Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Παναγιώτης Κωστή κ.α., Αρ. Αγωγής: 6974/04, 30 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6974/04 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Λτδ Εναγόντων και
- Παναγιώτης Κωστή
- Γεωργία Παναγή Εναγόμενων ΚΑΙ ΔΙ' ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: Παναγιώτη Κωστή Εναγόμενου 1/Ενάγοντα δι' ανταπαιτήσεως και Τράπεζα Κύπρου Λτδ Εναγόντων /Εναγομένων δι' ανταπαιτήσεως Μαζί με: Κυπριακός Οργανισμός Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO) Εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων Ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 14.6.07 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Λτδ Εναγόντων και
- Κωνσταντίνος Παναγή ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Κωστή.
- Γεωργία Παναγή Εναγομένων Και Δι' ανταπαιτήσεως: Κωνσταντίνος Παναγή Εναγόμενου 1 / Ενάγοντα δι' ανταπαιτήσεως και Τράπεζα Κύπρου Λτδ Εναγόντων / Εναγομένων δι' ανταπαιτήσεως Μαζί με: Κυπριακός Οργανισμός Επενδύσεων και Αξιών (CISCO) Εξ' ανταπαιτήσεως - εναγομένων Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Η κ. Ξ. Κόκκινου. Για τους εναγόμενους: Η κ. Μ. Αγαθαγγέλου. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες επιδιώκουν από τους εναγόμενους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την επιδίκαση ποσού Λ.Κ.153.885,94 (€262.929,74), πλέον τόκους προς 12,05% από 15.4.04, επί ποσού Λ.Κ.148.613,07 (€253.920,51), μέχρι εξοφλήσεως με κυμαινόμενο επιτόκιο σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, καθώς και την έκδοση διατάγματος πώλησης ενυπόθηκου κτήματος του εναγόμενου 1 και των ενεχυριασθεισών μετοχών του, λόγω παράβασης γραπτής συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτόν ημερομηνίας 18.3.99, για σκοπούς διενέργειας χρηματιστηριακών πράξεων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) («η σύμβαση»), στα πλαίσια του Επενδυτικού Σχεδίου Τράπεζας Κύπρου Λτδ/Κυπριακού Οργανισμού Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO) («το σχέδιο»), με την εγγύηση της εναγόμενης 2, βάσει σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 24.4.98 («η εγγύηση»). Ο εναγόμενος 1, Παναγιώτης Κωστή, απεβίωσε μετά την καταχώρηση της αγωγής με αποτέλεσμα το κλητήριο ένταλμα να τροποποιηθεί εκ συμφώνου με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.6.07, με την προσθήκη του γιου του, Κωνσταντίνου Παναγή, ως διαχειριστή της περιουσίας του. Ως εκ τούτου και για πρακτικούς λόγους, η αναφορά στην παρούσα απόφαση στον εναγόμενο 1, θα αφορά, αναλόγως της περίπτωσης, με εναργή των προσδιορισμό είτε τον Παναγιώτη Κωστή είτε τον διαχειριστή της περιουσίας Κωνσταντίνο Παναγή (ΜΥ1). Οι εναγόμενοι απορρίπτουν την αξίωση, με τον εναγόμενο 1 να ανταπαιτεί από τους ενάγοντες αποζημιώσεις και άλλες θεραπείες για ζημιές και απώλειες που υπέστηκε ένεκα παράβασης της σύμβασης και επίδειξης εκ πλευράς τους πράξεων ή παραλείψεων αναγομένων σε αμέλειας. Η απαίτηση του εναγόμενου 1 εναντίον της CISCO, ως εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενης 2, αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα και απορρίφθηκε αμέσως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 17.12.
- Οι ενάγοντες λέγουν ότι τήρησαν πλήρως τους όρους της σύμβασης και ότι δικαιούνται σε απόφαση ως η απαίτηση, ενώ ισχυρίζονται ότι η Ανταπαίτηση είναι ολοκληρωτικώς αβάσιμη, τόσον νομικώς όσον και πραγματικώς. Είναι εκδοχή εναγόμενου 1 ότι με δεδομένο ότι το πιστωτικό όριο που του παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες ήταν Λ.Κ.50.000, δημιουργείται κώλυμα στην απαίτηση οποιουδήποτε άλλου ποσού που το υπερβαίνει, πέραν του ότι η υπέρβαση αποτελεί επιπροσθέτως όχι μόνον όχι μόνον παράβαση των όρων της σύμβασης αλλά και αντινομία. Επιπροσθέτως διατείνεται ότι η παράλειψη των εναγόντων να του γνωστοποιήσουν (χωρίς να λειτουργήσουν με γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον του), το περιεχόμενο εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που αφορούσαν στους επενδυτικούς λογαριασμούς, του αποστέρησαν τη δυνατότητα να έχει σαφή εικόνα της κατάστασης για να δυνηθεί έτσι να προβεί στους ανάλογους χειρισμούς. Λέγει επίσης ότι ούτε ο πατέρας του αλλά ούτε και η εναγόμενη 2 ενημερώνονταν από τους ενάγοντες για οτιδήποτε αφορούσε στην κατάσταση λογαριασμού. Αναφορικώς με την εγγύηση της εναγόμενης 2 - Τεκμήριο 5, υποστηρίζεται ότι είναι προγενέστερη της σύμβασης και καμία σχέση δεν έχει με την υπόθεση όπως παρομοίως άσχετες και ανεφάρμοστες για ό,τι εδώ αφορά είναι και οι συμβάσεις υποθήκευσης ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου 1 στην Πάφο, ως τα Τεκμήρια 7 και
- Η εκδοχή των εναγομένων αποτελεί, βάσει της αγόρευσης τους, το απαύγασμα της γραμμής υπεράσπισης (και ανταπαίτησης), όπως περιορίστηκε κατά τις αγορεύσεις και πάνω σε αυτήν βασίζονται αποκλειστικώς για επιτυχία των προβληθέντων. Για υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων έδωσαν προφορική μαρτυρία η Κλεοπάτρα Χαραλάμπους (ΜΕ1) και Γιώργος Οικονομίδης (ΜΕ2), ενώ για την προώθηση των θέσεων της υπεράσπισης και ανταπαίτησης κατάθεσε ο Κωνσταντίνος Παναγή (ΜΥ1). Η Κλεοπάτρα Χαραλάμπους (ΜΕ1), είπε ότι από τον Οκτώβριο 2003, είναι υπάλληλος των εναγόντων και μια εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης λογαριασμών πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του εναγόμενου 1, ενώ παλαιότερα και δη από το Νοέμβριο 1999 μέχρι και το Σεπτέμβριο 2003, ήταν υπάλληλος της CISCO. Αναφέρθηκε στο άνοιγμα και κίνηση του επίδικου λογαριασμού αναλύοντας μεταξύ άλλων και τα έγγραφα που αφορούσαν στη λειτουργία του σχεδίου (βλ. Τεκμήρια 1-39). Ο Γιώργος Οικονομίδης (ΜΕ2), κατάθεσε ως υπάλληλος των εναγόντων από το 1992 αλλά και ως πρώην υπάλληλος της CISCO από τον Ιούνιο 1999 μέχρι και τον Ιανουάριο 2001, όπου διετέλεσε υπεύθυνος των λογαριασμών περιθωρίου ασφαλείας (margin accounts) έχοντας ως καθήκον τη διαχείριση των λογαριασμών και τη μεταβίβαση εντολών πελατών (μεταξύ των οποίων ήταν και ο εναγόμενος 1), προς τους εντεταλμένους χρηματιστές αλλά και τη διαχείριση των πληρωμών οι οποίες γίνονταν προς τους ενάγοντες (βλ. Τεκμήρια 46, 47 και 48). Αναφέρθηκε στις εξασφαλίσεις που δόθηκαν για το λογαριασμό του εναγόμενου 1 καθώς και σε εντολές του προς τη CISCO για αγορές μετοχών όπως και σε διάφορες χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό, με αναλυτική αναφορά στα Τεκμήρια 40-
- Ο Κωνσταντίνος Παναγή (ΜΥ1), αναφέρθηκε στους χειρισμούς του πατέρα του στα πλαίσια της σύμβασης και του σχεδίου προωθώντας στην ουσία την εκδοχή της υπεράσπισης υποστηρίζοντας απόρριψη της αγωγής και επιτυχία της ανταπαίτησης. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της εκτενούς παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της όποιας απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 1 με ημερομηνία 2.11.04 (βλ. Τεκμήριο 50), το πρωτότυπο της οποίας βρίσκεται καταχωρισμένο στο φάκελο της υπόθεσης αφού συνόδευε την ένσταση των εναγομένων ημερομηνίας 2.11.04, στην αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 7.9.04, για έκδοση συνοπτικής απόφασης (η οποία, τελικώς, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εναγόντων στις 25.11.04), αξιολογήθηκε στον επιτρεπτό βαθμό, με τη βαρύτητα όμως των εκεί αναφερομένων να είναι ανεπαίσθητη δεδομένου του αναπόφευκτου, λόγω του θανάτου του ομνύοντα, μη αντεξέτασης του εκ πλευράς εναγόντων κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της προσκομισθείσας μαρτυρίας και στην ανάπτυξη νομικών θέσεων καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει για συγκεκριμένους λόγους τις αντίδικες τοποθετήσεις. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων των δικηγόρων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα τη δοθείσα μαρτυρία και κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν σαφείς και σταθεροί στις τοποθετήσεις τους και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν κρίνονται επουσιώδεις χωρίς να αλλοιώνουν την ουσία της μαρτυρίας και τη συνολικώς θετική εικόνα που εξέπεμψαν. Ο Κωνσταντίνος Παναγή (ΜΥ1), μού προκάλεσε αρνητική εντύπωση. Διακατέχονταν εμφανώς από διάθεση αποστασιοποίησης από κάθε τι που θα μπορούσε ενδεχομένως να εμπλέξει τον πατέρα του Παναγιώτη Κωστή και κατ' επέκταση τον ίδιο ως διαχειριστή της περιουσίας του αλλά και την εναγόμενη 2, στη λογική της εκδοχής των εναγόντων. Βεβαίως, πολύ μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του αναλώθηκε σε νομική ερμηνεία διαφόρων τεκμηρίων που κατατέθηκαν κατά τη διαδικασία καθώς και σε επιχειρηματολογία, δίκην δικηγορικής αγόρευσης (με έντονη διάθεση εντυπωσιασμού), ως προς το γιατί οι θέσεις των εναγόντων θα πρέπει να απορριφθούν και οι θέσεις των εναγομένων να γίνουν αποδεκτές. Οι τοποθετήσεις αυτές δεν έχουν καμιά βαρύτητα αφού αφορούσαν σε νομικά ζητήματα χωρίς επαρκή παιδεία για εκφορά τους ούτως ή άλλως. Ο μάρτυς, αν και ανάφερε αρχικώς ότι ο πατέρας του δε λάμβανε καταστάσεις χαρτοφυλακίου από τη CISCO έτσι ώστε να γνωρίζει ανά πάσαν στιγμήν την πραγματική εικόνα των συναλλαγών του, παραδέχθηκε, τελικώς, ότι η πραγματικότητα ήταν διαφορετική και ότι, μάλιστα, είχε στην κατοχή του καταστάσεις χαρτοφυλακίου που τωόντι στάλθηκαν από τη CISCO και παραλήφθηκαν από τον πατέρα του, ως τα Τεκμήρια 51, 56 και 57 (Transaction Report by Security). Το ίδιο έγινε και σε σχέση με αναφορές του περί μη παραλαβής καταστάσεων λογαριασμού από τους ενάγοντες, δεχόμενος ότι ο πατέρας του λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού σε τακτά χρονικά διαστήματα και απόδειξη τούτου ήταν η κατάθεση κατά την κυρίως εξέταση του (όπως και στην περίπτωση των καταστάσεων χαρτοφυλακίου), των Τεκμηρίων 52
