ΑΝΘΙΜΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ ν. Α. L PRO CHOICE VENTURES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6373/04, 30 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6373/04 Μεταξύ: ΑΝΘΙΜΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ Ενάγοντα και
- Α. L. PRO CHOICE VENTURES LTD
- C.P.I. ENTERPRISES DEVELOPMENT LTD
- ΣΩΤΗΡΗ ΜΑΡΚΙΔΗ
- ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΑΚΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΩΝΙΔΟΥ Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Αντ. Παπαντωνίου Για τους Εναγόμενους 1, 2, 5: κ. Θ. Κορφιώτης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας απαιτεί από τους εναγόμενους το ποσό των £30.000 πλέον τόκο προς 7% ετησίως από 23.3.2000 και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση των εκ του Νόμου και των Κανονισμών καθηκόντων των εναγομένων, για παράβαση συμφωνίας και για ψευδείς δηλώσεις και/ή αναληθείς και/ή παραπλανητικές πληροφορίες των εναγομένων 1, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Επισημαίνεται σ' αυτό το στάδιο ότι η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε εναντίον των εναγομένων 3 και 4 και η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη αναφορικά με τους εναγόμενους 1, 2 και
- Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος το ποσό των £30.000 κατέβαλε ο ενάγοντας προς τους εναγόμενους 1 για αγορά μετοχών ενόψει της προοπτικής της εισαγωγής των τίτλων των εναγομένων 1 στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ») και απέκτησε 60.000 μετοχές των εναγομένων 1, εκδόθηκε δε επ' ονόματι του το κατάλληλο πιστοποιητικό εγγεγραμμένων αξιών. Μετά από εξώθηση και/ή επηρεασμό και/ή ενθάρρυνση από τους εναγόμενους 1 και 2 προς τον ενάγοντα και/ή από τον εναγόμενο 5 που ενεργούσε για λογαριασμό των εναγομένων 1 όντας διευθυντής τους, οι εν λόγω μετοχές εξαγοράστηκαν από τους εναγόμενους 2 με παραστάσεις και/ή με προοπτική εισαγωγής τους στο ΧΑΚ και εκδόθηκε το κατάλληλο πιστοποιητικό εγγεγραμμένων αξιών στο όνομα του ενάγοντα. Ο ενάγοντας ζητά την επιστροφή του πιο πάνω ποσού σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία καθότι δεν έγινε η εισαγωγή των τίτλων των εναγομένων 1 και 2 στο ΧΑΚ καθώς και αποζημιώσεις λόγω των πράξεων και δηλώσεων των εναγομένων 1, 2 και 5, παραθέτοντας λεπτομέρειες παράβασης νομίμων υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2 και λεπτομέρειες αναληθών και/ή παραπλανητικών δηλώσεων στην πρόσκληση για εγγραφή των εναγομένων
- Η απαίτηση του ενάγοντα συναντά την άρνηση των εναγομένων 1, 2 και 5 για επιστροφή του εν λόγω ποσού με την απόρριψη των ισχυρισμών του ενάγοντα και με τη θέση που προβάλλουν στην έκθεση υπεράσπισης τους ότι κατά ή περί τις 10.1.2001 ο ενάγοντας αποδέχθηκε αμετάκλητα και/ή χωρίς επιφύλαξη και/ή ως κύριος των μετοχών των εναγομένων 1 τη δημόσια πρόταση των εναγομένων 2 για την ανταλλαγή των μετοχών αυτών με μετοχές των εναγομένων 2 και οι υπό αναφορά μετοχές των εναγομένων 2, τις οποίες απέκτησε ο ενάγοντας, εισήχθηκαν στο ΧΑΚ κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του
- Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά οι εναγόμενοι 1, 2 και 5 ισχυρίζονται ότι η νομοθεσία στην οποία βασίζει την απαίτηση του ο ενάγοντας αντιβαίνει σε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και την λοιπή ισχύουσα νομοθεσία. Κατά την ακροαματική διαδικασία προσφέρθηκε εκ μέρους του ενάγοντα η μαρτυρία του ίδιου και εκ μέρους των εναγομένων 1, 2 και 5 η μαρτυρία του εναγόμενου
- Οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις προέβησαν σε εισηγήσεις υποστηρίζοντας τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο συνήγορος του ενάγοντα, υποστηρίζοντας την ορθότητα της απαίτησης του στη βάση των γεγονότων και με αναφορά στη νομολογία εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα επιστροφής του καταβληθέντος από τον ενάγοντα ποσού προς τους εναγόμενους 1 για την αγορά μετοχών δημιουργείται αφενός δυνάμει του άρθρου 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, Τροποποιητικού Αρ. 4 Νόμου του 2000 (στο εξής « Ν. 42
(1)/00»), όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1683, όπου σκιαγραφήθηκαν οι προϋποθέσεις γένεσης του δικαιώματος, οι οποίες και συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση, όπως και στην Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd
(2005)1(Α) ΑΑΔ 704. Επιπρόσθετα η δεύτερη απαίτηση του ενάγοντα βασίζεται στον περί Επιστροφής Χρημάτων σε Επενδυτές Νόμο του 2002 (στο εξής «Ν. 168
(1)/02») και επεξηγώντας τους λόγους για τη θέση του αυτή με αναφορά στη σχετική νομολογία ο συνήγορος ζήτησε την έκδοση απόφασης υπέρ του ενάγοντα για το απαιτούμενο ποσό, πλέον τόκων και εξόδων. Αντίθετα, ο συνήγορος των εναγομένων με αναφορά στα γεγονότα και τη νομολογία εισηγήθηκε ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται θεραπείας δυνάμει οποιασδήποτε από τις επικαλούμενες νομικές βάσεις υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο Ν. 168
(1)/02 κρίθηκε ότι είναι αντισυνταγματικός και περαιτέρω οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για παράβαση συμφωνίας και για αναληθείς δηλώσεις των εναγομένων δεν ευσταθούν ούτε και αποδείχθηκε ότι υπέστη ζημιά για να δικαιούται την επιστροφή του αξιούμενου ποσού. Πριν την αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας και έχοντας κατά νου το σύνολο της πρέπει να λεχθεί ότι προκύπτουν ως αναμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης τα ακόλουθα. Ο ενάγοντας, όντας εγγεγραμμένος λογιστής και το προεδρεύον μέλος του Εφοριακού Συμβουλίου από τον Νοέμβριο του 1999, ασχολείτο από το 1999 με αγοραπωλησίες μετοχών στο ΧΑΚ καθώς και με αγορές μετοχών εταιρειών υπό ένταξη στο ΧΑΚ με σκοπό τις επενδύσεις στον τομέα αυτό. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν νόμιμα εγγεγραμμένες εταιρείες περιορισμένης ευθύνης κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και είχαν την έδρα τους στη Λάρνακα, ενώ στις 17.1.2003 μετέφεραν την έδρα τους στη Λευκωσία. Ο ενάγοντας μετά την πρόσκληση για εγγραφή Μαρτίου 2000 των εναγομένων 1 (Τεκμήριο 1) κατέβαλε σ' αυτούς, μετά από αποκοπή στις 29.5.2000 από το λογαριασμό (trading account) που διατηρούσε με την χρηματιστηριακή εταιρεία A.L.Prochoice Ltd, το ποσό των £30.000 (βλ. Τεκμήριο 2) προς το σκοπό απόκτησης 60.000 μετοχών των εναγομένων 1, έχοντας υποβάλει σχετική αίτηση ημερομηνίας 10.3.2000 (βλ. Τεκμήριο 15). Οι εναγόμενοι 2 υπέβαλαν πρόταση προς τους εναγόμενους 1 για την εξαγορά του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου των τελευταίων από τους πρώτους με έκδοση και παραχώρηση 7.119.157 μετοχών που θα προσφέροντο ως αντιπαροχή για την εξαγορά και μετά την κοινοποίηση της πρότασης στον ενάγοντα στις 19.12.2000 (βλ. Τεκμήριο 3) και την αποδοχή της από αυτόν στις 10.1.2001 (βλ. Τεκμήριο 16), οι 60.000 μετοχές των εναγομένων 1 που ο ενάγοντας κατείχε ανταλλάγηκαν με 20.000 μετοχές των εναγομένων 2 που στη συνέχεια υποδιαιρέθηκαν με ειδικό ψήφισμα, με συνέπεια ο ενάγοντας να καταστεί μέτοχος 50.000 μετοχών των εναγομένων 2 προς £0.60 έκαστη (βλ. Τεκμήριο 4). Οι εναγόμενοι 2 υπέβαλαν αίτηση εισαγωγής των νέων μετοχών τους στο ΧΑΚ τον Ιανουάριο του 2001 και η εισαγωγή των μετοχών αυτών στο ΧΑΚ έγινε τον Σεπτέμβριο του
- Ο ενάγοντας με επιστολή του ημερομηνίας 1.7.2002 (Τεκμήριο 5) ζήτησε από τους εναγόμενους 1 την επιστροφή του ποσού των £30.000, αποστέλλοντας την εν λόγω επιστολή εκ νέου στις 12.7.2002 και στις 31.7.2002 (Τεκμήρια 6-7). Με την επιστολή του ημερομηνίας 19.9.2002 προς τους εναγόμενους 2 ζήτησε επίσης την επιστροφή του υπό αναφορά ποσού (Τεκμήρια 8 - 11). Το υπό αναφορά ποσό δεν επιστράφηκε στον ενάγοντα από τους εναγόμενους. Είναι, επίσης, αναμφισβήτητο ότι ο ενάγοντας με πληρεξούσια έγγραφα (βλ. Τεκμήρια 12, 13 και 14) είχε εξουσιοδοτήσει την χρηματιστηριακή εταιρεία A.L.Prochoice Ltd, η οποία μετονομάστηκε σε A.L.Prochoice Securities Ltd (βλ. Τεκμήριο 18) και λειτουργούσε ως Μέλος στο Μητρώο Μελών του ΧΑΚ κατά την περίοδο 1.6.1999-31.8.2003 (βλ. Τεκμήριο 17), να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του υπογράφοντας όλα τα έγγραφα και εκτελώντας όλες τις συναλλαγές αναφορικά με τις μετοχές του. Μέσω της εν λόγω εταιρείας ο ενάγοντας προέβη στις επίδικες συναλλαγές με τους εναγόμενους 1 και
- Είναι πρόδηλο λοιπόν ότι τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι αποδεκτά από τα μέρη. Αμφισβητείται μόνο κατ' επέκταση η θέση του ενάγοντα αναφορικά με τις δηλώσεις του εναγόμενου 5 που σχετίζονται με τις προοπτικές εισαγωγής των μετοχών των εναγομένων 1 και 2 στο ΧΑΚ και την υπόσχεση του ότι θα επιστρέφετο στον ενάγοντα το καταβληθέν και αξιούμενο από αυτόν ποσό. Αξιολογώντας εν προκειμένω την μαρτυρία του ενάγοντα, έχοντας κατά νου το σύνολο της υπάρχουσας μαρτυρίας και τα κατατεθέντα Τεκμήρια, αδυνατώ να αποδεχθώ ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα τη θέση του ενάγοντα ότι παραπλανήθηκε από τις δηλώσεις του εναγόμενου 5 και προέβη στην αγορά των 60.000 μετοχών των εναγομένων
- Όπως ορθά τέθηκε από τον κ. Κορφιώτη ενόψει των γνώσεων και της κατάρτισης του ενάγοντα σε σχέση με τα δρώμενα στο ΧΑΚ κατά τον επίδικο χρόνο, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ο ενάγοντας βασίστηκε σε δήλωση του εναγόμενου 5 ότι οι μετοχές των εναγομένων 1 θα εισήγοντο άμεσα στο ΧΑΚ λόγω των γνωριμιών του εναγόμενου
- Η μόνη αποδεκτή δήλωση εκ μέρους των εναγομένων 1, όπως σαφώς προβάλλει στην πρόταση για εγγραφή (βλ. σελ. 7 του Τεκμηρίου 1), ήταν ότι η εν λόγω εναγόμενη εταιρεία θα υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ μέσα στο πρώτο εξάμηνο του
