← Κύπρος

Λογγίνου Χριστοδούλου ν. Ellinas Finance Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2067/04, 28.1.09

Λογγίνου Χριστοδούλου ν. Ellinas Finance Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2067/04, 28.1.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2067/04 Μεταξύ: Λογγίνου Χριστοδούλου, από την Πάφο Ενάγοντα - και -

  1. Ellinas Finance Ltd, από Λευκωσία
  2. Ellinas Finance (Custodian) Ltd, από Λευκωσία
  3. Sharelink Securities Ltd, από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 28.1.09 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Α. Παπαντωνίου Για εναγόμενους 1 και 2: κα Κυθρεώτου Για εναγόμενη 3: κ. Πουμπουρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Βάσει γραπτής συμφωνίας ημερ. 29.3.00, η οποία τιτλοφορείται ως Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου (στο εξής η Συμφωνία), η εναγόμενη 1 συμφώνησε να παραχωρήσει και παραχώρησε στον ενάγοντα χρηματικές διευκολύνσεις ύψους £100.000 (στο εξής οι διευκολύνσεις) για αγορά μετοχών ή άλλων αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Οι πιο πάνω αξίες, όπως προβλεπόταν από τη Συμφωνία, θα αγοράζονταν και θα πωλούνταν από την εναγόμενη 3 - χρηματιστηριακή εταιρεία - και θα εγγράφονταν στο όνομα της εναγόμενης 2 - θυγατρικής εταιρείας της εναγόμενης 1 - για εξασφάλιση της διευκόλυνσης. Με την υπογραφή της Συμφωνίας η εναγόμενη 1 προχώρησε σε άνοιγμα ειδικού λογαριασμού για τον ενάγοντα (στο εξής ο Λογαριασμός) μέσω του οποίου θα του παρέχονταν οι συμφωνηθείσες διευκολύνσεις, ενώ ο ενάγοντας μεταβίβασε στην εναγόμενη 2 διάφορες μετοχές ή αξίες οι οποίες θα αποτελούσαν το προβλεπόμενο από τη Συμφωνία περιθώριο ασφαλείας. Λίγους μήνες μετά τη λειτουργία του Λογαριασμού το περιθώριο ασφαλείας ανατράπηκε και η εναγόμενη 1 αξίωσε την αποκατάσταση του, αλλά η (τελική) αντίδραση του ενάγοντα ήταν ο τερματισμός της Συμφωνίας και η έγερση της υπό κρίση αγωγής με την οποία αξιώνει διάφορες θεραπείες, αποβλέποντας:- Α. Σε ακύρωση τόσο της Συμφωνίας όσο και των πληρεξουσίων που έδωσε, προβάλλοντας ότι ο καταρτισμός ήταν αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων και/ή των σχέσεων εμπιστοσύνης και/ή καταπιστεύματος. Β. Σε διαγραφή του χρεωστικού υπολοίπου του Λογαριασμού ύψους £83.868 - το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αναγνωρίζει - που προέκυψε ως αποτέλεσμα της Συμφωνίας και Γ. Σε απόφαση για £200.000, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 29.3.00, ποσό που αντιπροσωπεύει, όπως διατείνεται, την αξία των μετοχών που έθεσε στη διάθεση των εναγομένων 1 και 2 δυνάμει των όρων της Συμφωνίας. Οι εναγόμενες απορρίπτουν τις αξιώσεις του ενάγοντα. Η καταγραφή όμως των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών ή θέσεων κρίνεται αχρείαστη, τη στιγμή που από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας διαπιστώνεται ότι πλείστα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση είναι σε μεγάλο βαθμό παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα. Προέχει, επομένως, η καταγραφή των εν λόγω γεγονότων και ό,τι επί του παρόντος χρειάζεται να σημειωθεί είναι ότι η εναγόμενη 1 αντέδρασε στην αγωγή του ενάγοντα με ανταπαίτηση ύψους £62.267,85 πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως από 1.2.04 κατ΄ επίκληση της Συμφωνίας και/ή ως υπόλοιπο του Λογαριασμού. Τα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα έχουν σε συντομία ως ακολούθως:- Η εναγόμενη 1 ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1992 ως ιδιωτική εταιρεία (τεκμ.26) με κύριο σκοπό την δραστηριοποίηση στον τομέα των ασφαλειών και χρηματοδοτήσεων (τεκμ.16). Επτά χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 1999, ιδρύθηκε η εναγόμενη 2 - 100% θυγατρική εταιρεία της εναγόμενης 1 - με κύριο σκοπό την παροχή υπηρεσιών θεματοφύλακα των επενδυτικών σχεδίων της εναγόμενης 1 (τεκμ.17). Τον Φεβρουάριο του 2000 η εναγόμενη 1 μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία, αφού στο μεταξύ μετονομάσθηκε σε Ellinas Finance Ltd (τεκμ.27α). Τον ίδιο χρόνο οι μετοχές της εισήχθησαν στο ΧΑΚ για διαπραγμάτευση (τεκμ.14) και μέσα στο 2005 μετονομάστηκε σε Ellinas Finance Public Company Ltd (τεκμ.27β), όνομα που διατηρεί μέχρι σήμερα. Ο ενάγοντας είναι προσοντούχος επαγγελματίας λογιστής και το ενδιαφέρον του για αγοραπωλησίες μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΚ εκδηλώθηκε πριν την υπογραφή της Συμφωνίας. Προς τούτο χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες της εναγόμενης 3 - που μέσα στο 2003 μετονομάσθηκε σε Sharelink Securities and Financial Services Ltd (τεκμ.35) - η οποία είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και μέσω της διενεργούσε αγοραπωλησίες μετοχών ή άλλων αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ. Η διευκόλυνση ύψους £100.000 παραχωρήθηκε κατόπιν αίτησης του ενάγοντα ημερ. 23.3.00 (τεκμ.1/18) και στη βάση των όρων της Συμφωνίας ημερ. 29.3.00 (τεκμ.2/19), η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ όλων των διαδίκων. Με την υπογραφή της Συμφωνίας η εναγόμενη 1 άνοιξε Λογαριασμό στο όνομα του ενάγοντα και έθεσε στη διάθεσή του το συμφωνηθέν όριο των £100.000, ενώ ο ενάγοντας με τη σειρά του μεταβίβασε στο όνομα της εναγόμενης 2 διάφορες μετοχές συνολικής αξίας £113.736 ως αξίες περιθωρίου ασφαλείας και διόρισε την εναγόμενη 3 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του (τεκμ.23), για να αγοράζει και πωλεί για λογαριασμό του μετοχές ή χρεόγραφα εισηγμένα στο ΧΑΚ, κι αυτό κατόπιν εντολών που θα της έδιδε είτε τηλεφωνικώς είτε γραπτώς. Ο ενάγοντας χρησιμοποίησε το παραχωρηθέν όριο και μέσω της εναγόμενης 3 προέβαινε σε αγορές μετοχών ή άλλων αξιών του ΧΑΚ, το τίμημα πώλησης των οποίων κατέβαλλε η εναγόμενη 1 με παράλληλη χρέωση του Λογαριασμού. Οι εν λόγω μετοχές, όπως προέβλεπε η Συμφωνία, γράφονταν στο όνομα της εναγόμενης 2 και όταν ο ενάγοντας προέβαινε μέσω της εναγόμενης 3 σε πωλήσεις μετοχών το τίμημα πώλησης καταβαλλόταν στην εναγόμενη 1, η οποία πίστωνε ανάλογα το Λογαριασμό του. Η συνεργασία των διαδίκων δεν έμελλε να συνεχισθεί χωρίς προβλήματα. Λίγους μήνες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας η πτωτική πορεία που παρουσίασαν οι τιμές των μετοχών στο ΧΑΚ είχε αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην αξία του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα όσο και στις εξασφαλίσεις που έδωσε, οι οποίες έπαυσαν να είναι στο επίπεδο που καθόριζαν οι όροι της Συμφωνίας. Η εναγόμενη 1 επεδίωξε την αποκατάσταση των εξασφαλίσεων και προς τούτο απέστειλε στον ενάγοντα σχετική επιστολή ημερ. 20.11.00 (τεκμ.4), με την οποία τον καλούσε να περάσει από τα γραφεία της για διευθέτηση του προβλήματος. Ο ενάγοντας αρχικά επέδειξε αδιαφορία, αλλά στις 23.3.01 επισκέφθηκε τα γραφεία της εναγόμενης 1 και συμφώνησε με τον Πρόεδρο της Αιμ. Έλληνα (ΜΥ.1) (τεκμ. 5/21) τα ακόλουθα:-
  4. Από 23.3.01 δεν θα δικαιούταν να δίδει εντολές στην εναγόμενη 3 για αγορά μετοχών δυνάμει της Συμφωνίας.
  5. Το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο Λογαριασμός, ο οποίος τότε παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £73.345,08, αυξανόταν από 8,5% σε 9,5% ετησίως.
  6. Για την περίοδο 1.1.01-31.12.01 η εναγόμενη 1 δεν θα τον χρέωνε με τα συμφωνηθέντα δικαιώματα διαχείρισης και
  7. Οι υπόλοιποι όροι της Συμφωνίας παρέμεναν ως είχαν. Όπως δηλώθηκε από κοινού, στις 23.3.01 ο Λογαριασμός του ενάγοντα παρουσίαζε ακάλυπτο χρεωστικό υπόλοιπο £24.700,23 και στις 31.3.01 £28.568, ενώ στις αντίστοιχες ημερομηνίες η κατάσταση του χαρτοφυλακίου του είναι όπως αποτυπώνεται στα τεκμ. 24 και
  8. Μερικές ημέρες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας ημερ. 23.3.01, στις 3.4.01, ο ενάγοντας κατέβαλε στην εναγόμενη 1 £3.200 (τεκμ.34) έναντι του χρεωστικού υπολοίπου που παρουσίαζε ο Λογαριασμός του και ένα χρόνο μετά, στις 15.2.02 (τεκμ.6), η εναγόμενη 1 του απέστειλε νέα επιστολή με την οποία μείωνε το όριο των διευκολύνσεων από τις £100.000 στις £75.000 και τον καλούσε να προβεί σε αποκατάσταση των εξασφαλίσεων στα συμφωνηθέντα επίπεδα μέχρι 21.2.02, χωρίς όμως ανταπόκριση. Ακολούθησαν οι επιστολές ημερ. 15.3.02, 17.6.03, 19.8.03 (τεκμ.7, 8 και 9 αντίστοιχα) και τέλος η επιστολή ημερ. 22.9.03 (τεκμ.10) μέσω των δικηγόρων της, με την οποία τον πληροφορούσαν ότι αν δεν αποκαθιστούσε τις εξασφαλίσεις στο επίπεδο που προέβλεπε η Συμφωνία η εναγόμενη 1 «. ενδέχεται να εξασκήσει το δικαίωμα της :-
  9. Να πωλήσει τις μετοχές που ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της εναγόμενης 2 και να πιστώσει το προϊόν πώλησης στο Λογαριασμό,
  10. Να τερματίσει τη Συμφωνία και το Λογαριασμό και
  11. Να αξιώσει δικαστικά οποιονδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο θα παρέμενε οφειλόμενο. Η αντίδραση του ενάγοντα στις πιο πάνω επιστολές εκδηλώθηκε στις 10.2.04 (τεκμ.11) με τη διατύπωση της θέσης ότι η Συμφωνία καταρτίσθηκε μετά από πιέσεις, ψευδείς παραστάσεις και απάτη και, επομένως, ήταν εξ υπαρχής άκυρη. Με βάση τη θέση αυτή τερμάτιζε τη Συμφωνία και καλούσε την εναγόμενη 1 να διαγράψει το ισχυριζόμενο χρέος και να του επιστρέψει £20.000 ποσό, που όπως ισχυριζόταν, αντιπροσώπευε την αξία των μετοχών τις οποίες είχε καταθέσει όπως προέβλεπε η Συμφωνία. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 13.2.04, η εναγόμενη 1 απέστειλε νέα επιστολή στον ενάγοντα (τεκμ.30), με την οποία τον καλούσε να εξοφλήσει το υπόλοιπο του Λογαριασμού εκ £83.828 μέσα σε 7 ημέρες διαφορετικά δυνατό να προχωρούσε σε εκποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του αξίας (τότε) £21.684,29 και σε δικαστικά μέτρα. Ο ενάγοντας όχι μόνο αγνόησε την προειδοποίηση του τεκμ.30 αλλά προχώρησε και στην έγερση της παρούσας αγωγής, ενώ παράλληλα, στις 27.2.04 (τεκμ.38), η εναγόμενη 1 έδινε εντολή στην εναγόμενη 3 για πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του. Η εν λόγω πώληση ολοκληρώθηκε λίγες ημέρες αργότερα και στις 5.4.04 (τεκμ.31) η εναγόμενη 1 προχώρησε μέσω των δικηγόρων της σε τερματισμό τόσο της Συμφωνίας όσο και του Λογαριασμού, αξιώνοντας παράλληλα και εξόφληση του υπόλοιπου που είχε παραμείνει μετά την πώληση των μετοχών ύψους £62.267,
  12. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι η επιστολή τερματισμού συνοδευόταν και με κατάσταση λογαριασμού, στην οποία καταγράφονται με λεπτομέρεια ο αριθμός και το είδος των μετοχών που πωλήθηκαν, η ημερομηνία πώλησης τους, καθώς επίσης και τα ποσά που εισπράχθηκαν. Ακολουθεί παράθεση της προσαχθείσας μαρτυρίας σ΄ ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Προέρχεται από τον ενάγοντα και από τους τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν για τις εναγόμενες, τους Αιμ. Έλληνα (ΜΥ.1), διευθύνοντα σύμβουλο της εναγόμενης 1, Χ. Παπανικολάου (ΜΥ.2), υπεύθυνο τότε του γραφείου της εναγόμενης 3 στην Πάφο και Τ. Αποστολίδου (ΜΥ.3), διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης
  13. Ο ενάγοντας προώθησε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του με πολυσέλιδη γραπτή δήλωση (έγγραφο Α). Η ουσία όμως της μαρτυρίας του - αφαιρουμένων των αναλύσεων, επιχειρημάτων και συμπερασμάτων που περιέχονται στη δήλωσή - είναι απλή και θα μπορούσε (σε συντομία) να διατυπωθεί ως ακολούθως:- Αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο της εναγόμενης 1 (στο εξής το Σχέδιο) κατόπιν προτροπών και ενθαρρύνσεων του ΜΥ.2, ο οποίος εκπροσωπούσε τις εναγόμενες 1 και
  14. Ισχυρίσθηκε, σχετικά, ότι ο ΜΥ.2 τον διαβεβαίωσε ότι το Σχέδιο θα του απόφερε κέρδη και το Λογαριασμό θα τον διαχειρίζονταν από κοινού οι εναγόμενες 1 και 3 και θα τον επέβλεπε προσωπικά ο Χρ. Έλληνας που ήταν ένας από τους καλύτερους χρηματιστές. Στη βάση των διαβεβαιώσεων αυτών, και αφού διάβασε τους όρους του Σχεδίου, προχώρησε στην υποβολή της αίτησης και στη συνέχεια στην υπογραφή της Συμφωνίας και του πληρεξουσίου χωρίς ανεξάρτητη νομική συμβουλή, δικαίωμα που οι εναγόμενες δεν του διασφάλισαν. Ιδιαίτερη βαρύτητα και πίστη, τόνισε, έδωσε στον όρο 5 της αίτησης, ο οποίος επαναλαμβάνεται στον όρο 2(Ε) της Συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση ανατροπής των εξασφαλίσεων η εναγόμενη 1 αναλάμβανε υποχρέωση να πωλήσει τις μετοχές που μεταβίβασε στην εναγόμενη 2 για εξόφληση του χρέους που πιθανόν να δημιουργείτο, κάτι που όπως του υπόδειξε ο ΜΥ.2 θα συνέβαινε στη χειρότερη γι΄ αυτόν περίπτωση. Ένας περαιτέρω λόγος που τον ώθησε να συμμετάσχει στο Σχέδιο, συνέχισε, ήταν η εντύπωση που του δημιούργησαν οι εναγόμενες ότι η εναγόμενη 1 ήταν τραπεζικός οργανισμός, κάτι που προέκυπτε και από την ίδια τη Συμφωνία. Το ότι η εναγόμενη 1 ασκούσε τραπεζικές εργασίες, στις οποίες συμμετείχε και η εναγόμενη 2, προκύπτει και από τα καταστατικά των εν λόγω εταιρειών (τεκμ.16 και 17, αντίστοιχα), τα οποία εφοδιάστηκε εκ των υστέρων, καθώς επίσης και από τη δημόσια πρόσκληση της εναγόμενης 1 τεκμ.
  15. Αργότερα, όμως, έμαθε ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε άδεια διεξαγωγής χρηματοδότησης επενδύσεων στο ΧΑΚ ούτε κατείχε άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών. Επομένως διεξήγαγε παράνομα τις εν λόγω εργασίες, κάτι που του απέκρυψαν. Όπως του απέκρυψαν και τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (τεκμ.12), με βάση τις οποίες απαγορευόταν η σύναψη συμφωνιών και η λειτουργία σχεδίων, όπως αυτό που του πλάσαραν οι εναγόμενες. Παραπονέθηκε, επίσης, ότι οι εναγόμενες του απέκρυψαν ότι υπήρχε σύνδεση μεταξύ τους και ότι είχαν συμφέρον στις αγοραπωλησίες μετοχών στο ΧΑΚ, από τις οποίες το 1999 αποκόμισαν κέρδος £7.831.06 και το 2000 £4.851.131 όπως αποκαλύπτεται και από την ετήσια έκθεση της εναγόμενης 3 για το 2000 (τεκμ.15). Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, συνέχισε, προέβηκε σε κάποιες συναλλαγές, αλλά εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι το άτομο προς το οποίο έδινε εντολές δεν ήταν αδειούχος χρηματιστής και ούτε γνωρίζει αν οι εντολές του εκτελούνταν ή όχι, ή κατά πόσο ηχογραφούνταν όπως προέβλεπαν σχετικές εγκύκλιοι του ΧΑΚ (τεκμ.3). Όσον δε αφορά τα πινακίδια συναλλαγών σπάνια του στέλνονταν, παρά το ότι τα ζήτησε επανειλημμένως. Οι εναγόμενες, πρόβαλε, είχαν τη διαχείριση του Λογαριασμού του και αν προχωρούσαν την κατάλληλη χρονική στιγμή σε πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του, κάτι που μόνο αυτές μπορούσαν να κάνουν, δεν θα παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του. Και συνέχισε:- Λόγω των πιο πάνω παραβάσεων ουδέποτε αναγνώρισε οποιοδήποτε χρέος προς την εναγόμενη 1 και σ΄ ότι αφορά τις επιστολές που του απέστειλε δεν αρνήθηκε ότι τις παρέλαβε. Ισχυρίσθηκε, όμως, ότι μόλις πήρε την επιστολή 20.11.00 (τεκμ.4) επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τις εναγόμενες 1 και 3, εκπρόσωποι των οποίων του είπαν ότι παρακολουθούν το Λογαριασμό και ανέμεναν ανάκαμψη του ΧΑΚ και να μην ανησυχεί. Παρά τις διαβεβαιώσεις τους, όμως, δεν εφησύχασε και είναι γι΄ αυτό το λόγο που επεδίωξε τη συνάντηση ημερ. 23.3.01 με τον ΜΥ.
  16. Κατά τη συνάντηση, ισχυρίσθηκε, ο ΜΥ.1 του ανέφερε ξεκάθαρα ότι θα πωλούσε τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του για να μειωθεί στο ελάχιστο ή να εκμηδενισθεί η ζημιά του και είναι στη βάση της διαβεβαίωσης αυτής που δέχθηκε να υπογράψει το τεκμ.5 και στη συνέχεια να καταβάλει και £3.000, περίπου. Ο ΜΥ.1, όμως, δεν υλοποίησε τη δέσμευση του και αντ΄ αυτής του απέστειλαν τις επιστολές τεκμ. 6-10 με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να απευθυνθεί σε δικηγόρους, οι οποίοι τερμάτισαν τη Συμφωνία στις 10.2.04 (τεκμ.11) και κατέληξε:- Οι εναγόμενες σκόπιμα δεν προχώρησαν σε πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του για να τον χρεώνουν παράνομα με προμήθειες, έξοδα και τόκους. Περαιτέρω, απέβλεπαν και σε χειραγώγηση των τιμών του Χρηματιστηρίου, θέμα που αποτέλεσε και αντικείμενο έρευνας που διενήργησε η Ερευνητική Επιτροπή του ΧΑΚ (τεκμ.13). Στη βάση των πιο πάνω διατύπωσε τη θέση ότι δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή του, ενώ η ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι σαν λογιστής ήξερε ότι η συμμετοχή του στο Σχέδιο εγκυμονούσε κινδύνους. Αποφάσισε όμως να προχωρήσει αφού πείσθηκε από το ΜΥ.2 ότι θα τον προστάτευε η εναγόμενη 3, η οποία ενεργούσε ως χρηματιστής του κατά τους τελευταίους 5-6 μήνες πριν την υποβολή της αίτησης. Του υποβλήθηκε ότι αυτόβουλα αποφάσισε να συμμετάσχει στο Σχέδιο, αλλά επέμενε στους ισχυρισμούς του. Παραδέχθηκε, όμως, ότι πριν την υπογραφή της Συμφωνίας δεν είχε έλθει σε απευθείας επαφή με τις εναγόμενες 1 και 2 και, περαιτέρω, ότι κανένας δεν του είπε ότι απαγορεύεται να συμβουλευθεί δικηγόρο. Σ΄ ότι αφορά τον ισχυρισμό του ότι η εναγόμενη 1 διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες του υποβλήθηκε ότι δεν ευσταθεί, αλλά αυτός επέμενε ότι η Συμφωνία «λέει» ότι είναι τράπεζα. Σχετικά του υποβλήθηκε ότι η εναγόμενη 1 λειτουργούσε μέσα στο πλαίσιο των σκοπών του ιδρυτικού της εγγράφου (τεκμ.16) και η απάντηση του ήταν ότι ο ίδιος συμμετείχε στο Σχέδιο όχι απλώς για να πάρει δάνειο, αλλά για να τυγχάνει καθοδήγησης και συμβουλών από ειδικούς. Παραδέχθηκε, όμως, ότι ποτέ δεν υπόβαλε οποιανδήποτε γραπτή διαμαρτυρία για όσα τώρα καταλογίζει στις εναγόμενες, ούτε κατήγγειλε τις εναγόμενες 1 και 2 στην Κεντρική Τράπεζα για παράνομη άσκηση τραπεζικών εργασιών. Ρωτήθηκε, επίσης, γιατί παρουσίασε τα τεκμ. 13, 14 και 15, τα οποία, όπως του υποβλήθηκε, δεν σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση. Απάντησε ότι παρουσίασε τα τεκμ. 13 και 14 για να δώσει μια γενική εικόνα για τις παραλείψεις και κακοδιαχειρίσεις που συνέβαιναν τότε στο Χρηματιστήριο, αλλά παραδέχθηκε ότι το τεκμ.15 δεν παρουσιάζει οτιδήποτε το μεμπτό σε βάρος των εναγομένων 1 και
  17. Σε σχέση με το παράπονο του για τα πινακίδια συναλλαγών, παραδέχθηκε, τελικά, ότι ναι μεν του αποστέλλονταν αλλά με καθυστέρηση, όπως ισχυρίσθηκε. Παραδέχθηκε, επίσης, ότι όλες οι πράξεις που περιέχονται στο Λογαριασμό (τεκμ.20) έγιναν κατόπιν εντολών του, όπως παραδέχθηκε ότι ο εν λόγω Λογαριασμός παρουσίαζε στις 23.3.01 (τεκμ.21) χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του £72.345,
  18. Επέμενε, όμως, ότι κατά τη συνάντηση ημερ. 23.3.01 ο ΜΥ.1 τον διαβεβαίωσε ότι θα πωλούσε τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του και απέρριψε υποβολή ότι ό,τι συμφώνησαν εκείνη την ημέρα καταγράφεται στο τεκμ.
  19. Οι εναγόμενες, τόνισε, είχαν υποχρέωση σύμφωνα με τη Συμφωνία να πωλήσουν στην κατάλληλη στιγμή μετοχές του χαρτοφυλακίου του για διατήρηση των εξασφαλίσεων στα συμφωνηθέντα επίπεδα, αλλά παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν έδωσε σχετική εντολή. Συμφώνησε, επί του προκειμένου, ότι αν στις 20.11.00 που η εναγόμενη 1 του απέστειλε την επιστολή τεκμ.4 έδινε εντολή για πώληση των μετοχών του θα΄ χε κέρδος £48.140, αλλά πρόσθεσε ότι και αν ακόμη έδιδε τέτοια εντολή δεν ξέρει αν θα εκτελείτο και επανέλαβε ότι η υποχρέωση για πώληση βάρυνε τις εναγόμενες, οι οποίες ανάλαβαν τη διαχείριση του Λογαριασμού του. Χαρακτηριστικά ανάφερε ότι η εναγόμενη 3 όφειλε, όταν ανατράπηκε η αναλογία των εξασφαλίσεων, «να του κτυπήσει καμπανάκι» και να τον συμβουλεύσει να προβεί σε πωλήσεις, κάτι που παρέλειψε να πράξει και αρνήθηκε υποβολή ότι η εναγόμενη 3 απλώς διεκπεραίωνε τις εντολές του, είτε αυτές αφορούσαν αγορές είτε πωλήσεις μετοχών. Τέλος, ρωτήθηκε γιατί ενώ κατέθεσε μετοχές αξίας (όπως δηλώθηκε από κοινού) £113.736 εντούτοις αξιώνει £200.
  20. Η διαφορά, απάντησε, οφείλεται στο γεγονός ότι όταν καταχωρούσε την αγωγή δεν γνώριζε την αξία που είχαν τότε οι εν λόγω μετοχές και αρνήθηκε ότι οφείλει στην εναγόμενη 1 £62.267,85 πλέον τόκους, ως η ανταπαίτησή της. Οι μάρτυρες που κατέθεσαν για τις εναγόμενες απέρριψαν τα όσα επιλήψιμα τους καταλόγισε ο ενάγοντας. Η εναγόμενη 1, ισχυρίσθηκε ο ΜΥ.1, δεν δέχεται καταθέσεις από το κοινό και τα δάνεια ή χρηματικές διευκολύνσεις που παρέχει σε πελάτες της προέρχονται από δικά της κεφάλαια. Απέδωσε, σχετικά, τον όρο «Δικαιώματα Τραπέζης» που αναφέρεται στον πίνακα χρεώσεων της Συμφωνίας σε «ορολογικό ολίσθημα» και αρνήθηκε υποβολή ότι οι εναγόμενες παρουσίασαν στον ενάγοντα την εναγόμενη 1 ως τράπεζα, στοιχείο που συνέβαλε στην απόφαση του για να συμμετάσχει στο Σχέδιο. Ο ενάγοντας, πρόβαλε, αποτάθηκε στην εναγόμενη 1 για να συμμετάσχει στο Σχέδιο χωρίς καμιά πίεση, παρότρυνση ή επηρεασμό από τις εναγόμενες 1 και 2 και οτιδήποτε διεμήφθη με το ΜΥ.2 δεν τις αφορά, γιατί ο ΜΥ.2 ούτε υπάλληλος ούτε αντιπρόσωπος τους ήταν. Του υποβλήθηκε, επί του προκειμένου, ότι και οι τρεις εναγόμενες ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών, στεγάζονται στο ίδιο κτήριο και το Σχέδιο είναι επινόημα της οικογένειας του και ο ισχυρισμός του ότι ο ΜΥ.2 δεν ήταν αντιπρόσωπος και των εναγομένων 1 και 2 δεν ευσταθεί. Απάντησε ότι ναι μεν και οι τρεις εταιρείες στεγάζονται στο ίδιο κτήριο και διευθύνονται από μέλη της οικογένειας του, αλλά το Σχέδιο έγινε από τον ίδιο προσωπικά και η εναγόμενη 3 ως χρηματιστηριακή εταιρεία δεν έχει καμιά ανάμειξη στις δραστηριότητες των εναγομένων 1 και 2, ούτε οι τρεις εταιρείες ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Η εγγραφή των αξιών στο όνομα της εναγόμενης 2, συνέχισε, εμπόδιζε τον ενάγοντα από του να τις πωλήσει μέσω άλλου χρηματιστή και να εισπράξει ο ίδιος το προϊόν πώλησής τους. Ήταν όμως ελεύθερος να πωλήσει οποτεδήποτε ήθελε μέσω της εναγόμενης 3, η οποία με βάση τους όρους της Συμφωνίας θα κατέβαλλε το προϊόν πώλησης της στην εναγόμενη 1 για πίστωση του Λογαριασμού του, κάτι που πάντα συνέβαινε όταν ο ενάγοντας έδινε σχετικές εντολές. Στη λήψη όμως των αποφάσεων, τόσο για αγορά όσο και για πώληση μετοχών, οι εναγόμενες 1 και 2 δεν είχαν καμιά ανάμειξη γιατί ήταν θέμα που αφορούσε τον ενάγοντα και την εναγόμενη 3, η οποία απλώς ενημέρωνε την εναγόμενη 1 για κάθε συναλλαγή αποστέλλοντας της τα σχετικά πινακίδια (contract notes). Είναι με βάση τα εν λόγω πινακίδια, διευκρίνισε, που η εναγόμενη 1 προχωρούσε σε χρέωση ή πίστωση του Λογαριασμού του ενάγοντα, γιατί σε περίπτωση αγοράς αυτή κατέβαλλε το τίμημα, ενώ σε περίπτωση που διενεργείτο πώληση το προϊόν το είσπραττε από την εναγόμενη 3 που ενεργούσε ως χρηματιστής και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα. Τα εν λόγω πινακίδια (τεκμ.29), τόνισε, μαζί με κατάσταση λογαριασμού αποστέλλονταν από την Εταιρεία του μηνιαίως προς τον ενάγοντα, χωρίς ο τελευταίος να προβάλει οποτεδήποτε οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία και απέρριψε υποβολή ότι ποτέ δεν του απέστειλαν τα εν λόγω πινακίδια. Αναφερόμενος στη συμφωνία ημερ. 23.3.01 (τεκμ. 5/21) ισχυρίσθηκε ότι με αυτή ο ενάγοντας αναγνώρισε ότι τότε ο Λογαριασμός του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £72.345,08 και οτιδήποτε συμφώνησαν εκείνη την ημέρα διατυπώθηκε γραπτώς και όσα σχετικά ισχυρίσθηκε ο ενάγοντας δεν ευσταθούν και κατέληξε:- Η εναγόμενη 1 αναγκάσθηκε να τερματίσει τη Συμφωνία και να πωλήσει τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα λόγω της αδιαφορίας που επέδειξε στις ειδοποιήσεις που του απέστειλε, με αποτέλεσμα ο Λογαριασμός του να παρουσιάζει στις 2.3.04 χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του £62.267,85 (τεκμ.20). Για το εν λόγω ποσό, πρόβαλε, η εναγόμενη 1 δικαιούται απόφαση ως η ανταπαίτηση της και απέρριψε τη θέση του ενάγοντα ότι το εν λόγω χρέος θα πρέπει να διαγραφεί. Η μαρτυρία του ΜΥ.2 - λειτουργού, όπως ανέφερε, εξυπηρέτησης πελατών της εναγόμενης 3 - συνοψίζεται ως ακολούθως:- Κατά την περίοδο 1997-2002 ήταν υπεύθυνος του γραφείου της εναγόμενης 3 στην Πάφο και ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν η λήψη και διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών πελατών της εναγόμενης 3 για αγορά ή πώληση μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΚ. Μεταξύ των πελατών του γραφείου του ήταν και ο ενάγοντας, οικονομικός τότε διευθυντής της εταιρείας St. George Hotel Enterprises Ltd, o οποίος διατηρούσε λογαριασμό εκτέλεσης εντολών με χρήση ιδίων κεφαλαίων. Προς τούτο υπόγραψε στις 23.3.00 και σύμβαση παροχής υπηρεσιών (τεκμ.22), η οποία καθόριζε τους όρους της συνεργασίας τους και ο λειτουργός που τον εξυπηρετούσε καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους ήταν ο ίδιος προσωπικά. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε ότι παρουσιάσθηκε στον ενάγοντα ως χρηματιστής και ότι η εναγόμενη 3 διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο του, υποβολές που απέρριψε. Η μόνη υποχρέωση, τόνισε, που ανέλαβε η εναγόμενη 3 έναντι του ενάγοντα ήταν η εκτέλεση των εντολών του και ποτέ δεν τον συμβούλευσε ποιες ή πόσες μετοχές θα αγόραζε ή θα πωλούσε, ούτε τον επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο στη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι όταν οι εντολές του ενάγοντα λαμβάνονταν μέσω σταθερού τηλεφώνου ηχογραφούνταν, αλλά υπήρξαν περιπτώσεις που του τηλεφωνούσε και στο κινητό και σ΄ ότι αφορά τις εν λόγω εντολές κατατέθηκε από κοινού έγγραφο (τεκμ.36) αποηχογραφημένης εντολής του ενάγοντα ημερ. 26.6.00 για πώληση και αγορά συγκεκριμένων μετοχών και σε συγκεκριμένη τιμή, η οποία και εκτελέσθηκε. Αναφερόμενος στα όσα του καταλόγισε ο ενάγοντας, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγοντας ήταν ενημερωμένος για τα χρηματιστηριακά πράγματα και καμιά διαβεβαίωση δεν του έδωσε, ούτε τον προέτρεψε με οποιονδήποτε τρόπο να συμμετάσχει στο Σχέδιο. Δεν θυμάται, όμως, αν αυτός τον πληροφόρησε για την ύπαρξη του Σχεδίου ή αν το Σχέδιο το πληροφορήθηκε ο ενάγοντας από άλλη πηγή. Αυτό όμως που ξέρει είναι ότι όλες οι αγοραπωλησίες μετοχών που έγιναν από την εναγόμενη 3 για λογαριασμό του διενεργήθηκαν κατόπιν εντολών του και τις σχετικές αποφάσεις τις έπαιρνε ο ίδιος, χωρίς κανένα επηρεασμό ή συμβουλή από τους υπαλλήλους της εναγόμενης
  21. Η συνεργασία τους, τόνισε, περιοριζόταν αποκλειστικά στη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση των εντολών του και σε καμιά περίπτωση η εναγόμενη 3 δεν ανέλαβε τη διαχείριση των αξιών του χαρτοφυλακίου και ουδέποτε χρέωσε ή είσπραξε αμοιβή για διαχείριση. Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση που η εναγόμενη 3 εκτελούσε τις εντολές του απέστελλε στην εναγόμενη 1 τα σχετικά πινακίδια για χρεοπίστωση του Λογαριασμού του, όπως προέβλεπε η μεταξύ τους Συμφωνία. Επεσήμανε, συναφώς, ότι όλες οι εντολές του ενάγοντα, είτε αυτές αφορούσαν αγορά ή πώληση μετοχών, εκτελέσθηκαν με τη δέουσα επιμέλεια και διαφώνησε με υποβολή ότι δεν τον ενημέρωναν για τις συναλλαγές που διενεργούσαν για λογαριασμό του. Η κυρίως εξέταση της ΜΥ.3, όπως και των προηγούμενων μαρτύρων, περιέχεται σε γραπτή κατάθεση (Έγγραφο Δ) που σε συντομία έχει ως ακολούθως:- Είναι διευθύνουσα σύμβουλος της εναγόμενης 3 από το 2002, ενώ προηγουμένως εργαζόταν στην εταιρεία Capital Asset Link Ltd η οποία ασχολείται με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων. Ο ενάγοντας ήταν πελάτης της εναγόμενης 3 και για κάποιο διάστημα προέβαινε μέσω της σε αγοραπωλησίες αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ, χρησιμοποιώντας δικά του κεφάλαια. Το Σεπτέμβρη του 1999 η εναγόμενη 3 εγκατέστησε στα γραφεία της σύστημα ηχογράφησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων - όπως προέβλεπε σχετική συμφωνία για την οποία σχετικές είναι οι επιστολές του ΧΑΚ προς τα μέλη του ημερ. 7.10.99 και 9.2.00 (τεκμ.3α και 3β, αντίστοιχα) - και ενόψει τούτου υπεγράφη η σύμβαση παροχής υπηρεσιών ημερ. 22.3.00 (τεκμ.22). Ακολούθησε στις 29.3.00 η σύναψη της Συμφωνίας και στη βάση των όρων της ο ενάγοντας διόρισε την εναγόμενη 3 να ενεργεί ως χρηματιστής του, κι αυτό στη βάση σχετικού πληρεξουσίου. Η εναγόμενη 3, συνέχισε, εφάρμοσε πλήρως τους όρους της Συμφωνίας και διεκπεραίωνε τις εντολές που της έδιδε και, στη συνέχεια, ενημέρωνε τόσο την εναγόμενη 1 όσο και τον ενάγοντα, αποστέλλοντας τους τα σχετικά πινακίδια συναλλαγών (τεκμ. 29). Ο ενάγοντας, επεσήμανε, ουδέποτε διατύπωσε οποιονδήποτε παράπονο σ΄ ότι αφορά την εκτέλεση των εντολών του και όπως προκύπτει από τα λογιστικά και άλλα βιβλία, που διατηρεί η εναγόμενη 3 σε ηλεκτρονική μορφή, οι διάφορες καταχωρήσεις στο λογαριασμό που τηρούσε η εναγόμενη 3 γι΄ αυτόν (τεκμ.37) αντιστοιχούν στις συναλλαγές των πινακιδίων τεκμ.
  22. Διευκρίνισε επί του προκειμένου ότι τα πινακίδια τεκμ. 29 εκδόθηκαν κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης 1 μετά την έγερση της αγωγής και ενόψει του γεγονότος ότι στο μεταξύ έγινε αλλαγή του ονόματος της εναγόμενης 3 στα πινακίδια αναγράφεται το νέο όνομα και αυτή είναι η μόνη διαφορά που υπάρχει με τα πινακίδια συναλλαγών που αποστέλλονταν στον ενάγοντα. Εξηγώντας, στη συνέχεια, τις διάφορες καταχωρήσεις του λογαριασμού τεκμ. 37 κατέληξε ότι στις 27.2.04 (τεκμ. 38) η εναγόμενη 1 ζήτησε από την εναγόμενη 3 να προβεί σε πώληση όλων των μετοχών του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα, κάτι που έπραξε, γιατί ο ενάγοντας δεν ανταποκρίθηκε στις κλήσεις για προσκόμιση επιπρόσθετων εξασφαλίσεων, όπως προέβλεπε η Συμφωνία. Κατά την αντεξέταση δήλωσε ότι η ίδια δεν είχε ανάμειξη στην υλοποίηση της Συμφωνίας γιατί τότε εργαζόταν σε άλλη εταιρεία, αλλά απέρριψε υποβολή ότι με βάση τη Συμφωνία και το πληρεξούσιο η εναγόμενη 3 είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα, εμμένοντας στη θέση ότι απλώς διεκπεραίωνε τις εντολές του. Της υποβλήθηκε, επίσης, ότι τα πινακίδια του τεκμ. 29 δεν αποστέλλονταν στον ενάγοντα, δεν αφορούν αγοραπωλησίες μετοχών που έγιναν για λογαριασμό του και, περαιτέρω, όπως άλλαξαν το λογότυπο τους άλλαξαν και τα άλλα στοιχεία που καταγράφονται σ΄ αυτά, υποβολές που επίσης απέρριψε. Από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι φανερό ότι οι διαφωνίες των διαδίκων περιορίζονται, ουσιαστικά, στα ακόλουθα τρία θέματα:-
  23. Στους λόγους που ώθησαν τον ενάγοντα να συμμετάσχει στο Σχέδιο.
  24. Αν οι εναγόμενες 1 και 3 τον ενημέρωναν για την τύχη των εντολών του και, αν ναι, κατά πόσο το περιεχόμενο των πινακιδίων του τεκμ. 29 έχει ή όχι αλλοιωθεί.
  25. Στο τι πράγματι συμφωνήθηκε μεταξύ ενάγοντα και ΜΥ.1 στις 23.3.01 και τι επακολούθησε στη συνέχεια. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις εγγράφους προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν στο στάδιο των αγορεύσεων σε σχέση με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Αισθάνομαι ότι η ανίχνευση της αλήθειας, σ΄ ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι όπου εντοπίζονται διαφωνίες αυτές δεν μπορούν να κριθούν προς όφελος του ενάγοντα. Κι΄ αυτό όχι μόνο γιατί η υποκειμενική εντύπωση που σχημάτισα για την αξιοπιστία του δεν είναι και τόσο θετική, αλλά και για τους πιο κάτω λόγους:-
  26. Η απόφαση του, ισχυρίσθηκε, να συμμετάσχει στο Σχέδιο ήταν αποτέλεσμα των διαβεβαιώσεων του ΜΥ.2 ότι το Σχέδιο θα του επέφερε κέρδη, ότι το Λογαριασμό του θα τον διαχειρίζονταν από κοινού οι εναγόμενες 1 και 3 και, περαιτέρω, της εντύπωσης που του δημιούργησαν οι εναγόμενες ότι η εναγόμενη 1 ήταν τραπεζικός οργανισμός, κάτι που προκύπτει από το περιεχόμενο της Συμφωνίας, τα καταστατικά των εναγομένων 1 και 2 και από τη δημόσια πρόσκληση (τεκμ.14). Αρχίζοντας από τον πρώτο ισχυρισμό παρατηρώ τα ακόλουθα:- Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η εμπλοκή του ενάγοντα σε χρηματιστηριακές συναλλαγές άρχισε πριν την παραχώρηση των διευκολύνσεων και γι΄ αυτές χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες της εναγόμενης 3 και ίδια κεφάλαια. Δεν ήταν, επομένως, ένας περιστασιακός επενδυτής και λαμβανομένου υπόψη του μορφωτικού του επιπέδου - απόφοιτος πανεπιστημίου - και της φύσης της εργασίας του - οικονομικός διευθυντής σε εταιρεία - αδυνατώ να δεχθώ ότι αποφάσισε να συμμετάσχει στο Σχέδιο στηριζόμενος, δήθεν, στη διαβεβαίωση του ΜΥ.2 ότι το Σχέδιο θα του απέφερε κέρδη ή ότι το Λογαριασμό του θα τον διαχειρίζονταν από κοινού οι εναγόμενες 1 και
  27. Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για όψιμο ισχυρισμό ο οποίος δεν συνάδει με τη δήλωση του ότι ως λογιστής ήξερε ότι η συμμετοχή του στο Σχέδιο εγκυμονούσε κινδύνους, αλλά ούτε και με τη στάση που τήρησε έναντι των πολλών επιστολών που του έστειλε η εναγόμενη 1 για προσκόμιση επιπρόσθετων εξασφαλίσεων. Επισημαίνεται, σχετικά, ότι οι πιστώσεις του παραχωρήθηκαν το Μάρτη του 2000 και μέχρι το Φεβρουάριο του 2004 - που απευθύνθηκε σε δικηγόρο - δεν πρόβαλε σε καμιά περίπτωση ότι η συμμετοχή του στο Σχέδιο ήταν αποτέλεσμα εξαπάτησης του από τον ΜΥ.
  28. Περαιτέρω, σ΄ ότι αφορά το παράπονο του ότι δεν του διασφάλισαν το δικαίωμα να τύχει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, παρατηρώ ότι, όπως ο ίδιος ανάφερε, αποφάσισε να συμμετάσχει στο Σχέδιο αφού διάβασε τους όρους τόσο της αίτησης όσο και της Συμφωνίας και αφού έδωσε τη δέουσα βαρύτητα σε συγκεκριμένους όρους. Επομένως, αντελήφθηκε πλήρως το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων - προφανώς λόγω του μορφωτικού του επιπέδου και της φύσης του επαγγέλματος του - και δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να απευθυνθεί σε δικηγόρο, κάτι που αν ήθελε ουδείς θα τον εμπόδιζε. Τέλος, σε σχέση με το παράπονο του ότι οι εναγόμενες 1 και 3 ανάλαβαν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, σημειώνεται η παραδοχή του ότι όλες οι πράξεις που καταγράφονται στο Λογαριασμό (τεκμ.20) έγιναν κατόπιν εντολών που ο ίδιος έδωσε προς την εναγόμενη 3, καθώς επίσης ότι ποτέ δεν παραπονέθηκε για μη εκτέλεση οποιασδήποτε εντολής του. Συνακόλουθα, το αν οι εναγόμενες είχαν συμβατική υποχρέωση να προχωρήσουν σε πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του χωρίς εντολή είναι θέμα που θα αποφασισθεί με βάση τους όρους της Συμφωνίας και δεν αποτελεί αμφισβητούμενο γεγονός. Σ΄ ότι αφορά το δεύτερο ισχυρισμό του, είναι παραδεκτό ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα για άσκηση τραπεζικών εργασιών, ούτε άδεια από το ΧΑΚ για να παραχωρεί διευκολύνσεις ή πιστώσεις για σκοπούς επενδύσεων σε αξίες που τύγχαναν διαπραγμάτευσης στο ΧΑΚ. Επομένως, αν κριθεί ότι ασκούσε τραπεζικές εργασίες αυτές θα ήταν παράνομες, όπως παράνομες θα ήταν και οι διευκολύνσεις ή πιστώσεις που παραχωρούσε μέσω του Σχεδίου σε περίπτωση που απαιτείτο άδεια από το ΧΑΚ. Για τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι οι εναγόμενες 1 και 2 ασκούσαν παράνομα τραπεζικές εργασίες επικαλέσθηκε το περιεχόμενο της Συμφωνίας, τις πρόνοιες των καταστατικών τους και τη δημόσια πρόσκληση της εναγόμενης 1 (τεκμ.14). Διεξήλθα με προσοχή τα καταστατικά των δύο εταιρειών καθώς επίσης και τη δημόσια πρόσκληση και δεν εντόπισα οτιδήποτε που να δίδει έρεισμα στον προβληθέντα ισχυρισμό. Παρέμεινε, επομένως, το περιεχόμενο της Συμφωνίας το οποίο θα εξετασθεί υπό το πρίσμα των προνοιών του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν.66

(1)/97). Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο ζήτημα, αν δηλαδή η εναγόμενη 1 χρειαζόταν άδεια για παραχώρηση διευκολύνσεων ή πιστώσεων για αγοραπωλησίες αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ. Για όλα τα πιο πάνω οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι αποφάσισε να συμμετάσχει στο Σχέδιο λόγω παροτρύνσεων κλπ του ΜΥ.2, δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας αποφάσισε να συμμετάσχει στο Σχέδιο για να διερευνήσει τη δυνατότητα του για χρηματιστηριακές συναλλαγές, κι αυτό αφού μελέτησε τους όρους λειτουργίας του Σχεδίου και συνεκτίμησε τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συμμετοχή του στο Σχέδιο.
  1. Ο ισχυρισμός του ότι οι εναγόμενες 1 και 3 δεν τον ενημέρωναν για την τύχη των συναλλαγών του ανατράπηκε, τελικά, από τον ίδιο, όταν αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι του απέστελλαν τα πινακίδια συναλλαγών, τα οποία όμως επέλεξε να μην παρουσιάσει για τεκμηρίωση του ισχυρισμού του ότι το περιεχόμενο τους δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενο των πινακιδίων του τεκμ.
  2. Πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος στερείται κάθε πειστικότητας, αφ΄ ενός μεν γιατί δεν συνάδει με την παραδοχή του ότι όλες οι πράξεις που καταγράφονται στο Λογαριασμό αντιστοιχούν στις εντολές που έδωσε και, αφ΄ ετέρου, γιατί παρέλειψε να παρουσιάσει έστω και ένα πινακίδιο απ΄ αυτά που, όπως παραδέχθηκε, του αποστάληκαν για σκοπούς σύγκρισης. Επί του προκειμένου δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το περιεχόμενο των πινακιδίων του τεκμ.29 αντιστοιχεί πλήρως με το περιεχόμενο των πινακιδίων που του αποστάληκαν, με μόνη διαφορά το λογότυπο τους και αυτό λόγω της μεταγενέστερης αλλαγής στο όνομα της εναγόμενης
  3. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ούτε κι αυτός ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
  4. Κατά τη συνάντηση ημερ. 23.3.01, ισχυρίσθηκε, ο ΜΥ.1 του ανάφερε ξεκάθαρα ότι θα προχωρούσε σε πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του και είναι γι΄ αυτό το λόγο που υπόγραψε τη συμφωνία τεκμ. 5 και στη συνέχεια κατέβαλε και £3.
  5. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι κι αυτός ο ισχυρισμός είναι όψιμο κατασκεύασμα. Αδιάψευστος μάρτυρας του τι συμφωνήθηκε στις 23.3.01 αποτελεί το περιεχόμενο του τεκμ.5, βασικός όρος του οποίου ήταν η δέσμευση του ενάγοντα ότι από εκείνη την ημέρα και μετά δεν θα έδιδε εντολές στην εναγόμενη 3 για αγορά μετοχών, κάτι που εξυπακούει ότι μπορούσε οποτεδήποτε ήθελε να δώσει εντολή για πώληση. Τέτοια όμως εντολή, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, ποτέ δεν έδωσε. Αντ΄ αυτού επέλεξε να καταβάλει στις 3.4.01 £3.200 (τεκμ.34) και έκτοτε, παρά τις επιστολές τεκμ. 6-9, τήρησε σιγή ιχθύος και ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη υλοποίηση της δήθεν δέσμευσης του ΜΥ.1 να πωλήσει τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του, κάτι που θα μπορούσε να πράξει και ο ίδιος μέσω της εναγόμενης
  6. Οι απλές αυτές παρατηρήσεις, κατά την άποψή μου, καταρρίπτουν κι αυτό τον ισχυρισμό. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία του ενάγοντα, σ΄ ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα, κρίνεται αναξιόπιστη και ως τέτοια απορρίπτεται. Η απόρριψη της εν λόγω μαρτυρίας προδιαγράφει και την αποδοχή της αντίστοιχης μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν για τις εναγόμενες. Σ΄ ό,τι τούς αφορά περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι για όλους σχημάτισα θετική εντύπωση και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στη μαρτυρία τους που να εγείρει ερωτηματικά ή να εμβάλλει σε υποψίες ότι σε κάποιο σημείο δεν είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια ή την απέκρυψαν. Αντίθετα η μαρτυρία τους εναρμονίζεται πλήρως στο σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο της αδιαμφισβήτητης έγγραφης μαρτυρίας και ως αξιόπιστη γίνεται εξ ολοκλήρου αποδεκτή. Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης που έγινε τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Επισημαίνω ιδιαίτερα τα ακόλουθα:-
  7. Η απόφαση του ενάγοντα για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο της εναγόμενης 1 δεν ήταν προϊόν ενθάρρυνσης, παρότρυνσης ή διαβεβαιώσεων οποιουδήποτε, αλλά λήφθηκε ελεύθερα από τον ίδιο αφού μελέτησε τους όρους του Σχεδίου που αναγράφονται στο πίσω μέρος της αίτησης του. Παρόμοια, η απόφαση για υπογραφή τόσο της Συμφωνίας όσο και του πληρεξουσίου, που επισυνάπτεται στη Συμφωνία, δεν ήταν προϊόν οποιασδήποτε ενθάρρυνσης, παρότρυνσης ή διαβεβαίωσης, αλλά λήφθηκε ελεύθερα από τον ίδιο, αφού μελέτησε τους όρους της Συμφωνίας και εκτίμησε τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συμμετοχή του στο Σχέδιο.
  8. Με την υπογραφή της Συμφωνίας και του πληρεξουσίου η εναγόμενη 1 άνοιξε στο όνομα του ενάγοντα τον αναφερθέντα Λογαριασμό και έθεσε στη διάθεση του το συμφωνηθέν όριο των £100.000, αφού ο ενάγοντας μεταβίβασε στην εναγόμενη 2 για σκοπούς εξασφάλισης μετοχές αξίας £113.736, όπως προέβλεπε η Συμφωνία.
  9. Ο ενάγοντας χρησιμοποίησε το παραχωρηθέν όριο και όλες οι αγοραπωλησίες μετοχών που καταγράφονται στο λογαριασμό που τηρούσε γι΄ αυτόν η εναγόμενη 3 (τεκμ.37) διενεργήθηκαν κατόπιν εντολών που της έδωσε. Για κάθε δε συναλλαγή εκδιδόταν σχετικό πινακίδιο για χρεοπίστωση του Λογαριασμού που τηρούσε η εναγόμενη 1 (τεκμ.20), η οποία κάθε μήνα ετοίμαζε κατάσταση την οποία απέστελλε στον ενάγοντα μαζί με τα σχετικά πινακίδια του αντίστοιχου μήνα. Σημειώνεται, σχετικά, ότι το περιεχόμενο των πινακιδίων που αποστέλλονταν στον ενάγοντα είναι το ίδιο με αυτό των πινακιδίων του τεκμ. 29, με μόνη διαφορά το λογότυπο τους και αυτό λόγω της μεταγενέστερης αλλαγής στο όνομα της εναγόμενης
  10. Στις 23.3.01 ο Λογαριασμός (τεκμ.20) παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ενάγοντα το ποσό των £73.345,08, κάτι που αναγνώρισε και ο ίδιος στη συνάντηση που είχε εκείνη την ημέρα με τον ΜΥ.
  11. Κατά την εν λόγω συνάντηση συμφωνήθηκαν τα όσα καταγράφονται στο τεκμ. 5 και μερικές ημέρες αργότερα, στις 3.4.01, ο ενάγοντας κατέβαλε έναντι του πιο πάνω υπολοίπου £3.200 και έκτοτε δεν έδωσε οποιανδήποτε εντολή είτε για αγορά είτε για πώληση μετοχών, ούτε ανταποκρίθηκε στο περιεχόμενο των επιστολών τεκμ. 6-9 που του απέστειλε η εναγόμενη 1 και οι οποίες αναφέρονται στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα.
  12. Η σιγή που τήρησε ο ενάγοντας στις πιο πάνω επιστολές διακόπηκε στις 10.2.04, όταν μέσω των δικηγόρων του τερμάτισε τη Συμφωνία, ενέργεια που οδήγησε την εναγόμενη 1 να δώσει εντολή στην εναγόμενη 3 για πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του και ακολούθως, στις 5.4.04, να προχωρήσει και αυτή σε τερματισμό της Συμφωνίας.
  13. Η εναγόμενη 3 εκτέλεσε τη δοθείσα εντολή και το προϊόν της πώλησης πιστώθηκε από την εναγόμενη 1 στο Λογαριασμό (τεκμ.20) με αποτέλεσμα στις 5.4.04 να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ενάγοντα το ποσό των £62.267,85, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω διεξέλθει με προσοχή, παρόλο που η αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντα καταλαμβάνει 178 σελίδες. Διαπίστωσα ότι οι εκατέρωθεν εισηγήσεις περιστρέφονται, ουσιαστικά, γύρω από την εγκυρότητα της Συμφωνίας, αν οι εναγόμενες την έχουν ή όχι παραβιάσει και, τέλος, αν οι εναγόμενες είχαν οποιονδήποτε καθήκον έναντι του ενάγοντα και, αν ναι, κατά πόσο το έχουν εκπληρώσει ή όχι. Η εγκυρότητα της Συμφωνίας Είναι θέση του ενάγοντα ότι η Συμφωνία δυνάμει της οποίας συμμετείχε στο Σχέδιο είναι άκυρη καθότι:-
  14. Ήταν προϊόν επιλήψιμης ενθάρρυνσης και/ή εξώθησης και/ή επηρεασμού και/ή διαβεβαιώσεων.
  15. Από το περιεχόμενο της αποκαλύπτεται ότι η εναγόμενη 1 ασκούσε παράνομα τραπεζικές εργασίες και, περαιτέρω, δεν είχε άδεια από το ΧΑΚ να χρηματοδοτεί επενδύσεις σε αξίες του και,
  16. Αντίκειται στη Δημόσια Πολιτική. Εξέτασα με προσοχή τις σχετικές εισηγήσεις και κατέληξα ότι καμιά απ΄ αυτές δεν ευσταθεί για τους πιο κάτω λόγους: Η πρώτη εισήγηση δεν συνάδει με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Παραπέμπω, επί του προκειμένου, στο σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του ενάγοντα να συμμετάσχει στο Σχέδιο δεν ήταν προϊόν οποιασδήποτε επιλήψιμης συμπεριφοράς των εναγομένων, αλλά της επιθυμίας του να διευρύνει τις δυνατότητες του για χρηματιστηριακές συναλλαγές, κι αυτό αφού μελέτησε τους όρους λειτουργίας του Σχεδίου και συνεκτίμησε τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συμμετοχή του. Σ΄ ότι αφορά τη δεύτερη εισήγηση είναι παραδεκτό ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε ούτε έχει άδεια από την Κεντρική Τράπεζα για άσκηση τραπεζικών εργασιών. Το ερώτημα, επομένως, που εγείρεται είναι αν το περιεχόμενο της Συμφωνίας αποκαλύπτει ότι ασκούσε τέτοιες εργασίες, κάτι που εξετάσθηκε από το παρόν δικαστήριο στην υπόθεση Έλληνας Χρηματοδοτήσεις ν. Σ. Γιάλλουρου. Κατέληξα, τότε, ότι η συμφωνία που είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων - το περιεχόμενο της οποίας είναι ταυτόσημο με αυτό της επίδικης - αποκάλυπτε τέτοια άσκηση και ενόψει τούτου η εν λόγω συμφωνία κηρύχθηκε παράνομη με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 3
(1)του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν.66
(1)/97) και 23(α) του Περί Συμβάσεων Νόμου. Η απόφαση αυτή, όμως, ανατράπηκε κατ΄ έφεση (Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Γιάλλουρου
(2006)1 ΑΑΔ 120) και, όπως κρίθηκε, τόσο η συμφωνία όσο και τα άλλα έγγραφα δεν αποκάλυπταν ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις από το κοινό και, επομένως, δεν ασκούσε τραπεζικές εργασίες. Είναι αυτονόητο ότι τα όσα αποφασίσθηκαν στην εν λόγω έφεση είναι δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο και, κατά συνέπεια, η υπό κρίση εισήγηση δεν έχει οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας και απορρίπτεται. Την ίδια τύχη έχει και το παράπονο ότι οι εναγόμενες του απέκρυψαν τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, τις οποίες δεν εφάρμοσαν. Επί του προκειμένου το μόνο που χρειάζεται να παρατηρηθεί είναι ότι οι εν λόγω εγκύκλιοι είχαν αποδέκτες τράπεζες και αν η εναγόμενη 1, που δεν είναι τράπεζα, όφειλε ή όχι να πληροφορηθεί και να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο τους είναι θέμα που συσχετίσθηκε με τη Δημόσια Πολιτική, το οποίο θα εξετασθεί στη συνέχεια. Επί του παρόντος περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι η εισήγηση ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε άδεια από το ΧΑΚ για χρηματοδοτήσεις δεν έχει καμιά προοπτική να γίνει αποδεκτή, κι αυτό γιατί δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε Νόμος ή Κανονισμός που να απαιτεί τέτοια άδεια, ούτε εξ όσων γνωρίζω υπάρχει τέτοιος Νόμος ή Κανονισμός. Η διευκόλυνση που χορήγησε η εναγόμενη 1 στον ενάγοντα, προβλήθηκε από τον κ. Παπαντωνίου, αντίκειται στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (τεκμ.12), οι οποίες εξέφραζαν την πιστωτική πολιτική του κράτους επί του θέματος. Επομένως, η Συμφωνία με βάση την οποία χορηγήθηκε η διευκόλυνση θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη και προς τούτου επικαλέσθηκε το άρθρο 23(ε) του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149, όπως αναλύθηκε από πλήθος αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες και παρέπεμψε. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση. Το άρθρο 23, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Σολωμού ν. Vineyard
(1998)1 ΑΑΔ 300, στοχεύει στην αποτροπή τέλεσης πράξεων που συγκρούονται με το δημόσιο δίκαιο ή τη δημόσια πολιτική, κι αυτό για να μη πληγεί το δημόσιο συμφέρον. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση από το περιεχόμενο των εν λόγω εγκυκλίων δεν προκύπτει ότι η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε γενικά τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών στο ΧΑΚ. Πρόκειται για εγκυκλίους που απευθύνονταν μόνο σε τράπεζες και εν πάση περιπτώσει κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας ίσχυε η εγκύκλιος ημερ. 15.3.00, με την οποία αίρονταν προηγούμενοι περιορισμοί ή απαγορεύσεις, με κατάληξη την πλήρη άρση τους με την εγκύκλιο ημερ. 28.7.00. Με βάση τις επισημάνσεις αυτές, είναι φανερό ότι οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δέσμευαν μόνο τράπεζες και με αυτές δεν είχε δημοσιοποιηθεί οποιαδήποτε πιστωτική πολιτική του κράτους, η οποία για λόγους δημοσίου συμφέροντος απαγόρευε γενικά τη χορήγηση πιστώσεων για αγορά μετοχών στο ΧΑΚ. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ουδείς από τους προβληθέντες λόγους ακυρότητας της Συμφωνίας δεν ευσταθεί και η Συμφωνία κρίνεται καθ΄ όλα έγκυρη και νόμιμη, κατάληξη που οδηγεί στην εξέταση των εισηγήσεων για το δεύτερο θέμα. Αν, δηλαδή, οι εναγόμενες ή οποιαδήποτε απ΄ αυτές παραβίασαν οποιονδήποτε όρο της Συμφωνίας. Η ισχυριζόμενη παραβίαση της Συμφωνία από τις εναγόμενες. Είναι θέση του ενάγοντα ότι με βάση τους όρους της αίτησης (τεκμ.1/18) και της Συμφωνίας (τεκμ. 2/19) οι εναγόμενες 1 και 3 ανάλαβαν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του και είχαν υποχρέωση να πωλήσουν τις μετοχές του ευθύς ως ανατράπηκε το περιθώριο ασφαλείας. Είναι γνωστό ότι όταν τα μέρη επιλέγουν να καταγράψουν τα συμφωνηθέντα σε έγγραφο εμποδίζονται να επικαλούνται οτιδήποτε εκτός του πλαισίου του εγγράφου. Στην παρούσα περίπτωση ό,τι συμφωνήθηκε καταγράφεται στην επίδικη Συμφωνία (τεκμ. 2/19), η παρ. 12 της οποίας ξεκαθαρίζει ότι περιέχει εξαντλητικά όλους τους όρους που αφορούν την παραχώρηση της διευκόλυνσης. Επομένως, η υπό εξέταση θέση θα πρέπει να κριθεί με βάση τους όρους της Συμφωνίας και κατ΄ εφαρμογή των αρχών που διέπουν την ερμηνεία ενός εγγράφου, βασικός οδηγός της οποίας αποτελεί το κείμενο των όρων της, ορώμενο όχι απομονωμένα αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας ως συνόλου και με κριτήριο την έννοια την οποία μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου
(1982)1 ΑΑΔ 182, Λαζούρα ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1999)1 ΑΑΔ 630, Maison Jenny Ltd v. Krashias
(2002)1 AAΔ 1156, Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών των Π.Κ. Ορεινός Λτδ και άλλων ν. Φιλίππου
(2004)1 ΑΑΔ 2013). Διεξήλθα με προσοχή τους όρους της Συμφωνίας και από το κείμενο τους δεν προκύπτει ότι η εναγόμενη 1 ανάλαβε, έστω απομακρυσμένα, τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα. Ό,τι ανέλαβε ήταν η χορήγηση της διευκόλυνσης και καμιά ανάμειξη δεν είχε με τις αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του ενάγοντα οι οποίες διενεργούνταν από την εναγόμενη 3. Παρόμοια, πουθενά στη Συμφωνία δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να δίδει έρεισμα για διαχείριση του χαρτοφυλακίου από την εναγόμενη 3, η οποία του πρόσφερε αποκλειστικά και μόνο υπηρεσίες χρηματιστή που περιορίζονταν στην εκτέλεση των εντολών του, είτε αυτές αφορούσαν αγορά είτε πώληση μετοχών. Επισημαίνεται, επί του προκειμένου, η παραδοχή του ενάγοντα ότι όλες οι αγοραπωλησίες που περιέχονται στο λογαριασμό που τηρούσε η εναγόμενη 3 (τεκμ. 37) έγιναν κατόπιν εντολών που ο ίδιος έδωσε και δεν υποδείχθηκε ούτε μια συναλλαγή που να έγινε χωρίς τέτοια εντολή. Έπεται ότι η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Σ΄ ότι αφορά την ισχυρισθείσα υποχρέωση σχετικός είναι ο όρος 2(ΣΤ) της Συμφωνίας που έχει ως ακολούθως:- «(ΣΤ) Τόσο οι Αξίες Χαρτοφυλακίου όσο και οι Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας θα παραμείνουν για σκοπούς εγγύησης εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι της Θυγατρικής Εταιρείας η οποία θα ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος (trustee) της Εταιρείας ενόσω υπάρχει υπόλοιπο οφειλόμενο από τον Επενδυτή προς την Εταιρεία και η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να πωλεί τις εν λόγω Αξίες Χαρτοφυλακίου και άλλες Αξίες και να εισπράττει το εκ της πωλήσεως εισόδημα ή να εισπράττει οποιοδήποτε εισόδημα από μερίσματα ή άλλο ποσό προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού οφείλεται στην Εταιρεία από τον Επενδυτή άνευ επηρεασμού του δικαιώματος της Εταιρείας να απαιτήσει από τον Επενδυτή οποιοδήποτε οφειλόμενο προς αυτή ποσό. Από το κείμενο του πιο πάνω όρου προκύπτει ξεκάθαρα ότι καμιά από τις εναγόμενες δεν ανέλαβε την υποχρέωση για πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα σε οποιονδήποτε στάδιο, αλλά ο σχετικός όρος δίδει απλώς δικαίωμα στην εναγόμενη 1 για εκποίηση των ενεχυριασθέντων μετοχών, κι αυτό μόνο για εξόφληση οφειλόμενου ποσού « . άνευ επηρεασμού του δικαιώματος της Εταιρείας (δηλ. της εναγόμενης 1) να απαιτήσει από τον επενδυτή (δηλ. τον ενάγοντα) οποιοδήποτε οφειλόμενο προς αυτή ποσό». Επί του προκειμένου εφαρμόζονται πλήρως τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 740 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Στην υπόθεση αυτή (στη China & South Sea Bank Ltd v. ΄Τan Soon Gin
(1998)3 All E.R. 839 (PC)), όταν ο οφειλέτης απέτυχε να εξοφλήσει το χρέος του, οι πιστωτές δεν προχώρησαν στην εκποίηση μετοχών, που είχαν υποθηκευτεί προς όφελος τους από εταιρεία, αλλά αργότερα και σε κάποιο στάδιο που οι μετοχές αυτές δεν είχαν πια αξία, απαίτησε το οφειλόμενο ποσό από τον εγγυητή. Η Δικαστική Επιτροπή του Ανακτοσυμβουλίου, επιτρέποντας την έφεση, αποφάσισε ότι οι πιστωτές δεν είχαν καθήκον να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων μετοχών, αλλά μπορούσαν να αποφασίσουν αν θα πωλούσαν ή όχι και πότε. Η απόφαση αυτή υποστηρίζει τη θέση ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν υποχρέωση να ασκήσουν το δικαίωμα συμψηφισμού, έστω και αν ήταν έγκυρη η δέσμευση. Παρατηρούμε επίσης πως βασικό θέμα που αποφασίστηκε ήταν ότι οι πιστωτές δεν είχαν υποχρέωση επιμέλειας προς τον εγγυητή να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων από τρίτους μετοχών, ούτως ώστε να μην προκληθεί στον εγγυητή ζημιά.» Για όλα τα πιο πάνω η εισήγηση ότι οι εναγόμενες 1 και 3 είχαν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου ή ότι είχαν υποχρέωση για εκποίηση των μετοχών ευθύς ως ανετράπη το περιθώριο ασφάλειας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ως εκ περισσού επισημαίνεται ότι με βάση τις πρόνοιες της Συμφωνίας ο ενάγοντας μπορούσε οποτεδήποτε ήθελε να δώσει εντολή στην εναγόμενη 1 για πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του και το ότι δεν έδωσε τέτοια εντολή είναι αποτέλεσμα δικών του εκτιμήσεων, για τις οποίες δεν μπορεί να προβάλλει παράπονα εναντίον των εναγομένων. Άλλες εισηγήσεις O ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα δεν περιορίστηκε μόνο στις πιο πάνω εισηγήσεις. Πρόβαλε, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενες:-
  1. Προκειμένου να πείσουν τον ενάγοντα να συμμετάσχει στο Σχέδιο του απέκρυψαν ότι:- (α) Ανήκαν στον ίδιο όμιλο εταιρειών (β) Με τις πιστώσεις που παραχωρούσε η εναγόμενη 1 επηρεάζονταν οι τιμές των μετοχών στο ΧΑΚ, οι οποίες ήταν ήδη παραφουσκωμένες (γ) Ήταν αδύνατο να πραγματοποιήσει κέρδη από το τότε παραφουσκωμένο ΧΑΚ και ότι (δ) Αντιμετώπιζαν σύγκρουση συμφερόντων, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να πωλούν τις δικές τους μετοχές αντί τις μετοχές του ενάγοντα.
  2. Δεν εξήγησαν στον ενάγοντα τους κινδύνους που εγκυμονούσε το Σχέδιο, ούτε του διασφάλισαν το δικαίωμα να τύχει συμβουλής από δικηγόρο και
  3. Καταχράστηκαν την περιουσία του ενάγοντα, γιατί μετά την ανατροπή των εξασφαλίσεων δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σε πωλήσεις μετοχών. Εξέτασα και αυτές τις εισηγήσεις, ως και σειρά άλλων με το ίδιο ουσιαστικά περιεχόμενο, και κατέληξα ότι καμιά απ΄ αυτές δεν ευσταθεί για τους πιο κάτω λόγους:- Η θέση ότι οι εναγόμενες ανήκαν στον ίδιο όμιλο εταιρειών δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει είναι άνευ σημασίας. Υπενθυμίζω, επί του προκειμένου, πως μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα με ξεχωριστά νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, κι αυτό ανεξάρτητα από τα πρόσωπα των μετόχων ή των διευθυντών της (Adams v. Cape Industries plc
(1980)CLR 479). Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ρόλος των εναγομένων στη Συμφωνία ήταν ξεχωριστός και οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι τον παγίδευσαν για να συμμετάσχει στο Σχέδιο «που του πλάσαραν» δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Παρόμοια, δεν βρίσκει έρεισμα στην εν λόγω μαρτυρία και η εισήγηση ότι οι πιστώσεις που παραχωρούσε η εναγόμενη 1 επηρέαζαν τις τιμές των μετοχών ή ότι οι εναγόμενες αντιμετώπιζαν σύγκρουση συμφερόντων. Σ΄ ότι δε αφορά τα παράπονα του ότι του απέκρυψαν ότι ήταν αδύνατο να πραγματοποιήσει κέρδη ή ότι το Σχέδιο εγκυμονούσε κινδύνους, υπενθυμίζω το εύρημα του Δικαστηρίου ότι αποφάσισε να συμμετάσχει στο Σχέδιο ελεύθερα, αφού μελέτησε τους όρους της Συμφωνίας και εκτίμησε τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συμμετοχή του στο Σχέδιο. Τέλος, σ΄ ότι αφορά το παράπονο ότι οι εναγόμενες καταχράστηκαν την περιουσία του επαναλαμβάνεται ότι δυνάμει των όρων της Συμφωνίας μπορούσε οποτεδήποτε ήθελε να προβαίνει σε τέτοιες πωλήσεις, ενώ για το παράπονο ότι δεν του διασφάλισαν το δικαίωμα να τύχει συμβουλών από δικηγόρο περιορίζομαι να σημειώσω ότι καμιά από τις αυθεντίες που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν υποστηρίζει ότι οι εναγόμενες όφειλαν να τον προτρέψουν να απευθυνθεί σε δικηγόρο, κάτι που αν ήθελε μπορούσε να κάνει από μόνος του. Πέραν των πιο πάνω, προβλήθηκε ότι στους λογαριασμούς τεκμ. 20 και 37 περιέχονται παράνομες χρεώσεις, εισήγηση που δεν συνάδει με τη συμφωνία ημερ. 23.3.01 (τεκμ.21) με την οποία ο λογιστής ενάγοντας συμφώνησε ότι τότε ο Λογαριασμός του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £73.345,
  1. Παρόλα αυτά, εξέτασα κι αυτό το παράπονο και διαπίστωσα ότι όλες οι χρεώσεις του Λογαριασμού έγιναν με βάση τους όρους της Συμφωνίας και κατ΄ ακολουθία των συναλλαγών που έγιναν κατόπιν δικών του εντολών. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούται σε οποιανδήποτε από τις αξιούμενες θεραπείες και η αγωγή του απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των εναγομένων. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Είναι φανερό ότι με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή η εναγόμενη 1 πέτυχε να αποδείξει ότι ο Λογαριασμός του ενάγοντα παρουσίαζε στις 2.3.2004 χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του £62.254,35 (€160.367,85), περιλαμβανομένου και τόκων μέχρι 1.1.
  2. Έναντι του εν λόγω χρέους δεν πληρώθηκε οποιονδήποτε ποσό και συνεπώς η εναγόμενη 1 δικαιούται σε σχετική απόφαση. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος της εναγόμενης 1 και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €160.367,85 με τόκο 8,5% ετησίως από 1.1.04, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.