(1)- 52
(6). Επέμενε ότι η κατάσταση λογαριασμού του αποβιώσαντος περιείχε παράνομους τόκους, χρεώσεις, δικαιώματα και έξοδα χωρίς όμως να είναι σε θέση να ενισχύσει τις θέσεις του με παραπομπή στις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήρια 9 και 10 ή σε οποιαδήποτε άλλα τεκμήρια κατατέθηκαν συναφώς. Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγομένων. Βρίσκω ότι οι ενάγοντες καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήσαν και εξακολουθούν να είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεξάγοντες τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Μέχρι την 11.7.04, λειτουργούσαν με την ονομασία «Τράπεζα Κύπρου Λτδ», ενώ από τις 12.7.04, μετονομάστηκαν (και λειτουργούν έκτοτε), με την ονομασία «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Δεόντως εγγεγραμμένη ως εταιρεία και επενδυτικός οργανισμός ήταν και η CISCO, η οποία, όπως και οι ενάγοντες, ανήκουν στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Την 18.3.99, ο εναγόμενος 1 υπόβαλε γραπτώς αίτηση προς τους ενάγοντες για συμμετοχή στο σχέδιο, στο πίσω μέρος του οποίου υπήρχαν διατυπωμένοι οι όροι συμμετοχής τούς οποίους διάβασε και αποδέχτηκε, υπογράφοντας τη σχετική δήλωση συμμόρφωσης (βλ. Τεκμήριο 1). Η αίτηση εγκρίθηκε από τους ενάγοντες, με την παραχώρηση προς αυτόν ορίου ύψους Λ.Κ.50.000, ως πιστωτική διευκόλυνση προς χρησιμοποίηση αποκλειστικώς για αγοραπωλησίες κινητών αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, οι οποίες θα διενεργούνταν για λογαριασμό του μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του (CISCO), με βάση τους όρους συμφωνίας διαχείρισης που υπογράφθηκε μεταξύ τους στις 22.3.99, ως το Τεκμήριο 2 και πληρεξουσίου εγγράφου - Τεκμήριο 3, ίδιας ημερομηνίας, δια του οποίου την εξουσιοδοτούσε, μεταξύ άλλων, να αγοράζει, πουλάει, μεταβιβάζει, αποδέχεται μεταβιβάσεις στο όνομα της οποιωνδήποτε κινητών αξιών, ιδιοκτησίας του που ήσαν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ. Οι ενάγοντες μετά την αποδοχή της αίτησης (με αποτέλεσμα όλοι οι όροι της να μετατραπούν σε όρους, πια, της δημιουργηθείσας μεταξύ τους σύμβασης ως το Τεκμήριο 1), άνοιξαν στο όνομα του εναγόμενου 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό περιθωρίου ασφαλείας με αριθμό 0173-11-012797 [βλ. Τεκμήρια 9, 39
(7), 39
(10), 39
(14), 52, 52
(1), 52
(2), 52
(3), 52
(4), 52
(5)και 52
(6)], ο οποίος μετά άλλαξε σε 0130-11-123818 και τέλος σε 0184-22-052328, βάσει εσωτερικών κανονισμών των εναγόντων. Συγχρόνως, η CISCO άνοιξε λογαριασμό πελάτη στο όνομα του εναγόμενου 1, με αριθμό 0900860, ώστε να έχει τη δυνατότητα να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις με βάση το σχέδιο. Ο χειρισμός ήταν απολύτως δικαιολογημένος και αναγκαίος για την ενεργοποίηση των μηχανισμών του σχεδίου. Ήταν ουσιώδης όρος του σχεδίου όπως ο εναγόμενος 1 συνεισφέρει και διατηρεί εξασφαλίσεις και ενεχυριάσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του ΧΑΚ σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού. Για αυτόν το λόγο ο εναγόμενος 1 υπόγραψε την 22.3.99, προς όφελος των εναγόντων στην ταυτόχρονη παρουσία δύο ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων Έγγραφο Ενεχυρίασης Κινητών Αξιών, ως το Τεκμήριο 4, για ενεχυρίαση προς όφελος τους όλων των κινητών αξιών που θα αγοράζονταν προς εξασφάλιση του λογαριασμού. Δυνάμει του εγγράφου αυτού ο εναγόμενος 1, ενεχυρίασε αρχικώς προς όφελος των εναγόντων 21.051 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, αξίας Λ.Κ.15.000 (βλ. Τεκμήριο 40). Εάν ο εναγόμενος 1 ήθελε να πουλήσει κινητές αξίες, τότε οι ενάγοντες με οδηγίες του ή της CISCO (και πάλιν κατόπιν οδηγιών του), αποδέσμευαν τις κινητές αξίες που ήθελε να πουλήσει. Όταν πραγματοποιούνταν μια συναλλαγή, η CISCO εξέδιδε και απόστελλε προς τους ενάγοντες τα αντίστοιχα πινακίδια συναλλαγής (contract notes) (βλ. Τεκμήρια 12, 14, 15, 17, 20, 23, 53 και 54), μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις για την ανάλογη χρεοπίστωση του λογαριασμού. Η αγορά μετοχών γινόταν με οδηγίες του εναγόμενου 1 προς τη CISCO, η οποία και αναλάμβανε πλέον την εκτέλεση των αντίστοιχων χρηματιστηριακών πράξεων. Στην εξέλιξη της συμβατικής σχέσης δημιουργήθηκε υπόλοιπο στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 το οποίο θα έπρεπε να καλυφθεί ή αποπληρωθεί προς τους ενάγοντες συμφώνως της σύμβασης, με τους τελευταίους να προβαίνουν σε σχετικές οχλήσεις προς τον ίδιο (όπως για παράδειγμα με τις επιστολές - Τεκμήρια 41 και 49), χωρίς όμως αποτέλεσμα. Απόρροια τούτου ήταν, εν τέλει, ο τερματισμός της σύμβασης και του λογαριασμού από τους ενάγοντες στις 13.6.03, με το Τεκμήριο 36. Ο τερματισμός έλαβε χώραν δικαιολογημένως και νομίμως αφού ο εναγόμενος 1 παραβίασε ουσιώδεις όρους της σύμβασης που αφορούσαν στην υποχρέωση του για έγκαιρη και πλήρη αποπληρωμή των εκάστοτε οφειλομένων. Την ίδια ημερομηνία, οι ενάγοντες προσηκόντως ενημέρωσαν ως εγγυήτρια την εναγόμενη 2 περί του τερματισμού με την επιστολή - Τεκμήριο 37, καλώντας την να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, και πάλιν όμως χωρίς αποτέλεσμα. Οι καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 9, στέλνονταν από τους ενάγοντες προς τη CISCO, η οποία με τη σειρά της τούς κοινοποιούσε εγκαίρως και δεόντως προς τον εναγόμενο 1, πέραν ασφαλώς της σχετικής προφορικής πληροφόρησης που παρείχαν σε αυτόν οι ενάγοντες σε σχέση με το περιεχόμενο τους στην κάθε χρονική περίοδο που αυτές αφορούσαν. Η CISCO απόστελνε επίσης προς τον εναγόμενο 1 επί μηνιαίας βάσης για σκοπούς ενημέρωσης χρονολογική κατάσταση συναλλαγών ως το Τεκμήριο 23, όπως και κατάσταση χαρτοφυλακίου, ως τα Τεκμήρια 16, 39
(1), 39
(4), 39
(8), 39
(12), 44, 45, 51 και 56. Οι ενάγοντες ανάφεραν από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας ότι η απαίτηση τους περιορίζεται στα ποσά που αναφέρονται στην ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 10 και όχι στο Τεκμήριο 9, έχοντας αποφασίσει για δικούς τους θεμιτούς και δίκαιους προς τους εναγόμενους λόγους ότι κάποια από τα ποσά που αναφέρονται στους λογαριασμούς - Τεκμήριο 9, ίσως να μη μπορούσαν να τύχουν δικαστικής επικρότησης και για αυτό αποσύρθηκαν. Αυτό δε σημαίνει - και ουδέποτε το ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες - ότι δε χρέωναν δικαιώματα διαχείρισης για το λογαριασμό, το γεγονός όμως από μόνο του και χωρίς άλλη μαρτυρία, δεν εξυπακούει (και έτσι βρίσκω), ότι τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου 1 την έκαναν οι ενάγοντες. Τουναντίον, προκύπτει από τη μαρτυρία του Γιώργου Οικονομίδη (ΜΕ2), ότι διαχειρίστρια του χαρτοφυλακίου ήταν η CISCO. Το περιεχόμενο των λογαριασμών - Τεκμήρια 9 και 10, παράμεινε ουσιαστικά αναμφισβήτητο, χωρίς να έχει προσκομιστεί άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να ανατρέπει ή να διαφοροποιεί οποιαδήποτε καταχώρηση αναφέρεται εκεί. Ουδέποτε οι εναγόμενοι (και ιδιαίτερα ο εναγόμενος 1), έθεσαν θέμα αμφισβήτησης του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού και ποτέ δε διαμαρτυρήθηκαν για οποιαδήποτε χρέωση παρουσιαζόταν εκεί. Οι καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 10 αλλά και στο Τεκμήριο 9, επεξηγήθηκαν και αναλύθηκαν με την αναμενόμενη λεπτομέρεια και ακρίβεια από τους ενάγοντες με αναφορά, ανάμεσα σε άλλα, στα Τεκμήρια 11-35 και είναι ορθές και αληθινές και αντιστοιχούν σε κάθε έκφανση τους με τα ανάλογα τεκμήρια και προφορική μαρτυρία που παρουσίασαν προς υποστήριξη της αξίωσης (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods και Άλλων, ΠΕ 276/05, ημερ. 17.9.08). Οι χρεώσεις που αναγράφονται στο Τεκμήριο 10, (αλλά και στις επιστολές - Τεκμήρια 36 και 38), είναι νόμιμες και σε πλήρη εναρμόνιση με το περιεχόμενο της σύμβασης και τις πρόνοιες του Περί Τόκου Νόμου 2/77, καθώς και του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Άλλων ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 38). Παρότι στις καταστάσεις λογαριασμού που στέλνονταν προς τον εναγόμενο 1, φαίνεται να υπάρχει πιστωτικό υπόλοιπο τον Ιανουάριο 2000, ύψους Λ.Κ.7.731,32, πριν την επιστολή ημερομηνίας 17.1.00 - Τεκμήριο 41 που στάλθηκε στον εναγόμενο 1, εκκρεμούσε χρέωση ποσού Λ.Κ.109.134, που σχετιζόταν με την αγορά 10.000 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ στις 8.10.99, κατόπιν ενυπόγραφων οδηγιών του εναγόμενου 1 προς τη CISCO (βλ. Τεκμήριο 46). Εφόσον η αγορά των μετοχών αυτών είχε ήδη πραγματοποιηθεί, ο λογαριασμός θα έπρεπε να είχε χρεωθεί με το ποσό των Λ.Κ.109.
- Επειδή όμως το όριο του λογαριασμού ήταν μόνο Λ.Κ.50.000, ο λογαριασμός χρεώθηκε μόνον με το ποσό των Λ.Κ.57.134,00, το οποίο κατά το συγκεκριμένο χρόνο υπήρχε διαθέσιμο στο λογαριασμό (βλ. Τεκμήριο 42). Ο εναγόμενος 1 ήταν πλήρως ενήμερος για αυτή την ενέργεια της CISCO εφόσον την είχε προφορικώς πληροφορηθεί και συναινέσει σε αυτή μετά από επικοινωνία που είχε και με τον Γιώργο Οικονομίδη (ΜΥ2). Η χρέωση έγινε μετά από παράκληση του εναγόμενου 1 για αγορά των 10.000 μετοχών και διαβεβαιώσεις του ότι θα τις πουλούσε όλες ή μέρος τους όταν θα ανέβαινε η αξία τους στο ΧΑΚ έτσι ώστε να καλυφθεί η υπέρβαση και να μειωθεί το χρεωστικό υπόλοιπο. Ο εναγόμενος 1 την 26.11.99, ζήτησε από τη CISCO όπως του αποδεσμεύσει μετοχές αναλόγως της τυχόν υπερκάλυψης του λογαριασμού του, αυτή όμως δεν αποδέχθηκε την παράκληση διότι παρά το γεγονός ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο, στις καταστάσεις λογαριασμού η χρέωση των Λ.Κ.109,134, δεν είχε ουσιαστικώς λάβει χώραν με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να μην είναι καλυμμένος (βλ. Τεκμήριο 43). Ο Γιώργος Οικονομίδης (ΜΥ2) επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 τηλεφωνικώς τον Ιανουάριο 2001 και του υπενθύμισε ότι εκκρεμούσε η τακτοποίηση του υπολοίπου των Λ.Κ.57.396,44, για να ακολουθήσουν και άλλες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Για την τηλεφωνική αυτή επικοινωνία ο μάρτυς πήρε σχετικές σημειώσεις ως το Τεκμήριο
- Ακολούθως, με βάση και το γεγονός ότι έκτοτε, ο εναγόμενος 1 σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία είτε με τους ενάγοντες είτε με τη CISCO, η τελευταία βάσει των προνοιών της παραγράφου 7 της συμφωνίας διαχείρισης - Τεκμήριο 2, απέστειλε προς τους ενάγοντες οδηγίες και εντολή να χρεώσουν το λογαριασμό του εναγόμενου 1 με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των Λ.Κ.57.396,44, με τη χρέωση αυτή να λαμβάνει χώραν την 19.1.01 (βλ. Τεκμήριο 45). Είναι θέση της υπεράσπισης ότι το γεγονός της υπέρβασης του ορίου των Λ.Κ.50.000, εκ πλευράς εναγόμενου 1 και με τη συναίνεση των εναγόντων, με αποκλειστική στόχευση την αγορά μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, συγκρούεται με τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/97, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται σε τράπεζα που συστάθηκε στη Δημοκρατία (όπως οι ενάγοντες), να χορηγεί πιστωτικές διευκολύνσεις σε πρόσωπα που δεν είναι υπάλληλοι της (όπως ο εναγόμενος 1), που να υπερβαίνουν τις Λ.Κ.50.000, κατά πρόσωπο για υποβοήθηση αγοράς δικών της μετοχών ή μετοχών μητρικής της εταιρείας ή οποιασδήποτε θυγατρικής εταιρείας της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας, με αποτέλεσμα να μη νομιμοποιούνται στην αξίωση ποσού που ξεπερνά το συμφωνηθέν πιστωτικό όριο. Δε συμφωνώ με την τοποθέτηση. Κατ' αρχάς, όπως ορθώς υπέδειξε η κ. Κόκκινου, δεν υπάρχει μαρτυρία περί του ότι η χορήγηση της διευκόλυνσης για ποσό πέραν των Λ.Κ.50.000, έγινε για την υποβοήθηση αγοράς των 10.000 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ εκ πλευράς εναγόμενου
- Αντιθέτως, το τι προκύπτει είναι ότι ο τελευταίος προχώρησε στην αγορά τους αυτοβούλως και χωρίς συζήτηση οποιουδήποτε συναφούς, με το τι τέθηκε εδώ, θέματος χορηγώντας σχετικές οδηγίες προς τη CISCO, με παντελή την απουσία οποιασδήποτε σύνδεσης, άμεσης ή έμμεσης, της αγοράς με την υπέρβαση του ορίου η οποία έλαβε χώραν ασφαλώς και με τη συναίνεση των εναγόντων με τον τρόπο και υπό τις περιστάσεις που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω. Εκτός αυτού όμως και με πιο άμεση αναφορά στο νομικό ζήτημα που ήγειρε η υπεράσπιση, το άρθρο 15 του Ν.66(Ι)/97, δεν απαγορεύει τη συνομολόγηση συμφωνιών, αντικείμενο των οποίων είναι η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων σε μη υπαλλήλους τράπεζας στην οποία αφορούν οι εν λόγω πρόνοιες για την αγορά μετοχών της. Ούτε καθιστά άκυρη ή ακυρώσιμη τη συμφωνία παροχής τέτοιων διευκολύνσεων για ποσό που ξεπερνά τις Λ.Κ.50.000, παρά μόνον, ποινικοποιεί την πράξη με χρηματική ποινή, ως οι πρόνοιες του άρθρου 43
(2)του νομοθετήματος. Συνεπώς, δε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση περί δημιουργίας κωλύματος εκ πλευράς εναγόντων στην απαίτηση του προκύπτοντος ποσού, τουλάχιστον με τον τρόπο που το έθεσε η υπεράσπιση. Δεν έχω αντιληφθεί την εισήγηση της κ. Αγαθαγγέλου να εγείρει ζήτημα παρανομίας της σύμβασης ως εκ των χειρισμών των εναγόντων (αλλά και του εναγόμενου 1), σε σχέση με την υπό συζήτηση υπέρβαση αλλά αν τέτοια ήταν η στόχευση, το θέμα θα μπορούσε ευλόγως να απαντηθεί δια του σκεπτικού τής απόφασης St John Shipping Corp v. Joseph Rank Ltd
(1956)3 W.L.R. 870, από το οποίο εξάγεται ότι σε περιπτώσεις όπου νομοθέτημα, ρητώς ή εξυπακουομένως, δεν απαγορεύει ή καθιστά παράνομη σύμβαση για τους οποιουσδήποτε λόγους αναφέρονται εκεί τότε αυτή είναι λιγότερον πιθανόν να σταχυολογηθεί ως παράνομη αν η παραβίαση των προνοιών της αφορά στη μέθοδο και τον τρόπο εκτέλεσης της σύμβασης (όπως εδώ, όπου η φερόμενη παρανομία σχετίζεται με την έκταση της υπέρβασης της πιστωτικής διευκόλυνσης και όχι με γεγονός της χορήγησης της αυτής καθ' αυτής) και όχι στον πυρήνα του αντικειμένου της σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το οποιοδήποτε ζήτημα θα μπορούσε ενδεχομένως να συζητηθεί αναφορικώς με τη διάπραξη ή όχι εκ πλευράς εναγόντων οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος βάσει της νομοθεσίας, καθόλου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της σύμβασης και στο μόνον που θα μπορούσε ίσως να οδηγήσει (και δεν αποφαίνομαι περί τούτου), θα ήταν εμπλοκή των εναγόντων στη διάπραξη ποινικού αδικήματος βάσει των προνοιών του άρθρου 43 και θεωρητικώς σε δίωξή τους από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή με τη συγκατάθεση του, βάσει των προνοιών του άρθρου 44 του ιδίου νόμου. Εκτός του ότι ο εναγόμενος 1 παραδέχθηκε λήψη κάποιων εγγράφων που του έστελναν οι ενάγοντες και ενίοτε η CISCO (βλ. Τεκμήρια 51, 52
(1)-
(6), 53, 54 και 56), το γεγονός ότι αποδείχτηκε με επάρκεια η αποστολή από τους ενάγοντες και τη CISCO όλων των επιστολών και άλλων εγγράφων που αναφέρονται στην απόφαση, προς τη δοθείσα διεύθυνση των εναγομένων και η μη επιστροφή τους από το ταχυδρομείο, είναι αρκετό για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα (και έτσι καταλήγω), ότι όλες αυτές οι επιστολές και έγγραφα παραλήφθηκαν εγκαίρως από τους αποδέκτες τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9). Η υπεράσπιση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην υποχρέωση, όπως τη χαρακτήρισε, των εναγόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας [βλ. Τεκμήρια 55
(1)-
(4)], με την παράληψή τους να το πράξουν αλλά και να πληροφορήσουν σχετικώς περί του περιεχομένου τους τούς εναγόμενους, να καθιστά τη σύμβαση άκυρη και εν πάση περιπτώσει να αποστερεί από τους ενάγοντες τη δυνατότητα απαίτησης των επιδιωκόμενων θεραπειών. Δε συγκλίνω με τις θέσεις αυτές. Οι εγκύκλιοι υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum), χωρίς να επιφέρουν οποιαδήποτε άμεση τροποποίηση στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των επενδυτών ή των μελών του ΧΑΚ (βλ. κατ' αναλογίαν, Μακρίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 581 (Ολομέλεια), S. Kyriakou Euromarket Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 375/96, ημ. 15.12.97). Η σχέση τραπεζίτη - πελάτη μεταξύ των συμβαλλομένων δε δημιούργησε υποχρέωση εκ πλευράς εναγόντων για πληροφόρηση του εναγόμενου 1 (ή ακόμη και της εναγόμενης 2), περί της ύπαρξης και περιεχομένου των εν λόγω εγκυκλίων. Ειδικότερα, με αναφορά στην εγκύκλιο - Τεκμήριο 55
(1), αυτή είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας συνομολόγησης της σύμβασης, με την επιπρόσθετη επισήμανση ότι οι ενάγοντες, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κλεοπάτρας Χαραλάμπους (ΜΕ1), συμμορφώθηκαν πλήρως με την αναγκαιότητα για ενημέρωση των πελατών όπως καθορίζεται στην προτελευταία παράγραφο της εν λόγω εγκυκλίου. Αναφορικώς με την εγκύκλιο ημερομηνίας 24.11.99 - Τεκμήριο 55
(2), αυτή δεν έχει οποιαδήποτε σχετικότητα με οτιδήποτε ενδιαφέρει εδώ. Σε ό,τι αφορά στις υπόλοιπες εγκυκλίους πέραν του ότι ουδόλως επηρεάζουν τη νομιμότητα της συμβατικής σχέσης μεταξύ των συμβαλλομένων, καμιά ταύτιση τους δεν προσδιορίστηκε με την απαραίτητη ενάργεια έτσι ώστε να εγείρει ευλόγως οποιοδήποτε θέμα προς συζήτηση. Σε περίπτωση που ήθελεν θεωρηθεί ότι πράγματι υπήρξε παραβίαση των προνοιών των προαναφερθεισών εγκυκλίων εκ πλευράς εναγόντων, τότε το ζήτημα θα μπορούσε να επιλυθεί μεταξύ αυτών και της Κεντρικής Τράπεζας, χωρίς επηρεασμό της συμβατικής σχέσης μεταξύ εναγόντων και εναγομένων και όλων όσων την αφορούν. Αναφορικώς με την ευθύνη της εναγόμενης 2, ως εγγυήτριας, έγινε αρκετός λόγος εκ πλευράς υπεράσπισης ότι η εγγύηση - Τεκμήριο 5, δεν καλύπτει τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 βάσει της σύμβασης διότι συνομολογήθηκε προγενέστερα και χωρίς αναφορά στη σύμβαση και το σχέδιο. Ωστόσο, η εκδοχή αυτή η οποία, πέραν του συγκεκριμένου, άπτεται και της αντιπαροχής της εγγύησης και της τροποποίησης (variation) της αρχικής συμφωνίας για την οποία δόθηκε αρχικώς, δε δικογραφείται στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση, όπως θα έπρεπε, (βλ. Bullen & Leake & Jacob' s, Precedents of Pleadings 13η εκδ., 1990, σελ. 1180-1184). Αντιθέτως, στην παράγραφο 16 της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης, το παράπονο περιορίζεται στο ότι οι ενάγοντες δεν επεξήγησαν δεόντως στην εναγόμενη 2 και δεν της υπέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό το εύρος της ευθύνης και τους κινδύνους που αναλάμβανε και τις συνέπειες της συμφωνίας, όπως και δεν την προέτρεψαν και δε διασφάλισαν όπως αυτή αναζητήσει και να λάβει ανεξάρτητη νομική και χρηματοοικονομική συμβουλή πριν την υπογραφή της εγγύησης, παραλείποντας να της εξηγήσουν τους διαλαμβανόμενους όρους ή τους εξήγησαν σε αυτή λανθασμένα. Είναι εμπεδωμένο ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που καθορίζονται από τη δικογραφία, με τον επακριβή προσδιορισμό τους να σχετίζεται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απορρέει από τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλουν τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου με μαρτυρία και το Δικαστήριο δε μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας (βλ., μεταξύ άλλων, Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 826). Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρξε προώθηση των προαναφερθεισών εκδοχών κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων με αποτέλεσμα να παραμείνει ανέγγιχτη η περί του αντιθέτου εκδοχή τους, όπως αυτή ενισχύεται από τα Τεκμήρια 6
(1)και 6
(2), τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, στην προτροπή των εναγόντων προς την εναγόμενη 2 για εξέταση των εγγράφων εγγύησης πριν την υπογραφή είτε με τη βοήθεια του δικηγόρου της ή άλλου συμβούλου της και ενυπόγραφη δήλωση περί χορήγησης της εγγύησης ελευθέρως και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από οποιονδήποτε, με πλήρη αντίληψη περί των συνεπειών που μπορούσαν να προκύψουν από την υπογραφή της. Αξιοσημείωτο επίσης είναι και το ότι ο εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση - Τεκμήριο 50, που κατάθεσε στα πλαίσια της ένστασης των εναγομένων στην αίτηση των εναγόντων για συνοπτική απόφαση, δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά για το ζήτημα της εγγύησης της εναγόμενης 2, όπως παρομοίως δεν προβαίνει σε ρητή μνεία της η εναγόμενη 2 στη δική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.11.04, στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας. Η αναφορά του Κωνσταντίνου Παναγή (ΜΥ1), κατά την κυρίως εξέταση ότι η υπογραφή της εγγύησης - Τεκμήριο 5 εκ πλευράς εναγόμενης 2 δεν καλύπτει τις επίδικες υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, πέραν του ότι δεν περιλαμβάνεται στη δικογραφία, αποτελεί απλή επιχειρηματολογία (με την οποία βρίθει η γραπτή του κατάθεση - «Ε» και επί διαφόρων άλλων πτυχών), δεν έχει και οποιαδήποτε ιδιαίτερη αποδεικτική αξία. Η εναγόμενη 2, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 βάσει της σύμβασης και του σχεδίου με σαφές το περιεχόμενο του όρου 2 της εγγύησης - Τεκμήριο 5, καθότι αφορούσε και σε μελλοντικές (από της υπογραφής της) υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, είτε αυτές ήσαν προσωπικές είτε κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Το αρχικό αντικείμενο της εγγύησης ουδέποτε εξέλειπεν ούτε και αυτή ποτέ ανακλήθηκε βάσει των προνοιών του όρου 3 ή των συνακόλουθων διατάξεων του άρθρου 88 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, με αποτέλεσμα η εναγόμενη 2 να είναι υπόλογη για όλο το ποσό που θα κληθεί να καταβάλει ο εναγόμενος 1. Ούτως ή άλλως, από τη μαρτυρία της Κλεοπάτρας Χαραλάμπους (ΜΕ1)και του Γιώργου Οικονομίδη (ΜΕ2), προκύπτει ότι η εναγόμενη 2 γνώριζε περί της χρησιμοποίησης της εγγύησης τής στα πλαίσια της σύμβασης και του σχεδίου, χωρίς όμως, όπως παραδέχθηκε η μάρτυς, να ειδοποιηθεί περαιτέρω, γραπτώς, από τους ενάγοντες, κάτι που, υπό τις περιστάσεις, δε χρειαζόταν να γίνει. Τούτο το γεγονός διαφοροποιεί ουσιωδώς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από εκείνα στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T. G. & Sons Importing Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 180, στην οποία παράπεμψε η κ. Αγαθαγγέλου, με την πρόσθεση ότι η καθοδήγηση που δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως προς τον τρόπο ερμηνείας συνεχών εγγυήσεων (continuing guarantees), όπως είναι εδώ η εγγύηση - Τεκμήριο 5, ακολουθήθηκε και στα υπό συζήτηση, για ό,τι αυτό ασφαλώς θα μπορούσε να αξίζει ελλείψει πεδίου για περαιτέρω εμβάθυνση δεδομένης της απουσίας δικογράφησης εκ πλευράς εναγομένων, αντίστοιχων ισχυρισμών, όπως ήδη έχει επισημανθεί. Σε σχέση με τις υποθήκες - Τεκμήρια 7 και 8, που υπογράφθηκαν από τον εναγόμενο 1 με αναφορά σε προηγούμενες τής σύμβασης πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε από τους ενάγοντες, καθίσταται σαφές από τη μαρτυρία των Κλεοπάτρας Χαραλάμπους (ΜΕ1) και Γιώργου Οικονομίδη (ΜΕ2)αλλά και τους όρους 2 και 3 των εν λόγω τεκμηρίων, ότι η υποθήκευση αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση (μέχρι του ποσού των Λ.Κ.35.000, πλέον τόκους και έξοδα) για κάθε υποχρέωση του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση και είτε έγινε ή πρόκειται να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλο ή άλλα πρόσωπα και ότι αυτό το γνώριζε καλώς ο εναγόμενος 1 συναινώντας στη χρησιμοποίηση της ως επιπρόσθετης εξασφάλισης στα πλαίσια της σύμβασης και του σχεδίου, ασχέτως αν δεν ειδοποιήθηκε και γραπτώς περί τούτου από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται σε δις το χρόνο κεφαλαιοποίηση τόκων, απέτυχαν όμως να αποδείξουν το μέρος αυτό της αξίωσης τους. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγομένων δεν ασχολήθηκε με την πτυχή αυτή στην αγόρευση της. Το ζήτημα εντούτοις απαιτεί εξέταση από το Δικαστήριο στα πλαίσια αξιολόγησης των θέσεων των εναγόντων σε σχέση με το συγκεκριμένο αφού αποτελεί μέρος της αξίωσης. Αναδύεται με καθαρότητα από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ότι πουθενά στη σύμβαση δεν αναφέρεται η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο ούτε και αναδύθηκαν άλλες περιστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια τέτοια κατάληξη με δεδομένη και την ανυπαρξία συναίνεσης πάνω στην πτυχή αυτή από τον εναγόμενο 1, χώρια βεβαίως και από το γεγονός ότι τέτοια εξειδικευμένη δικογράφηση δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. National Bank of Greece SA v. Pinios Shipping Company No.1
(1990)1 All E.R. 78 (HL), Kitchen v. HSBC Bank Plc
(2000)1 All E.R (Comm.) 787). Το γεγονός ότι ο Ν160(Ι)/99 διά των προνοιών του άρθρου 3
(1)(δ), προνοεί υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων (όπως είναι οι ενάγοντες), να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δυο φορές το χρόνο, ποσώς δε μπορεί να ερμηνευθεί ως παρέχουσες δικαίωμα στα ιδρύματα αυτά να ανατοκίζουν ή να κεφαλαιοποιούν ανυπερθέτως τους επηρεαζόμενους λογαριασμούς δύο φορές το χρόνο, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την αναφορά στην αγόρευσή τους περί κεφαλαιοποίησης των τόκων «.2 φορές το χρόνο, 30.6 και 31.12 ως προνοείται από τον Νόμο 160
(1)/99». Σύμφωνα με την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 10, το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την 16.12.08, ήταν €386.472,05, ενώ σύμφωνα με τη (ξανά)ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 10(α) [η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου από τους ευπαίδευτους δικηγόρους μετά από νύξη του Δικαστηρίου, ακριβώς, για να '΄]'καταδειχθεί (αν και εφόσον παρίστατο ανάγκη) το (ενδεχομένως) οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς την κεφαλαιοποίηση], το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την ίδια ημερομηνία ήταν €322.565,
- Συνεπώς, η προκύπτουσα διαφορά των €63.906,26 (ως εκ της μη κεφαλαιοποίησης) θα αφαιρεθεί (υπέρ των εναγομένων), από το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού - Τεκμήριο 10 (€386.472,05 - €322.565,79 = €63.906,26), με το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τη 16.12.08, να είναι €322.565,
- Κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 10 και 10(α) είναι ταυτόσημα ως προς την ουσία και περιεχόμενο τους. Τα περί έλλειψης αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει την υπόθεση, με δεδομένο ότι η ακίνητη περιουσία του εναγόμενου 1 που αφορά στις υποθήκες - Τεκμήρια 7 και 8, βρίσκεται στην Επαρχία Πάφου είναι παντελώς αβάσιμα αφού αναμφισβητήτως (και αυτά τα στοιχεία είναι που καθορίζουν την αρμοδιότητα), η σύμβαση συνομολογήθηκε στη Λευκωσία, ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε και λειτούργησε στη Λευκωσία όπου και παραβιάστηκε, με αποτέλεσμα τον τερματισμό. Η βάση αγωγής προέκυψε εξολοκλήρου στη Λευκωσία, με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να είναι το μόνον αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή βάσει των προνοιών του άρθρου 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. C&K Κυριάκου και Α/φοί Λτδ ν. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ 479). Οι ενάγοντες, στην έκταση που προαναφέρθηκε, απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων. Αναφορικώς με την Ανταπαίτηση, αυτή δε μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται αφού δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να τη στηρίζει. Ούτε όμως και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη θα μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να πετύχει σε οποιαδήποτε έκφανση της, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για ποσό €322.565,79, πλέον τόκο προς 12,05%, ετησίως από 17.12.08, μέχρι εξοφλήσεως με έξοδα υπέρ τους όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1 ως η παράγραφος 12(β) της Έκθεσης Απαίτησης για την εκποίηση των υποθηκών ΑΥ 2638/96 και ΑΥ 1005/96, σε σχέση με το οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 8337, Φ./Σχ. 51/12, Τεμάχιο 810, στη Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου (Κοκκινόγη), προς ικανοποίηση της απόφασης και των εξόδων. Εκδίδεται επίσης προς όφελος των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1, διάταγμα ως η παράγραφος 12 (γ) της Έκθεσης Απαίτησης. Το οποιοδήποτε καθαρό υπόλοιπο παραμείνει προς όφελος του εναγόμενου 1, να του πιστωθεί ή επιστραφεί αναλόγως μέσα σε 15 μέρες από την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, νοουμένου ασφαλώς ότι η ενεχυρίαση δεν αποτελεί εγγύηση για άλλες συμβατικές του υποχρεώσεις. Σε σχέση με την απόρριψη της Ανταπαίτησης και λόγω της φύσης και συνάφειας των εκεί επίδικων θεμάτων με αυτά που εκδικάστηκαν στα πλαίσια της απαίτησης, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα. Προηγούμενες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται. (Υπ.) ........ Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο