Περικλή Βαρνάβα ν. P C Infomedia Presentations Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 518/02, 23 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 518/02 Μεταξύ: Περικλή Βαρνάβα Ενάγοντα και
- P. C. Infomedia Presentations Ltd
- Χαράλαμπος Εγγλέζος
- Ανδρέας Κούλλινος Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 9.10.2008 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: Ο κ. Σ. Κώστα. Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3: Ο κ. Ν. ΧατζηΙωάννου. ------------------------------------ ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.1.2002 και ο ενάγοντας διεκδικεί από τους Εναγόμενους χρηματικό ποσό το οποίο πλήρωσε ως εγγυητής της πρωτοφειλέτιδας Εναγόμενης 1 και συνεγγυητής των εναγομένων 2 και
- Οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν υπεράσπιση στις 16.5.
- Στις 16.11.06 έγινε αλλαγή δικηγόρων των εναγομένων 2 και 3 και στις 3.5.07 καταχωρήθηκε εκ μέρους τους αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησής τους και έγερσης ανταπαίτησης κατά του ενάγοντα. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.9.07 εγκρίθηκε. Μεσολάβησε η εκδίκαση αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες την οποία καταχώρησε ο Ενάγοντας εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 η οποία επίσης οδηγήθηκε σε ακρόαση όπου με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.5.08 το αίτημα του Ενάγοντα εγκρίθηκε μερικώς. Τα δικόγραφα τροποποιήθηκαν σύμφωνα με την απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.9.07 και μετά την ολοκλήρωση τους καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας-Αιτητής ζητά την τροποποίηση παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης με την εισαγωγή νέων ισχυρισμών για ποσά που διεκδικεί από τους Εναγόμενους 2 και 3 τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του προέκυψαν συνεπεία διάφορων αγωγών που καταχωρήθηκαν από διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τράπεζες που είχαν ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 οφείλουν σε αυτόν διάφορα ποσά, πολύ μεγαλύτερα από αυτά που φαίνονται στην αγωγή του όπως είχε καταχωρηθεί στις 17.1.2002 και είναι τα ποσά αυτά που επιδιώκει να εισάξει με την αιτούμενη τροποποίηση. Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι η απαίτηση του Ενάγοντα ο οποίος ήταν το πρόσωπο που μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 3 εγγυήθηκαν διάφορα δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν από διάφορους οργανισμούς στην Εναγόμενη 1, είναι για συνεισφορά έναντι των Εναγομένων 2 και
- Η αίτηση του Ενάγοντα βασίζεται στη Δ.25 θ.1, Δ.48 θ.2-8, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του κ. Κλεάνθη Δημοσθένους, εκ των δικηγόρων στο δικηγορικό γραφείο Αργυρού και Δημοσθένους που είναι το γραφείο που αντιπροσωπεύει τον Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και ότι προβαίνει στην ένορκο δήλωση του κατ΄ εξουσιοδότηση του Ενάγοντα-Αιτητή. Είναι η θέση του κ. Δημοσθένους ότι μετά την τροποποίηση των δικογράφων που επιτράπηκε από το Δικαστήριο μετά από αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 ηγέρθηκε για πρώτη φορά στην παρούσα υπόθεση ανταπαίτηση εναντίον του Ενάγοντα από τους Εναγόμενους 2 και
- Επίσης, έχουν εν τω μεταξύ αποκρυσταλλωθεί διάφορα άλλα ποσά τα οποία ο Ενάγοντας πλήρωσε ή έχει κληθεί να πληρώσει ως εγγυητής της Εναγόμενης 1 για τα οποία ισχυρίζεται ότι δικαιούται συνεισφορά από τους Εναγόμενους 2 και 3 και είναι η θέση του ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση θα τεθεί η υπόθεση στην ορθή νομική και πραγματική της διάσταση, θα τεθούν ενώπιον ενός εκδικάζοντος Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα και επίδικα θέματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, θα αποφευχθεί η έγερση νέων αγωγών μεταξύ των ίδιων διαδίκων και συνεπώς θα εξοικονομηθούν χρόνος και έξοδα. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από τους Εναγόμενους 2 και 3-Καθ΄ ων η αίτηση σύμφωνα με την οποία η προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί από το Δικαστήριο επειδή υποβάλλεται καθυστερημένα, καταχρηστικά και με κακή πίστη αφού οι νέοι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να προστεθούν ήταν γνωστοί στον Ενάγοντα Αιτητή εδώ και πολλή καιρό. Είναι επίσης η θέση τους ότι αν εγκριθεί η τροποποίηση οι απαιτήσεις του Ενάγοντα θα είναι εντελώς διαφορετικές από την υφιστάμενη αγωγή, θα εκτροχιαστεί η δίκη και θα υπάρξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, θα προκληθεί ζημιά στους Εναγόμενους που δεν αποζημιώνεται με χρήμα και επίσης, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβαίνει δικηγόρος ο οποίος δεν έχει προσωπική γνώση των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή και ότι οι νέοι ισχυρισμοί που προβάλλονται για απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν μέχρι και 9 χρόνια πριν θα έχει ως αποτέλεσμα την αδύνατη αναζήτηση σχετικής μαρτυρίας από τους Εναγόμενους 2 και
- Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 3 ο οποίος δηλώνει ότι έχει εξουσιοδότηση και από τον Εναγόμενο 2 να προβεί σε αυτή και ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και οι δύο πλευρές προχώρησαν αναπτύσσοντας τις νομικές τους θέσεις χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η Νομολογία είναι πολύ γνωστή σε σχέση με τα θέματα τροποποιήσεων και υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 περιστρέφεται και γύρω από την θέση ότι η αίτηση γίνεται καθυστερημένα. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. V. A& G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.D. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α. Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από την νομολογία (Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγηθεί ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E9 A.A.D. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Με βάση τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση. Κατ΄ αρχήν ο ισχυρισμός για πρόκληση υπέρμετρης καθυστέρησης δεν βλέπω να ευσταθεί με βάση την όλη πορεία της υπόθεσης και το μακρύ χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει μέχρι σήμερα. Η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις έστω και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με έξοδα. Τέτοια αδικία αν εγκριθεί η αίτηση δεν εντοπίζεται. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δίδεται κάποια εξήγηση για το καθυστερημένο της υποβολής της αίτησης. Τα στοιχεία προέκυψαν και αποκρυσταλλώθηκαν μετά την έγερση διάφορων αγωγών και την έκδοση αποφάσεων εναντίον του Ενάγοντα ως εγγυητή της Εναγόμενης
- Είναι γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα για κάποια ποσά που έχουν, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, μεταφερθεί παράνομα από διάφορα τραπεζικά ιδρύματα από τους λογαριασμούς του προς όφελος της Εναγόμενης 1 φαίνεται να τοποθετούνται χρονικά στα έτη 1999, 2001 και 2003, όμως, γι' αυτά τα χρέη, σύμφωνα πάντα με την αίτηση, έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και τότε μόνο οι απαιτήσεις του Ενάγοντα κατά των Εναγομένων 2 και 3 αποκρυσταλλώθηκαν. Αυτό το γεγονός δεν αντικρούεται από την πλευρά των Εναγομένων 2 και
- Επομένως, κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης όπως, επίσης, ούτε και εντοπίζεται οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι αποδοχή της αίτησης θα επέφερε στους Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενους 2 και 3 ζημιά που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι θα περιπλακούν περαιτέρω τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή αφού τα δάνεια που αναφέρονται στην αίτηση και τα οποία επιδιώκεται να συμπεριληφθούν στην αγωγή αφορούν άλλες τράπεζες και άλλα ποσά, αναφέρω ότι η βάση της αγωγής του ενάγοντα έναντι των εναγομένων είναι αξίωση του για συνεισφορά από τους Εναγόμενους 2 και 3 για ποσά που έχει πληρώσει ο ενάγοντας προς όφελος της πρωτοφειλέτιδας Εναγόμενης
- Η προσθήκη των νέων απαιτήσεων που με την υπό εξέταση αίτηση ο Ενάγοντας ζητά να συμπεριληφθούν αφορά ακριβώς το ίδιο θέμα, δηλαδή αξίωση του Ενάγοντα για συνεισφορά από τους Εναγόμενους 2 και 3-Καθ΄ ων η αίτηση. Το γεγονός ότι, ίσως, η ακροαματική διαδικασία, η οποία δεν άρχισε ακόμη, θα είναι πιο μακρά εφόσον εμπλέκονται αριθμός λογαριασμών και/ή αποφάσεων Δικαστηρίου που έχουν σχέση με πέραν του ενός χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συμφωνώ ότι όντως είναι ορθό, όμως, η βάση αγωγής δεν αλλάζει και θεωρώ ότι είναι προτιμότερο όπως όλα τα θέματα/διαφορές μεταξύ των μερών που εκπηγάζουν από την ίδια βασική αξίωση αυτή της συνεισφοράς τεθούν ενώπιον ενός Δικαστηρίου το οποίο και θα κληθεί να εκδώσει την απόφαση του επί όλων των διαφορών μεταξύ των μερών. Η θέση ότι επειδή κάποια από τα ποσά που θα συμπεριληφθούν αφορούν λογαριασμούς και/ή δάνεια που έχουν συναφθεί χρόνια πίσω και αυτό θα δυσχεράνει τη θέση των Εναγομένων 2 και 3 να βρουν μαρτυρία για να προβάλουν την υπεράσπιση τους θεωρώ ότι δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση με δεδομένο ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντα οι οποίες επιδιώκεται να συμπεριληφθούν αφορούν δάνεια, τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πιστώσεις που έχουν ληφθεί από διάφορα τραπεζικά ιδρύματα τα οποία και κατ' ονομάζονται, οι αριθμοί λογαριασμών αναφέρονται όπως επίσης και υπάρχει λεπτομέρεια των διαφόρων αγωγών που εκκρεμούσαν και/ή εκκρεμούν σε διάφορα Δικαστήρια μεταξύ των μερών και έτσι θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 εάν ήδη δεν κατέχουν τα στοιχεία που αφορούν στους λογαριασμούς αυτούς με πολύ λίγη προσπάθεια μπορούν να εντοπιστούν και να έχουν την ευκαιρία οι Εναγόμενοι 2 και 3 να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους. Εν πάση περιπτώσει, αν τυχόν οι Εναγόμενοι 2 και 3 κρίνουν ότι θα χρειαστούν περαιτέρω λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς αυτούς υπάρχουν οι απαραίτητες διαδικασίες που προβλέπονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που μπορούν να ενεργοποιηθούν για να διαλευκανθούν τα θέματα αυτά. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί κακοπιστίας στην υποβολή της αίτησης αυτός δεν έχει αποδειχτεί από τους Εναγόμενους 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση που φέρουν και το βάρος απόδειξης του, η νομολογία έχει αναφέρει ότι καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης ακόμα και υποβολή πέραν των ενός αιτήσεων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη κακοπιστίας και ότι χρειάζεται κάτι περισσότερο για να αποδειχτεί ο ισχυρισμός αυτός. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 με την ένσταση τους δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης του θέματος κακοπιστίας. Ένας άλλος λόγος ένστασης που προωθήθηκε από το συνήγορο των Εναγομένων 2 και 3 κατά την ακρόαση με λίγο διαφορετικό τρόπο από αυτόν που είναι εγγεγραμμένος στην ένσταση αφορά τον ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση που είναι εκ των συνηγόρων στο γραφείο που εμφανίζονται στην παρούσα υπόθεση για τον Ενάγοντα. Η ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 όπως έχει διατυπωθεί εγγράφως στην ένσταση που έχουν καταχωρήσει αφορά ισχυρισμό ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή. Κατά το στάδιο της ακρόασης όμως αυτός ο λόγος ένστασης διευρύνθηκε από τον συνήγορο των Εναγομένων 2 και 3 και τέθηκε θέμα ασυμβίβαστου της ιδιότητας μάρτυρας και δικηγόρου. Αυστηρά ομιλούντες το Δικαστήριο περιορίζεται να εξετάσει τους λόγους ένστασης που αυτοί έχουν νομότυπα εγερθεί ενώπιον του, στην παρούσα περίπτωση με την γραπτή ένσταση και οι οποίοι περιορίζονται στο θέμα της μη προσωπικής γνώσης. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης του ότι γνωρίζει καλά όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επί αυτού του ισχυρισμού του, όπως και για κανένα άλλο ισχυρισμό, βέβαια, δεν έχει αντεξεταστεί. Επομένως, θεωρώ ότι ο λόγος ένστασης όπως αναφέρεται στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν ευσταθεί. Προχωρώντας ένα βήμα πιο κάτω ακόμα και η θέση τους για ασυμβίβαστο δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι αυθεντίες που παρέθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 2 και 3 σε σχέση με το ασυμβίβαστο δεν φαίνεται να εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Αντρέας Χριστοδούλου ν. Θεοδώρα Αγαθοκλέους ημερ. 26.11.96 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «.. αρκεί να σημειώσουμε πως δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο θέμα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση.» Σχετική είναι, επίσης η υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356. Στην παρούσα υπόθεση ο δικηγόρος ο οποίος προβαίνει στην ένορκη δήλωση δεν είναι ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Προκύπτει από τα πρακτικά που υπάρχουν στον φάκελο αλλά και από τις διάφορες αιτήσεις τις οποίες το Δικαστήριο έχει εκδικάσει και έχει εκδώσει σχετικές αποφάσεις ότι τον χειρισμό της υπόθεσης για τον ενάγοντα έχει ο δικηγόρος κ. Σ. Κώστα και όχι ο κ. Κ. Δημοσθένους. Θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα ασυμβίβαστου και έτσι και αυτός ο ισχυρισμός των Εναγομένων 2 και 3 αποτυγχάνει. Αναφέρω, τελικά, ότι στο στάδιο των αγορεύσεων τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων και θέμα παραγραφής των αξιώσεων του Ενάγοντα σε σχέση με παλιές αγωγές τις οποίες επιδιώκει να συμπεριλάβει στο τροποποιημένο του δικόγραφο. Τέτοιος ισχυρισμός νομότυπα δεν έχει εγερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε δόθηκε η ευκαιρία στην πλευρά του Ενάγοντα να απαντήσει επί τούτου. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή πρέπει να επιτύχει ενώ αντίθετα οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 2 και 3-Καθ΄ ων η αίτηση να απορριφθούν. Εν όψει των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α(α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ) και (ζ) της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Επειδή, με την τροποποίηση όπως έχει επιτύχει αλλάζει η κλίμακα της παρούσας αγωγής ο Ενάγοντας θα πρέπει με την καταχώριση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης του να προβεί σε όλα τα δέοντα μέτρα για αύξηση της κλίμακας. Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 18/3/09 και το Πρωτοκολλητείο καλείται να τη θέσει ενώπιον δικαστή που θα έχει δικαιοδοσία. Όλα τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και 3-Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο