GAP Vassilopoulos Insurance Agencies Ltd ν. Γιώργος Αθανασίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1296/05, 16 Ιανουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1296/05 Μεταξύ: G.A.P. Vassilopoulos Insurance Agencies Ltd Ενάγοντες Και
- Γιώργος Αθανασίου
- Βάσος Βασιλείου
- Γιώργος Νεοφύτου Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Ιανουαρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Α. Ιακώβου για Ιακώβου και Κούτρας. Για Εναγόμενους: κ. Κ. Κνώφος για Κ. Δημητριάδη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες διεκδικούν απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για ποσό Λ.Κ.9.675,18 το οποίο κατ' ισχυρισμόν αντιπροσωπεύει τη συμφωνηθείσα και ή εύλογη αξία ασφαλιστικών συμβολαίων εκδοθέντων για λογαριασμό και ή προς όφελος του Εναγομένου
- Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται με την υπεράσπιση του ότι υπήρχε μεταξύ αυτού και των Εναγόντων συμφωνία με βάση την οποία ο ίδιος διαμεσολαβούσε για την σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων μεταξύ των Εναγόντων και τρίτων προσώπων υπό την ιδιότητα του ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος (broker). Πλην όμως αρνείται ότι υπήρχε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 23.4.98 για αυτή τη συνεργασία, καθώς και ότι με βάση όρο τέτοιας συμφωνίας ήταν υποχρεωμένος "να καταβάλλει στους Ενάγοντες τα συμπεφωνημένα ασφάλιστρα των συμβολαίων τα οποία συνήπτοντο μέσω του, εντός τριών μηνών από της έκδοσης του σχετικού τιμολογίου". Δικογραφικά ήταν η θέση του Εναγομένου 1 πως ναι μεν οι Ενάγοντες του είχαν προτείνει προς υπογραφή έγγραφο ημερ. 23.4.98, αλλά λόγω διαφωνιών και επιφυλάξεων του αυτό δεν υπεγράφη και πως "η συνεργασία του με την εταιρεία διεξαγόταν στην βάση προγενέστερης και ή προφορικής συμφωνίας". Δέχεται πως είχε την υποχρέωση να καταβάλλει στους Ενάγοντες οποιαδήποτε ποσά εισέπραττε από πελάτες, αλλά αντιτάσσει πως καμιά ευθύνη δεν είχε για ασφάλιστρα που δεν είχαν εισπραχθεί από τον ίδιο. Μαρτυρία Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες κάλεσαν ως μοναδική μάρτυρα την υπεύθυνη του Λογιστηρίου στο Τμήμα Ασφαλειών από το 1994 κα Κατερίνα Αντωνίου (Μ.Ε.). Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. Στην κυρίως εξέταση της η κα Αντωνίου ανέφερε πως ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν και η τήρηση των λογαριασμών των αντιπροσώπων τους. Αναφέρθηκε γενικά στον τρόπο ορισμού κάποιου ως αντιπροσώπου καθώς και στον τρόπο σύναψης των ασφαλιστικών συμβολαίων στη συνέχεια. Ο αντιπρόσωπος - είπε - πιστώνετο με την προμήθεια του ταυτοχρόνως με την έκδοση του συμβολαίου. Η ίδια καταχωρούσε τα στοιχεία αυτά στο λογαριασμό κάθε αντιπροσώπου και ακολούθως έστελλε τις καταστάσεις σ' εκείνους για να εισπράξουν τα ασφάλιστρα για τα εκδοθέντα συμβόλαια. Ήταν επίσης υπεύθυνη και για την ενημέρωση του συστήματος σχετικά με τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε κάθε αντιπρόσωπος. Η μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 την ισχυριζόμενη συμφωνία "Συμφωνία Συνεργασίας Αντιπροσώπου" ημερ. 23.4.98, ως Τεκμήριο 3 την κατάσταση συμβολαίων, πληρωμών και προμηθειών για τον Εναγόμενο 1 (στην οποία παρουσιάζεται ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.9.675,18) και ως Τεκμήριο 4 δεκαεννέα τιμολόγια τα οποία κατάφερε να εντοπίσει. Στην αντεξέταση της η κα Αντωνίου συμφώνησε ότι οι Ενάγοντες έχουν πολλά τμήματα, δύο εκ των οποίων είναι το Τμήμα Αξιολόγησης Κινδύνων και το Τμήμα Κάλυψης. Ήταν η θέση της πως οι αντιπρόσωποι έχουν να κάνουν και μαζί της διότι προβαίνουν σε πληρωμές προς την ίδια ή μπορεί να της ζητήσουν τιμολόγια. Αναγνώρισε ότι η σχέση της μ' αυτούς περιορίζεται στο οικονομικό - λογιστικό επίπεδο, αλλά πρόσθεσε πως αν χρειάζοντο βοήθεια και για οποιοδήποτε άλλο θέμα ήταν στην διάθεση τους. Δέχθηκε επίσης πως τα τιμολόγια προς τους αντιπροσώπους εκδίδοντο από άλλη κοπέλα (του "Operation") και ακολούθως το συμβόλαιο με το τιμολόγιο κατέληγαν κοντά της οπότε έχοντας και κατάσταση με το τι προμήθεια δικαιούτο ο καθένας, προέβαινε στην απαραίτητη ενημέρωση του συστήματος, ελέγχοντας παράλληλα και τα ποσά. Όπως ανέφερε η κα Αντωνίου, τον Εναγόμενο 1 έτυχε να τον δει (χωρίς να του μιλήσει) μια- δύο φορές στα γραφεία τους καθώς και να του μιλήσει κάποιες φορές στο τηλέφωνο για επιστραφείσες απλήρωτες επιταγές. Τους Εναγόμενους 2 και 3 όμως, οι οποίοι φέρονται ως εγγυητές στο Τεκμήριο 2, δεν τους έχει δει ποτέ. Η κα Αντωνίου προκλήθηκε κατά την αντεξέταση της να παρουσιάσει τις Προτάσεις Ασφάλισης και τα Συμβόλαια Ασφάλισης που φαίνονται στο Τεκμήριο 3, αφού με βάση δικό της ισχυρισμό αυτά υπήρχαν φυλαγμένα σε μεγάλο όγκο εντός εμπορευματοκιβωτίων (containers) τα οποία χρησιμοποιούνται ως αποθήκες των Εναγόντων. Αφού αναβλήθηκε η υπόθεση και της δόθηκε χρόνος 15 ημερών να το πράξει, επέστρεψε παρουσιάζοντας έγγραφα για 5 συμβόλαια και κυρίως στοιχεία για 5 απαιτήσεις που είχαν εγερθεί βάσει τέτοιων συμβολαίων ως Τεκμήρια 5 έως 9, για τα οποία και απάντησε σε σχετικές ερωτήσεις. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με πάρα πολύ μεγάλη προσοχή την κα Αντωνίου ενώ αυτή κατέθετε στο εδώλιο και πρέπει να πω ότι μου έδωσε την εικόνα ότι οι γνώσεις της περιορίζονται μόνο στο οικονομικό - λογιστικό επίπεδο της συνεργασίας των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 1 και ειδικότερα στην τήρηση μιας κατάστασης λογαριασμού με βάση έγγραφα που άλλα τμήματα της έδιδαν. Βεβαίως η ίδια προφανώς θεώρησε πως εκ καθήκοντος όφειλε να υποστηρίξει και όλες τις άλλες πτυχές της υπόθεσης των Εναγόντων και στα πλαίσια αυτά εξέλαβε ως δεδομένο και αυτονόητο πως ο Εναγόμενος είχε υπογράψει την γραπτή συμφωνία που η ίδια κατείχε και παρουσίασε ως Τεκμήριο
- Πλην όμως, όπως αργότερα παραδέχθηκε, η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή τέτοιας συμφωνίας και ούτε ανέφερε οποιαδήποτε πηγή πληροφόρησης της για το ενδεχόμενο υπογραφής της. Παραδέχθηκε επίσης πως αυτά τα θέματα διεκπεραιώνοντο από άλλο Τμήμα των Εναγόντων, χωρίς να κληθεί οποιοσδήποτε τέτοιος μάρτυρας με άμεση γνώση για το θέμα. Με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένη την άρνηση του Εναγόμενου 1 δεν είναι δυνατό να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί υπογραφής του Τεκμηρίου 2 από τον Εναγόμενο
- Από την άλλη όμως είναι γενικά παραδεκτό πως ο Εναγόμενος 1 λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος (broker) των Εναγόντων και υπ' αυτήν την ιδιότητα εξεύρισκε πελάτες για λογαριασμό τους και οι Ενάγοντες τους ασφάλιζαν καταβάλλοντας του σχετική προμήθεια. Σημειώνεται πως οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους δεν διευκρινίζουν κατά πόσον η συμφωνία τους με τον Εναγόμενο ήταν γραπτή ή προφορική, πως ο Εναγόμενος παραδέχθηκε τη συνεργασία στην Έκθεση Υπεράσπισης του και πως γενικά η συνεργασία επιβεβαιώθηκε τόσον από την προφορική μαρτυρία της κας Αντωνίου (και σχετικές υποβολές της υπεράσπισης), όσον και από τα διάφορα έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί (Τεκμήρια 4 και 5 έως 9). Κατά συνέπειαν αποτελεί εύρημα μου πως ο Εναγόμενος ήταν αντιπρόσωπος των Εναγόντων σε θέματα ασφαλειών έναντι προμήθειας. Πέραν αυτού όμως δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για το ποιοι ήταν οι όροι της συμφωνίας συνεργασίας αφού η κα Αντωνίου δεν γνώριζε πότε, που και μεταξύ ποιών συνήφθη η συμφωνία. Δέχθηκε μεν ότι με όλους τους αντιπροσώπους σε όλες τις πόλεις μιλούσε κάποιος Γιώργος Κωνσταντίνου εκ μέρους των Εναγόντων, αλλά όπως ήταν φυσικό δεν γνώριζε κάτι συγκεκριμένο για τα διαμειφθέντα μεταξύ αυτού και του Εναγόμενου
- Συνεπώς δεν υπάρχει μαρτυρία πως υπήρχε ρητός όρος ότι τα ασφάλιστρα ήταν καταβλητέα στους Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 1 ανεξαρτήτως του εάν ο τελευταίος τα είχε εισπράξει από τους ασφαλιζόμενους ή όχι, οπότε ούτε τέτοιο εύρημα μπορεί να γίνει. Δεν αμφισβητείται ότι ο Εναγόμενος 1 προέβαινε σε πληρωμές, αλλά αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι πλήρωνε χωρίς να εισπράξει. Η κα Αντωνίου βασικά γνώριζε - όπως ήδη ανεφέρθη - μόνο τις καταγραφές στις οποίες το λογιστήριο προέβαινε. Δέχομαι τη μαρτυρία της ότι μετά την έκδοση των τιμολογίων η πρακτική γενικά ήταν να φθάνουν όλα τα έγγραφα αυτά στο Λογιστήριο του οποίου προϊστατο η ίδια και ακολούθως να γίνονται οι ανάλογες χρεωπιστώσεις στο μηχανογραφημένο σύστημα των Εναγόντων, για το οποίο υπεύθυνο ήταν το Λογιστήριο. Βασικά στο σύστημα αυτό χρεώνοντο τα ασφάλιστρα και πιστώνοντο οι προμήθειες κάθε αντιπροσώπου, όπως και οι πληρωμές που έφθαναν από αντιπροσώπους ή άλλως πως. Όπως όμως παραδέχθηκε ευθαρσώς η κα Αντωνίου, η ίδια ως λογιστήριο σε καμιά περίπτωση μπορούσε να χρεώσει κάτι χωρίς εντολή από το "Operation", στο οποίο (τμήμα) έφθαναν οι Προτάσεις Ασφάλισης και ήταν υπεύθυνο για την διαδικασία εξέτασης τους, καθώς και την έκδοση συμβολαίων και τιμολογίων. Συνεπώς η κα Αντωνίου όσον αφορά την έκδοση συμβολαίων και ειδικά την υποβολή προτάσεων από τον Εναγόμενο 1 δεν έχει προσωπική γνώση περί του κατά πόσον προέρχονται από τον Εναγόμενο 1 ή όχι. Η προσπάθεια της να εντοπίσει τα ίδια τα συμβόλαια και τις Προτάσεις Ασφάλισης απέβη άκαρπη και άλλη καλύτερη δυνατή μαρτυρία από πρόσωπα που παρέλαβαν τέτοιες προτάσεις και εξέδωσαν συμβόλαια δεν έχει παρουσιαστεί επίσης. Συνεπώς μαρτυρία η οποία να συνδέει τις χρεώσεις της κας Αντωνίου στο Τεκμήριο 3 με προτάσεις ασφάλισης που πράγματι υπέβαλε ο Εναγόμενος 1 δεν υπάρχει. Όσον αφορά τα 19 τιμολόγια που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήριο 4.1 - 4.19 και πάλιν στηρίζονται σε καταγραφές άλλων προσώπων του τμήματος που εξέδιδε τα συμβόλαια μετά την εξέταση των προτάσεων και εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν θεωρηθούν ως εργασία που έφερε ο Εναγόμενος 1, είναι προφανές πως αφορούν πολύ μικρό μέρος των καταγραφών και χρεώσεων της κας Αντωνίου στο Τεκμήριο 3, ήτοι ποσόν Λ.Κ.4.780,10, αν ληφθεί υπόψιν πως ο λογαριασμός έφθασε κάποια στιγμή μέχρι και τις Λ.Κ.11.365 - ακόμα και μετά από πιστώσεις. Τα 5 συμβόλαια για τα οποία παρουσίασε κυρίως τις απαιτήσεις πληρωμής ως Τεκμήρια 5-9 η κα Αντωνίου, επίσης δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα, αφού και αυτά αφορούν πολύ μικρό μέρος της συνεργασίας και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούν τις προτάσεις ή τα συμβόλαια. Όπως εξήγησε και πάλιν η κα Αντωνίου οι υπογραφές του Εναγόμενου 1 τίθεντο στις Προτάσεις Ασφάλισης και όχι επί των τιμολογίων ή άλλων εγγράφων. Είναι η κατάληξη μου λοιπόν από πλευράς αξιοπιστίας πως η κα Αντωνίου, παρά την προσπάθεια της να υποστηρίξει την υπόθεση των εργοδοτών της - Εναγόντων, δεν μπορούσε και δεν είχε γνώση η ίδια για το ποιες προτάσεις ασφάλισης υπέγραψε και υπέβαλε ο Εναγόμενος 1 και ποια συμβόλαια εκδόθηκαν βάσει τέτοιων προτάσεων. Αντιθέτως ούτε καν γνώριζε τον Εναγόμενο 1 προηγουμένως και απλώς προέβαινε σε χρεώσεις βάσει τιμολογίων που της έστελλε άλλο τμήμα. Βασικά η ιδιότητα της ως λογίστριας της στερούσε την δυνατότητα να έχει προσωπική γνώση για τα συμβόλαια που υπέβαλε ο Εναγόμενος 1, ενώ η αδυναμία της να εντοπίσει τα έγγραφα αυτά της στέρησε και την δυνατότητα να έχει έστω εξ ακοής γνώση για όλα αυτά. Παρακολουθώντας την πρέπει επίσης να πω ότι δεν έχω πειστεί πως ταχυδρομούσε η ίδια κάθε μήνα κατάσταση λογαριασμού προς τον Εναγόμενο
- Σε τέτοια περίπτωση θα ήταν εύλογο και αναμενόμενο να έχει έστω ένα αντίγραφο τέτοιας κατάστασης και κυρίως κάποια μαρτυρία περί ταχυδρόμησης. Γενικά πρέπει να παρατηρήσω πως στην αρχή της μαρτυρίας της η κα Αντωνίου προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο πως η ίδια γνώριζε προσωπικά τα πάντα και πως μπορούσε να παρουσιάσει όλα τα έγγραφα που θα τεκμηρίωναν τους ισχυρισμούς της. Τελικά όμως υποχρεώθηκε αφενός να δεχθεί ότι δεν είχε τη δυνατότητα και τη γνώση για κάτι τέτοιο και αφετέρου να επικαλείται άλλα πρόσωπα στα οποία παρέπεμπε τον συνήγορο των Εναγομένων για διευκρινήσεις. Νομική Πτυχή Το πρώτο θέμα που εγείρουν με την αγόρευση τους οι Εναγόμενοι είναι πως δεν έχει αποδειχθεί η υπογραφή γραπτής σύμβασης με τον Εναγόμενο 1 και έχουν δίκαιο στην εισήγηση τους αφού στην αστική δίκη το βάρος απόδειξης της γνησιότητας εγγράφου το φέρει εκείνος που το προσάγει και αυτός που επικαλείται την εγκυρότητα του (βλ. υπόθεση Cyromix Concetrates Co. Ltd V. Vitafor N.V.
(2001)1 A.A.Δ. 676). Έχοντας υπόψιν και τα λεχθέντα στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ V. E. T. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 843 καθώς και τα δικόγραφα στην παρούσα αγωγή πρέπει να παρατηρήσω πως ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε ρητώς την σύναψη οποιασδήποτε γραπτής σύμβασης συνεργασίας ημερ. 23.4.
- Συνεπώς οι Ενάγοντες είχαν το βάρος απόδειξης της υπογραφής του Τεκμηρίου 2 από τον Εναγόμενο 1 και δεν το έχουν αποσείσει αφού η μάρτυρας τους απλώς δεν είχε τέτοια γνώση. Η απλή κατάθεση του εν λόγω εγγράφου δεν προωθεί τη θέση των Εναγόντων δεδομένου ότι δεν είναι η ύπαρξη του που αμφισβητείται, αλλά η υπογραφή του από τον Εναγόμενο 1 και τους Εναγόμενους 2 και
- (βλ. και την υπόθεση Εταιρεία Αλλαντικών Προϊόντων Κρίστη Λτδ V. P.T.A Foodlab & Nutritional Services Ltd
(2006)1 A.A.Δ.827). Παρά ταύτα το Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι υπήρχε συμφωνία συνεργασίας των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 1 δυνάμει άλλης διευθέτησης αν και ούτε οι όροι ούτε η ακριβής ημερομηνία έναρξης ούτε και ο τόπος συνομολόγησης έχουν διευκρινιστεί από την μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Δεδομένου όμως ότι οι Ενάγοντες (στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης) χωρίς να αναφέρονται σε γραπτή συμφωνία ομιλούν για "συμφωνία στη Λευκωσία" χωρίς ο Εναγόμενος 1 να αρνείται κάτι τέτοιο θεωρώ πως η αναφορά αυτή δικογραφικά καλύπτει και την διαπιστωθείσα συμφωνία συνεργασίας, την οποίαν ούτως ή άλλως παραδέχθηκε στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 1. Εξάλλου τόσον στο κλητήριο όσο και στα τιμολόγια που έχουν παρουσιαστεί η Ενάγουσα αναφέρεται με έδρα τη Λευκωσία και είναι γνωστή η αρχή ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να αναζητήσει το δανειστή στον τόπο διαμονής του για την πληρωμή. Συνεπώς δεν τίθεται ούτε θέμα κατά τόπον αρμοδιότητας του παρόντος δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στο σύγραμμα Chitty on Constracts, Specific Contracts, Έκδ. 27η, παρ. 31-017, ο αντιπρόσωπος ασφαλιστικής εταιρείας που εργάζεται με προμήθεια ή ως εργοδοτούμενος της κανονικά ενεργεί για την ασφαλιστική εταιρεία παρόλο που η εξουσία του δυνατό να μην επεκτείνεται πέραν της υποβολής προτάσεων ασφάλισης. Αναγνωρίζεται όμως πως στην πράξη είναι πιθανό να μετατραπεί σε αντιπρόσωπο του προτεινόμενου για ασφάλιση εάν επιμένει στην ολοκλήρωση της ασφάλισης. Όπως και να έχουν τα πράγματα στην παρούσα υπόθεση δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία για το περιεχόμενο της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου 1, αλλά είναι παραδεκτό πως ο τελευταίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των πρώτων λαμβάνοντας προμήθεια. Οι Ενάγοντες είχαν πάντως γνώση για όλα τα στοιχεία των ασφαλισμένων και στην απουσία ευρήματος άλλης διευθέτησης με τον αντιπρόσωπο τους πρέπει να σημειωθεί πως θα μπορούσαν και έπρεπε να διεκδικήσουν τα οφειλόμενα από τους ίδιους. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω πρέπει να επισημανθεί πως η αγωγή ούτως ή άλλως δεν αφορά παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό σύμφωνα με την ανάλυση που έγινε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης V. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ.610 και ειδικότερα δεν υπάρχει "συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθό, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο". Αντιθέτως η αγωγή σαφέστατα αφορά υπόλοιπο λογαριασμού στη βάση κατάστασης που τηρούσαν οι Ενάγοντες. Σύμφωνα με την υπόθεση A.L. Mantovani & Sons V. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156: "Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν......... Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους. (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό, V. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041-29.5.97)". Στην πιο πάνω υπόθεση Mantovani κρίθηκε - και επικυρώθηκε από το Εφετείο - πως ο λογιστής (που παρουσιάστηκε και εκεί ως ο μόνος μάρτυρας προς υποστήριξη της απαίτησης) δεν ήταν γνώστης των γεγονότων τα οποία εμφανίζοντο στους λογαριασμούς καθώς και ότι δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας που να αποδείκνυε την ύπαρξη της οφειλής. Κατά παρόμοιο τρόπο απορρίφθηκε και η απαίτηση στην υπόθεση Marketrends Insurance Ltd V. Ανδρέα Μιχαήλ
(2006)1 Α.Α.Δ.734 η οποία αφορούσε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού και κρίθηκε ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών που καταγράφοντο στους λογαριασμούς. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις συνάδουν και με τα όσα λέχθηκαν στην παλαιότερη υπόθεση D and G Products Ltd V. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 263 και ειδικότερα το ότι "η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας". Κατ' αναλογίαν προς όλα τα ανωτέρω και στην παρούσα αγωγή, με δεδομένη την άρνηση του Εναγόμενου 1, απαιτείτο θετική μαρτυρία απόδειξης των όσων καταγράφονται στο λογαριασμό που έχει παρουσιαστεί ως Τεκμήριο 3. Η κα Αντωνίου υπό την ιδιότητα της ως λογίστρια δεν είχε τέτοια γνώση και δυνατότητα αφού απλώς τηρούσε το λογαριασμό βάσει στοιχείων που της έδιδαν άλλοι και δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει κανένα από τα συμβόλαια ή έστω τις προτάσεις ασφάλισης, αν και ανέλαβε τέτοια υποχρέωση μετά τις σχετικές υποβολές που της έγιναν. Ούτε ακόμα και αυτά τα τιμολόγια με βάση τα οποία κατ' ισχυρισμόν η ίδια προέβαινε στις καταγραφές δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει. Ελλείπει δηλαδή παντελώς παραδεκτή μαρτυρία που θα στοιχειοθετούσε γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικό υλικό. Εν πάση περιπτώσει όμως ακόμα και αν κατεδεικνύετο η ύπαρξη υπολοίπου η αγωγή και πάλι δεν θα μπορούσε να επιτύχει δεδομένου ότι δεν απεδείχθη υποχρέωση του Εναγόμενου 1 να πληρώνει χωρίς να έχει εισπράξει τα ασφάλιστρα. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και Φ.Π.Α. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο