ΣΧΙΖΑΣ ΜΑΡΜΑΡΑ ΛΤΔ ν. Ελευθέριου Αντωνιάδη, Αρ. Αγωγής: 6561/07, 30.1.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6561/07 Μεταξύ: ΣΧΙΖΑΣ ΜΑΡΜΑΡΑ ΛΤΔ, από Λευκωσία Εναγόντων -και- Ελευθέριου Αντωνιάδη, από Λευκωσία Εναγομένου --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 5.5.08 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.1.09 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Παρπότα Για Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Ατίκκης ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 15.10.07 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον των εναγόντων για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Η χρονική περίοδος μέσα στην οποία θα γινόταν η αποκάλυψη ορίστηκε σε 15 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, η επίδοση του διατάγματος έγινε σε γραμματέα του γραφείου του δικηγόρου των εναγόντων την 25.10.08. Με βάση και πάλι τα στοιχεία του φακέλου, συνάγεται ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα, ενώ την 12.2.08 έγινε αλλαγή δικηγόρου για τους ενάγοντες. Στις 5.5.08 υπεβλήθη η υπό κρίσιν αίτηση, με μοναδικό αίτημα την παράταση του χρόνου καταχώρισης της ένορκης αποκάλυψης, γεγονός που έφερε την άμεση αντίδραση του εναγομένου που καταχώρισε ένσταση. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.28 Θ.3 και Δ.57 Θ.2 και με πραγματικό υπόβαθρο που την υποστηρίζει, ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. Η ουσία του προβαλλόμενου λόγου είναι ότι πληροφορήθηκαν την ύπαρξη του διατάγματος την 4.4.08 όταν για πρώτη φορά παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο. Μετά από έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του διατάγματος καθώς και η μη συμμόρφωση με αυτό. Ο διευθυντής των εναγόντων τους πληροφόρησε ότι παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και υπέγραψε σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εγγράφων, αλλά εκ παραλείψεως και/ή αμελείας και/ή λάθους δεν καταχωρήθηκε στο φάκελο. Η ένσταση του καθ' ου η αίτηση, που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου εστιάζεται αφ' ενός, ότι η ενόρκως δηλούσα παραθέτει εξ' ακοής μαρτυρία και ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός για τη μη συμμόρφωση στο διάταγμα του δικαστηρίου. Περαιτέρω εκφράζεται η θέση ότι η ειδοποίηση ορισμού που υπέβαλαν οι νέοι δικηγόροι των εναγόντων συνιστά δικονομικό μέτρο, τέτοιο, που τους εμποδίζει στη προώθηση της κρινόμενης αίτησης. Τέλος είναι η θέση τους ότι επηρεάζονται και μάλιστα δυσμενέστατα τα δικαιώματα του εναγομένου, γιατί η τήρηση των θεσμών αποτελεί βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος που επηρεάζει την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και τυχόν έγκριση του διατάγματος θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της. Στο ίδιο μήκος κύματος και οι γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Η πλευρά του καθ' ου η αίτηση έδωσε έμφαση σε νομολογία που υποστηρίζει ότι το λάθος ή και αμέλεια του δικηγόρου δεν αποτελεί δικαιολογία, σε συνάρτηση με το γεγονός της παρέλευσης 6 μηνών από την έκδοση του διατάγματος. Είναι επίσης η θέση του ότι η ένορκη δήλωση πάσχει λόγω εξ' ακοής μαρτυρίας και προβολής διαζευκτικών ισχυρισμών. Στην αντίπερα όχθη η θέση της κας Παρπόττα για τους αιτητές εδράζεται ουσιαστικά στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, δεχόμενη ότι οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος, αλλά αποκλειστικός οδηγός αποτελεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Παρέπεμψε στην υπόθεση Χόππης ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140 αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε συνάρτηση με το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενώ για το σφάλμα του δικηγόρου, είναι η θέση της, ότι αν δεν προκαλεί σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά μπορεί να συγχωρηθεί. Απόρριψη του αιτήματος θα έχει ως αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος απόδειξης της αξίωσης των εναγόντων αφού δεν θα μπορέσουν να παρουσιάσουν έγγραφη μαρτυρία. Κρίνω πως δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο στις εκατέρωθεν θέσεις, και όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά. Η αίτηση, καθώς λέχθηκε, στηρίζεται ουσιαστικά στη Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τέτοιο δικονομικό διάβημα, σύμφωνα με τη Δ.48 Θ. 8
(1)(q.q) μπορεί να ληφθεί με μονομερή αίτηση και η Δ.48 Θ.8
(4)παρέχει τη δυνατότητα στην άλλη πλευρά να προχωρήσει με αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό η μεταβολή του διατάγματος. (Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963). Στη προκειμένη βέβαια περίπτωση οι αιτητές επέλεξαν και υπέβαλαν την αίτηση δια κλήσεως. Η Δ.57 Θ.2 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους Θεσμούς και έχει επανειλημμένα εξεταστεί από τη νομολογία. Αντί άλλης αναφοράς παραθέτω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ.
- «
- Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης Χρίστου, Πολιτική ΄Εφεση 9626/25.11.96, Κληρίδη ν. Σταυρίδη, Πολιτικές Εφέσεις 8918 και 9064/21.10.97, και Βαρδιάνου ν. Richards, Πολιτική ΄Εφεση 9112/14.4.98). ΄Οπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Κώστας, Πολιτική ΄Εφεση 9359/22.5.98). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
- Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
- Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 10232/11.1.2000 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: « Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. ΄Οπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου, Α.Ε. 2207-2208/20.6.97 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd, Πολιτική ΄Εφεση 10272/26.2.99) «. Προτού προχωρήσω κρίνω σκόπιμο να αναφέρω, επειδή γίνεται αναφορά από τον καθ' ου η αίτηση ότι οι αιτητές επί διαφόρων θεμάτων εισάγουν εξ' ακοής μαρτυρία, ότι κάτω από τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.2 ως είναι νομολογημένο (C.T. Tobacco Ltd v. Της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ κ.α
(2003)1 Α.Α.Δ. 853) είναι επιτρεπτή επί ενδιάμεσων αιτήσεων η προσαγωγή εξ' ακοής μαρτυρίας, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών. Σχετική ακόμα είναι η υπόθεση Τέκμα Ε.Π.Ε. ν. Ρυμουλκού «Πήγασος» κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ.
- ΄Επεται πως οποιαδήποτε εξ' ακοής μαρτυρία εισάγεται μέσα στις ένορκες δηλώσεις είναι αποδεκτή, νοουμένου βέβαια ότι αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών του ομνύοντα. Και στη παρούσα υπόθεση αποκαλύπτεται πλήρως η πηγή των πληροφοριών, ότι προέρχονται είτε από το φάκελο της υπόθεσης, είτε κυρίως από τον διευθυντή των εναγόντων. Είναι ακόμα σημαντικό να λεχθεί ότι η εξέταση του κρινόμενου ζητήματος όσο και των λοιπών δεδομένων και προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, γίνεται μέσα από τις υποστηρίζουσες τις αντίστοιχες θέσεις ένορκες δηλώσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.
- Αποτελεί αναπόφευκτα το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Η ακρόαση της αίτησης διέπεται από τη Δ.48 Θ.
- και αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο. (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd (2001( 1 A.A.Δ. 2118). Έτσι η κρίση του δικαστηρίου κατά την εξέταση των εγειρομένων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το δικονομικό πλαίσιο. Επί της ουσίας της αίτησης κρίνω πως είναι αναγκαίο αλλά και σημαντικό να εξεταστεί το ζήτημα σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της Δ.28, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα της ένορκης αποκάλυψης, αφού η έγκριση ή όχι του αιτήματος αναπόφευκτα συναρτάται με τις παραμέτρους της Δ.
- Ο σκοπός της διαταγής αυτής σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ.719 είναι : « directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage ( impeaching or destroying adversary's case) that of his adversary, or which may fairly lead him to a train of inquiry which may have either of these two consequences.. They are not confined to such as would be admissible in evidence. ..Every document which will throw any light on the case is relevant». Και ως εξηγείται στη συνέχεια η υποχρέωση περιορίζεται σε επίδικα θέματα (matters in question) μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με την Δ.28 Θ.3 επί της οποίας έγινε αναφορά από την κα Παρπόττα, το μέρος που δεν συμμορφώνεται με την διαταγή του Δικαστηρίου δεν θα μπορεί στη συνέχεια να θέσει τα έγγραφα αυτά ως μαρτυρία, εκτός κατόπιν αδείας του δικαστηρίου και αφού προηγουμένως ικανοποιηθεί ότι υπήρχε επαρκής εξήγηση ή δικαιολογία. Η δραστικότητα της σχετικής Διαταγής αντανακλάται στις πρόνοιες των Θεσμών 12 και 14 σύμφωνα με τις οποίες το μέρος που δεν συμμορφώνεται με τέτοια διαταγή του Δικαστηρίου υπόκειται σε σύλληψη (attachment) και αν πρόκειται για τον ενάγοντα η αγωγή απορρίπτεται, ενώ αν το διάταγμα επιδόθηκε στο δικηγόρο και χωρίς λογική δικαιολογία αμέλησε να ενημερώσει τον πελάτη του είναι υπόλογος σε σύλληψη. Εξηγείται στο Annual Practice ανωτέρω σελ.727 ότι το μέρος που του επιδίδεται τέτοια κλήση για τιμωρία, αν επιθυμεί να αποφύγει την προώθηση της αίτησης, πρέπει όχι μόνο να καταχωρίσει την ένορκη δήλωση αλλά θα πρέπει να προσφέρει και τα έξοδα. Επί δε της απόρριψης της αγωγής, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διάταγμα του δικαστηρίου, υποδεικνύεται ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει τέτοιο διάταγμα, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων προσπαθεί (endeavouring) να αποφύγει την αποκάλυψη. (fair discovery). Επεξηγείται στον Odgers on Pleading and Practice 20η εκδ. σελ. 249-250, ότι οι πρόνοιες αυτές είναι ποινικές (highly penal provisions) και το Δικαστήριο τότε μόνο καταφεύγει σε αυτές αν πεισθεί και είναι ξεκάθαρο ότι ο διάδικος πραγματικά προτίθεται να μην συμμορφωθεί με τη σχετική διαταγή. Θα έλεγα ότι οι πρόνοιες αυτές συνιστούν οιονεί ποινικές διατάξεις, αντίστοιχες με τη διαδικασία παρακοής διατάγματος. Από τη πιο πάνω επεξήγηση του σχετικού Θεσμού και των συνεπειών που προκύπτουν στο διάδικο μέρος που δεν συμμορφώνεται με τη σχετική διαταγή του Δικαστηρίου να αποκαλύψει τα έγγραφα, συνάγεται ότι η πρόθεση συμμόρφωσης αποτελεί σημαντικό, αν όχι και καθοριστικό κριτήριο, αφού ακόμα και στο στάδιο της παρακοής παρέχεται η ευκαιρία στον μη συμμορφωθέντα διάδικο να καταχωρίσει την ένορκη αποκάλυψη για να αποφύγει σχετική τιμωρία. Και η ανάλυση αυτή έγινε στα πλαίσια ακριβώς της ανεύρεσης αλλά και αντιστάθμισης των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και των επακόλουθων από τη μη συμμόρφωση με το τεθέν χρονοδιάγραμμα για αποκάλυψη των εγγράφων, με αποκλειστικό στόχο και ζητούμενο το συμφέρον της δικαιοσύνης. Έτσι το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται από όσα παρέθεσε η πλευρά των αιτητών είναι η θέληση τους και η ειλικρινής προσπάθεια τους να προβούν σε αποκάλυψη των εγγράφων. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι δεν εξετάζεται εδώ αίτηση παρακοής στο διάταγμα, αλλά τίθεται προς προβληματισμό το ερώτημα πως θα συμμορφωθεί ο παραβαίνον το διάταγμα διάδικος, χωρίς την προηγουμένη παράταση του χρόνου από το Δικαστήριο. Και χωρίς να παραγνωρίζεται καθόλου η βασική αρχή της τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων, ως έχει ήδη εξηγηθεί, τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τρόπου άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Να παρεμβάλω εδώ προτού προχωρήσω δύο ακόμα θέσεις του κ. Ατίκκη. Η πρώτη αφορά το γεγονός ότι η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει για το λόγο ότι οι ενάγοντες όφειλαν να υποβάλουν την αίτηση πριν λάβουν κάποιο δικονομικό βήμα στην αγωγή, δηλαδή την αίτηση ορισμού. Συμφωνώ με την θέση της κας Παρπότα ότι οι θεσμοί δεν τάσσουν τέτοιο δικονομικό κώλυμα ή προϋπόθεση. Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, η παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι μοιραία, αφού η Δ.57 Θ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράτασή της. Να υπομνήσω ακόμα το εξής σημαντικό. Ότι στην υπόθεση Eleftheriades & Another v. Mavrellis & Another
(1985)1 C.L.R 436, 445 - 446, τονίστηκε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για παράταση των τασσομένων από τους Θεσμούς προθεσμιών, εξουσία που δεν περιορίζεται από τους κανόνες πρακτικής. Ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση και την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου σχετική είναι η υπόθεση Αυξεντίου ανωτέρω. Η άλλη θέση εστιάζεται στην προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση, γεγονός που σύμφωνα με τη νομολογία δεν είναι επιτρεπτό. Είναι αντιληπτό ότι η εισήγηση εστιάζεται στο τέλος της παραγράφου 7 της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών, ότι η ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων δεν έχει καταχωρηθεί λόγω παραλείψεως και/ή αμελείας και/ή λάθους των προηγούμενων δικηγόρων. Έρεισμα στην εισήγηση αποτέλεσε η υπόθεση El Fath Co. v. E.D.T Shipping Ltd κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255, της οποίας όμως τα γεγονότα και η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών ήταν εντελώς διαφορετικά από ότι στη παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση αυτή προβλήθηκε διαζευκτικός ισχυρισμός στο κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 ήταν ιδιοκτήτες ή ναυλομισθωτές του πλοίου, σε αντίθεση με το κλητήριο ένταλμα που αναφέρονταν ως ιδιοκτήτες. Στη παρούσα υπόθεση η πιο πάνω διάζευξη δεν οδηγεί σε διαφορετική παράθεση γεγονότων ως προς την πραγματικότητα, αφού εκείνο που σαφώς καταγράφεται είναι ότι το συγκεκριμένο γεγονός, που είναι η παράλειψη εμπρόθεσμης καταχώρισης της ένορκης αποκάλυψης, οφείλεται σε λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου. Δεν διαφοροποιούνται δηλαδή τα γεγονότα με τη παράθεση και άλλου λόγου ως προς την παράλειψη, διαζευκτικού και διαφορετικού από την ευθύνη του δικηγόρου. Ηγέρθη επίσης από τον κ. Ατίκκη θέμα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί, αφού άλλωστε πρόκειται για ένα παράγοντα άμεσα σχετικό με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Υπήρξε, αναντίλεκτα, εξάμηνη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, μετά την εκπνοή του χρονοδιαγράμματος που τέθηκε. Υπάρχουν δύο δεδομένα στην παρούσα υπόθεση τα οποία και θα πρέπει να κριθούν και να αντισταθμιστούν. Το ένα αφορά το γεγονός ότι ευθύς ως έλαβαν γνώση οι νέοι δικηγόροι για την ύπαρξη του διατάγματος αντέδρασαν άμεσα δια την υποβολής της αίτησης. Υπενθυμίζω ότι η αλλαγή δικηγόρου έγινε την 12.2.08 και την 15.2.08 έγινε αίτηση ορισμού της υπόθεσης και ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου την 4.4.08. Αυτά εξάγονται μέσα από τον φάκελο του δικαστηρίου. Η θέση της δικηγόρου που ορκίστηκε εκ μέρους των αιτητών, και δεν αμφισβητήθηκε, είναι ότι έλαβαν γνώση για την ύπαρξη του διατάγματος την 4.4.08 και μετά από έρευνα στο φάκελο το επιβεβαίωσαν, με αποτέλεσμα, την 5.5.08 να υποβληθεί η κρινόμενη αίτηση. Από τον φάκελο του δικαστηρίου ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται, αφού υπάρχει στο φάκελο αίτηση - απόδειξη πληρωμής για γενική έρευνα και επιθεώρηση του φακέλου του δικαστηρίου. Η ένσταση όμως όπως και η αγόρευση εστιάστηκε περισσότερο στην αμέλεια ή το λάθος του προηγούμενου δικηγόρου, το οποίο σύμφωνα με την θέση του κ Ατίκκη είναι ασυγχώρητο και δεσμευτικό σε βαθμό που η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Στις αποφάσεις που παρέπεμψε ο κ. Ατίκκης που πραγματεύονται το θέμα λάθους ή αμέλειας του δικηγόρου, επεξηγήθηκε ότι ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος ή την παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει παράταση των προθεσμιών ή την αναγέννηση των δικαστικών διαδικασιών, ως ήταν για παράδειγμα στην υπόθεση Βαρδιάνος ανωτέρω. Να υπενθυμίσω εδώ πως σύμφωνα με όσα αναφέρει η δικηγόρος για τους αιτητές, ο διευθυντής των εναγόντων την πληροφόρησε ότι αρχές Νοεμβρίου του 2008 μετέβη στο Δικαστήριο και υπέγραψε ένορκη δήλωση που ετοιμάστηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους, πλην όμως η ένορκη δήλωση δεν καταχωρήθηκε. Αυτή τουλάχιστον είναι η επεξήγηση που δόθηκε και παραμένει ως αναντίλεκτη. Γεγονός όμως παραμένει ότι οι ενάγοντες δια του διευθυντή τους ορκίστηκαν ενώπιον του πρωτοκολλητή για τους σκοπούς συμμόρφωσης με το διάταγμα του δικαστηρίου. Το σφάλμα όμως του δικηγόρου παρά την σταθερή επί του θέματος νομολογία, δεν δημιουργεί εκ προοιμίου και άνευ ετέρου, άκαμπτο και σκληρό κανόνα δικαίου. Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά ν. Ευαγόρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1505, επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω νομολογιακή αρχή και κρίθηκε ότι κατ΄ εξαίρεση το σφάλμα μπορεί να συγχωρεθεί, εφόσον δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά, κυρίως όταν οφείλεται σε εσφαλμένη ερμηνεία θεσμικών κανόνων, και τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Και από αυτή την άποψη δεν έχει τεθεί οτιδήποτε από την πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση, ότι αν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ή θα του προκληθεί κάποια δυσμένεια, και μάλιστα σοβαρή, πέραν των εξόδων της διαδικασίας. Επανερχόμενος στο θέμα της καθυστέρησης, η ουσία παραμένει με την έννοια ότι το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα είναι έξη μήνες. Στο σύνολο του το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να κριθεί ως υπερβολική αργοπορία και σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που άνευ ετέρου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι νέοι δικηγόροι των εναγόντων ευθύς ως έλαβαν γνώση της ύπαρξης του διατάγματος αντέδρασαν άμεσα με την υποβολή του αιτήματος για παράταση του χρόνου. Από άλλη η μη έγκαιρη καταχώριση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης έστω κι αν ο διευθυντής των εναγόντων παρουσιάστηκε και ορκίστηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή, και αν ακόμα οφείλεται σε σφάλμα ή παράλειψη και αμέλεια του προηγούμενου δικηγόρου, δεν προκάλεσε κάποια ζημιά η βλάβη στα συμφέροντα του εναγομένου. Αντίθετα, τα αποτελέσματα στους ενάγοντες σε τυχόν άρνηση του αιτήματος, δυνατόν, εν όψει των προνοιών της Δ.28, να τους δημιουργήσουν παράπλευρες και σοβαρές συνέπειες, στις οποίες ακριβώς για το λόγο αυτό έχω ήδη αναφερθεί. Ακόμα ένας παράγοντας τον οποίο λαμβάνω υπόψη είναι το στάδιο κατά το οποίο υπεβλήθη το αίτημα, και κυρίως ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμα οριστεί για ακρόαση. Και από αυτή την άποψη η ταχεία και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης, με κατάλληλες οδηγίες από το Δικαστήριο μπορεί άμεσα να διασφαλιστεί. Ο σύντομος ορισμός δικασίμου αποτελεί τη θεραπεία, ως είναι άλλωστε και η Συνταγματική επιταγή. Ως λέχθηκε η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης δεν είναι πάντοτε εύκολος γιατί είναι έργο σύνθετο και πολυδιάστατο. Τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης έχουν τη δική τους κάθε φορά αξία και δυναμική. Έχω προβληματιστεί και έχω ζυγίσει, με βάση τις αρχές που τάσσει η νομολογία σε συσχετισμό με τα εκατέρωθεν δικαιώματα των μερών και τον τυχόν επηρεασμό τους, και κατέληξα, για όλους τους πιο πάνω λόγους, ότι το δίκαιο του πράγματος αποκλίνει προς όφελος των αιτητών, αφού αυτό κατά τη κρίση του Δικαστηρίου επιβάλει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίνεται. Ο χρόνος για ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων παρατείνεται για χρονική περίοδο 10 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος του καθ' ου η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι καταβλητέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Ν cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο