την αξίωση του Ενάγοντα έναντι του Εναγόμενου για το ποσό των Λ.Κ.875 πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει επιταγής που εξέδωσε ο Εναγόμενος προς όφελος του Ενάγοντα και η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη "stop payment". Τα αδιαμφισβήτητα και/ή παραδεκτά γεγονότα που πλαισιώνουν την υπόθεση όπως εξάγονται από την ακροαματική διαδικασία είναι ότι ο Εναγόμενος παράγγειλε και παρέλαβε από τον Ενάγοντα 83 τ.μ. πέτρα κυβίδων και ότι πλήρωσε γι' αυτήν με τραπεζική επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.
  6. Η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη και με οδηγίες του Ενάγοντα ανακλήθηκε η πληρωμή της. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθήσει ενώ έδιδαν την δια ζώσης μαρτυρία τους στην φυσική εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας. Χωρίς κανένα δισταγμό είναι κατά την κρίση μου φανερό ότι ο Ενάγοντας και ο ΜΕ2 είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια χωρίς καμιά υπερβολή απαντώντας με φυσικότητα τις ερωτήσεις και χωρίς υπεκφυγές. Ο Ενάγοντας τεκμηρίωσε την αξίωση του, ήταν θετικός στον τρόπο που αντιμετώπισε την δικαστική διαδικασία και έδωσε την εντύπωση ανθρώπου που κατάφυγε στη Δικαιοσύνη για να βρει το δίκαιο του. Αντίθετα, πολύ κακή εντύπωση έκαναν στο Δικαστήριο και ο Εναγόμενος και ο ΜΥ
  7. Ο μεν Εναγόμενος απαντούσε συνεχώς με υπερβολές και υπεκφυγές, δεν σεβόταν καθόλου τη διαδικασία προβαίνοντας συνεχώς σε σχόλια και χρειάστηκε να γίνουν πάμπολλες παρατηρήσεις από το Δικαστήριο, ενώ ο ΜΥ2 δεν έδωσε καθόλου την εντύπωση ατόμου που είχε σοβαρό παράπονο για την ποιότητα των υλικών που τοποθετήθηκαν στην πρόσοψη του καινούργιου του σπιτιού που τον προμήθευσε ο Εναγόμενος, αντίθετα διαφάνηκε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον Εναγόμενο. Δεν συνάδει με τη λογική η θέση του ότι ενώ έχει εξοφλήσει πλήρως τον Εναγόμενο και έχει πετάξει την πέτρα που αγόρασε από τον Εναγόμενο να μην θυμάται ούτε αν ο ίδιος επικοινώνησε με τον Ενάγοντα για να του διαμαρτυρηθεί ούτε και τι διαμείφθηκε μεταξύ τους. Το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει, κατ' αρχήν, είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος νομιμοποιείτο και δικαιολογείτο να δώσει οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής λόγω του ότι η πέτρα η οποία παρέλαβε δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις του και/ή τις προδιαγραφές που έχει η συγκεκριμένη πέτρα. Από την όλη μαρτυρία, όπως αυτή έχει ξετυλιχθεί στο Δικαστήριο φαίνεται σαφώς ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Ο Εναγόμενος αγόρασε από τον Ενάγοντα ο οποίος πώλησε κα παρέδωσε σε αυτόν πέτρα Κυβίδων μετά που ο Εναγόμενος είχε δει δείγμα της και γνώριζε τις ιδιότητες της. Το Δικαστήριο έχει πειστεί από τη μαρτυρία του Ενάγοντα και του ΜΕ2 ότι η πέτρα, ως φυσική που είναι, φυσιολογικά παρουσιάζει χρωματικές αλλοιώσεις. Σε καμιά περίπτωση δεν αποδείχθηκε, από τη μαρτυρία, ότι η πέτρα δεν είναι χρωματικές αλλοιώσεις που παρουσίαζε αλλά μαύρα στίγματα. Ούτε στο τεκμήριο 4 φαίνεται να υπάρχουν στίγματα στην πέτρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύμβαση μεταξύ του ενάγοντα και του Εναγόμενου είναι σύμβαση πώλησης αγαθών εντός του Νόμου περί Πώλησης Αγαθών Ν.10