- Οι λόγοι για τους οποίους τελικά δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση έχουν εξηγηθεί από τον εναγόμενο 5 και δεν αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια αυτού δεδομένου ότι γενικότερα οι θέσεις του υποστηρίζονται από την αναμφισβήτητη υπάρχουσα μαρτυρία. Είναι αναντίλεκτο ότι οι εναγόμενοι 1 δεν υπέβαλαν αίτηση για εισαγωγή των μετοχών τους στο ΧΑΚ και ο ενάγοντας το γνώριζε αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς να ασκήσει τότε το δικαίωμα του, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, να ζητήσει την επιστροφή του καταβληθέντος στους εναγόμενους 1 ποσού για την αγορά των 60.000 μετοχών τους. Η πορεία των εξελιχθέντων γεγονότων δείχνει ότι ο ενάγοντας αποδέχθηκε την πρόταση για εξαγορά των μετοχών του, ως κύριος αυτών, που έγινε από τους εναγόμενους 2 και αυτόβουλα επέλεξε την ανταλλαγή των μετοχών των εναγομένων 1 που κατείχε με μετοχές των εναγομένων 2, παρόλο που θα μπορούσε να αρνηθεί κάτι τέτοιο, όπως έπραξαν 7 μέτοχοι των εναγομένων 1 σύμφωνα με την αναντίλεκτη επ' αυτού μαρτυρία του εναγόμενου
- Όπως ο ενάγοντας δέχθηκε, γνώριζε ότι για να εισαχθούν στο ΧΑΚ οι μετοχές των εναγομένων 2 που απέκτησε αυτόβουλα ανταλλάσσοντας τις μετοχές των εναγομένων 1 που κατείχε, θα έπρεπε να υποβληθεί αίτηση των εναγομένων 2 για εισαγωγή των μετοχών αυτών στο ΧΑΚ και οποιαδήποτε σχετική δήλωση του εναγόμενου 5 δεν θα μπορούσε κατά την αντίληψη μου να επιδράσει στην διαμόρφωση της ειλημμένης απόφασης του ενάγοντα να αποδεχθεί την ανταλλαγή ή να θεωρηθεί ως παραπλανητική, δεδομένου ότι όπως εξήγησε ο εναγόμενος 5, το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων 1 ως είχε εκ του νόμου υποχρέωση εξέφρασε την άποψη ότι η πρόταση των εναγομένων 2 ήταν συμφέρουσα για τους μετόχους των εναγομένων 1 (βλ. Τεκμήριο 3). Είναι συνεπώς η αντίληψη μου από την γενική εντύπωση που έχω σχηματίσει ότι ο εναγόμενος 5 ανέφερε τα γεγονότα όπως πραγματικά έγιναν και οι αντίθετες θέσεις του ενάγοντα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Όπως εξάλλου είναι αποδεκτό ο εναγόμενος 5 έγινε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων 1 τον Αύγουστο του 2000 και ουδέποτε ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές του ενάγοντα για τις μετοχές των εναγομένων 1 και 2, που είναι εταιρείες και ξεχωριστές νομικές οντότητες. Συνεπώς η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου 5, που βασίζεται σε ισχυρισμούς του ενάγοντα για δηλώσεις προς αυτόν του εναγόμενου 5, δεν μπορεί να ευσταθήσει, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης και πρέπει να απορριφθεί. Ως προς τη νομική πτυχή σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντα έναντι των εναγομένων 1 και 2, επισημαίνεται ότι η υποχρέωση επιστροφής ποσού που λήφθηκε από εταιρεία ή άλλο πρόσωπο και που δόθηκαν από ενδιαφερόμενο αγοραστή για αγορά τίτλων μετοχών με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο ΧΑΚ, εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, δημιουργείται δυνάμει του άρθρου 3
(3)του Ν. 42
(1)/00 στις περιπτώσεις που η αντιπαροχή για την αγορά των τίτλων καταβλήθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου, δηλαδή πριν τις 7.4.2000, ενώ το άρθρο 58Α 3(β) του ίδιου νόμου εφαρμόζεται για του ίδιου είδους δοσοληψίες που γίνονται από την ισχύ του νόμου (βλ. Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (πιο πάνω)). Την ερμηνεία του άρθρου 58Α 3(β) πραγματεύεται και η πρόσφατη απόφαση Τρύφωνος ν. Investylia Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 292/2006, ημερομηνίας 17.7.2008. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου (πιο πάνω) έγκυρη σύμβαση βάσει του άρθρου 3
(3)του εν λόγω νόμου συνάπτεται κατά τον χρόνο της αποδοχής από την εταιρεία της πρότασης του επενδυτή για αγορά των μετοχών και η έκδοση των τίτλων σε μεταγενέστερο στάδιο δεν επηρεάζει την συνομολόγηση της συμφωνίας. Η υποχρέωση της εταιρείας για επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε για την αγορά των μετοχών και το αντίστοιχο δικαίωμα του ενδιαφερόμενου αγοραστή γεννάται με την πάροδο των τριών μηνών σύμφωνα με τους όρους που τίθενται από το υπό αναφορά άρθρο και η προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται. Είναι αρκετό να μην έχουν εισαχθεί οι τίτλοι στο ΧΑΚ στους τρεις μήνες για οποιοδήποτε λόγο και η αιτία ή η ευθύνη γι' αυτό δεν εξετάζεται. Οποιαδήποτε παράταση δίδεται για εισδοχή των τίτλων στο ΧΑΚ δεν αναιρεί ούτε επηρεάζει το δικαίωμα του επενδυτή να απαιτήσει την επιστροφή των δοθέντων χρημάτων αλλά σχετίζεται μόνο με τον χρόνο επιστροφής τους. Στην παρούσα υπόθεση, η συνομολόγηση της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1 φαίνεται ότι έλαβε χώρα με την αποδοχή από τους εναγόμενους 1 της προσφοράς του ενάγοντα και την έκδοση του πιστοποιητικού εγγεγραμμένων μετοχών στις 10.5.2000 (βλ. επισυναπτόμενο του Τεκμηρίου 16), ο οποίος στις 29.5.2000 κατέβαλε στους εναγόμενους 1 το ποσό των £30.000 (βλ. Τεκμήριο 2) προς το σκοπό απόκτησης των 60.000 μετοχών τους, έχοντας υποβάλει αίτηση σχετικά στις 10.3.2000 (βλ. Τεκμήριο 15). Αίτηση για εισαγωγή των τίτλων των εναγομένων 1 στο ΧΑΚ ουδέποτε κατατέθηκε. Σύμφωνα με τις πρόνοιες τόσο του άρθρου 3
(3)όσο και του άρθρου 58Α 3(β) του Ν. 42
(1)/00 - που και μετά την θέσπιση του τροποποιητικού Ν.9
(1)/01 διατηρήθηκε σε ισχύ σε σχέση με δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν μέχρι τις 16.2.2001- και την ερμηνεία που τους αποδίδεται, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε δικαίωμα του ενάγοντα για επιστροφή του απαιτούμενου ποσού. Και αυτό επειδή ο ενάγοντας αυτόβουλα στις 10.1.2001 αποδέχθηκε ανταλλαγή των 60.000 μετοχών των εναγομένων 1 που κατείχε με μετοχές των εναγομένων 2, επιλέγοντας να μην ασκήσει το δικαίωμα του βάσει του Ν.42
(1)/00 να απαιτήσει επιστροφή του τιμήματος αγοράς των μετοχών των εναγομένων 1 κατά τον χρόνο εκείνο και πριν την ανταλλαγή. Ο ενάγοντας απαίτησε από τους εναγόμενους 1 την επιστροφή του ποσού την 1.7.2002, όταν δηλαδή πλέον δεν κατείχε τις μετοχές των εναγομένων 1 κατόπιν δικής του απόφασης και ενέργειας. Η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα στα λεχθέντα στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Karaolis Group Limited, Πολ. Εφ. Aρ. 175/06 ημερομηνίας 25.6.2007, όπου κρίθηκε ότι ο εφεσείοντας 1 είχε δυνάμει του άρθρου 58Α 3(β) του Ν.42
(1)/00 δικαίωμα να ζητήσει επιστροφή των χρημάτων, όχι με τον όρο ότι οι μετοχές δεν θα εισήγοντο στο ΧΑΚ, αλλά με την πάροδο τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης, εφόσον αυτή δεν γινόταν δεκτή. ΄Εχασε όμως και το περιορισμένο δικαίωμα του αυτό, εφόσον πριν από την υποβολή της αίτησης έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης των μετοχών. Όπως επισημάνθηκε στην εν λόγω απόφαση, το υπό αναφορά άρθρο, εκφράζεται με όρους που εννοούν ότι ο «ενδιαφερόμενος αγοραστής» παραμένει ιδιοκτήτης των μετοχών όταν αποκρυσταλλώνεται το δικαίωμα και επιδιώκεται να προστατευθεί το πρόσωπο που έχοντας καταβάλει τα χρήματα, βλέπει να καθυστερεί η διεκπεραίωση της αίτησης της εταιρείας ή να απορρίπτεται. Συνάγεται ότι στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες του Ν. 42
(1)/00 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής και οι εναγόμενοι 1 δεν όφειλαν να επιστρέψουν στον ενάγοντα, όταν τους ζητήθηκε κατά την 1.7.2002, το καταβληθέν ποσό, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης. Περαιτέρω, ο ενάγοντας δεν υπέβαλε αίτημα στους εναγόμενους 2 βάσει του εν λόγω νόμου για επιστροφή του καταβληθέντος στους εναγόμενους 1 ποσού. Ορθά κατά την αντίληψη μου καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου αυτού για επιστροφή από τους εναγόμενους 2 του ποσού, που καταβλήθηκε από τον ενάγοντα στους εναγόμενους 1. Εξετάζοντας την απαίτηση του ενάγοντα έναντι των εναγομένων 1 και 2 βάσει των προνοιών του Ν. 168
(1)/02, επισημαίνεται αρχικά ότι με την επιστολή του Τεκμήριο 8 ο ενάγοντας αξίωσε την επιστροφή του ποσού των £30.000 από τους εναγόμενους 2 σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 8 του νόμου αυτού. Αίτημα επιστροφής δυνάμει του εν λόγω νόμου ουδέποτε υπέβαλε γραπτώς προς τους εναγόμενους 1, τους οποίους ωστόσο καθιστά υπόχρεους να του επιστρέψουν το υπό αναφορά ποσό με την παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 8 του Ν. 168
(1)/02, σε περίπτωση εξαγοράς εκδότη οι τίτλοι του οποίου δεν εισήχθηκαν στο ΧΑΚ, από εκδότη του οποίου οι τίτλοι είναι εισηγμένοι στο ΧΑΚ κατά τον χρόνο της εξαγοράς, την υποχρέωση επιστροφής χρηματικών ποσών ή άλλων ανταλλαγμάτων σύμφωνα με τον νόμο αυτό, υπέχει τόσο ο αρχικός εκδότης που εισέπραξε τα χρηματικά ποσά ή άλλα ανταλλάγματα όσο και ο εκδότης που εξαγόρασε τους τίτλους του πρώτου. Για να υπάρχει δε υποχρέωση επιστροφής του εισπραχθέντος ποσού από εκδότη δυνάμει του άρθρου 3 του εν λόγω νόμου θα πρέπει η είσπραξη των χρημάτων να έγινε πριν από την 1η Μαρτίου 2002 και κατά την 9η Αυγούστου του 2002, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νόμου, οι τίτλοι του εκδότη να μην έχουν εισαχθεί στο ΧΑΚ. Πρωταρχικά πρέπει να λεχθεί ότι ο Ν.168
(1)/02 έχει κριθεί αντισυνταγματικός στην υπόθεση Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd
(2005)2 ΑΑΔ 57, όπου λέχθηκε ότι ο νόμος αυτός καταργεί εξ ολοκλήρου το θεμελιώδες δικαίωμα που διασφαλίζεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, με το νόμο προβλέπεται ο εξαναγκασμός του εκδότη, με την πιθανότητα δίωξης και καταδίκης του, να παραδώσει στον αγοραστή και εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη των μετοχών, μέρος της περιουσίας του. Αυτό είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτο γιατί εξαναγκάζει τον εκδότη να αποξενωθεί από μέρος της ιδιοκτησίας του, διαφορετικά θα έχει τις συνέπειες που προβλέπει ο επίδικος νόμος. Θεωρώ ότι η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο υπό αναφορά νόμος κρίνεται αντισυνταγματικός δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Οποιαδήποτε διαφοροποίηση της παρούσας υπόθεσης με βάση όσα λέχθηκαν σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως είναι η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα, κρίνεται ότι δεν είναι επιτρεπτή. Εξάλλου η υπόθεση Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(Α) ΑΑΔ 203, στην οποία λέχθηκε ότι η επιστροφή των χρημάτων ή ανταλλάγματος επιβάλλεται ως υποχρέωση της εταιρείας που πηγάζει από τον εν λόγω νόμο, είναι προγενέστερη της απόφασης Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd (πιο πάνω), και σε εκείνη την υπόθεση δεν είχε τεθεί ούτε εξετάστηκε θέμα αντισυνταγματικότητας του υπό αναφορά νόμου. Ωστόσο ακόμα και αν εθεωρείτο ότι η κήρυξη του νόμου ως αντισυνταγματικού αφορά και περιορίζεται στις επιπτώσεις των προνοιών του στην ποινική ευθύνη του εκδότη και ως εκ τούτου η υπό κρίση υπόθεση που αφορά συμβατικές σχέσεις στη σφαίρα του αστικού δικαίου μπορεί να διαφοροποιηθεί, επισημαίνονται τα ακόλουθα. Ακόμα και αν μπορούσε να λεχθεί ότι ο ενάγοντας δικαιούτο να υποβάλει προς τους εναγόμενους 1 απαίτηση επιστροφής του καταβληθέντος σ' αυτούς ποσού εφόσον πληρούνται και οι δυο προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 3 του Ν.168
(1)/02, όπως ήδη επισημάνθηκε δεν υπέβαλε τέτοια απαίτηση προς αυτούς τουλάχιστον μέχρι τις 31.1.2003, ως προνοείται στο άρθρο 9 του ίδιου νόμου. Συνεπώς φαίνεται ότι ο ενάγοντας έχει απωλέσει την προθεσμία υποβολής της απαίτησης του και το αίτημα του για επιστροφή του αξιούμενου ποσού από τους εναγόμενους 1 δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Νοουμένου ότι θα μπορούσε να εξεταστεί στη συνέχεια το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιστροφής δυνάμει των προνοιών του άρθρου 8 του Ν.168
(1)/02, με δεδομένο ότι, για τον λόγο που προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να επιτύχει η απαίτηση επιστροφής έναντι των εναγομένων 1, θα πρέπει να κριθεί κατά πόσο στην προκείμενη υπόθεση πρόκειται περί εξαγοράς των εναγομένων 1 από τους εναγόμενους 2, μέσα στην έννοια του άρθρου αυτού. Όπως αναφέρεται ρητά στο Τεκμήριο 3 υπήρχε πρόθεση από τους εναγόμενους 2 για την εξαγορά του 100% του μετοχικού κεφαλαίου των εναγομένων 1, χωρίς ωστόσο να διευκρινιστεί αν εν τέλει πραγματοποιήθηκε η πρόθεση αυτή. Η μαρτυρία μάλιστα που προσφέρθηκε δείχνει ότι δεν έγινε εξαγορά του 100% του μετοχικού κεφαλαίου των εναγομένων 1 από τους εναγόμενους
- Όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα το μόνο βέβαιο είναι ότι ο ενάγοντας απέκτησε τις μετοχές των εναγομένων 2 ανταλλάσσοντας τις μετοχές που κατείχε στους εναγόμενους
- Ακόμη δε και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι 2 εξαγόρασαν τους εναγόμενους 1 και είναι «εκδότης» για τους σκοπούς του υπό αναφορά νόμου, το αντάλλαγμα που έλαβαν και θα όφειλαν να επιστρέψουν στον ενάγοντα είναι οι 60.000 μετοχές που τους δόθηκαν από αυτόν κατά την ανταλλαγή των τίτλων και όχι οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα. Συνεπώς και από αυτή την σκοπιά η απαίτηση του ενάγοντα έναντι των εναγομένων 2 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Εξετάζοντας, τέλος, τους ισχυρισμούς του ενάγοντα για παράβαση συμφωνίας και περί αναληθών δηλώσεων ή ψευδών παραστάσεων των εναγομένων 1 και 2 που του δίδουν το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημιώσεις από αυτούς, συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου των εναγομένων. Είναι σαφές κατά την αντίληψη μου ότι ως προς τους εναγόμενους 1 οι ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν μπορούν να ευσταθήσουν δεδομένου ότι, πέραν από τις λοιπές αναφορές για τις επενδύσεις τους, η μόνη δήλωση των εναγομένων 1 σχετικά με την εισαγωγή των τίτλων τους στο ΧΑΚ σύμφωνα με την πρόσκληση για εγγραφή (βλ. Τεκμήριο 1), ήταν ότι η εταιρεία θα υπέβαλε μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2000 αίτηση για εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ. Παρόλο δε που οι εναγόμενοι 1 δεν υπέβαλαν τέτοια αίτηση, ο ενάγοντας προέβη σε ανταλλαγή των μετοχών των εναγομένων 1 με μετοχές των εναγομένων 2 και αποξενώθηκε των μετοχών που αγόρασε από τους πρώτους, οπότε και δεν δικαιολογείται να απαιτεί αποζημιώσεις εφόσον αυτόβουλα αποδεσμεύθηκε από οποιαδήποτε συμβατική σχέση είχε με τους εναγόμενους
- Όσον αφορά τους εναγόμενους 2 και πάλι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν μπορούν να ευσταθήσουν εφόσον δεν προέκυψε από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι υπήρχε εκ μέρους των εναγομένων 2 δέσμευση για εισαγωγή των μετοχών τους στο ΧΑΚ σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την ανταλλαγή των μετοχών και δεδομένου ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι μετοχές των εναγομένων 2 εν τέλει εισήχθηκαν στο ΧΑΚ τον Σεπτέμβριο του
- Σε κάθε περίπτωση δε ο ενάγοντας δεν απέδειξε το ύψος της ισχυριζόμενης ζημιάς του, όπως όφειλε, δεδομένου ότι δεν εξυπακούεται ότι υπέστη ζημιά ίση με την αξία των μετοχών που αγόρασε (βλ. σχετικά Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Ζαβρού
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1261). Όσον αφορά την εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων ότι ο Ν.168
(1)/02 θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματικός για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, θεωρώ ότι ο νόμος έχει ήδη κριθεί αντισυνταγματικός, έχω την άποψη ότι δεν χρειάζεται οποιαδήποτε ενασχόληση με την εισήγηση αυτή εφόσον οι απαιτήσεις του ενάγοντα βάσει του εν λόγω νόμου κρίθηκαν απορριπτέες ακόμα και αν εθεωρείτο ότι ο νόμος ήταν συνταγματικός. Σύμφωνα με τη νομολογία και τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον τους διαφοράς (βλ. Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335). Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 5. Κατά συνέπεια, η αγωγή εναντίον τους απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 5 και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο