Laouris Estates Limited ν. Ιωάννη Ξενοφώντος κ.α., Αρ. Αγωγής: 2268/07, 30 Ιανουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2268/07 Μεταξύ: Laouris Estates Limited, από την Πάφο Ενάγοντες Και
- Ιωάννη Ξενοφώντος, από την Λευκωσία
- Κωνσταντίας Χαραλάμπους, από την Λευκωσία Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Ιανουαρίου 2009 Αίτηση ημερομηνίας 31.7.08 για παραμερισμό απόφασης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Δ. Μιχαηλίδης για Χρίστο Τριανταφυλλίδη Για Καθ' ών η Αίτηση: κ. Α. Παπαχαραλάμπους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές ζητούν την ακύρωση της απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην τους στις 29.6.
- Η αίτηση τους στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος προς αυτό και από την Εναγόμενη 2, η οποία τυγχάνει σύζυγος του. Μεταξύ άλλων ισχυρίζεται πως το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε επιδόθηκε στον ίδιο προσωπικά ή στη σύζυγο του και ως εκ τούτου δεν έλαβαν ποτέ γνώση του περιεχομένου του. Όπως ισχυρίζεται έλαβαν γνώση για την εκδοθείσα απόφαση στις 12.7.08 όταν του επιδόθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης. Κατόπιν έρευνας, μέσω του δικηγόρου του, ενημερώθηκε για την ύπαρξη ενόρκων δηλώσεων του Ιδιώτη Επιδότη Μάριου Παύλου, αντίγραφα των οποίων επισύναψε ως Τεκμήρια 3 και 4, αλλά και πάλιν αρνείται ότι του έγινε επίδοση ή ότι υπέγραψε οποτεδήποτε παραλαβή κλητηρίου για τον ίδιον ή για την σύζυγο του. Προσθέτει πάντως πως στην διεύθυνση που αναφέρει ο επιδότης (οδός Θεοδόση Πιερίδη αρ. 49, Τσέρι) δεν είναι η διεύθυνση διαμονής τους, η οποία στην πραγματικότητα είναι στην οδό Αριστείδη Χαραλάμπους 4, Ακρόπολη. Οι Καθ' ών η Αίτηση στην ένσταση τους παραθέτουν πέντε λόγους ένστασης, μεταξύ των οποίων και ότι η επίδοση ήταν νομότυπη βάσει της Δ.5 κ. 1, 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης τους και διευθυντής τους κ. Γεώργιος Λαούρης ισχυρίστηκε πως αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε στις 24.5.07 προσωπικώς στον Εναγόμενο 1, ο οποίος όμως αρνήθηκε να υπογράψει παραλαβή του. Την ίδια μέρα επιδόθηκε στον ίδιο αντίγραφο του κλητηρίου και για λογαριασμό της συζύγου του με την οποίαν συγκατοικεί στη Λευκωσία. Όπως επίσης πληροφορείται από τον Ιδιώτη Επιδότη οι επιδόσεις έγιναν στην οδό Θεοδόση Πιερίδη αρ. 49, Τσέρι, Λευκωσία, η οποία είναι η διεύθυνση του συνηθισμένου τόπου εργασίας του Εναγόμενου
- Μάλιστα μετά την απόφαση, ήτοι στις 25.7.07 εκδόθηκε και ένταλμα κατάσχεσης κινητών στην ίδια διεύθυνση, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Ακολούθησε η Ειδοποίηση Πτώχευσης 2291/07 στις 6.11.07 και πιο ύστερα νεώτερη Ειδοποίηση Πτώχευσης με αρ. 1217/
- Για την τελευταία επισυνάπτεται και σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης (Τεκμήριο 5) για την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση στο Τσέρι. Νομική Πτυχή Οι αρχές οι οποίες διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης έχουν καθορισθεί στην απόφαση Evans V. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 αλλά και σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως η Phylactou V. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Πέραν των συνήθων όμως περιπτώσεων μια απόφαση δυνατόν να ακυρωθεί ex debito justitiae είτε λόγω κακής επίδοσης (βλ. υπ. Γιωργαλλίδης V. Χρίστου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 247 και Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού V. Chr. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1(A) AAΔ.43), είτε λόγω του ότι εκδόθηκε απόφαση για μεγαλύτερο από το οφειλόμενο ποσό (βλ. στο Annual Practice 1958, τα σχόλια στην Ο.27 r.15 και στο Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τομ.26, παρ. 556+559). Οι δυο αυτοί λόγοι προβλήθηκαν με την αίτηση. Κρίνω λοιπόν πως είναι ορθότερο να εξεταστούν αρχικά αυτές οι εισηγήσεις αφού σε περίπτωση κατά την οποία ευσταθεί οποιαδήποτε τότε θα παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος και το δικαστήριο θα είναι υποχρεωμένο να προβεί στην ακύρωση της απόφασης χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Α. Επίδοση Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού V. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 (A) ΑΑΔ 43: ". το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β) .. Του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα". Το ζήτημα της επιδόσεως κλητηρίου σε φυσικό πρόσωπο ρυθμίζεται από τη Δ.5 κ.2 η οποία προνοεί σχετικά ότι: "2
(1)Η επίδοση πρέπει, όταν είναι πρακτικό να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να επιδοθεί αλλά εάν αυτό δεν ευρεθεί στην οικίαν του ή στο συνήθη τόπον εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε εάν το αντίγραφο αφεθεί - (
- i)Σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του, προφανώς 16 ετών και άνω και διαμένει στην πόλη ή στο χωριό του ή εντός της περιοχής του ή (
- ii)............................ (iii) ............................. Όταν η επίδοση γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου σε πρόσωπο άλλο από το πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να επιδοθεί, η ένορκη δήλωση επίδοσης πρέπει να αναφέρει (εάν αυτή είναι η περίπτωση) ότι το πρόσωπο στο οποίο θα γινόταν επίδοση δεν ευρέθη στην οικίαν του ή στο συνήθη τόπο εργασίας". Ως προς το τι σημαίνει οικογένεια σχετικές είναι οι υποθέσεις 1. Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου V. Σ.Π.Ε Μακράσυκας
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ.1305, Τουμαζή V. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 408 και Θωμά V. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(1996)4 Α.Α.Δ. 157. Από το συνδυασμό των αρχών που προκύπτουν συνάγεται αναμφίβολα πως οι σύζυγοι αποτελούν τον βασικό κορμό της οικογένειας. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει από την μια πλευρά ο ισχυρισμός του Διευθυντή των Εναγόντων ότι τα κλητήρια εντάλματα επιδόθηκαν στις 24.5.07 από τον ιδιώτη επιδότη στον Εναγόμενο 1 και από την άλλη ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι ποτέ δεν του έγινε τέτοια επίδοση. Ο πρώτος στηρίζεται σε πληροφορίες και ενημέρωση που είχε από τον επιδότη Μάριο Παύλου και παραπέμπει στις σχετικές ένορκες δηλώσεις του οι οποίες και ευρίσκονται στον φάκελο αλλά και έχουν επισυναφθεί από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, ενώ ο τελευταίος επικαλείται τη δική του προσωπική γνώση. Ενόψει του ότι καμιά από τις δύο πλευρές δεν προχώρησε στην αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος της αντίθετης πλευράς το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συνεκτιμήσει και αξιολογήσει τις δύο πιο πάνω αναφορές, οι οποίες είναι μεν επιτρεπτές και οι δύο ως μαρτυρία (ιδιαίτερα σε αιτήσεις) αλλά σίγουρα είναι δυνατόν να τους αποδοθεί διαφορετική βαρύτητα. Στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο να δεχθεί την εξ ακοής μαρτυρία του Διευθυντή των Εναγόντων ο οποίος ούτε παρών ήταν κατά την επίδοση, ούτε και γνωρίζει προσωπικά τα όσα κατέγραψε ο Επιδότης στις ένορκες του δηλώσεις. Είναι γνωστή η αρχή πώς ένα από τα βασικά και αρχικά καθήκοντα που έχει κάθε επιδότης πριν την επίδοση είναι να βεβαιωθεί για την ταυτότητα του προσώπου στο οποίο θα επιδώσει κάποιο έγγραφο. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 στα σχόλια της Ο.9r.2, σελ. 102: "The manner in which personal service is now made. This is serving the defendant with a copy of the writ and showing him the original if he desires it (Goggs V. Huntingtower (Lord)
(1844), 12 M. & W. 503, per Alderson, B.) To effect personal service the clerk or other person intrusted with the task should first satisfy himself that he has found the right man. He should then hand to and leave with the person to be served a copy of the writ, and, if asked, show him the original. If the person served will not take the copy, he should tell him what it contains and leave it as nearly in his possession or control as he can". Στην παρούσα ελλείπει μαρτυρία του ίδιου του επιδότη ή έστω του ενόρκως δηλούντος ότι έγινε τέτοια εξακρίβωση και ότι πράγματι το πρόσωπο στο οποίο αφέθησαν τα έγγραφα ήταν ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα αγωγή. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, ο οποίος έχει προσωπική γνώση για κάτι τέτοιο, ορκίζεται πως δεν του έγινε επίδοση και το κυριότερο δεν έχει αντεξεταστεί για την αναφορά του αυτή. Δέχομαι τη δική του μαρτυρία συνεκτιμώντας ότι ο ίδιος ο Επιδότης δεν έχει ορκιστεί για να τον αντικρούσει. Πέραν αυτών ο επιδότης κατέγραψε στην ένορκη δήλωση επίδοσης του πως άφησε το κλητήριο για την Εναγόμενη 2 στον σύζυγο της - Εναγόμενο 1 με τον οποίον συγκατοικεί. Παράλληλα προβλήθηκε από τον Διευθυντή των Εναγόντων πως ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να υπογράψει επί του αντιγράφου, κάτι που δεν έχει καταγράψει ο Ιδιώτης Επιδότης. Βεβαίως το θέμα δεν είναι γιατί δεν το κατέγραψε (αφού αυστηρώς δεν είχε τέτοια υποχρέωση), αλλά δημιουργούνται ερωτηματικά ως προς τις πληροφορίες που πήρε περί "συζύγων" και "συγκατοίκησης" από ένα πρόσωπο που αρνείτο να του υπογράψει. Δηλαδή δεν είναι πειστική η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 του έδωσε όλες τις πληροφορίες, αλλά από την άλλη αρνήθηκε να υπογράψει. Κατά πόσον ο Επιδότης είχε λάβει από άλλον τέτοιες πληροφορίες δεν έχει διευκρινιστεί, αφού ο ίδιος δεν ορκίστηκε για τις ανάγκες της αίτησης κάτι που θα έδιδε γενικά και τη δυνατότητα αντεξέτασης του. Το Δικαστήριο με βάση την υπόθεση Γεωργίου V. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, έχει την ευχέρεια να αντλήσει πληροφορίες και στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ό,τι κατέγραψε ο Επιδότης γίνεται αυτομάτως αποδεκτό στις περιπτώσεις που η ίδια η επίδοση αμφισβητείται και ο ίδιος δεν τίθεται στη βάσανο της αντεξέτασης, όπως π.χ. ο Εναγόμενος 1 ο οποίος και προσωπική γνώση έχει και έδωσε την ευκαιρία να αντεξεταστεί. Με τις πιο πάνω σκέψεις καταλήγω στην αποδοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 ότι ποτέ δεν του έγινε επίδοση των κλητηρίων ενταλμάτων με τον τρόπο που ισχυρίστηκαν οι Ενάγοντες. Απόφαση για υπερβολικό ποσό Στην παρ. 12 της ένορκης του δήλωσης ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι το ποσό δια το οποίο εξεδόθη εναντίον τους η απόφαση δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Είναι γεγονός πως δεν διευκρινίζει τι πραγματικά εννοεί, αλλά το Δικαστήριο καθηκόντως εξέτασε και αυτό το θέμα ευρίσκοντας ότι οι Εναγόμενοι έχουν δίκαιο και στο παράπονο τους αυτό. Συγκεκριμένα στην αγωγή αναφέρεται πως η γραπτή συμφωνία για το δικαίωμα αγοράς υπεγράφη "στις ή γύρω στις 31.3.00" και η συμφωνία που κατατέθηκε προς απόδειξη της υπόθεσης (Τεκμήριο 1) όντως αναφέρει ότι έγινε στις 31.3.
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζοντο επίσης πως με βάση ρητό ή εξυπακουόμενο όρο σε περίπτωση μη εξάσκησης του δικαιώματος αγοράς το ποσό των Λ.Κ.15.000 θα επιστρέφετο σ' αυτούς "με τόκο 8% από την μέρα πληρωμής". Αντί όμως να διεκδικήσουν τόκο από τη μέρα της συμφωνίας, όπως αφήνουν να νοηθεί ότι ήταν η μέρα καταβολής (και χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά περί καταβολής του τρεις μήνες προηγουμένως) διεκδίκησαν και έλαβαν απόφαση για τόκο 8% από 31.1.00 (αντί 31.3.00), επί ποσού Λ.Κ.15.
- Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται σε γραφικό λάθος στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης το οποίο επαναλήφθηκε και στην ένορκη δήλωση προς απόφαση. Πλην όμως και πάλιν δεν διαφοροποιείται το αποτέλεσμα, δηλαδή ότι εκδόθηκε απόφαση για μεγαλύτερο ποσό. Είναι συνεπώς αναγκαίο συμπέρασμα πως οι Ενάγοντες εξασφάλισαν από το δικαστήριο απόφαση για ποσόν πέραν αυτού που δικαιούντο η οποία και πρέπει να ακυρωθεί ex debito justitiae και για αυτό το λόγο. Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα στο Halsbury´s, 4η έκδοση, τομ. 26, παρ. 559: "When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from consideration as to whether there is good defence on the merits, and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order". Eπίσης στο Annual Practice του 1958 σε σχόλια της Ο.27 r.15 (τα οποία ισχύουν και για την Ο.13 r.3 η οποία αντιστοιχεί με την Κυπριακή Δ.17 κ.3) αναφέρονται τα εξής: "Judgment entered for too much A judgment entered for more than the amount actually due at the time judgment is entered is bad and will be set aside (Hughes V. Justin,
(1894)1 Q. B. 667)." Ενόψει της κατάληξης αυτής παρέλκει κατά τη γνώμη μου η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος αφού ούτως ή άλλως οι Εναγόμενοι δικαιούνται σε ακύρωση ex debito justitiae . Ως εκ τούτου η απόφαση ημερομηνίας 29.6.07 εναντίον τους ακυρώνεται αφ' ενός λόγω κακής επίδοσης και αφ' ετέρου λόγω έκδοσης της για μεγαλύτερο ποσό απ' αυτό που οφείλετο. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο