← Κύπρος

THE INTERPUBLIC GROUP OF COMPANIES INC κ.α. ν. GREMONA ADVERTISING LTD, Αγωγή Αρ. 9709/03, 27 Ιανουαρίου, 2009

THE INTERPUBLIC GROUP OF COMPANIES INC κ.α. ν. GREMONA ADVERTISING LTD, Αγωγή Αρ. 9709/03, 27 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 9709/03 Μεταξύ:

  1. THE INTERPUBLIC GROUP OF COMPANIES INC, από Η.Π.Α.
  2. ΜCCANN-ERICKSON ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε., από Ελλάδα Εναγόντων - και - GREMONA ADVERTISING LTD, από Λευκωσία Εναγόμενης ........ Αίτηση εναγόμενης για τροποποίηση ημερ. 10.12.08 Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη/αιτήτρια: κ. Π. Αγγελίδης Για ενάγουσα 2/καθ΄ ης: κ. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας είναι η εξέταση αιτήματος της εναγόμενης (στο εξής η αιτήτρια) για τροποποίηση της ανταπαίτησης της, με τη διαγραφή από την παρ. 2 της φράσης «. όταν η Έφορος Σημάτων κατά και/ή περί τις 9.8.04 εστέρησε το δικαίωμα χρήσεως της ονομασίας Gremona McCann-Erickson». Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση της ενάγουσας αρ. 2 (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση), αλλά προτού γίνει αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις θα΄ ταν χρήσιμο να προηγηθεί καταγραφή του ιστορικού της διαδικασίας το οποίο, σε συντομία, έχει ως ακολούθως:- Οι διάδικοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της διαφήμισης και η συνεργασία τους άρχισε στις 2.3.98 με την υπογραφή δύο συμφωνιών μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία είναι θυγατρική εταιρεία της ενάγουσας αρ. 2 και της αιτήτριας. Με την πρώτη (License Agreement) παραχωρείτο στην αιτήτρια το δικαίωμα να παρουσιάζεται ως «GREMONA» Affiliate of McCann-Erickson» και με τη δεύτερη (Management & Technical Service Agreement) καθορίζονταν οι όροι της 5ετούς συνεργασίας τους, η οποία θα μπορούσε να «. λυθεί με κοινή συμφωνία, υπό τον όρο ωστόσο της επίδοσης ειδοποίησης τουλάχιστον έξι μηνών σε κάθε συμβαλλόμενο». Για λόγους που δεν σχετίζονται με τις ανάγκες της παρούσας, η καθ΄ ης η αίτηση τερμάτισε τις πιο πάνω συμφωνίες από 31.12.01 και δύο χρόνια μετά, στις 11.9.03, προχώρησε μαζί με την ενάγουσα αρ. 1 στην έγερση της παρούσας αγωγής με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε Διάταγμα που να απαγορεύει στην αιτήτρια να παρουσιάζεται σε τρίτους ως νόμιμοι δικαιούχοι της επωνυμίας «McCann Erickson» ή άλλων συναφών εκφράσεων ή εμπορικών σημάτων. Η αιτήτρια αντέδρασε στην έγερση της αγωγής με καταχώριση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Αυτό που εδώ ενδιαφέρει είναι ότι στις 11.6.08 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην αιτήτρια να χρησιμοποιεί τις επωνυμίες «McCann- Erickson», «McCann» και «Universal McCann» με αποτέλεσμα να παραμείνει προς εκδίκαση μόνο η ανταπαίτηση. Ο τερματισμός των συμφωνιών, διατείνεται η αιτήτρια, είναι παράνομος και ως αποτέλεσμα του υπέστηκε ζημιές. Τις προσδιορίζει σε απώλεια εισοδήματος £200.000 ετησίως και με την ανταπαίτηση της αξιώνει £600.000 ως αποζημιώσεις για τα έτη 2002, 2003 και
  3. Στην παρ. 2, όμως, της ανταπαίτησης παρεμβάλλει τη φράση ότι «. το εισόδημα τούτο απωλέσθη δια τα έτη 2002-2003-2004 όταν η Έφορος Σημάτων κατά και/ή περί τις 9.8.04 εστέρησε το δικαίωμα χρήσεως της ονομασίας McCann Erickson», φράση την οποία επιθυμεί να διαγράψει. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση βασίζονται στη Δ.25 θθ. 1-5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζονται από ενόρκους δηλώσεις. Βασική θέση της αιτήτριας είναι ότι η επίμαχη φράση είναι προϊόν σύγχυσης και λάθους του δικηγόρου που συνέταξε την ανταπαίτηση και θα πρέπει να διαγραφεί, κάτι που δεν θα προκαλέσει δυσκολία και έξοδα σε καμιά πλευρά. Προβάλλεται, σχετικά, ότι με τη μαρτυρία που προσκόμισε η αιτήτρια η ανταπαίτηση της προωθήθηκε στη βάση της παράβασης των συμφωνιών και η επίδικη φράση «. είναι περιττή, ενοχλητική και δυνατό να προκαλέσει σύγχυση». Η καθ΄ ης, με τη σειρά της, προβάλλει ότι η αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη και αποδοχή της όχι μόνο θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, αλλά θα επιφέρει και εκτροχιασμό της δίκης. Διατείνεται, επί του προκειμένου, ότι κατά την ακροαματική διαδικασία βασίσθηκε στον ισχυρισμό που προβάλλεται με την επίδικη φράση με αποτέλεσμα να περιορίσει την αντεξέταση ουσιωδών μαρτύρων και αποδοχή της αίτησης θα επιφέρει ανατροπή της βάσης επί της οποίας έχει διεξαχθεί η δίκη. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται τις αρχές της τροποποίησης. Πιο συγκεκριμένα ο κ. Αγγελίδης επικαλέσθηκε τις αποφάσεις Κennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian

(1992)1 AAΔ 400 και Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338, για να εισηγηθεί ότι η τροποποίηση ενός δικογράφου μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο κατά την απαγγελία της απόφασης. Σ΄ ότι δε αφορά την ουσία, παραδέχθηκε ότι προβληματίσθηκε αρκετά κατά πόσο η διαγραφή της επίμαχης φράσης είναι αναγκαία ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το κείμενο του δικογράφου της αιτήτριας ορώμενο στο σύνολό του, η ανταξίωση βασίζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση των συμφωνιών και στη βάση αυτή προώθησε την υπόθεση της. Έκρινε, όμως, ότι για κάθε ενδεχόμενο θα΄ πρεπε να υποβάλει το σχετικό αίτημα, ικανοποίηση του οποίου δεν θα επιφέρει οποιανδήποτε βλάβη στην άλλη πλευρά. Ο κ. Κυριακίδης, με τη σειρά του, πρόβαλε ότι ικανοποίηση του αιτήματος θα προκαλέσει αδικία στην πλευρά του, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Επεσήμανε, σχετικά, ότι η ακροαματική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί και (α) η μαρτυρία που προσκόμισε η καθ΄ης η αίτηση είχε ως γνώμονα τις δικογραφημένες θέσεις της αιτήτριας, (β) τυχόν μεταβολή της ανταπαίτησης πλήττει άμεσα το δικαίωμα της καθ΄ ης η αίτηση για δίκαιη δίκη και (γ) με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται, ουσιαστικά «επανάνοιγμα της δίκης ή/και επανεκδίκαση της υπόθεσης». Τέλος, εισηγήθηκε ότι η επίμαχη φράση αποτελεί παραδοχή και μόνο στην περίπτωση που δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά θα μπορούσε να ανακληθεί και δεν παρέλειψε να τονίσει και την υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις, έχοντας προς τούτο υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1998)1(E) AAΔ.33, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 (A) AAΔ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 704, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Fereos v. Martin Brothers
(1997)1 AAΔ.370, Pelekanos v. Πελεκάνου
(2001)1 ΑΑΔ 2075, Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 AAΔ 156, Στυλιανού ν. Λαϊκής
(2002)1 ΑΑΔ 746, Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ και άλλες) οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως:- Η τροποποίηση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων, όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ως και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος. Ο χρόνος, όμως, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει, όμως, να δικαιολογείται κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, βάρος που επαυξάνει αναλόγως της καθυστέρησης. Ένας άλλος παράγοντας που συνεκτιμάται είναι και η δυνατότητα που είχε ο αιτητής για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, αλλά η σύγχρονη τάση είναι να εγκρίνονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω κι αν παρατηρήθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση. Επιγραμματικά, τέλος, η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εκτός στις περιπτώσεις που προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές διεξήλθα με προσοχή το δικόγραφο της αιτήτριας και κατέληξα ότι η αιτούμενη τροποποίηση-διαγραφή μιας φράσης - δεν είναι αναγκαία. Από το κείμενο του δικογράφου, ορώμενο στο σύνολό του, προκύπτει ότι η ανταξίωση για αποζημιώσεις βασίζεται στον ισχυρισμό ότι ο τερματισμός των δύο συμφωνιών από την καθ΄ ης η αίτηση είναι παράνομος. Το ότι στην παρ. 2 της ανταπαίτησης εμφιλοχώρησε η επίμαχη φράση είναι άνευ σημασίας και ούτε θα μπορούσε να υποστηριχθεί με πειστικότητα ότι αποτελεί παραδοχή, όπως είναι η σχετική εισήγηση του κ. Κυριακίδη. Σημασία έχει το γεγονός ότι στην έκθεση ανταπαίτησης διατυπώνεται με σαφήνεια (παρ. 1, 4 και 6) ότι η αιτήτρια θεωρεί τον τερματισμό των συμφωνιών παράνομο και είναι στη βάση αυτή που προώθησε την υπόθεση της για αποζημιώσεις. Το ότι δε προστέθηκε και η επίμαχη φράση σχετίζεται, μάλλον, με την ανταξίωση της υπό Α, με την οποία αξιώνει δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου που να της αναγνωρίζει δικαίωμα χρήσης της επωνυμίας «McCann Erickson», η οποία ως αποτέλεσμα του εκ συμφώνου εκδοθέντος Διατάγματος ημερ. 11.6.08 έχει εγκαταλειφθεί. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση - διαγραφή - δεν είναι αναγκαία και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της καθ΄ ης η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Ενόψει των πιο πάνω η υπόθεση επανορίζεται για αγορεύσεις στις ........ και ώρα 10.00 π.μ. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.