← Κύπρος

MIKIS + MARKOS SIDERIS HOLDINGS LIMITED ν. Χρίστου Τριανταφυλλίδη διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φανής Σιδέρη κ.α., Εναρκτήρια Αίτηση (Ori

MIKIS + MARKOS SIDERIS HOLDINGS LIMITED ν. Χρίστου Τριανταφυλλίδη διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φανής Σιδέρη κ.α., Εναρκτήρια Αίτηση (Originating Summons): 529/08, 28 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Εναρκτήρια Αίτηση (Originating Summons): 529/08 Επί τοις αφορώσι την Φανή Σιδέρη, τέως εκ Λευκωσίας Αποβιώσασα Μεταξύ: MIKIS + MARKOS SIDERIS HOLDINGS LIMITED Εναγόντων και

  1. Χρίστου Τριανταφυλλίδη, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φανής Σιδέρη, τέως από Λευκωσία
  2. Νικόλα Σιδέρη, από τη Λευκωσία
  3. Κωνσταντίνου Σιδέρη, από τη Λευκωσία
  4. Παύλου Σιδέρη, από τη Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 13/11/08 για Ακύρωση Διαδικασίας και Απόρριψη Εναρκτήριας Κλήσης (originating summons). Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου,
  5. Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους 2,3,4 - αιτητές: Οι κ.κ. Κ. Μιχαηλίδης και Ν. Οικονομίδης. Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Σ. Δράκος. Για τον εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση: Η κ. Μ. Κυριάκου. ----------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απευθείας από την Έδρα) Με την αίτησή τους οι φερόμενοι ως εναγόμενοι 2, 3 και 4 - αιτητές («οι αιτητές»), επιδιώκουν ακύρωση της διαδικασίας και απόρριψη της εναρκτήριας κλήσης (originating summons) για το λόγο ότι η απαίτηση των φερόμενων ως εναγόντων - καθ' ων η αίτηση («οι καθ' ων η αίτηση»), αποτελεί αμιγώς αστική διαφορά ή και απαίτηση για την αναγνώριση αμφισβητούμενου αστικού χρέους για το οποίο θα έπρεπε να είχε καταχωρησθεί αγωγή και όχι εναρκτήρια κλήση. Διαζευκτικώς, στην περίπτωση που η εναρκτήρια κλήση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κληρονομική αγωγή, ζητείται η ακύρωση της διαδικασίας επειδή δεν προηγήθηκε τής καταχώρησης ένορκη δήλωση από τους καθ' ων η αίτηση που να βεβαιώνει τα στοιχειά όπως καθορίζει η Δ.2 Θ.13 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και επειδή η καταχώρηση της εναρκτήριας κλήσης αποτελεί δεδικασμένο και κατ' επέκταση κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Οι λόγοι που υποστηρίζουν το αίτημα διατυπώνονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση του Νικόλαου Σιδέρη, ο οποίος αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τους υπόλοιπους αιτητές να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Λέγει εκεί, μεταξύ άλλων, ότι κατά το χρόνο του θανάτου της, η αποβιώσασα Φανή Σιδέρη κατείχε, ανάμεσα σε άλλα και 24.689 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Μετά από νενομισμένες, κατά τα φαινόμενα, διαδικασίες του καθ' ου η αίτηση 1 - διαχειριστή της περιουσίας (ο οποίος δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση στην έκδοση του επιζητούμενου διατάγματος), το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διάταξε στις 29.3.05, στα πλαίσια της αίτησης 477/98, διανομή της περιουσίας στους κληρονόμους συμφώνως του κληρονομικού μεριδίου του καθενός, με περισσότερες λεπτομέρειες να διατυπώνονται στο σχετικό διάταγμα - Παράρτημα 2 στην ένορκη δήλωση. Στις 29.6.05, ο Μίκης Σιδέρης, Διευθυντής των καθ' ων η αίτηση, καταχώρησε εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1 την αγωγή 5082/05, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ζητώντας, μεταξύ άλλων, ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 29.3.05, για λόγους που περιγράφονται στο Παράρτημα
  6. Αποτελεί ισχυρισμό του ομνύοντα ότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με την απόρριψη να αποτελεί τη βάση για την προβολή της θέσης περί ύπαρξης δεδικασμένου και εμποδίου λόγω συμπεριφοράς στην έγερση της εναρκτήριας κλήσης. Στις 22.11.07, οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης 477/98, με την οποία ζητούσαν όπως θεωρηθούν ως χρεώστες της αποβιωσάσης, ως το Παράρτημα
  7. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, η αίτηση αποσύρθηκε με επιφύλαξη. Από όλα αυτά προκύπτει, διατείνεται ο ομνύων, ότι οι καθ' ων η αίτηση γνώριζαν καλώς ότι οι αιτητές διεκδικούσαν τα κληρονομικά τους μερίδια και ότι δεν τους αποδέχονταν ως δανειστές/πιστωτές της περιουσίας και ότι αν ο Μίκης Σιδέρης ή οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε πληρωμές χωρίς να ρωτήσουν σχετικώς οποιονδήποτε εκ των αιτητών, τούτο δεν τους παρέχει δικαίωμα για διεκδίκηση του ποσού ή των μετοχών της αποβιωσάσης έναντι της περιουσίας. Υπάρχει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος, με τους λόγους να διατυπώνονται στις παραγράφους (α) - (ε) στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ενστάσεως και να επεξηγούνται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση του Διευθυντού των καθ' ων η αίτηση Μάρκου Σιδέρη. Εκεί, γίνεται αναφορά στο ιστορικό που οδήγησε στην καταχώρηση της εναρκτήριας κλήσης και σε ισχυρισμούς που, αν ήθελαν γίνει αποδεκτοί από το Δικαστήριο, δε θα μπορούσαν παρά να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος. Η αίτηση βασίζεται, ανάμεσα σε άλλα, στη Δ.2 Θ.13, Δ.48 Θ.Θ.1 και 2 και Δ.55 Θ.Θ.1-4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Πάνω σε αυτή την πτυχή, τη νομική βάση δηλαδή πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση, θα επανέλθω με αφόρμιση νύξεις του κ. Δράκου περί εφαρμογής της Δ.27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Αρκούμαι σε αυτό το στάδιο να πω, αν και δεν ηγέρθηκε από τους δικηγόρους, ότι η νομική βάση της αίτησης δεν ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να της επιληφθεί αφού κανένας θεσμός ή νόμος στον οποίο παραπέμπει δε σχετίζεται με τη δυνατότητα διαγραφής ή απόρριψης του εναρκτήριου ένδικου μέσου που εν προκειμένω χρησιμοποιήθηκε. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, εισηγήθηκε ότι η απόφαση για καταχώρηση εναρκτήριας κλήσης είναι παντελώς εσφαλμένη αφού έπρεπε να είχε καταχωρισθεί αγωγή και έκδοση απόφασης για το ότι η περιουσία της αποβιωσάσης οφείλει πράγματι προς τους καθ' ων η αίτηση το ποσό των €166.136,39, πλέον τόκους από 4.7.01, γεγονός που, εντασσόμενο στην ορθή διάσταση των δικονομικών πραγμάτων, θα πρέπει να οδηγήσει χωρίς δεύτερη σκέψη στην αποδοχή του αιτήματος και διαγραφή της εναρκτήριας κλήσης. Εκτός αυτού, το γεγονός ότι αμφισβητείται από τους αιτητές η ιδιότητα των καθ' ων η αίτηση ως πιστωτών της περιουσίας της αποβιωσάσης όπως και το προβαλλόμενο χρέος, καθιστά την εναρκτήρια κλήση εκτός των παραμέτρων του άρθρου 53 του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, κάτι που επίσης συνηγορεί στο αδόκιμο του ένδικου μέτρου που επέλεξε ο κ. Δράκος με την καταχώρηση της εναρκτήριας κλήσης. Ισχυρίστηκε επίσης ο κ. Μιχαηλίδης ότι με την καταχώρηση της εναρκτήριας κλήσης αποστερούνται οι διάδικοι της δυνατότητας να προσκομίσουν προφορική μαρτυρία για προώθηση των θέσεων τους γεγονός που και αυτό ενδυναμώνει τα περί κακής επιλογής στην καταχώρηση εναρκτήριας κλήσης αντί αγωγής. Η απουσία ένορκης δήλωσης που να συνοδεύει την εναρκτήρια κλήση αποτελεί ακόμη μια πτυχή που, ορθώς αποτιμημένη, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, θα πρέπει να σταχυολογηθεί ως ουσιώδης παρατυπία που φθάνει στον πυρήνα του κυρίως αιτήματος μια και ως εκ της παράληψης καταχώρησης της, στερεί την εναρκτήρια κλήση από την όποια πραγματική βάση θα μπορούσε να την υποστηρίξει. Τέλος, εισηγήθηκε ότι η απόσυρση της αίτησης δια κλήσεως στη διαχείριση 477/98, ως το Παράρτημα 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, δημιουργεί δεδικασμένο και κατά προέκταση σταχυολογεί την καταχώρηση της εναρκτήριας κλήσης στη σφαίρα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση πρότεινε ότι με την αίτησή τους οι αιτητές ζητούν απόφαση του Δικαστηρίου επί νομικών σημείων χωρίς να βασίζουν την αίτηση στη Δ.27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και ούτε, επακολούθως, χρησιμοποίησαν την εκεί προβλεπόμενη διαδικασία για την επίλυση των ζητημάτων που προβάλλουν. Υποστήριξε την πλήρη ένταξη των γεγονότων που αποτελούν τη βάση της εναρκτήριας κλήσης εντός των προνοιών του άρθρου 53

(1)(α) του Κεφ. 189, με τη δικονομική επιλογή να προβλέπεται στο άρθρο 53
(1), με τους σχετικώς εφαρμοζόμενους διαδικαστικούς κανονισμούς να προβλέπονται στο άρθρο 53
(2)του ιδίου κεφαλαίου. Διαφοροποίησε τη νομολογία στην οποία παρέπεμψε ο κ. Μιχαηλίδης για υποστήριξη του αιτήματος και απόρριψε τα περί δεδικασμένου, κωλύματος και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με αναφορά στα γεγονότα που τέθηκαν εδώ ενώπιον του Δικαστηρίου και στο βαθμό που αυτά θα μπορούσαν να αξιολογηθούν, δεδομένης της ύπαρξης ένστασης σε πολλές από τις πτυχές τους, για να καταλήξει ότι καμιά παρατυπία δε διαπιστώνεται στην καταχώρηση της εναρκτήριας κλήσης πόσω μάλλον ουσιώδης έτσι ώστε να οδηγήσει τα πράγματα προς την κατεύθυνση που επιθυμούν οι αιτητές. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι πέραν της προφορικής αγόρευσης στην οποία προέβησαν, εφοδίασαν το Δικαστήριο και με γραπτά περιγράμματα των επιχειρημάτων τους τα οποία μάλιστα, καθώς είπαν, τα αντάλλαξαν μεταξύ τους εγκαίρως πριν τη σημερινή ακροαματική διαδικασία με αποτέλεσμα όχι μόνον το Δικαστήριο να δυνηθεί να αξιολογήσει με μεγαλύτερη ευκολία αυτά στα οποία αναφέρθηκαν αλλά και οι ίδιοι οι δικηγόροι να αντικρούσουν με σαφήνεια και συγκεκριμενοποιημένη στόχευση πτυχές επί των οποίων εξακολουθούν να διατηρούν διαφορετική άποψη και κατ' επέκταση να βοηθήσουν το Δικαστήριο ακόμη πιο πολύ στη διαμόρφωση της κρίσης του. Ιδιαίτερα, το γραπτό περίγραμμα του κ. Μιχαηλίδη θα πρέπει να πω ότι ήταν λεπτομερές σε ό,τι αφορά στην ανάλυση της νομολογίας και πολύ βοηθητικό και ως εκ του γεγονότος της επισύναψης σε αυτό όλων των αυθεντιών και άλλων συναφών στα οποία γίνεται μνεία στο γραπτό του περίγραμμα. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι (στον επιτρεπτό βαθμό για αυτού του είδους τη διαδικασία) και το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης με τις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις και παραρτήματα. Συμφωνώ με την επιχειρηματολογία που προώθησε ο κ. Δράκος. Καταρχάς, η εναρκτήρια κλήση δεν αναφέρει, όπως εισηγήθηκαν οι αιτητές (ή τουλάχιστον δεν αναφέρει μόνον) το ότι οι καθ' ων η αίτηση με την εναρκτήρια κλήση επιδιώκουν αναγνώρισή τους ως πιστωτών. Τούτο αναφέρεται τωόντι σε διάζευξη με τον άλλο ισχυρισμό στο σώμα της εναρκτήριας κλήσης ότι οι καθ' ων η αίτηση αξιώνουν ότι είναι πιστωτές, για όλους τους λόγους που αυτοί θεωρούν ως σχετικούς και περιγράφουν στα γεγονότα επί των οποίων στηρίζουν το αίτημα τους και τα οποία κατατάσσουν την εναρκτήρια κλήση τετραγωνισμένα εντός των ορίων που θέτουν οι πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ. 189 και ιδιαίτερα το άρθρο 53
(1)(α), με την προώθηση της αξίωσης με εναρκτήρια κλήση να προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 53
(1). Κανένα κώλυμα δε δημιουργείται στη δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρίας στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της εναρκτήριας κλήσης ούτε και οποιοδήποτε άλλο συναφές εμπόδιο προκύπτει στη δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρικού υλικού. Η εναρκτήρια κλήση υποστηρίζεται από γεγονότα όπως αυτά διατυπώνονται στις παραγράφους 1-6 στο σώμα της, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψαν οι αιτητές για επίρρωση του ισχυρισμού περί του αδόκιμου καταχώρησης της εναρκτήριας κλήσης αντί άλλου ένδικου μέσου και δη, οι αποφάσεις Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου ή Χ' Σάββα
(1997)1 Α.Α.Δ. 751 και Γεωργίου και Άλλων ν. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ και Άλλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 867, διαφοροποιούνται από αυτά που απασχολούν εδώ και εν πάση περιπτώσει κάθε άλλο παρά ενισχύουν τις απόψεις που εξέφρασαν. Η απόφαση Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου ή Χ' Σάββα (ανωτέρω), δεν εντρύφησε εκτενώς επί των διατάξεων του άρθρου 53 του Κεφ. 189 και αποφασίστηκε επί άλλων σημείων. Αξίζει όμως να αναφερθεί κάποιος στην ακόλουθη περικοπή από την απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας απαντά σε μεγάλο βαθμό και στη θέση των αιτητών περί της λανθασμένης επιλογής καταχώρησης εναρκτήριας κλήσης: «.Εξάλλου δεν υπάρχει πρόνοια ότι ο ενδιαφερόμενος αποτείνεται στο δικαστήριο με πρωτογενή αίτηση, όπως συμβαίνει πράγματι με το άρθρο 53
(2). Δε συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η πρωτογενής αίτηση παρέχει το ορθό δικονομικό μέσο για επίλυση μόνο των κληρονομικών θεμάτων στα οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση (non-contentious business). Κρίνουμε, ωστόσο, έχοντας υπόψη και τις παρακάτω σκέψεις μας αναφορικά με την εμβέλεια του ένδικου μέσου της αγωγής, ότι τα θέματα που εγείρει η πρωτογενής αίτηση των εφεσειόντων εκφεύγουν των ορίων του άρθρου 53.» Η απόφαση Γεωργίου και Άλλων ν. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ και Άλλου (ανωτέρω), ενασχολήθηκε, σε κάποιο βαθμό, με τις πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ. 189, με τρόπο όμως που ουδόλως ενισχύει τις σχέσεις που προώθησαν οι αιτητές και τούτο έχω την άποψη αναδύεται με απόλυτη καθαρότητα από το σκεπτικό της απόφασης χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ιδιαίτερος σχολιασμός. Ορθώς καταχωρίσθηκε η εναρκτήρια κλήση βάσει του άρθρου 53, του Κεφ.
  1. Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα του δεδικασμένου και της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, εκείνο που προκύπτει από τα στοιχειά που τέθηκαν ενώπιον μου είναι ότι δεν υπάρχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο που θα επέτρεπε ενδεχομένως την κατάληξη επί της ουσίας της προβληθείσας τοποθέτησης. Οι συναφείς ισχυρισμοί των αιτητών αλλά και σε κάποιο βαθμό των καθ' ων η αίτηση, πέραν του ότι αλληλοσυγκρούονται, δεν υποστηρίζονται, όπως θα αναμενόταν, από το πρακτικό της διαδικασίας κατά την ημερομηνία της απόσυρσης της αίτησης στην αίτηση διαχείρισης 477/98 (αλλά και της αγωγής 5082/05), έτσι ώστε να ενταχθούν τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στα πραγματικά γεγονότα. Τα περί δεδικασμένου απορρίπτονται. Τα περί κατάχρησης της διαδικασίας και κωλύματος λόγω συμπεριφοράς παραμένουν κατ' ακολουθίαν αυτών που ανάφερα περί δεδικασμένου, παντελώς αστοιχειοθέτητα. Δε συμφωνώ με τις θέσεις που ανάπτυξε ο κ. Δράκος αναφορικώς με την πρόταξη ή την απουσία πρόταξης της Δ.27 των Περί Πολιτικής Δικονομία Θεσμών. Η δυνατότητα ενεργοποίησης της διαδικασίας που προβλέπει η Δ.27 δεν αποστερεί από διάδικο τού δικαιώματος προώθησης δικονομικού μέτρου όπως το επίδικο στην υπό εκδίκαση αίτηση ασχέτως αν όντως κάποιες πτυχές θα μπορούσαν να προωθηθούν και βάσει της Δ.
  2. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Εκεί όμως που τα πράγματα έχουν κρίσιμη σημασία σε ό,τι αφορά στη Δ.27 και ιδιαίτερα την Δ.27 Θ.3, είναι στο ότι αυτή, ενδεχομένως, θα έπρεπε να ήταν η βάση του αιτήματος ως ενεργοποιούσα τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να το επιληφθεί και όχι η Δ.2 Θ.13 ή η Δ.55 Θ.Θ.1-4 ή η Δ.48 Θ.1, που αναφέρονται στο σώμα της αίτησης. Καμιά από τις διατάξεις αυτές δε σχετίζεται με την παροχή δυνατότητας καταχώρησης αιτήματος διαγραφής του ένδικου μέσου της εναρκτήριας κλήσης και τούτο αποτελεί ουσιώδη παρατυπία και από μόνη της επαρκή για απόρριψη της αίτησης, αφού δεν είναι θεραπεύσιμη βάσει της Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Επί αυτής της έκφανσης της υπόθεσης και για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου υιοθετώ και επαναλαμβάνω με κάθε ταπεινότητα και όχι δίκην δεσμευτικού προηγούμενου, όλα όσα είχα την ευκαιρία να παραθέσω σχετικώς στην υπόθεση G&Z Engineers Limited v. Ameron BV - Ltd, Αριθμός Αγωγής 6512/04, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 31.10.05, και τα οποία θα καταγραφθούν στο συνταγμένο κείμενο της απόφασης.[1] Το γεγονός ότι το ζήτημα δεν ηγέρθηκε από τους δικηγόρους καθόλου δεν επηρεάζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να το επιληφθεί αυτεπαγγέλτως έστω ακόμη και αν οι δικηγόροι θεωρούσαν ότι η παράληψη δεν αποτελούσε ουσιώδη παρατυπία. Παρομοίως, θα πρέπει να πω, δε δεσμεύει το Δικαστήριο και δεν επηρεάζει την τελική του κρίση η απουσία ένστασης εκ πλευράς καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος δια στόματος της κ. Κυριάκου, δήλωσε ότι δεν προβάλλει ένσταση στην έκδοση διατάγματος ως η αίτηση. Είναι δεδομένο ότι η διαγραφή ενδίκου μέσου, όπως εν προκειμένω της εναρκτήριας κλήσης, αποτελεί πράγματι, μέτρο εξαιρετικό που πρέπει να επιστρατεύεται και να εφαρμόζεται μόνον εκεί όπου αυτό στερείται αναμφιβόλως και πασιφανώς νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Όπου κρίνεται ότι υπάρχει εύλογη βάση αξίωσης, όπως εδώ, το θέμα σταματά εκεί και δεν είναι ορθό για το Δικαστήριο να εξετάζει τις όποιες πιθανότητες (όσον μικρές και να είναι), επιτυχίας της αξίωσης αφού η τύχη της θα πρέπει να αποφασιστεί πλέον στα πλαίσια της ακρόασης της κυρίως υπόθεσης και όχι ενδιαμέσως, όπως εμμέσως ζητήθηκε από το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία. Με βάση όλα όσα προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά στον καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος δεν καταχώρησε ένσταση ούτε και έλαβε ουσιαστικά μέρος στην ακροαματική διαδικασία, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα. (Υπ.) ........ Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. [1] «Στη Μιχαήλ ν. Σκορδή
(2003)1(β) Α.Α.Δ. 1108, διαπιστώθηκε ότι οι κανονισμοί πάνω στους οποίους είχε στηριχθεί η αίτηση δεν ενεργοποιούσαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, μεμπτότητα η οποία κρίθηκε ότι θα δικαιολογούσε την απόρριψη της χωρίς οτιδήποτε άλλο. Προκύπτει επίσης από τη Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshkorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1728, ότι η παράλειψη αιτητή να στηρίξει την αίτησή του στις ορθές νομοθετικές διατάξεις ή στους ορθούς θεσμούς οδηγεί σε απόρριψη της, χωρίς δυνατότητα περίσωσης από τις διατάξεις της Δ.64. Ορθώς ο κ. Γαβριηλίδης εντόπισε κάποια ασυνέπεια στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ζητήματος, προκύπτουσα, κατά κύριον λόγο, από τα αναφερθέντα στην απόφαση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, όπου κρίθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 42 του Ν14/60, μέσα στα πλαίσια αίτησης για παρακοή διατάγματος, συνιστούσε απλή παρατυπία την οποία το Δικαστήριο είχε διακριτική εξουσία να θεραπεύσει βάσει της Δ.64. Σε αντίθεση όμως με το τι έγινε στην Vneshkorgbank, το εφετείο δεν εξέτασε το κατά πόσον θα ήταν δίκαιο να παραβλέψει τη σχετική παράλειψη αφού κατάληξε ότι, τελικώς, οι εφεσίβλητοι, ως εκ της συμπεριφοράς που επέδειξαν κατά τη διαδικασία, είχαν παραιτηθεί από το συναφές τους δικαίωμα μια και δεν είχαν εγείρει θέμα εσφαλμένης δικονομικής βάσης της αίτησης σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σχετικό με αυτό είναι και το γεγονός ότι στην Vneshkorgbank, το εφετείο εντρύφησε εκτενώς επί του ζητήματος, σε αντίθεση με το τι έγινε στην Wunderlich, όπου δεν αναλύθηκε το ζήτημα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τόσον η Vneshkorgbank όσον και η Σκορδής, είναι μεταγενέστερες της Wunderlich, παρά το γεγονός ότι στην Σκορδής δεν γίνεται καμιά αναφορά στις δυο προηγούμενες, όπως ούτε και η Vneshkorgbank, στην Wunderlich». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.