Σάββα Τσιανίδη ν. TOTAL FILL LTD, Αριθ.Αγωγής: 4877/04, 14.1.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ι.Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αριθ.Αγωγής: 4877/04 Μεταξύ: Σάββα Τσιανίδη Ενάγοντα και TOTAL FILL LTD Εναγομένης Ημερομηνία: 14.1.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ.Ν.Ανδρέου (για αυτόν ο κ.Τσιναρέλης Σταύρος για να ακούσει απόφαση) Για εναγόμενη εταιρεία: κ.Δ.Βάκης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον της εναγόμενης εταιρείας το ποσό των ΛΚ83.078,00 ως υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει προφορικής συμφωνίας η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στη Λευκωσία κατά ή περί τις 10.2.
- Η εν λόγω συμφωνία αφορούσε πώληση και παράδοση εκ μέρους του ενάγοντα προς την εναγόμενη-εταιρεία «μηχανημάτων και ανταλλακτικών, ως επίσης την εκχώρηση χρήσης και μεταβίβαση άδειας του Υπουργείου Υγείας διά κατασκευή και συσκευασία αερολυμάτων, εντομοκτόνων, καλλυντικών και φαρμάκων που κατείχε νομότυπα ο ενάγων». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της ΄Εκθεσης Απαίτησης, ο ενάγων κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διατηρούσε στη Λευκωσία επιχείρηση κατασκευής και συσκευασίας καλλυντικών, εντομοκτόνων κλπ δυνάμει σχετικής άδειας του Υπουργείου Υγείας. Κατά ή περί τις 10.2.2000 ο ενάγων και η εναγόμενη εταιρεία συνήψαν συμφωνία βάσει της οποίας η εναγόμενη εταιρεία αγόρασε από τον ενάγοντα έναντι της συμφωνηθείσας και/ή εύλογης τιμής των ΛΚ130.000, μηχανήματα, ανταλλακτικά, εμπορικά ονόματα προϊόντων, σχετικές άδειες και άλλα συναφή. Ο ενάγων δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας παρέδωσε τα πωληθέντα και μεταβίβασε τις σχετικές άδειες στην εναγόμενη εταιρεία, η οποία έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος κατέβαλε προς τον ενάγοντα ή πλήρωσε σε τρίτους προς όφελος του, το συνολικό ποσό των ΛΚ46.922,
- Ποσό ΛΚ65.000 είναι εξασφαλισμένο με τρεις συναλλαγματικές που η εναγόμενη εταιρεία «εξέδωσε» προς όφελος του ενάγοντα. Πρόκειται για τις ακόλουθες συναλλαγματικές. (α) Συναλλαγματική ημερ. 12.6.00 με ημερομ. λήξης 11.6.02 αξίας £25,000.00σεντ (υπόλοιπο οφειλόμενο) £12,300 (β) Συναλλαγματική ημερομ. 12.6.00 με ημερομ. λήξης 11.6.02 αξίας £28,000 (γ) Συναλλαγματική ημερ. 12.6.00 με ημερομ. λήξης 11.6.02 αξίας £12,
- Η εναγόμενη δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφλήσει τα πιο πάνω ποσά των συναλλαγματικών ενώ εξακολουθεί να οφείλει και το υπόλοιπο ποσό. Εν κατακλείδι είναι η θέση του ενάγοντα ότι η εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των ΛΚ83.078,00, ποσό το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Η εναγόμενη με το δικόγραφο της αρνείται ότι συνάφθηκε η αναφερόμενη ή άλλη συμφωνία και λέγει ότι η επιχείρηση, την οποία ο ενάγων παρουσίαζε προς την εναγόμενη ότι ήταν δική του, δεν ήταν όντως δική του. Σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα αναφέρει τα ακόλουθα (Παρατίθενται αυτολεξεί οι παράγραφοι 5,6,7,8,9,10,11,12 από το δικόγραφο της) «
- H Eναγόμενη λέγει ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι ότι κατά ή περί τις αρχές του 2000 οι διάδικοι άρχισαν διαπραγματεύσεις για αγορά από την Εναγόμενη μηχανημάτων, προϊόντων και αδειών που ο Ενάγοντας κατ΄ισχυρισμό κατείχε. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν μέχρι και τον Ιούνιο 2000 κυρίως λόγω του ότι για να καταλήξουν σε συμφωνία η Εναγόμενη ανέμενε από τον Ενάγοντα να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία προς την κυριότητα των υπό διαπραγμάτευση μηχανημάτων, προϊόντων, αδειών και άλλης περιουσίας.
- Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι εσυζητείτο το ποσό των £130.000 ως αντάλλαγμα για την εκ μέρους της αγορά των μηχανημάτων, αδειών και άλλης περιουσίας αλλά λέγει ότι οι διάδικοι δεν κατέληξαν σε δεσμευτική συμφωνία ή και σε δεσμευτική συμφωνία ως προς το αντάλλαγμα για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω.
- Παρά τις επανελειμμένες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του Ενάγοντα, μέχρι και τις αρχές Ιουνίου 2000 ο Ενάγοντας απέτυχε ή και παρέλειψε να δώσει προς την Ενάγουσα οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς την Εναγόμενη αναφορικά με την κυριότητα των μηχανημάτων, αδειών ή και άλλης περιουσίας.
- Κατά ή περί τις αρχές Ιουνίου 2000 ο Ενάγοντας διαβεβαίωσε και πάλι την Εναγόμενη ότι τα υπό διαπραγμάτευση μηχανήματα, άδειες και άλλη περιουσία του άνηκαν και ζήτησε από την Εναγόμενη όπως υπογράψει και του παραδώσει συναλλαγματικές συνολικών ποσών £65.000 ούτως ώστε να μπορέσει να τα αποδεσμεύσει από διάφορα βάρη ή και επιβαρύνσεις και να τα μεταβιβάσει και παραδώσει στην Εναγόμενη.
- Η Εναγόμενη βασιζόμενη στις παραστάσεις του Ενάγοντα ως προς την ιδιοκτησία των υπό διαπραγμάτευση μηχανημάτων, αδειών και άλλης περιουσίας και στις παραστάσεις του Ενάγοντα ότι ήταν αναγκαίο να έχει άμεσα τις συναλλαγματικές, παρέδωσε στον Ενάγοντα τις συναλλαγματικές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της ΄Εκθεσης Απαίτησης. ΄Ηταν ρητός και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ή και διευθέτησης ότι οι συναλλαγματικές δίδονταν και θα ήταν έγκυρες μόνο αν και υπό τον όρο ότι οι παραστάσεις του Ενάγοντα ήταν αληθείς, ότι ο Ενάγοντας θα παρέδιδε και μεταβίβαζε προς την Εναγόμενη όλα τα υπό διαπραγμάτευση μηχανήματα, άδειες και άλλη περιουσία εντός ευλόγου χρόνου και ότι οι διάδικοι θα κατέληγαν σε τελική συμφωνία ως προς τα υπό διαπραγμάτευση μηχανήματα, άδειες και άλλη περιουσία και το αντάλλαγμα. Η Εναγόμενη επιφυλάσσεται όπως αναφερθεί λεπτομερώς στους όρους της τέτοιας συμφωνίας ή και διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων κατά τη δικάσιμο.
- Ως μεταγενέστερα διεφάνει, οι παραστάσεις του Ενάγοντα ως προς την ιδιοκτησία των υπό διαπραγμάτευση μηχανημάτων, αδειών και άλλης περιουσίας δεν ήταν αληθείς, ο Ενάγοντας παρέλειψε και ή αρνήθηκε και ή αδυνατούσε να μεταβιβάσει και δεν μεταβίβασε προς την Εναγομένη τα υπό διαπραγμάτευση μηχανήματα, άδειες ή και άλλη περιουσία εντός ευλόγου χρόνου ή και καθόλου και οι διάδικοι, με υπαιτιότητα του Ενάγοντα, δεν κατέληξαν σε τελική ή δεσμευτική συμφωνία σε σχέση με τα υπό διαπραγμάτευση μηχανήματα, άδειες ή άλλη περιουσία ή και το αντάλλαγμα.
- Λόγω ή και συνέπεια των παραβάσεων του Ενάγοντα ή και ψευδών παραστάσεων ή και δόλου του Ενάγοντα ως περιγράφονται στη παράγραφο 14 κατωτέρω ή και μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων για να καταστούν ή και παραμείνουν έγκυρες οι αναφερόμενες στη παράγραφο 4 της ΄Εκθεσης Απαίτησης συναλλαγματικές, αυτές ήταν ή και είναι ή και κατέστησαν άκυρες και χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ ή και ουδόλως τέθηκαν σε ισχύ ή και ουδόλως δέσμευαν ή και δεσμεύουν την Εναγόμενη.
- Κατά ή μετά τον Ιούνιο 2000 ο Ενάγοντας παρέδωσε στην Εναγόμενη μικρό μέρος των μηχανημάτων αξίας όχι μεγαλύτερης των £10.000 αλλά κατά παράβαση των συμφωνηθέντων ο Ενάγοντας κανένα άλλο μηχάνημα, άδεια ή άλλη περιουσία παρέδωσε ή και μεταβίβασε προς την Εναγόμενη.» Είναι η θέση της ότι κατέβαλε στον ενάγοντα ή προς όφελος του το ποσό των ΛΚ46.922 και έλαβε ως αντάλλαγμα μέρος των μηχανημάτων (τα οποία ο ενάγων ανέλαβε και υποχρεούτο να παραδώσει στην εναγομένη) αξίας όχι πέραν των ΛΚ10.
- Με ανταπαίτηση της αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και το ποσό των ΛΚ36.922 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως ποσό καταβληθέν χωρίς αντάλλαγμα. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα σε σχέση με το περιεχόμενο του δικογράφου της εναγόμενης-εταιρείας. Μελετώντας προσεχτικά το δικόγραφο της, διαπιστώνω πως δεν φαίνεται καθαρά ποια είναι η θέση της σε σχέση με την κατ΄ισχυρισμό συμφωνία. Δέχεται ή όχι ότι αυτή καταρτίστηκε; Στην παράγραφο 10 της Υπεράσπισης αναφέρει ότι οι διάδικοι δεν κατέληξαν σε τελική ή δεσμευτική συμφωνία. Γιατί, αν η θέση της είναι ότι δεν είχαν καταλήξει σε δεσμευτική συμφωνία τότε ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση να παραδώσει οτιδήποτε. Στη παράγραφο 12 ισχυρίζεται ότι ο ενάγων παρέδωσε μικρό μέρος των μηχανημάτων αξίας όχι μεγαλύτερης των ΛΚ10.000, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αφήνοντας να νοηθεί ότι δέχεται ότι καταρτίστηκε η επίδικη συμφωνία αλλά ο ενάγων παρέδωσε μέρος των μηχανημάτων που πωλήθηκαν. Μάλιστα, με την ανταπαίτηση της, ως ελέχθη πιο πάνω, αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Μετά τις πιο πάνω παρατηρήσεις θα προχωρήσω με την παράθεση της προσαχθείσας μαρτυρίας. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στην παρούσα απόφαση θα την παραθέσω σε γενικές γραμμές και θα σταθώ σε συγκεκριμένα μέρη αυτής, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Ο ενάγων καταθέτοντας ανέφερε ότι το 2000 ήταν Γενικός Διευθυντής σε εταιρεία που είχαν οι θυγατέρες του, το εργοστάσιο της οποίας βρισκόταν στη Βιομηχανική Περιοχή ΄Εγκωμης, Μ.Γιωργαλλά,
- Η εταιρεία αυτή ήταν η ΑΜ Βiochemie Aromatics και ασχολείτο με την παραγωγή, κατασκευή και πώληση καλλυντικών και προϊόντων αεροζόλ. Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο γνώριζε τον Γιώργο Κωνσταντίνου, ιδιοκτήτη της εναγόμενης εταιρείας. Τον Φεβρουάριο του 2000 συνήψε συμφωνία πώλησης με την εναγόμενη εταιρεία. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε τα ακόλουθα. Ο ίδιος θα πωλούσε τα μηχανήματα κατασκευής καλλυντικών και αεροζόλ, θα παραχωρούσε άδεια για να χρησιμοποιήσει το όνομα Biochemie ο Γιώργος Κωνσταντίνου για να εγγράψει νέα εταιρεία και επίσης άδεια να χρησιμοποιεί τα προϊόντα που κατασκεύαζε η εταιρεία AM Biochemie Aromatics. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 1 (Συγκατάθεση ημερ. 7.2.02). Σύμφωνα πάντα με την μαρτυρία του, ο Γ. Κωνσταντίνου συνέστησε στις 17.2.02 την εταιρεία Biochemie Total Ltd (Τεκμήριο 2). ΄Εδωσε επίσης άδεια ή συγκατάθεση όπως το εντομοκτόνο Kill All και το ψειροκτόνο Pubex κατασκευάζονται από την νεοσυσταθείσα εταιρεία Biochemie Total Ltd. Συμφωνήθηκε επίσης όπως ο ίδιος εργαστεί στην εναγόμενη εταιρεία ως Γενικός Διευθυντής. Σε σχέση με τα πωληθέντα και παραδοθέντα μηχανήματα τα οποία βρίσκονταν στο εργοστάσιο της M.Γιωργαλλά 12, παρέπεμψε στο Τεκμήριο
- Το έγγραφο αυτό ημερ. 28.2.2000, υπογράφεται από τον Γιάννη Γιαπατή, εκ μέρους του ιδίου και από τον Νικόλα Κολιό εκ μέρους της Total Fill. Από την 1.3.2000 όλοι οι υπάλληλοι της εταιρείας ΑΜ Biochemie Aromatics έγιναν υπάλληλοι της εναγόμενης εταιρείας η οποία άρχισε εργασίες στο εργοστάσιο της Μ.Γιωργαλλά
- Ο ίδιος από την πιο πάνω ημερομηνία εργοδοτήθηκε ως Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας και ασκούσε εργασία τόσο στο εργοστάσιο της Μ. Γιωργαλλά, όσο και στα γραφεία της εναγομένης στο Τσέρι. Στις 12.6.2000 εκδόθηκαν συναλλαγματικές λήξεως δύο ετών για το συνολικό ποσό των ΛΚ
- Η συμφωνία προέβλεπε ακόμη ΛΚ65000 σε μετρητά. Οι τρεις συναλλαγματικές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Σε σχέση με την συναλλαγματική των ΛΚ25000 έγινε μια πληρωμή ύψους ΛΚ12700 στις 11.6.