(1)/94 όπως έχει τροποποιηθεί. Η πέτρα που είναι το αντικείμενο της σύμβασης εμπίπτει στον όρο "αγαθά" εντός της έννοιας του Άρθρου 2
(1)του Νόμου. Σύμφωνα με Άρθρο 19 του Νόμου όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης συγκεκριμένων αγαθών η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται στον αγοραστή σε τέτοιο χρόνο όπως είναι η πρόθεση των μερών για να μεταβιβαστεί. Σύμφωνα με Άρθρο 20 όταν υπάρχει σύμβαση χωρίς όρους για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών σε παραδόσιμη κατάσταση η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά την σύναψη της σύμβασης και είναι αδιάφορο κατά πόσο ο χρόνος πληρωμής του τιμήματος ή ο χρόνος παράδοσης των αγαθών ή αμφότερα αναβάλλονται. Στην παρούσα υπόθεση και η πληρωμή του τιμήματος και ο χρόνος παράδοσης ήταν μεταγενέστερος της σύναψης της σύμβασης. Κατ΄ εφαρμογή όμως των προνοιών του Άρθρου 20 η κυριότητα των αγαθών δηλαδή της πέτρας έχει μεταβιβαστεί στον Εναγόμενο όταν έγινε η πώληση. Σύμφωνα επίσης με το Άρθρο 26 του Νόμου, "εκτός αν έχει διαφορετικά συμφωνηθεί ο κίνδυνος των αγαθών παραμένει στον πωλητή μέχρις ότου μεταβιβαστεί η κυριότητα τους στον αγοραστή αλλά όταν η κυριότητα μεταβιβαστεί στον αγοραστή ο κίνδυνος των αγαθών μετατίθεται στον αγοραστή είτε έγινε παράδοση είτε όχι. Νοείται ότι η διατάξεις του Άρθρου αυτού δεν επηρεάζουν με κανένα τρόπο τα καθήκοντα ή τις ευθύνες είτε του πωλητή είτε του αγοραστή ως θεματοφύλακα των αγαθών του άλλου μέρους". Κατ΄ εφαρμογή του Άρθρου 26 ο κίνδυνος για τα υπό εξέταση αγαθά έχει μεταβιβαστεί στον αγοραστή δηλαδή τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου ρήτρα σε σύμβαση πώλησης σχετικά με αγαθά που αποτελούν το αντικείμενο της μπορεί να αποτελεί ουσιώδη όρο ή η εγγυητική διαβεβαίωση. Παράβαση ουσιώδους όρου παρέχει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας ενώ παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης δεν παρέχει δικαίωμα απόρριψης των αγαθών και καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας, δημιουργεί όμως αξίωση για αποζημιώσεις. Το κατά πόσο ρήτρα είναι ουσιώδης όρος ή εγγυητική διαβεβαίωση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει ένας πωλητής είναι αποδεκτής ποιότητας. Τα αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας εάν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό αφού ληφθεί υπόψη η περιγραφή τους, η τιμή τους και κάθε άλλη συναφής περίσταση. Ως τέτοια είναι η καταλληλότητα για τους σκοπούς τους οποίους τα αγαθά του συγκεκριμένου είδους συνήθως προμηθεύονται, η εμφάνιση και η τελική επεξεργασία, η ανυπαρξία μικροελαττωμάτων, η ασφάλεια και η ανθεκτικότητα. Ανθεκτικότητα ως προνοείται στο εν λόγω άρθρο σημαίνει εύλογη αντοχή στο χρόνο και την χρήση και περιλαμβάνει όπου απαιτείται τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και ειδικευμένων τεχνικών για την διασφάλιση τους. Σύμφωνα, επίσης, με τον Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο σε πώληση που γίνεται δυνάμει δείγματος υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι το δείγμα πρέπει να είναι σύμφωνο με τα αγαθά που παραδίδονται. Σε περίπτωση παραβίασης του όρου αυτού ο αγοραστής έχει δικαίωμα είτε να τερματίσει τη συμφωνία ζητώντας επιστροφή των χρημάτων του και επιστρέφοντας το προϊόν που δεν συνάδει με τις προδιαγραφές στον πωλητή είτε να κρατήσει το προϊόν το οποίο δεν συνάδει με τις προδιαγραφές και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Ο Εναγόμενος δεν έχει πράξει κανένα από τα δύο. Έχει διαφανεί ότι και κράτησε την πέτρα την οποία ουδέποτε επέστρεψε στον Ενάγοντα και ότι ο ίδιος έχει πληρωθεί στο ακέραιο από το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο την πώλησε αλλά έχει αναστείλει την πληρωμή της επιταγής που εξέδωσε προς τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία του Εναγόμενου για τις διαμαρτυρίες του προς τον Ενάγοντα για την ακαταλληλότητα της πέτρας δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο και απορρίπτονται, ιδιαίτερα αφού δεν ενισχύθηκαν ως ήταν φυσικό και θα έπρεπε, από τη μαρτυρία του ΜΥ2, του ιδιοκτήτη δηλαδή του σπιτιού, ο οποίος ήταν και ο τελικός αποδέκτης της πέτρας. Επομένως, η υπεράσπιση του Εναγόμενου ότι δεν υπήρξε καλό αντάλλαγμα για την επιταγή καταρρίπτεται έτσι δεν είναι διαθέσιμη προς τον ίδιο η υπεράσπιση του καλού λόγου ανάκλησης πληρωμής της επιταγής. Εκείνο που παραμένει προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι η νομική θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο Ενάγοντας, όπως φαίνεται στο δικόγραφο, είναι φυσικό πρόσωπο ήτοι ο Παναγιώτης Μιχαηλίδης ενώ το τεκμήριο 1 που είναι το τιμολόγιο που κατέθεσε ο Ενάγοντας έχει εκδοθεί από νομικό πρόσωπο, το Εργοστασίο Μωσαϊκών Παναγιώτης Μιχαηλίδης Λτδ. Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο ότι ο Ενάγοντας είναι λανθασμένο πρόσωπο εφόσον φαίνεται ότι η σύμβαση με τον Εναγόμενο έχει γίνει με το νομικό πρόσωπο Εργοστάσιο Μωσαϊκών Παναγιώτης Μιχαηλίδης Λτδ και όχι με τον Ενάγοντα προσωπικά. Η θέση αυτή δεν δικογραφείται και είναι γνωστή η αρχή και πάγια η νομολογία που επιτάσσει ότι σε αστικές υποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα αμφισβητούμενα θέματα που προκύπτουν κατά τη συμπλήρωση των γραπτών προτάσεων ή που νομότυπα προστίθενται κατά την ημέρα της δίκης. Σχετική είναι η υπόθεση Ζήνων Μερκής ν. Intertobbaco Cyprus (Ltd) Πολιτική Έφεση 11275 ημερομηνίας 17.7.2003. Τα δικόγραφα είναι το θεμέλιο της δίκης αφού όπως από πολύ παλαιά η νομολογία έχει καθορίσει, αναφέρομαι σχετικά στην υπόθεση Homeros Th. Kourtis and others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 CLR 180: "Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής". Πέραν του ότι η θέση αυτή δεν δικογραφείται και συνεπώς δεν μπορεί να εξεταστεί θα απέρριπτα και αυτό τον ισχυρισμό του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης για το λόγο ότι η επιταγή, τεκμήριο 2, έχει συμπληρωθεί από τον Ενάγοντα αφού για το σκοπό αυτό το όνομα είχε αφεθεί κενό από τον Εναγόμενο με το δικό του όνομα Π. Μιχαηλίδης και όχι στο όνομα της εταιρείας του. Εφόσον, λοιπόν, ο δικαιούχος της επιταγής είναι ο Ενάγοντας προσωπικά και η βάση της αγωγής του είναι η μη πληρωμή της επίδικης επιταγής δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα στην προώθηση της αγωγής από τον Ενάγοντα υπό την προσωπική του ιδιότητα. Έτσι, με βάση τα πιο πάνω, την αξιολόγηση της μαρτυρίας όπως έχει συνοψιστεί από το Δικαστήριο και τα ευρήματα του Δικαστηρίου η υπεράσπιση του Εναγόμενου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.495,03 (αντίστοιχο του ποσού Λ.Κ.875) πλέον νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.