← Κύπρος

Alpha Bank Ltd πρώην Lombard NatWest Bank Ltd ν. Χρυστάλλας Πηλαβά κ.α., Αρ. Αγωγής: 11715/03, 22 Ιανουαρίου, 2009

Alpha Bank Ltd πρώην Lombard NatWest Bank Ltd ν. Χρυστάλλας Πηλαβά κ.α., Αρ. Αγωγής: 11715/03, 22 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11715/03 Μεταξύ: Alpha Bank Ltd πρώην Lombard NatWest Bank Ltd Ενάγοντες και

  1. Χρυστάλλας Πηλαβά
  2. Φρόσως Θεοφάνους
  3. Γρηγόρη Πηλαβά Εναγομένων -------------- Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Ε. Μιχαηλίδου Για τους εναγόμενους: κ. Μ. Ιωάννου --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των £18.814, 46 πλέον τόκο προς 8.5% από 1.1.2003 - 5.5.2003 και προς 9% από 6.5.2003 μέχρι εξοφλήσεως καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση 575 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου που ανήκουν στην εναγόμενη 1 και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως και βάσει του νόμου εγγεγραμμένος και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες, ισχυρισμό που οι εναγόμενοι αγνοούν και αρνούνται. Όπως είναι παραδεκτό και στην υπεράσπιση των εναγομένων, κατά ή περί τις 2.11.1999 οι ενάγοντες συμφώνησαν στη Λευκωσία με την εναγόμενη 1, υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν σ' αυτή δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή όπως δίνουν πίστωση ή τραπεζικές διευκολύνσεις για περίοδο κατά την κρίση τους, υπό τους όρους ότι το ποσό και ο τύπος των εν λόγω διευκολύνσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, θα χρεώνονται με τόκο προς 8% ετησίως στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα χωρίς προειδοποίηση προς τους εναγόμενους να τερματίζουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητά οποιαδήποτε δάνεια και/ή πιστώσεις καθώς και να ζητήσουν από τους εναγόμενους την άμεση πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι τα προαναφερθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις όταν καταστούν απαιτητά για οποιαδήποτε αιτία θα χρεώνονται με ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το ανώτατο επιτρεπόμενο από το Νόμο, δεν είναι αποδεκτός από τους εναγόμενους, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνεται στις συμφωνίες των μερών και αποδίδεται σε διαστρέβλωση και/ή παρερμηνεία των συμφωνηθέντων όρων. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τις 29.10.1999 προστέθηκαν όροι με τους οποίους επεκτάθηκαν και/ή αλλοιώθηκαν οι όροι της συμφωνίας των μερών, σύμφωνα με επιστολή των εναγόντων, από την οποία προκύπτει ότι οι τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούσαν οι ενάγοντες προς την εναγόμενη 1 δεν θα υπερέβαιναν το ποσό των £5.000, θα χρεώνοντο με τόκο προς 8% ημερησίως στο εκάστοτε ημερήσιο υπόλοιπο, ο λογαριασμός που θα τηρούσαν οι ενάγοντες επ' ονόματι της εναγόμενης 1 βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας θα εκινείτο αυστηρά εντός του εγκεκριμένου ορίου και προς εξασφάλισή τους οι ενάγοντες, ζήτησαν από την εναγόμενη 1 να ενεχυριάσει 575 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου που είχε επ' ονόματι της, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες υπαναχωρώντας από την άσκηση των συμβατικών τους δικαιωμάτων, να κωλύονται να προχωρήσουν με την παρούσα αγωγή. Σύμφωνα επίσης με την έκθεση απαιτήσεως, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 2.11.1999 οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, παρούσες ή μελλοντικές, απαιτητές ή όχι, προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο καθώς και άμεσες ή έμμεσες με αποτέλεσμα αυτοί να ευθύνονται για το οφειλόμενο, από την εναγόμενη 1 προς τους ενάγοντες, ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Στην υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι 2 και 3 αν και παραδέχονται την ύπαρξη της συμφωνίας εγγυήσεως, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία αυτή υπογράφηκε συνεπεία δόλου ή και ψευδών παραστάσεων των εναγόντων και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων τους ώστε να καθίσταται άκυρη ή και χωρίς νομική ισχύ εφόσον διαβεβαιώθηκαν οι εναγόμενοι 2 και 3 ότι οι τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούντο στην εναγόμενη 1 δεν θα υπερέβαιναν το ποσό των £5.000 ενόσω οι ενάγοντες ήταν εξασφαλισμένοι για το ποσό αυτό λόγω της ενεχυρίασης των μετοχών της εναγόμενης
  4. Την ύπαρξη ενεχυρίασης των 575 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 2.11.1999 και 24.12.1999 προς επιπρόσθετη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες και των όρων ότι οι ενάγοντες έχουν απόλυτο δικαίωμα και εξουσιοδοτούνται από την εναγόμενη 1, σε περίπτωση μη πληρωμής οποιουδήποτε οφειλόμενου και εξασφαλισμένου, με την ενεχυρίαση, ποσού να πωλούν αμέσως είτε με πλειστηριασμό, είτε με άλλο τρόπο τις εν λόγω μετοχές και το προϊόν της πωλήσεως να χρησιμοποιείται έναντι ή προς εξόφληση οποιωνδήποτε υποχρεώσεων των εναγομένων, στην υπεράσπιση τους αποδέχονται οι εναγόμενοι. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι επικαλούμενες από τους ενάγοντες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή οι εναγόμενοι έχουν απαλλαγεί κάθε ευθύνης συνεπεία των συμφωνιών αυτών εφόσον οι ενάγοντες έδωσαν παρατάσεις χρόνου πληρωμής τυχόν οφειλομένου ποσού υπαναχωρώντας από την άσκηση των συμβατικών τους δικαιωμάτων και εμποδιζόμενοι να προχωρήσουν την παρούσα αγωγή, όπως ήδη λέχθηκε. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ακόμη ότι οι ενάγοντες προέβησαν παράνομα σε υπερχρεώσεις ή/και ανατοκισμό ή/και χρέωσαν τον επίδικο λογαριασμό με ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και με τόκους πέραν των νομίμων και/ή υπολογιζόμενους με μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν ποσοστό επιτοκίου. Οι ενέργειες αυτές των εναγόντων χωρίς να ειδοποιήσουν τους εναγόμενους καθιστούν τις συμφωνίες άκυρες και/ή διαρρηχθείσες υπαιτιότητι των εναγόντων με αποτέλεσμα να έχουν απαλλαγεί οι εναγόμενοι από κάθε ευθύνη που απορρέει από τις συμφωνίες αυτές και οι ενάγοντες να μην δικαιούνται ή/ και νομιμοποιούνται να απαιτούν το αξιούμενο ποσό. Πρόσθετα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες και/ή υπάλληλοι τους ήταν αμελείς και/ή ενήργησαν ενάντια στις επίδικες συμφωνίες εφόσον παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές όταν η εναγόμενη 1 τους το ζήτησε με αποτέλεσμα να προκαλέσουν ζημιά και/ή απώλεια σ' αυτή. Διαζευκτικά οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να λάβουν όλα τα μέτρα προς μετριασμό της ζημιάς τους καθότι παρέλειψαν να πωλήσουν τις υπό αναφορά μετοχές κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αν και αποδέχονται την ύπαρξη του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 102-19552-2001-0 (στο εξής «ο λογαριασμός») που οι ενάγοντες άνοιξαν στην εναγόμενη 1, οι εναγόμενοι αρνούνται το επικαλούμενο και αξιούμενο, από τους ενάγοντες, υπόλοιπο και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν τις επιστολές των εναγόντων ημερομηνίας 6.5.2003 και 19.5.2003, με τις οποίες οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και κάλεσαν τους εναγόμενους να πληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, χωρίς οι τελευταίοι να ανταποκριθούν. Η εναγόμενη 1, περαιτέρω, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, ανταπαιτεί από τους ενάγοντες ως αποζημίωση ή/και συνεισφορά το ποσό των £8.050, ως την αξία των υπό αναφορά μετοχών κατά τον κρίσιμο χρόνο, πλέον αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Με την απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση της εναγόμενης 1, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαιτήσεώς τους και απορρίπτουν τους αντίθετους μ' αυτούς ισχυρισμούς των εναγομένων, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση- έγκριση ημερομηνίας 29.10.1999 δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συμφωνία που περιέχει ρητούς όρους και ότι οι σχέσεις των μερών διέπονται από τη μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 2.11.
  5. Απορρίπτουν επίσης την ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 επαναλαμβάνοντας ότι βάσει της συμφωνίας έχουν το απόλυτο δικαίωμα και όχι υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Σπύρου Σπύρου (ΜΕ), υπαλλήλου τους και υπεύθυνου για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης του χρεωστικού λογαριασμού των εναγομένων και εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία της εναγόμενης
  6. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ, οι ενάγοντες με το νέο τους όνομα (βλ. Τεκμήριο 1), απέστειλαν στην εναγόμενη 1 επιστολή ημερομηνίας 29.10.1999 (βλ. Τεκμήριο 2), που αποτελεί την απόφαση/έγκριση των εναγόντων στην αίτηση της εναγόμενης 1 για παραχώρηση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού ποσού £5.000 και την οποία η εναγόμενη 1 υπέγραψε δεχόμενη όσα στην επιστολή αναφέρονται. Με τη συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 2.11.1999 (βλ. Τεκμήριο 3), υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 ίδιας ημερομηνίας (βλ. Τεκμήριο 4), οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν ή να συνεχίσουν να παρέχουν στην εναγόμενη 1 δάνεια σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό και/ή όπως παρέχουν σ' αυτή τραπεζικές διευκολύνσεις για τέτοια περίοδο που θα αποφάσιζαν κατά τη κρίση τους. Βάσει της συμφωνίας εγγυήσεως, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 είτε είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με άλλο πρόσωπο και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων, η εναγόμενη 1 δυνάμει συμφωνιών ενεχυρίασης ημερομηνίας 2.11.1999 και 24.12.1999 ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων 575 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ προς εξασφάλιση των προς αυτούς υποχρεώσεών της (βλ. Τεκμήρια 5 - 10). Περί τις 12.5.2005 οι ενάγοντες αποδέσμευσαν 4.368 μετοχές που ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος τους συμπεριλαμβανομένων και των 575 μετοχών που ενεχυριάσθηκαν ως προαναφέρθηκε από την εναγόμενη 1 (βλ. Τεκμήριο 11). Με βάση την επίδικη συμφωνία οι ενάγοντες άνοιξαν τον επίδικο λογαριασμό και η εναγόμενη 1 παραβίασε τους όρους υπό τους οποίους της παραχωρήθηκε ο εν λόγω λογαριασμός με αποτέλεσμα αυτός να δεικνύει ως υπόλοιπο το αξιούμενο, με την παρούσα αγωγή, ποσό. Όλες οι χρεώσεις στο λογαριασμό συμπεριλαμβανομένων και των χρεώσεων τόκων, είναι νόμιμες και κανονικές, ενόψει και της επιστολής των εναγόντων προς την εναγόμενη 1 ημερομηνίας 6.3.2001 (βλ. Τεκμήριο 12), με την οποία της κοινοποίησαν την αύξηση του επιτοκίου. Οι ενάγοντες απέστελλαν στην εναγόμενη 1 ανελλιπώς όλες τις καταστάσεις λογαριασμού της (βλ. Τεκμήριο 13), οι οποίες προήλθαν από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των εναγόντων, στους οποίους φυλάσσονται σε ηλεκτρονική μορφή όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούν μεταξύ άλλων και τον επίδικο λογαριασμό και αποτελούν το τραπεζικό τους βιβλίο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 την κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 2.11.1999 μέχρι 31.12.2003, η οποία παράχθηκε με τον ίδιο τρόπο και ο ίδιος διαπίστωσε την ορθότητά της με τις καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Με την επιστολή των εναγόντων προς την εναγόμενη 1 ημερομηνίας 6.5.2003 αυτοί τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και τη λειτουργία του προαναφερθέντος λογαριασμού καλώντας την να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τεκμήριο 15) και με τις επιστολές τους ημερομηνίας 19.5.2003 προς τους εναγόμενους 2 και 3 (βλ. Τεκμήρια 16(α) και 16(β)) οι ενάγοντες τους κάλεσαν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο και αξιούμενο ποσό, χωρίς ωστόσο οι εναγόμενοι να ανταποκριθούν ή να συμμορφωθούν στις επιστολές των εναγόντων. Η εναγόμενη 1 στη μαρτυρία της αποδέχθηκε την ύπαρξη των επίδικων συμφωνιών με τους ενάγοντες υποστηρίζοντας ότι έλαβε γνώση της πρώτης χρέωσης στον λογαριασμό της του ποσού των £4.805,53 όταν σταμάτησε να κινεί τον λογαριασμό, γύρω στον Ιανουάριο του 2000, επειδή τότε έλεγξε τις καταστάσεις του λογαριασμού της. Εφόσον ο λογαριασμός της ήταν πέραν του ορίου έπρεπε να ομαλοποιηθεί και ζήτησε από τον κ. Παπαδάκη, αρμόδιο λειτουργό των εναγόντων, να πωληθούν οι ενεχυριασθείσες μετοχές της ή να τις δώσουν στην ίδια για να τις πωλήσει και να τους ξοφλήσει. Πρόσφατα έμαθε ότι οι μετοχές της δεν είναι πλέον ενεχυριασμένες στους ενάγοντες ενώ από τον Μάρτιο του 2000 δεν παραλάμβανε καταστάσεις του λογαριασμού της εφόσον άλλαξε διεύθυνση διαμονής και είχε ενημερώσει σχετικά τους ενάγοντες. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17, βεβαίωση ημερομηνίας 28.7.2008 χρηματιστηριακού γραφείου αναφορικά με τις τιμές της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ της 2.11.1999 και του Απριλίου
  7. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και την νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο κ. Ιωάννου εισηγήθηκε ότι από τα γεγονότα συνάγεται ότι ουσιαστικά η συνεργασία της εναγόμενης 1 με τους ενάγοντες διήρκεσε μόνο 2-3 μήνες και στη συνέχεια ο λογαριασμός της χρεωνόταν με πληρωμές ασφαλιστικών συμβολαίων, τόκους και επιβαρύνσεις. Όταν πλέον το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατέστη υπέρογκο οι ενάγοντες αποφάσισαν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή, χωρίς στο μεταξύ να λάβουν οποιαδήποτε ενέργεια για να προστατεύσουν τα δικαιώματα τους αλλά και τους εναγόμενους, ιδιαίτερα τους εγγυητές. Η ολιγωρία των εναγόντων και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση τους να λάβουν μέτρα ενόψει της διόγκωσης του επίδικου λογαριασμού σε συνδυασμό με τις απαράδεκτες χρεώσεις σ' αυτόν αλλά και την παράλειψη τους να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές της εναγόμενης 1, προκαλεί αδικία στους εναγόμενους και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα η κα. Μιχαηλίδου εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε η αξίωση των εναγόντων έναντι των εναγομένων ενώ οι ισχυρισμοί των τελευταίων που περιέχονται στην υπεράσπιση τους όχι μόνο δεν αποδείχθηκαν αλλά οι περισσότεροι από αυτούς ούτε καν προωθήθηκαν. Όπως υπέδειξε η συνήγορος, το Δικαστήριο με βάση τα κατατεθέντα έγγραφα και την μαρτυρία των εναγόντων που είναι πλήρως αποδεκτή θα πρέπει να εκδώσει απόφαση υπέρ τους, απορρίπτοντας τις θέσεις της εναγόμενης 1 για άγνοια του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού και για παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις σ' αυτόν και δεδομένου ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα και όχι υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές της εναγόμενης 1, ενώ η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής οφείλεται στις προσπάθειες τους για διευθέτηση του οφειλόμενου υπολοίπου με την εναγόμενη 1 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κωλύονται να προωθήσουν την βάσιμη απαίτηση τους έναντι των εναγομένων. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΕ, έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας στη υπόθεση, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια του και για την ορθότητα όσων αυτός ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να είναι πλήρως αποδεκτή. Επισημαίνεται ότι η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων δεν έχει αμφισβητηθεί και ουσιαστικά τίθεται θέμα ερμηνείας των όρων τους σε συνάρτηση με όσα ακολούθησαν την σύναψη τους. Ο ΜΕ όντας σαφής, σταθερός και πειστικός, υποστήριξε ότι παρά την ύπαρξη ορίου στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό εναπόκειτο στον Διευθυντή του καταστήματος των εναγόντων, όπου αυτός τηρείτο, να επιτρέψει οποιαδήποτε υπέρβαση του ορίου ενόσω η τακτική των εναγόντων είναι να μην πωλούν ενεχυριασμένες μετοχές παρά μόνο αν υπάρχει γραπτό αίτημα των πελατών τους ή δικαστική απόφαση για τέτοια πώληση, δεδομένου ότι σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα και όχι υποχρέωση πώλησης τους. Όπως υποστήριξε ο ΜΕ και γίνεται αποδεκτό, πέραν των καταστάσεων λογαριασμού που αποστέλλοντο στην εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 13), η πληροφόρηση των εναγομένων για την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού γινόταν προφορικά και όπως αποδέχθηκε δεν υπάρχουν άλλες γραπτές ειδοποιήσεις προς τους εναγόμενους παρά μόνο για τον τερματισμό της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και την απαίτηση καταβολής του οφειλόμενου υπολοίπου από αυτούς (Τεκμήρια 15 και 16(α)-(β)). Αντίθετα η εναγόμενη 1 δεν με ικανοποίησε για την αυθεντικότητα των θέσεων της και δεν ήταν σταθερή σ' αυτές, προσπαθώντας καταφανώς να αποκρύψει την γνώση της τόσο για τις χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό όσο και για το ύψος του κατά καιρούς υπολοίπου αυτού. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρόλο που κατά την κυρίως εξέταση της υποστήριξε ότι έλαβε γνώση για το τι αποτελούσε η χρέωση του ποσού των £4.805,53 στον λογαριασμό της κατά τον Ιανουάριο του 2000 που είχε ελέγξει και τις καταστάσεις λογαριασμού της, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο του 1999 ανακάλυψε ότι χρέωσαν τον λογαριασμό της με το ποσό αυτό και οι συζητήσεις με τους ενάγοντες άρχισαν τον Ιανουάριο του
  1. Η αναφορά της κατά την αντεξέταση ότι δεν θυμάται τι ήταν το ποσό των £4.805,53 φανερώνει κατά την αντίληψη μου και την ανειλικρίνεια της εφόσον επανειλημμένα σε προγενέστερα στάδια της μαρτυρίας της φαίνεται ότι γνώριζε ότι η χρέωση είχε γίνει λόγω της ύπαρξης χρεωστικού υπολοίπου σε λογαριασμό που τηρούσε με την τράπεζα Lombard, όπως ονομαζόταν δηλαδή η ενάγουσα τράπεζα πριν την μετονομασία της ως εμφαίνεται στον τίτλο της αγωγής και στο Τεκμήριο 1, δεδομένου μάλιστα ότι είχε υποβληθεί και στον ΜΕ ότι η χρέωση του ποσού των £4.805,53 αφορά εξόφληση χρέους της προς την τράπεζα Lombard. Είναι φανερό επίσης ότι γνώριζε από τα αρχικά στάδια μετά την σύναψη των επίδικων συμφωνιών την υπέρβαση του παραχωρηθέντος ορίου και ότι συζητούσε με τους αρμοδίους λειτουργούς των εναγόντων για την εξεύρεση τρόπων διευθέτησης του οπότε η θέση της ότι δεν λάμβανε τις καταστάσεις του λογαριασμού της εφόσον άλλαξε διεύθυνση διαμονής δεν διαφοροποιεί την αντίληψη του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 γνώριζε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο την οφειλή της προς τους ενάγοντες και την συνεχή αύξηση της. Διαψεύδεται επίσης από τα κατατεθέντα Τεκμήρια και ειδικότερα από τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 13 και 14, η αναφορά της ότι έπαυσε να κινεί η ίδια τον επίδικο λογαριασμό από το τέλος Ιανουαρίου του
  2. Όπως σαφώς συνάγεται από τα εν λόγω Τεκμήρια η εναγόμενη εξέδιδε επιταγές μέχρι και τον Οκτώβριο του 2000 και η θέση της κατά την αντεξέταση είναι πρόδηλα αντιφατική εφόσον, αν και αρνείτο ότι προέβαινε σε έκδοση επιταγών και σε συναλλαγές που της υποδεικνύοντο μετά τον Ιανουάριο του 2000, δέχθηκε στη συνέχεια ότι εξέδωσε και πλήρωσε επιταγή τον Αύγουστο του 2000 προβάλλοντας την δικαιολογία ότι επρόκειτο για μεταχρονολογημένη επιταγή. Από το σύνολο της μαρτυρίας της προβάλλει ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της ότι δεν λάμβανε τις καταστάσεις του λογαριασμού που της αποστέλλοντο από τους ενάγοντες όπως και την επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας λαμβανομένης υπόψη και της αυτοαναίρεσης της θέσης της που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση ότι δεν θυμόταν αν ειδοποίησε γραπτώς τους ενάγοντες για την αλλαγή της διεύθυνσης της με την θέση της κατά την αντεξέταση ότι τους ενημέρωσε προφορικά και όχι γραπτώς. Δεν μπορεί ακόμη να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της ότι ζητούσε από τους ενάγοντες από τον Ιανουάριο του 2000 την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών της ενόψει του αναξιόπιστου της μαρτυρίας της αλλά και δεδομένου ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ του υποβλήθηκε ότι κανένας δεν πρότεινε στην εναγόμενη 1 να πωληθούν οι μετοχές της για να πληρωθεί το χρέος της ενώ ουδόλως του τέθηκε ότι είχε υποβληθεί προς τους ενάγοντες τέτοιο αίτημα από την ίδια. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχει αναφερθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΕ πιο πάνω. Ως προς τη νομική πτυχή η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους της εναγόμενης 1 της έγγραφης συμφωνίας δανειοδότησης προς αυτήν, κατόπιν έγκρισης ορίου τρεχούμενου λογαριασμού, υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 και η αγωγή κινήθηκε εναντίον των εναγομένων μετά τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας. Εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη των επίδικων συμφωνιών είναι παραδεκτή εκ μέρους των εναγομένων, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα των εγγράφων συμφωνιών, των καταστάσεων λογαριασμού και της επιστολής τερματισμού ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1554). Ο ΜΕ, υπάλληλος των εναγόντων, είχε στην κατοχή του τα εν λόγω έγγραφα και τα κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς με δεδομένο ότι οι εν λόγω συμφωνίες (Τεκμήρια 3, 4 και 5-10) είναι αποδεκτές ως προς την ύπαρξή τους και ως εκ τούτου η παρουσία του μάρτυρα κατά την σύναψη τους δεν ήταν αναγκαία, με την κατάθεσή τους αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους, που όπως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1038). Η μαρτυρία του ΜΕ και η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 14) συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού, δεδομένου ότι η κατάσταση λογαριασμού αναπαράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων και ελέγχθηκε από τον ΜΕ, ο οποίος βεβαίωσε ότι αυτή ήταν σύμφωνη με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες και κατά την αντεξέταση του ΜΕ δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαικής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) ΑΑΔ 961). Συνεπώς οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησής τους βάσει των πιο πάνω δεδομένων. Τίθεται ωστόσο θέμα ερμηνείας των επίδικων συμφωνιών. Όπως ορθά υπέδειξε η κα. Μιχαηλίδου, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) ΑΑΔ 168). Όπως σαφώς προνοείται στη συμφωνία δανειοδότησης της εναγόμενης 1 από τους ενάγοντες ημερομηνίας 2.11.1999 (Τεκμήριο 3), οι ενάγοντες συμφώνησαν στη Λευκωσία με την εναγόμενη 1, όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν σ' αυτή δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή όπως δίνουν πίστωση ή τραπεζικές διευκολύνσεις για περίοδο κατά την κρίση τους, υπό τους όρους ότι το ποσό και ο τύπος των εν λόγω διευκολύνσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, θα χρεώνονται με τόκο προς 8% ετησίως στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα χωρίς προειδοποίηση προς την εναγόμενη 1 να τερματίζουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητά οποιαδήποτε δάνεια και/ή πιστώσεις καθώς και να ζητήσουν από αυτήν την άμεση πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Επίσης, ότι τα προαναφερθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις όταν καταστούν απαιτητά για οποιαδήποτε αιτία θα χρεώνονται με ποσοστό επιτοκίου προς 9% αν δεν εξοφληθούν άμεσα από την εναγόμενη 1. Είναι θέση των εναγομένων ότι κατά ή περί τις 29.10.1999 προστέθηκαν όροι με τους οποίους επεκτάθηκαν και/ή αλλοιώθηκαν οι όροι της συμφωνίας- Τεκμηρίου 3, σύμφωνα με επιστολή των εναγόντων-Τεκμήριο 2, από την οποία προκύπτει ότι οι τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούσαν οι ενάγοντες προς την εναγόμενη 1 δεν θα υπερέβαιναν το ποσό των £5.000, θα χρεώνοντο με τόκο προς 8% ημερησίως στο εκάστοτε ημερήσιο υπόλοιπο και ο λογαριασμός που θα τηρούσαν οι ενάγοντες επ' ονόματι της εναγόμενης 1 βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας θα εκινείτο αυστηρά εντός του εγκεκριμένου ορίου. Παρόλο που όντως στην εν λόγω επιστολή προνοούνται τέτοιοι όροι, επισημαίνεται ότι, όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτήν, δεν είναι δεσμευτικοί νομικά καθότι οι σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών θα διήποντο από τις συμφωνίες που θα υπογράφοντο μεταξύ τους, δηλαδή από τις επίδικες συμφωνίες, δεδομένου ότι η υπό αναφορά επιστολή προηγήθηκε των συμφωνιών αυτών και αποτελούσε απόφαση-έγκριση για παραχώρηση των διευκολύνσεων που ζήτησε από τους ενάγοντες η εναγόμενη 1, η οποία σημειωτέον ότι δέχθηκε ότι, αν και δεν γνώριζε καλά την αγγλική γλώσσα της είχε εξηγηθεί και είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο της επιστολής αυτής. Όπως εξήγησε ο ΜΕ και είναι αποδεκτό, παρά την έγκριση του συγκεκριμένου ορίου εναπόκειτο στον Διευθυντή του καταστήματος των εναγόντων, όπου τηρείτο ο λογαριασμός, να επιτρέψει την υπέρβαση του ορίου. Περαιτέρω, δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 2.11.1999 οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, παρούσες ή μελλοντικές, απαιτητές ή όχι, προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο καθώς και άμεσες ή έμμεσες (Τεκμήριο 4) με αποτέλεσμα αυτοί να ευθύνονται για το οφειλόμενο, από την εναγόμενη 1 προς τους ενάγοντες, ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Συμπεραίνεται ακόμη ότι οι απαιτούμενοι από τους ενάγοντες τόκοι ανταποκρίνονται στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα και η αντίθετη θέση των εναγομένων δεν ευσταθεί (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1031 και
(2005)1(Α) ΑΑΔ 768). Βέβαια ο τόκος που θα πρέπει να επιδικαστεί βάσει της συμφωνίας-Τεκμηρίου 3 είναι με ποσοστό προς 8% μέχρι τον τερματισμό της στις 6.5.2003 και προς 9% έκτοτε, δεδομένου ότι κεφαλαιοποίηση των τόκων προβλεπόταν στην συμφωνία-Τεκμήριο 3 αφενός και από το 2001 γινόταν κατόπιν της προς την εναγόμενη 1 ειδοποίησης-Τεκμήριο 12, χωρίς να έχει τεθεί ότι αντίκειτο προς την ισχύουσα νομοθεσία (βλ. C.T.A. Techno Market. Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 720). Οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι οι ενάγοντες υπαναχώρησαν από την άσκηση των συμβατικών τους δικαιωμάτων και/ή κωλύονται να προχωρήσουν με την παρούσα αγωγή, δεν έχουν αποδειχθεί. Η θέση αυτή των εναγομένων που βασίζεται στον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες έδωσαν παρατάσεις χρόνου πληρωμής του οφειλομένου από την εναγόμενη 1 ποσού δεν υποστηρίζεται από τις επίδικες συμφωνίες, δεδομένου αφενός ότι στον όρο 5(β) της συμφωνίας εγγυήσεως (Τεκμήριο 4) προνοείται ακριβώς το αντίθετο ενόσω επίσης από την αποδεκτή μαρτυρία συνάγεται ότι από τον χρόνο που το οφειλόμενο από την εναγόμενη 1 ποσό άρχισε να αυξάνεται εγίνοντο προσπάθειες να διευθετηθεί η πληρωμή του υπολοίπου και όχι για να απαλλαγεί η εναγόμενη 1 της υποχρέωσης της να το εξοφλήσει. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα κωλύματος των εναγόντων να προχωρήσουν στην υπό κρίση αγωγή σύμφωνα με την νομολογία επί του θέματος (βλ. Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1522). Καμία μαρτυρία δεν προσήχθηκε εξάλλου σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων 2 και 3 ότι η συμφωνία εγγυήσεως υπογράφηκε συνεπεία δόλου ή και ψευδών παραστάσεων, ώστε να καθίσταται άκυρη και/ή νομικά ανίσχυρη, δεδομένου μάλιστα ότι στη συμφωνία εγγυήσεως (Τεκμήριο 4) η ευθύνη των εναγομένων 2 και 3 δεν περιορίζεται σε οποιοδήποτε ποσό. Όπως έχει νομολογηθεί, η δικογραφία δεν αποτελεί μαρτυρία ούτε και αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών αλλά επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (βλ. Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) ΑΑΔ 530). Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ ν. E.T. Autospares Enter. Ltd κ.α.
(1998)1(Β) ΑΑΔ 843 έχει λεχθεί ότι είναι αναγκαία η θετική μαρτυρία διαδίκου που προβαίνει σε ισχυρισμούς στα δικόγραφα καθώς και ότι δεν αποδεικνύονται οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί λόγω μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρεται σ' αυτούς. Ως προς την θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες όφειλαν να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες προς όφελος τους μετοχές της εναγόμενης 1, πρέπει να λεχθεί ότι όπως σαφώς προκύπτει από τα κατατεθέντα Τεκμήρια 5-10 και ειδικότερα σύμφωνα με τον όρο 7 των εγγράφων ενεχυρίασης μετοχών (Τεκμήρια 5 και 8) αποτελεί απόλυτο δικαίωμα των εναγόντων να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές, όπως δε εξήγησε ο ΜΕ δεν ήταν η τακτική των εναγόντων να πωλούν ενεχυριασμένες μετοχές των πελατών τους. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) ΑΑΔ 740, με αναφορά στην υπόθεση China & South Sea Bank Ltd v. Tan Soon Gin
(1989)3 All E.R. 839 (PC), η ύπαρξη τέτοιου όρου δεν δημιουργεί στους πιστωτές καθήκον να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των μετοχών αλλά αυτοί μπορούν να αποφασίσουν αν θα πωλήσουν ή όχι και πότε. Συνεπώς οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγομένων αλλά και αξίωση της εναγομένης 1 ανταπαιτητικά εναντίον των εναγόντων για ζημιές που υπέστη συνεπεία της μη πώλησης των μετοχών της κατά τον χρόνο που αυτές είχαν μεγαλύτερη αξία, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκαν, δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Εξετάζοντας, τέλος, την εισήγηση του κ. Ιωάννου αναφορικά με την αδικαιολόγητη καθυστέρηση καταχώρησης της υπό κρίση αγωγής πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων και ως εκ τούτου δεν είναι ορθό να προωθείται στην αγόρευση του συνηγόρου (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ωστόσο, ακόμα και αν θα μπορούσε να εξετασθεί τέτοια εισήγηση, με βάση τη νομολογία που επικαλείται ο κ. Ιωάννου δεν μπορεί να ευσταθήσει, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Όπως έχει συνοψιστεί στην υπόθεση Νelson v. Rye and another
(1996)2 All E.R. 186, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος, οι παράγοντες που εξετάζονται όταν εγείρεται θέμα καθυστέρησης ως υπεράσπισης ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την απαίτηση, είναι ο χρόνος της καθυστέρησης, η έκταση της βλάβης που υπέστη ο εναγόμενος από την καθυστέρηση καθώς και κατά πόσο η βλάβη προήλθε από τις ενέργειες του ενάγοντα. Το Δικαστήριο εξετάζοντας τους εν λόγω παράγοντες, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να απορρίψει την αγωγή. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος έχει υποστεί ουσιαστική βλάβη, δεν είναι αναγκαίο γι' αυτόν να αποδείξει ότι αυτή προήλθε από την καθυστέρηση, ενόσω η γνώση του ενάγοντα ότι η καθυστέρηση θα προκαλέσει τέτοια βλάβη λαμβάνεται επίσης υπόψη. Στην παρούσα υπόθεση, πέραν του ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε βλάβη εκ μέρους των εναγομένων για την ισχυριζόμενη καθυστέρηση καταχώρησης της αγωγής, πολύ δε περισσότερο δεν υποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν ουσιαστική βλάβη, κρίνεται ότι ο χρόνος που παρήλθε από τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας αλλά ακόμα και από το χρόνο που η εναγόμενη 1 έπαυσε να κινεί τον επίδικο λογαριασμό, δηλαδή από τα τέλη περίπου του 2000, μέχρι την καταχώρηση της αγωγής τον Οκτώβριο του 2003 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι υπέρμετρος, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, ώστε να κριθεί ότι υπάρχει καθυστέρηση που μπορεί να προβληθεί ως υπεράσπιση. Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη 1 μάλλον ωφελήθηκε κατά το χρόνο που παρήλθε εφόσον από τον επίδικο λογαριασμό πληρώνοντο οι υποχρεώσεις της καθώς και ότι δεν επήλθε ουσιαστική βλάβη αλλά ούτε και άλλη βλάβη στους εναγόμενους, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν θα μπορούσε να κριθεί, υπό τις περιστάσεις, ότι οι ενέργειες των εναγόντων προκάλεσαν οποιαδήποτε βλάβη στους εναγόμενους. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Λαμβανομένου υπόψη ότι η απαίτηση των εναγόντων για έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση 575 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου που ανήκουν στην εναγόμενη 1, ενόψει της αποδέσμευσης των εν λόγω μετοχών (βλ. Τεκμήριο 11) έχει εγκαταλειφθεί, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων προσωπικά και αλληλέγγυα για το ποσό των €32.146,41, αντίστοιχο του ποσού των £18.814,46, πλέον τόκο προς 8% από 1.1.2003 μέχρι 5.5.2003 επί του ποσού των €31.938,92 αντίστοιχου του ποσού των £18.693,02, και προς 9% επί του επιδικασθέντος ποσού από 6.5.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων. Η ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή . (Yπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.