- Μετά την λήξη των συναλλαγματικών η εναγόμενη εταιρεία κατέβαλε το ποσό των ΛΚ34.
- Το ποσό αυτό καταβλήθηκε κυρίως εξοφλώντας υποχρεώσεις που είχε ο ίδιος. Σύμφωνα πάντα με την μαρτυρία του εργάστηκε στην εναγόμενη εταιρεία μέχρι τον Αύγουστο του
- Την ημέρα που έφυγε πήρε ένα έντυπο πληρωμής που αφορούσε την καταβολή του μισθού του και την αναλογία του 13ου (Τεκμήριο 7). Με την παραλαβή του Τεκμηρίου 7 υπέγραψε την επιστολή, Τεκμήριο 8, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Παρέλαβα από την εταιρεία Total Fill Ltd όλα μου τα δικαιώματα, μισθό μέχρι και τις 13.9.2002, αναλογία 13ου μισθού και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω». ΄Ηταν η θέση του ότι με το έγγραφο αυτό δεν αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη εταιρεία έχει εξοφλήσει όλες τις απαιτήσεις του. Απλά υπέγραψε ότι πήρε τον μισθό του και ό,τι του αναλογούσε ως υπάλληλος της εναγόμενης εταιρείας. Σε σχέση με τα πωληθέντα μηχανήματα ανέφερε πως αυτά του ανήκαν προσωπικά και ότι μετά την πώληση των μηχανημάτων και την παραλαβή αυτών από την εναγόμενη εταιρεία, προχώρησε στην εκούσια διάλυση της εταιρείας AM Biochemie Aromatics Ltd. Aπό το 2000 που εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη μέχρι τον Αύγουστο του 2002 που έπαυσε να εργοδοτείται από αυτήν, δεν περιήλθε στην αντίληψη του οτιδήποτε που να φανερώνει ότι τρίτο πρόσωπο αξίωσε καταβολή ποσού σε σχέση με τα πωληθέντα μηχανήματα. ΄Ηταν η θέση του ότι τα εν λόγω μηχανήματα λειτουργούσαν στο εργοστάσιο που βρίσκεται στην Μ.Γιωργαλλά στην ΄Εγκωμη, και περί τον Ιούνιο του 2001 ο Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας τα μετέφερε στο εργοστάσιο που έκτισε στο Τσέρι. Ουδέποτε ο κ.Κωνσταντίνου του παραπονέθηκε ότι τα πωληθέντα μηχανήματα δεν ήταν δικά του. Η δικαιολογία που του πρόβαλλε για την μη πληρωμή ήταν οικονομικές δυσκολίες που είχε. Μετά την καταχώριση της αγωγής η εναγόμενη εταιρεία ουδέν ποσό κατέβαλε. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις δραστηριότητες της οικογενειακής του εταιρείας ΑΜ Biochemie Aromatics Ltd. Aναφέρθηκε στα προϊόντα που παρασκεύαζε η εν λόγω εταιρεία μέχρι και τον Φεβρουάριο του
- ΄Ηταν η θέση του ότι από την 1.3.2000 τα προϊόντα αυτά τα παρασκεύαζαν εταιρείες του κ.Κωνσταντίνου κατόπιν έγκρισης και/ή άδειας που δόθηκαν στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας. Παρέπεμψε στο τεκμήριο 9 όπου σε αυτό αναγράφεται ότι το εν λόγω προϊόν παρασκευάζεται από την εταιρεία ΤotalPack (Cyprus) Ltd, η οποία είναι εταιρεία του κ.Κωνσταντίνου. Η υπεράσπιση δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι μετά την 1.3.2000 η εταιρεία A.M. Biochemie Aromatics Ltd σταμάτησε να παρασκευάζει προϊόντα που παρασκεύαζε, και του υπέβαλε ότι τα προϊόντα αυτά δεν τα παρασκεύαζε η εναγόμενη εταιρεία. Ο ενάγων κάλεσε ως μάρτυρα τον κ.Ιωάννη Γιαπατή ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στην εταιρεία A.M. Biochemie Aromatics Ltd. Θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας του όταν θα αξιολογώ αυτή. Το ίδιο θα κάνω και με την μαρτυρία του διευθυντή της εναγόμενης-εταιρείας κ.Γιώργου Κωνσταντίνου και των μαρτύρων που κάλεσε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις σελίδες 1280 - 1281: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και την γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων και των αντικειμένων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Ο ενάγων μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του, η οποία σε μεγάλο μέρος ενισχύεται και από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Με δεδομένο το γεγονός ότι οι τρεις συναλλαγματικές υπεγράφησαν και παραδόθηκαν στον ενάγοντα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης είχε να επιτελέσει δύσκολο έργο. Υπέβαλε στον ενάγοντα ότι οι εν λόγω συναλλαγματικές δόθηκαν για να αποδεσμεύσει τα μηχανήματα σε σχέση με τα οποία εγίνοντο διαπραγματεύσεις για να πωληθούν στην εναγόμενη εταιρεία. Πώς όμως θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν τα μηχανήματα με τις εν λόγω συναλλαγματικές οι οποίες έληγαν δύο χρόνια μετά την υπογραφή τους και οι οποίες παρέμεναν στην κατοχή του ενάγοντα, δεν διευκρινίστηκε. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι παραδόθηκαν όλα τα πωληθέντα αντικείμενα η γραμμή της υπεράσπισης δεν ήταν καθαρή. Ενώ η θέση της ήταν ότι ουδέποτε καταρτίστηκε συμφωνία, υποβλήθηκαν στον ενάγοντα ερωτήσεις οι οποίες αφήνουν να νοηθεί ότι καταρτίστηκε και ότι ορισμένα από τα αντικείμενα και συγκεκριμένα τρία, δεν παραδόθηκαν. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις σχετικές υποβολές: «Ε - Σου υποβάλλω ότι τουλάχιστον αυτά τα τρία δεν παραδόθηκαν και το αναγνωρίσατε. ............................... Ε - Σας υποβάλλω ότι ειδικά αυτά τα τρία εκ των υστέρων παραδεχθήκατε ότι τα πωλήσατε σε τρίτους. ............................... Ε - Εγώ σου υποβάλλω ότι ειδικά αυτά που σου ανέφερα, που είναι γραμμένα κάτω, στα οποία αναφέρθηκα τα συγκεκριμένα, παραδέχθηκε εκ των υστέρων ότι τα πουλήσατε σε τρίτους.» Βεβαίως ο μάρτυρας αρνήθηκε τις πιο πάνω υποβολές και επέμενε πως όλα πωλήθηκαν και όλα παραδόθηκαν στην εναγόμενη εταιρεία. Η μαρτυρία του υποστηρίζεται και από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός του ότι στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας κ.Κωνσταντίνου συνέστησε την εταιρεία Biochemie Total Ltd υποστηρίζεται από το Τεκμήριο
- Ο ισχυρισμός του ότι έδωσε την συγκατάθεση του για να συσταθεί η πιο πάνω εταιρεία με το όνομα Biochemie υποστηρίζεται από το Τεκμήριο
- Ο ισχυρισμός του ότι με βάση την συμφωνία, η πιο πάνω εταιρεία του κ.Κωνσταντίνου είχε δικαίωμα να παρασκευάζει προϊόντα που παρασκεύαζε η οικογενειακή του εταιρεία A.M. Βiochemie Aromatics υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 3 και
- Ο ισχυρισμός του ότι μετά την σύναψη της συμφωνίας πώλησης η εναγόμενη-εταιρεία χρησιμοποιούσε το εργοστάσιο στην ΄Εγκωμη και τα μηχανήματα που υπήρχαν εντός αυτού, επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του κ.Κωνσταντίνου. Ο ισχυρισμός του ότι το προσωπικό της εταιρείας Α.Μ. Biochemie Αromatics Ltd εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη εταιρεία επιβεβαιώνεται και πάλι από την μαρτυρία του κ.Κωνσταντίνου. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε άλλη μαρτυρία η οποία επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, η μαρτυρία του οποίου γίνεται αποδεκτή. Ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας κ.Γιώργος Κωνσταντίνου δεν μου έκανε καλή εντύπωση και απορρίπτω την μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Όπως θα φανεί πιο κάτω, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Aντεξεταζόμενος, ρωτήθηκε σε σχέση με την εταιρεία Biochemie Total Ltd. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα τον ρώτησε κατά πόσο η εν λόγω εταιρεία είναι δική του. Η απάντηση του ήταν (παρατίθεται αυτολεξεί) «Είναι μια εταιρεία την οποία ενέγραψε ο κ.Τσιανίδης 17.2.2000, μετά από αίτηση, από φιλικό αίτημα, για να διατηρήσει το όνομα για τις κόρες του διότι όσες εταιρείες άνοιξε με το όνομα Biochemie τις είχε διαλύσει και εγράψαμε μια εταιρεία, εγώ ο Γιώργος Κωνσταντίνου». Με την απάντηση του αυτή ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εταιρεία συνεστήθη για να διατηρηθεί το όνομα Biochemie και ικανοποιηθεί έτσι η επιθυμία του ενάγοντα, απάντηση η οποία δεν πείθει και απορρίπτεται. Λίγο αργότερα όμως δέχθηκε πως αυτή η εταιρεία είναι δική του και ότι την είχε εγγράψει η δικηγόρος του κα Ξ.Φωτίου, με δική του έγκριση και με μέτοχο τον ίδιο, για να προσθέσει βεβαίως, πως αυτή η εταιρεία ουδέποτε λειτούργησε και δεν λειτουργεί. Τα πράγματα δεν έμειναν ως εδώ. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα τον παρέπεμψε στο Τεκμήριο
- Πρόκειται για ένα ψειροκτόνο σαμπουάν με το όνομα PUBEX. Ρωτήθηκε αν αυτό το προϊόν το παρασκεύαζε η εταιρεία Biochemie Total Ltd και αρνήθηκε. Τότε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα τον παρέπεμψε στο κουτί του προϊόντος όπου αναγράφεται ότι αυτό «Manufactured by Biochemie Total Ltd». Η απάντηση που έδωσε ήταν ότι όντως αναγράφεται αλλά δεν το παρασκευάζει η εν λόγω εταιρεία. Η απάντηση αυτή δεν πείθει το Δικαστήριο αφού βρίσκει πως ήταν εμφανής η προσπάθεια του μάρτυρα να αποστασιοποιηθεί από την εταιρεία του η οποία παρασκεύαζε το εν λόγω προϊόν. Και όλα αυτά για να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν έγινε η συμφωνία για την οποία ηγέρθηκε η παρούσα αγωγή και για να καταρρίψει τη μαρτυρία του ενάγοντα ο οποίος είχε αναφέρει ότι εκ μέρους της εταιρείας Α.Μ. Βiochemie Aromatics Ltd έδωσε, στα πλαίσια σύναψης της επίδικης συμφωνίας, τη συγκατάθεση του (Τεκμήριο 1), για να χρησιμοποιηθεί το όνομα Biochemie για να εγγραφεί η εταιρεία Biochemie Total Ltd, η οποία βεβαίως ενεγράφη με μέτοχο τον κ.Κωνσταντίνου. Ο τελευταίος, όταν άρχισε να στριμώχνεται, έφθασε στο σημείο να ισχυριστεί πως η εν λόγω εταιρεία ενεγράφη από τον ίδιο για λογαριασμό του ενάγοντα. Η μαρτυρία βεβαίως αυτή συνιστά σκέψεις εκ των υστέρων, αφού το Δικαστήριο βρίσκει πως ο ίδιος αποφάσισε να εγγράψει την εν λόγω εταιρεία για να εξυπηρετήσει έτσι τα συμφέροντα του. Η μαρτυρία του γύρω από το Τεκμήριο 8 ήταν επίσης ασαφής. Με το εν λόγω έγγραφο ημερομηνίας 29.8.02 ο ενάγων αναφέρει τα ακόλουθα «Παρέλαβα από την εταιρεία Total Fill Ltd όλα μου τα δικαιώματα, μισθό μέχρι και τις 13.9.2002, αναλογία 13ου μισθού και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω». Ρωτήθηκε αν το εν λόγω έγγραφο το οποίο υπέγραψε ο ενάγων αφορούσε τις απαιτήσεις που ο ίδιος είχε εναντίον της εναγόμενης εταιρείας ή αφορούσε και όλα τα θέματα των μηχανημάτων και των αδειών. Η απάντηση που έδωσε, η οποία διακατέχεται από ασάφεια, παρατίθεται αυτολεξεί. «Απάντησα δύο φορές και επαναλαμβάνω ότι ναι την ημέρα εκείνη που ο κ. Τσιανίδης υπέβαλε αυτό το έγγραφο αφορούσε όλες του τις τυχόν απαιτήσεις, που τυχόν να απαιτούσε μαζί με τις προφορικές δεσμεύσεις ότι θα επέστρεφε οποιαδήποτε λεφτά είχε πάρει από την εταιρεία και ότι η εταιρεία θα πλήρωνε ως εγγυητής μέχρι να κλείσει ο κύκλος των υποχρεώσεων που μπλέξαμε». Το έγγραφο όμως αυτό αναφέρεται σε δικαιώματα του ενάγοντα και όχι σε υποχρεώσεις του προς την εναγόμενη-εταιρεία. Με άλλα λόγια δεν παραπέμπει σε οποιαδήποτε υποχρέωση του ενάγοντα να επιστρέψει οποιαδήποτε χρήματα στην εναγόμενη εταιρεία. Λίγο αργότερα ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν αφορά μόνο σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη μισθοδοσία του ενάγοντα ως υπαλλήλου της εναγόμενης εταιρείας. Διερωτάται όμως κανείς, αν δεν αναφέρεται μόνο σε θέματα μισθοδοσίας, σε τί άλλες απαιτήσεις ή δικαιώματα του ενάγοντα μπορεί να αναφέρεται, όταν ο κ.Κωνσταντίνου αρνείται ότι συνάφθηκε η συμφωνία πώλησης των μηχανημάτων και των αδειών. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο κ.Κωνσταντίνου προσπάθησε να εκμεταλλευθεί το κείμενο της εν λόγω επιστολής για να πείσει το Δικαστήριο ότι με την εν λόγω επιστολή ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί οτιδήποτε από την εναγόμενη εταιρεία. Η επιστολή αυτή είναι καθαρό ότι αναφέρεται μόνο στα δικαιώματα του ενάγοντα ως υπαλλήλου της εναγομένης. Ισχυρίστηκε ότι κατά τις διαπραγματεύσεις που είχε με τον ενάγοντα, διεφάνη αμέσως ότι υπήρχε πρόβλημα με την ιδιοκτησία των μηχανημάτων, των αδειών και των ονομάτων. Ισχυρίστηκε επίσης ότι διεφάνη αμέσως ότι δεν θα κατέληγαν γρήγορα σε συμφωνία. Και παρόλα αυτά προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι αποφάσισε να εργοδοτήσει τους υπαλλήλους της εταιρείας του ενάγοντα «μέχρις ότου να δούμε αν θα καταλήγαμε σε τελική συμφωνία». Η πιο πάνω μαρτυρία στερείται πειστικότητας και απορρίπτεται. Ας σημειωθεί πως ο κ.Κωνσταντίνου δεν μου έδωσε την εντύπωση γαλαντόμου ανθρώπου ο οποίος εργοδοτεί προσωπικό για ανθρωπιστικούς λόγους. Ισχυρίστηκε ότι παρέλαβε τελικά δύο μηχανήματα από τον ενάγοντα αξίας όχι μεγαλύτερης των ΛΚ10.
- Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στη κυρίως εξέταση του «Όμως ουδέποτε καταλήξαμε σε τελική συμφωνία, εκτός για την αγορά από εμάς δύο μηχανημάτων αξίας όχι μεγαλύτερης των ΛΚ10.000». Με δεδομένη τη θέση του ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να αποδείξει την κυριότητα των μηχανημάτων και γι΄αυτό δεν καταρτίστηκε η κατ΄ισχυρισμό συμφωνία, διερωτάται κανείς τι ήταν τελικά αυτό που τον έκανε να αγοράσει αυτά τα συγκεκριμένα δύο μηχανήματα. Από την άλλη τι σημαίνει «αξίας όχι μεγαλύτερης των ΛΚ10.000»; Ουσιαστικά προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο πως αγόρασε και παρέλαβε δύο μηχανήματα χωρίς να συμφωνηθεί συγκεκριμένη τιμή. Μάλιστα, για να κερδίσει τη συμπάθεια του Δικαστηρίου δήλωσε ότι αυτά τα δύο μηχανήματα τα έχει στη διάθεση του νόμιμου ιδιοκτήτη. Γιατί όμως δεν τα επέστρεψε στον ενάγοντα μόλις αντελήφθηκε ότι αυτά ανήκουν σε άλλο νόμιμο ιδιοκτήτη, ως ισχυρίζεται, και συνεχίζει να τα κατέχει μέχρι σήμερα; Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι οι συναλλαγματικές, που είναι παραδεκτό ότι υπεγράφησαν και παραδόθηκαν στον ενάγοντα από την εναγόμενη εταιρεία, έχουν καταστεί άκυρες διότι ο ενάγων δεν υλοποίησε αυτά που είχε συμφωνήσει. Ξέχασε όμως ότι στην κυρίως εξέταση του είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «Σε ότι αφορά τις διαπραγματεύσεις για την εφαρμογή της συμφωνίας (προσχέδιο), αυτές συνεχίστηκαν χωρίς να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε υπογραφή της μέχρι σήμερα. Ουδέποτε συμφωνήσαμε τελικά». Ισχυρίστηκε ότι τις συναλλαγματικές (Τεκμήριο 6) τις παρέδωσε στον ενάγοντα όταν ο τελευταίος του υποσχέθηκε ότι θα τις επέστρεφε αν δεν μπορούσε να αποδείξει ότι αυτά που τους πωλούσε είναι δικά του. Και εδώ πάλι αφήνει να νοηθεί ότι ουσιαστικά έλαβε χώρα συμφωνία πώλησης. Όταν ρωτήθηκε πότε διαπίστωσε ότι ο ενάγων δεν ήταν ιδιοκτήτης, με μια έξυπνη απάντηση ανέφερε «Όταν ο κ.Τσιανίδης δεν μπορούσε να αποδείξει την κυριότητα όλων...». Διερωτάται κάποιος, ο ενάγων απέδειξε στον κ.Κωνσταντίνου την κυριότητα ορισμένων εμπορευμάτων; Ισχυρίστηκε ότι ζήτησε τον Μάιο του 2002 από τον κ.Τσιανίδη να του επιστρέψει τις συναλλαγματικές. Με άλλα λόγια ουσιαστικά άφησε να νοηθεί πως για δύο περίπου χρόνια ανέμενε τον ενάγοντα να αποδείξει την κυριότητα των μηχανημάτων, αδειών κλπ. Ρωτήθηκε σε ποιες ενέργειες προέβη όταν ζήτησε από τον ενάγοντα τις συναλλαγματικές το 2002 και αυτός δεν του τις επέστρεψε. Και πάλι δεν απάντησε και αρκέστηκε να ισχυριστεί ότι το 2004 ανάγκασε τον αδελφό του, τον κουνιάδο του και την γυναίκα του να αγοράσουν οικόπεδο του ενάγοντα για να του δώσει ο τελευταίος μέρος του τιμήματος, το οποίο βεβαίως, ως ο ίδιος ανέφερε, δεν του έδωσε. Επανεξεταζόμενος σε σχέση με την συναλλαγματική των ΛΚ12.000 η οποία φέρει ημερομηνία λήξης 2002 ανέφερε πως όταν υπέγραφε την εν λόγω συναλλαγματική αυτή δεν είχε ημερομηνία λήξης 2002, Αυτό το ανέφερε επειδή φαίνεται στην εν λόγω συναλλαγματική κάτω από το τελικό «2» να υπάρχει «0». Παρόλο που το θέμα αυτό καλύπτεται από το δικόγραφο του με το οποίο παραδέχεται ότι αυτή είχε ημερομηνία λήξης 2002, εντούτοις η στάση του γύρω από το πιο πάνω θέμα δείχνει για άλλη μια φορά πόσο έξυπνος και πονηρός είναι. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε στην αντεξέταση του ότι τώρα διαπίστωσε ότι η ημερομηνία λήξης της εν λόγω συναλλαγματικής είναι παραποιημένη και για αυτό δεν συμπεριέλαβε στο δικόγραφο του τέτοιο ισχυρισμό. Εφόσον τώρα διεπίστωσε το γεγονός αυτό γιατί ισχυρίστηκε ότι όταν υπέγραφε την εν λόγω συναλλαγματική αυτή δεν είχε ημερομηνία λήξης 2002; Δεν ήταν η θέση του ότι η συναλλαγματική αυτή είχε ημερομηνία λήξης το 2000 γιατί έτσι είχε συμφωνηθεί. Τα πιο πάνω τα ανέφερε για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του ότι η εν λόγω συναλλαγματική είναι άκυρη (ισχυρισμός βεβαίως ο οποίος δεν καλύπτεται από το δικόγραφο του). Ο κ.Κωνσταντίνου, εκμεταλλευόμενος τα προβλήματα που ενδεχομένως αντιμετώπιζε ο ενάγων σε σχέση με εταιρείες που διατηρούσε, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι τα εν λόγω μηχανήματα δεν ήταν του ενάγοντα, αλλά ανήκαν στις εν λόγω εταιρείες και/ή σε τρίτα πρόσωπα και συνεπώς δεν μπορούσε να τα πωλήσει στην εναγόμενη εταιρεία. ΄Ηταν ίσως το μόνο πράγμα πάνω στο οποίο μπορούσε να βασίσει την υπεράσπιση της η εναγόμενη εταιρεία του για να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τον ενάγοντα. Ο κ.Κωνσταντίνου γνώριζε τα πάντα γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μηχανημάτων που αγόραζε. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει μου έδωσε την εντύπωση, επαναλαμβάνω, έξυπνου ανθρώπου και δεν δέχομαι τη μαρτυρία του ότι ο ενάγων «τον ξεγέλασε και του τα έπαιρνε» γιατί όπως ανέφερε «ο κ.Τσιανίδης είναι γνωστός στην αγορά». Δεν δέχομαι τη μαρτυρία του ότι υπέγραψε και παρέδωσε τρεις συναλλαγματικές για το συνολικό ποσό των £65.000, ότι πλήρωσε £12700 έναντι μιας συναλλαγματικής, χωρίς να παραλάβει εμπορεύματα. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως ο εν λόγω μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Ο κ.Αντρέας Χριστοφή, γαμπρός του κ.Γιώργου Κωνσταντίνου, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Ισχυρίστηκε ότι, στις 28.2.2000 δεν ήταν παρών κατά την καταμέτρηση των μηχανημάτων που βρίσκονταν στο εργοστάσιο της ΄Εγκωμης. Για να υποστηρίξει τον πιο πάνω ισχυρισμό του προσκόμισε την βεβαίωση, Τεκμήριο 37, της ΑΤΗΚ η οποία βεβαιώνει τα ακόλουθα: «Βεβαιώνεται ότι ο υπάλληλος της υπηρεσίας κ.Χριστοφή Ανδρέας (ΑΔΤ - 502593), στις 28 Φεβρουαρίου 2000, εργαζόταν κανονικά και δεν απουσίαζε από την εργασία του είτε με κανονική άδεια, είτε με άδεια ασθενείας, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξάγονται από τις σχετικές βάσεις δεδομένων της ΑΤΗΚ». Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο ίδιος είναι ηλεκτρολόγος και εκτελεί εργασία σε γραφείο. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είχε ιδιαίτερη βαρύτητα και προβλήθηκε από τον μάρτυρα για να υποστηρίξει την θέση του πως αφού δεν ήταν με άδεια και δεν εκτελεί εξωτερική εργασία, δεν ήταν δυνατό να ήταν παρών στις 28.2.2000 στο εργοστάσιο της ΄Εγκωμης. Ο μάρτυρας αυτός όμως βρίσκω πως είπε ψέματα όταν αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν εκτελεί εξωτερική εργασία. Θα παραθέσω απλά το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του. «Ε - Τί δουλειά κάνετε εσείς; Α - Εγώ είμαι ηλεκτρολόγος. Ε - Εξωτερική δουλειά; Α - Όχι, σε γραφείο. Ε - Δεν βγαίνετε έξω; Α - Μπορεί να βγω για επίβλεψη κάποιων έργων» Αφήνω βεβαίως κατά μέρος πως, όπως ο ίδιος παραδέκτηκε αντεξεταζόμενος, δεν θυμόταν κατά πόσο κατά την πιο πάνω ημερομηνία βγήκε έξω για υπηρεσιακούς λόγους. Συνεπώς, στις 28.2.2000 είχε τη δυνατότητα να βγει έξω και να επισκεφθεί οποιονδήποτε χώρο, συμπεριλαμβανομένου και του εργοστασίου της ΄Εγκωμης. Η μαρτυρία του απορρίπτεται αφού τον θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα. Ο κ.Ιωάννης Γιαπατής μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ας σημειωθεί πως η μαρτυρία του στα ουσιώδη σημεία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, η μαρτυρία του ότι έγινε καταγραφή-καταμέτρηση των μηχανημάτων που υπήρχαν στο εργοστάσιο της ΄Εγκωμης (σχετικό είναι το Τεκμήριο 5), στην παρουσία του Αντρέα Χριστοφή και κ. Νικόλα Κολιού οι οποίοι εκπροσωπούσαν την εναγόμενη-εταιρεία και τον διευθυντή της κ.Γ. Κωνσταντίνου, δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του ότι αυτοί που του ζήτησαν να γίνει καταγραφή-καταμέτρηση των μηχανημάτων ήταν οι κ.κ..Χριστοφή και Κολιός επειδή τα μηχανήματα θα τα αγόραζε ο κ.Κωνσταντίνου, δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του ότι μετά την καταγραφή-καταμέτρηση ο κ.Κωνσταντίνου τους συγκέντρωσε όλους στο εργοστάσιο και τους ανέφερε ότι αγόρασε την εταιρεία και τα μηχανήματα και ότι από τούδε και στο εξής θα πληρώνονται από τον ίδιο, δεν αμφισβητήθηκε. Με βάση τη μαρτυρία του δέχομαι ότι στο εργοστάσιο της ΄Εγκωμης έγινε καταμέτρηση των μηχανημάτων που υπήρχαν εντός αυτού. Τα μηχανήματα αυτά εκτίθενται στο Τεκμήριο
- Η καταμέτρηση έγινε στην παρουσία του Αντρέα Χριστοφή και του Νικόλα Κολιού, οι οποίοι εκπροσωπούσαν την εναγόμενη εταιρεία και τον διευθυντή αυτής Γ.Κωνσταντίνου. Συγκεκριμένα, ο ίδιος τους έδειχνε τα μηχανήματα που υπάρχουν στο Τεκμήριο
- Ο λόγος της καταμέτρησης ήταν γιατί τα εν λόγω εμπορεύματα θα αγοράζονταν από την εταιρεία του Γιώργου Κωνσταντίνου. Βρίσκω επίσης ότι μετά την καταμέτρηση ο κ.Γιώργος Κωνσταντίνου ανέφερε στον ίδιο και στους άλλους υπαλλήλους ότι αγόρασε τα μηχανήματα και ότι από τούδε και στο εξής θα πληρώνονται από αυτόν. Η μαρτυρία του κ.Πέτρου Λοϊζου (ΜΥ3) ότι αγόρασε από τον ενάγοντα ή από τις εταιρείες του προϊόντα γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε κατά πόσο οι διάδικοι είχαν συνάψει την επίδικη συμφωνία ή κατά πόσο είχαν κάνει οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις για να καταλήξουν σε συμφωνία. Σε σχέση με τα πωληθέντα προς τον ίδιο προϊόντα, δεν γνώριζε κατά πόσο αυτά υπήρχαν πριν ο ενάγων συνάψει την κατ΄ισχυρισμό συμφωνία με την εναγόμενη-εταιρεία. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από την μαρτυρία του. «Ε - Και ότι σας είπε ο κ. Τσιανίδης ότι αυτά τα προϊόντα τα είχε πουλήσει στην Ελλάδα, ο παραλήπτης δεν τα παρέλαβε και υπάρχει αυτό το στοκ που σας πούλησε. Α - Δεν ήταν θέμα που αφορούσε και ούτε με αφορά. Ε - Σας λέω ότι σας το είπε αυτό το πράγμα. Α - Είναι άποψη σας. Τι θέλετε να σας πω. Ε - Και ότι είναι αυτά τα προϊόντα που πήρατε εσείς με τις £42.000 με ένα άλλο μικρό στοκ που είχε ο ίδιος στην αποθήκη του Α - Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό.» Ας σημειωθεί πως δεν είναι η θέση της εναγόμενης εταιρείας (ούτε είναι επίδικο θέμα) ότι ο ενάγων δεν έπρεπε να πωλεί μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας εμπορεύματα που είχε πριν από την σύναψη της. Είναι δε αδιαμφισβήτητο γεγονός πως όταν ο εν λόγω μάρτυρας επισκέφθηκε το εργοστάσιο στην ΄Εγκωμη ο ενάγων ήταν υπάλληλος της εναγόμενης εταιρείας και στο χώρο του εργοστασίου ασκούσε επαγγελματικές δραστηριότητες η εναγόμενη η οποία και χρησιμοποιούσε μηχανήματα που υπήρχαν εντός αυτού. Ο μάρτυρας Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου δεν μου έκανε εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω την μαρτυρία του. Την μόνη μαρτυρία του που αποδέχομαι είναι αυτή που αναφέρεται σε γεγονότα που είναι παραδεκτά από τον ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι τον Μάιο του 2001 αγόρασε από τον ενάγοντα καλούπια, προϊόντα και ύλες. Αγόρασε επίσης και κάποια μηχανήματα τα οποία επέλεξε αφού τα περισσότερα μηχανήματα δεν τα γνώριζε και δεν τον ενδιέφεραν. Το ποσό που συμφωνήθηκε για την αγορά όλων αυτών ήταν, όπως ανέφερε, «περίπου, αν θυμάμαι, £16000». Όταν ρωτήθηκε αν έχει εξοφληθεί το συμφωνηθέν τίμημα απάντησε πως υπάρχει υπόλοιπο αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιο ήταν αυτό. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αλλά ότι απέφευγε να αναφερθεί στο ποσό που οφείλει. Όταν του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα μια επιταγή για το ποσό των £2.500 παραδέκτηκε ότι αυτή η επιταγή εκδόθηκε από τον ίδιο με δικαιούχο τον ενάγοντα και αφορούσε μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος. Δέχτηκε τότε ότι η επιταγή αυτή παραμένει απλήρωτη. Αμέσως ανέφερε πως το μόνο ποσό που οφείλει στον ενάγοντα είναι αυτό της συγκεκριμένης επιταγής. Όταν του υποβλήθηκε ότι οφείλει ακόμη £6.000 έδωσε την ακόλουθη μη πειστική απάντηση «δεν θυμάμαι επειδή είναι 7 χρόνια τώρα και αν υπάρχει υπόλοιπο πρέπει να υπάρχουν επιταγές». Του ζητήθηκε να δει μια επιστολή και να αναφέρει κατά πόσο παρέλαβε αυτή την επιστολή. Η εν λόγω επιστολή φέρεται να υπογράφεται από τον κ.Κωνσταντίνου και απευθύνεται στον ίδιο λέγοντας του πως ο κ.Κωνσταντίνου δεν φέρει ένσταση να τακτοποιήσει οποιαδήποτε εκκρεμότητα που υπάρχει μεταξύ του κ.Παπαπαναγιώτου και του ενάγοντα σε σχέση με οποιαδήποτε συναλλαγή που έλαβε χώρα μεταξύ τους. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι οποιαδήποτε απαίτηση της εταιρείας του κ.Κωνσταντίνου για το πιο πάνω θέμα, θα υποβληθεί προς τον κ.Τσιανίδη, εναντίον του οποίου επεφύλασσε όλα τα δικαιώματα της. Και εδώ η μαρτυρία του δεν ήταν καθαρή. Ισχυρίστηκε πως δεν θυμόταν αν παρέλαβε τέτοια επιστολή και παρακολουθώντας τον διαπίστωσα ότι και εδώ ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει αυτά που γνώριζε. Σε σχέση με την επιταγή για την οποία έγινε αναφορά προηγουμένως και για την οποία αρχικά είχε ισχυριστεί ότι σταμάτησε την πληρωμή της, σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε «Αν θυμάμαι καλά νομίζω ότι την είχα σταματήσει. Αν θυμάμαι καλά». Όταν του υποβλήθηκε ότι η επιταγή δεν τιμήθηκε γιατί ο λογαριασμός του δεν είχε χρήματα, αρκέστηκε πάλι σε γενικολογίες. Θεωρώ σκόπιμο εδώ να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά. «Ε . Εσείς ισχυρίζεστε ότι είχατε λεφτά; Α . Εγώ δεν ισχυρίστηκα τίποτε. Δεν θυμούμαι γι΄αυτή την επιταγή. Λέω ότι σύμφωνα με τον τραπεζιτικό κανονικά αν δεν υπάρχουν λεφτά γράφει R/D, το διεθνές. Δεν ξέρω στην Κύπρο.» Τη μόνη μαρτυρία του που δέχομαι είναι ότι αγόρασε από τον ενάγοντα το 2001 (δηλαδή πολύ μετά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας) κάποια προϊόντα έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των £16,
- Αυτά ήταν κυρίως πρώτες ύλες, έτοιμα προϊόντα και υλικά συσκευασίας. Αγόρασε επίσης και κάποια μηχανήματα τα οποία όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο ήταν αυτά που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη εταιρεία το
- Ας σημειωθεί πως ο ενάγων δεν αρνήθηκε ότι το 2001 πώλησε στον μάρτυρα κάποια μηχανήματα, όπως παλαιούς αποσμητήρες και άλλα προϊόντα, τα οποία όμως δεν ήταν στη συμφωνία που συνήψε με την εναγόμενη εταιρεία. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία βρίσκω ότι μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης καταρτίστηκε τον Φεβρουάριο του 2000 προφορική συμφωνία πώλησης με συμφωνηθέν τίμημα £130.
- Το περιεχόμενο της συμφωνίας ήταν αυτό στο οποίο ο ενάγων έκανε αναφορά στη μαρτυρία του. Σε σχέση με τα μηχανήματα, βρίσκω ότι αυτά που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στην εναγόμενη, εκτίθενται στο Τεκμήριο
- ΄Εναντι του πιο πάνω συμφωνηθέντος τιμήματος, στις 12.6.2000 η εναγόμενη εταιρεία υπέγραψε και παράδωσε στον ενάγοντα τρεις συναλλαγματικές (Τεκμήριο 6) συνολικής αξίας £65.000 (μια συναλλαγματική για £25.000, μια συναλλαγματική για £28.000 και μια συναλλαγματική για £12.000). Οι εν λόγω συναλλαγματικές ήταν πληρωτέες δύο χρόνια μετά την έκδοση τους, δηλαδή στις 11.6.
- (Επαναλαμβάνω πως η υπογραφή και παράδοση των εν λόγω συναλλαγματικών είναι παραδεκτό γεγονός από την εναγόμενη εταιρεία. Προς τούτο παραπέμπω στην παράγραφο 9 του δικογράφου της). Βρίσκω επίσης ότι ο ενάγων εκπλήρωσε και τις άλλες συμβατικές του υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα βρίσκω ότι έδωσε την συγκατάθεση του για να εγγράψει ο κ.Κωνσταντίνου, και ενέγραψε, εταιρεία στην οποία να υπάρχει η λέξη Biochemie. Tέλος, βρίσκω ότι έδωσε άδεια και/ή συγκατάθεση όπως εταιρείες του κ.Κωνσταντίνου παρασκευάζουν προϊόντα στα οποία ο ίδιος έκανε αναφορά. Σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εναγόμενης εταιρείας βρίσκω ότι αυτή κατέβαλε το ποσό των £12.700 έναντι της συναλλαγματικής των £25.
- Βρίσκω επίσης ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε περαιτέρω ποσό ύψους £34.
- Το ποσό αυτό καταβλήθηκε είτε στον ενάγοντα είτε σε τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό του ενάγοντα. Η εναγόμενη εταιρεία δεν κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό και συνεπώς συνεχίζει να οφείλει το ποσό των £83.078,00 (£130.000-£46.922). Ως εκ τούτου βρίσκω ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση για το πιο πάνω ποσό. Η ανταπαίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφού η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί προς υποστήριξη της έχει απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Εκδίδεται απόφαση υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγομένης για €141.947,19 (που είναι το αντίστοιχο ποσό των £83.078) με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Η εναγόμενη εταιρεία καταδικάζεται στα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ) ................ Ι.Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο