← Κύπρος

Επί της αφορώσι την Ελένη Ιωάννου, Αρ. Αίτησης: 761/07, 30.1.09

Επί της αφορώσι την Ελένη Ιωάννου, Αρ. Αίτησης: 761/07, 30.1.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 761/07 Επί της αφορώσι την Ελένη Ιωάννου, από το Στρόβολο Αιτήτρια -και- Επί τοις αφορώσι το άρθρο 36 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.1.09 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Σ. Δράκος Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Κορφιώτης. ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Επίδικο ουσιαστικά θέμα είναι αν το άρθρο 36

(1)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, (Ν. 9/65)μπορεί να τύχει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το αίτημα της αιτήτριας είναι για διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Επαρχιακό Κτηματολογικό λειτουργό να ακυρώσει και εξαλείψει την υποθήκη με αριθμό Υ638/2000 προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου για το λόγο ότι το οφειλόμενο χρέος έχει εξοφληθεί. Η αίτηση της αιτήτριας υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του πατέρα της Ιορδάνη Ιωάννου πληρεξουσίου αντιπροσώπου της. Η Σ.Π.Ε. Στροβόλου καταχώρισε ένσταση συνοδευομένη με ένορκη δήλωση του προϊσταμένου του τμήματος παρακολούθησης δανείων. Να προστεθεί ότι καταχωρήθηκαν, με την άδεια του Δικαστηρίου, συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις καθώς και ένορκη δήλωση του λογιστή, ελεγκτή Λούκα Παπαλλή. Έχουν επισυναφθεί στις ένορκες δηλώσεις πληθώρα εγγράφων και από τις δύο πλευρές προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και κατά την ακρόαση της αίτησης κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε. Αντί αναφοράς στις διάφορες θέσεις που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις, κρίνω ότι είναι καλύτερα να συνοψιστούν τα γεγονότα σε χρονολογική σειρά στα κύρια σημεία τους, ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητή η ουσία του αιτήματος, αλλά και η κατάταξή τους στο κατάλληλο νομικό καθεστώς. Τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν κρίνω ότι διαφωτίζουν αρκετά το τοπίο και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε αυτά. Από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία που είτε είναι παραδεχτά, είτε δεν αμφισβητήθηκαν, εξάγεται ότι ο κ. Ιωάννου, πατέρας της αιτήτριας, την 1.11.1990 δυνάμει μεσοπρόθεσμου γραμματίου εξασφάλισε δάνειο από την Σ.Π.Ε Στροβόλου, στη συνέχεια χάριν ευκολίας η Σ.Π.Ε, για το ποσό των Λ.Κ.25.000.- (τεκμ.2). Ο λογαριασμός του δανείου έφερε τον αριθμό 17287-
  1. Από την ένορκη του δήλωση φαίνεται ότι τα δάνειο αυτό ήταν εξασφαλισμένο με υποθήκη, την υπ' αριθμό Υ.8850/
  2. Την 3.2.00 ο Ιωάννου με νέο δάνειο από την Σ.Π.Ε. δυνάμει μεσοπρόθεσμου γραμματίου εξασφάλισε το ποσό των Λ.Κ.39.000.- (τεκμ. 14). Ο λογαριασμός του δανείου έφερε τον αριθμό 7254060-
  3. Την ίδια ημέρα κάποια Σοφία Πέτρου Θεοδοσίου προς εξασφάλιση του ρηθέντος δανείου ενέγραψε επί οικοπέδου την επίδικη υποθήκη προς όφελος της Σ.Π.Ε. με αριθμό Υ.638/00 και την 29.8.01 το ενυπόθηκο οικόπεδο μεταβιβάστηκε στην αιτήτρια. (τεκμ.12 και 13 αντίστοιχα). Το ποσό των Λ.Κ.39.000.- χρησιμοποιήθηκε την 5.2.00 προς εξόφληση του προγενέστερου δανείου και ένα υπόλοιπο εκ Λ.Κ.119.90 κατατέθηκε ως δόση έναντι του χρέους των Λ.Κ.39.000.- Η θέση της Σ.Π.Ε είναι ότι όντως την 5.2.00 εξοφλήθηκε το προγενέστερο δάνειο χωρίς ο πατέρας της αιτήτριας να αμφισβητήσει το υπόλοιπο. Το επίδικο ενυπόθηκο γραμμάτιο αποτέλεσε αντικείμενο διαιτησίας μεταξύ της Σ.Π.Ε. και του πατέρα της αιτήτριας και την 20.10.03 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.51.559,20 πλέον 9% τόκος από 1.1.
  4. Αργότερα με αίτηση του Ιωάννου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η απόφαση του διαιτητή ακυρώθηκε. Εδώ θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι σύμφωνα με τη δήλωση της δικηγόρου της Σ.Π.Ε. όπως καταγράφεται στο σχετικό ακυρωτικό πρακτικό ημερομηνίας 30.6.04, αποδέχτηκε το παραμερισμό της απόφασης, χωρίς όμως οι πελάτες της να αποδέχονται τους ισχυρισμούς του αιτητή που αναφέρονται στην ένορκη του δήλωση και διατηρώντας το δικαίωμα να παραπέμψουν ξανά την υπόθεση σε διαιτησία. (τεκμ.17, 18 και 18Α). Να παρεμβληθεί ότι την 8.3.07 στην υπ' αριθμό 10457/06 ιδιωτική ποινική υπόθεση που κίνησε ο Ιωάννου με απόφαση του Δικαστηρίου, η Σ.Π.Ε. που ήταν κατηγορουμένη, απαλλάχθηκε της κατηγορίας που αντιμετώπιζε για χρέωση και είσπραξη τόκου πέραν του προβλεπομένου κατά παράβαση του Περί Τόκου Νόμου. Στη συνέχεια στις 2.4.07 και 6.6.07 ο Ιωάννου με επιστολή του δικηγόρου του προς τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, ζήτησε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, ήτοι την επιστροφή χρημάτων λόγω παράνομης χρέωσης και είσπραξης τόκων πέραν του προβλεπομένου επί του γραμματίου με αριθμό 17287-3 το οποίο εξόφλησε την 5.2.
  5. Ο Έφορος με επιστολή του ημερομηνίας 17.7.07 απέρριψε το αίτημα για το λόγο ότι με το θέμα απασχολήθηκε το Δικαστήριο στην πιο πάνω ποινική υπόθεση με την έκδοση απόφασης. Επανήλθε ο Ιωάννου με νέα επιστολή του δικηγόρου του, ότι η απόφαση του δικαστηρίου δεν καθόριζε τα αστικά δικαιώματα του πελάτη του και επέμεινε στη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Ο Έφορος σε απαντητική επιστολή του αναφέρει ότι η παραπομπή σε διαιτησία αφορά δάνειο που έχει εξοφληθεί και δεν προσδιορίζετο με στοιχεία ποια είναι η διαφορά για να μπορεί να εξεταστεί η παραπομπή σε διαιτησία. Ζήτησε λεπτομερή έκθεση απαίτησης με συγκεκριμένα στοιχεία της διαφοράς. Δεν δόθηκε συνέχεια στο θέμα και ως αποτέλεσμα ηγέρθη η παρούσα διαδικασία για ακύρωση της υποθήκης ως εξοφληθείσας δυνάμει του άρθρου 36
(1)του Περί Μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του
  1. Ουσιαστικό έρεισμα αποτελεί έκθεση - ανάλυση του ελεγκτή Παπαλλή. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία των λογιστικών αναλύσεων και επεξηγήσεων του Παπαλλή, με αναφορά σε δύο πίνακες που επισύναψε, η διαπίστωση είναι ότι η λογιστική έρευνα έγινε με τον πιο κάτω τρόπο. Αφού έγινε λογιστική ανάλυση του εξοφληθέντος λογαριασμού με αριθμό 17287-3 κατέληξε ότι η Σ.Π.Ε. υπερχρέωσε τον λογαριασμό με τόκους πέραν του 9% με αποτέλεσμα να εισπράξει επιπλέον το ποσό των Λ.Κ.10.827.
  2. Ακολούθως, προβαίνει με την ίδια μέθοδο που ανέλυσε το πιο πάνω λογαριασμό, σε ανάλυση του επίδικου ενυπόθηκου λογαριασμού με αριθμό 7254060-9 και καταλήγει ότι ο λογαριασμός αυτός υπερχρεώθηκε με τόκους πέραν του 9% συνολικού ποσού Λ.Κ.9.520.
  3. Έτσι σύμφωνα με τον Ιωάννου το συνολικό ποσό των υπερχρεώσεων της Σ.Π.Ε. και στους δύο λογαριασμούς ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.19.901.
  4. Η κατάσταση λογαριασμού του επιδίκου γραμματίου κατά την 22.10.07 σύμφωνα με το τεκμήριο 10 παρουσιάζει, οφειλόμενο, χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.21.173,
  5. Συμψηφίζοντας στην ουσία τα δυο ποσά, ή αν όπως αναφέρει ο Παπαλλής, από λογιστικής απόψεως πιστωθούν τα ποσά αυτά τότε ο επίδικος λογαριασμός εξοφλείται. Να προστεθεί ότι σύμφωνα με τον Ιωάννου με βάση τις λογιστικές αναλύσεις του Παπαλλή την 22.10.07 ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.1.271.50 το οποίο και κατέβαλε την 22.10.07 οπότε και ο λογαριασμός έχει εξοφληθεί. Η Σ.Π.Ε από την πλευρά της αντιτάσσει ότι οι υπολογισμοί του λογιστή είναι λανθασμένοι γιατί δεν λαμβάνουν υπόψη χρεώσεις για ασφάλιστρα, έξοδα πώλησης ακινήτου, επιστολές και άλλα νόμιμα έξοδα. Επίσης δεν ανατοκίζει στο τέλος κάθε χρόνου το υπόλοιπο του λογαριασμού. Είναι επίσης η θέση της ότι και με τους υπολογισμούς του λογιστή, το δάνειο και κατ' επέκταση η υποθήκη δεν εξοφλήθηκε αλλά οφείλεται το ποσό των Λ.Κ.11.000.- Αντιλαμβάνομαι αναφέρονται στο πίνακα υπολογισμού του λογιστή, τεκμήριο 9, σύμφωνα με τον οποίο η υπερχρέωση αφορά το ποσό των Λ.Κ.9.520.10, αφού το υπόλοιπο με βάση την κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου δανείου που επισύναψαν στην ένσταση, την 22.10.07 ήταν Λ.Κ.19.315.
  6. Με άλλα λόγια είναι φανερό ότι η Σ.Π.Ε. δεν αποδέχεται τις καταλογιζόμενες υπερχρεώσεις τόκων στο εξοφληθέν δάνειο, ούτε και στο επίδικο, ούτε και συμψηφισμό μεταξύ των δύο δανείων. Προβάλουν όμως ακόμα μια θέση στην οποία έχω αναφερθεί και κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω, ότι το προγενέστερο δάνειο εξοφλήθηκε χωρίς την προβολή και αμφισβήτηση του υπολοίπου του δανείου από τον Ιωάννου. Στα πιο πάνω πλαίσια ο κ. Δράκος ανέφερε ότι η αιτήτρια έκαμε ότι μπορούσε για να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία πλην όμως ο Έφορος ήταν μεροληπτικός και αρνητικός στο αίτημα. Ο Περί Τόκου Νόμος Ν.2/77καθορίζει το νομικό πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και η μαρτυρία του Παπαλλή συνάδει με τη νομολογία και με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2005)1 Α.Α.Δ.38 γιατί αναφέρει ότι εφάρμοσε τον κανόνα clayton και το χρέος με βάση τη μαρτυρία του λογιστή έχει εξοφληθεί. Αντίθετα η θέση του κ. Κορφιώτη είναι ότι εξ' υπαρχής η αίτηση είναι ανυπόστατη γιατί το άρθρο 36 του Νόμου δεν μπορεί να υποκαταστήσει θέματα τα οποία μόνο στο πλαίσιο αγωγής μπορούν να επιλυθούν. Παρέπεμψε στην υπόθεση Αγγελίδης ν. Σ.Π.Ε Παλουριώτισσας
(1999)1 Α.Α.Δ. 1771 που με αναφορά στο άρθρο 36 εξηγήθη ότι η διάγνωση απαιτούσε τη διερεύνηση θεμάτων που δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο στο πλαίσιο αγωγής. Ήταν ακόμα η θέση του ότι το δάνειο δεν έχει εξοφληθεί και παραπέμπει σε μέρος της μαρτυρίας του λογιστή, όπως για παράδειγμα τη χρέωση ασφαλίστρων τα οποία θεωρεί ότι εμπίπτουν στην έννοια του τόκου, ενώ υπήρχε συμφωνία η Σ.Π.Ε. να χρεώνει το λογαριασμό για το ποσό που πλήρωνε για τα ασφάλιστρα. Παραγνωρίζεται επίσης ότι ο Περί Τόκου Νόμος καταργήθηκε με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.160
(1)/99 και ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός ανά εξάμηνο. Τέλος είναι η θέση του ότι πρόκειται για διαφορά δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και όφειλε, η αιτήτρια, να ζητήσει την επίλυση της διαφοράς σε διαδικασία διαιτησίας και περαιτέρω όφειλε κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 56 να υποβάλει ιεραρχική προσφυγή εναντίον της άρνησης του Εφόρου. Πριν προχωρήσω θεωρώ κατάλληλο το σημείο να παραθέσω το σχετικό άρθρο 36
(1)του Περί Μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/65). 36.-
(1)Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι (α) Εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνείται ή αμελεί να προβεί στην εξάλειψη υποθήκης ως στο άρθρο 35, καίτοι η δια ταύτης εξασφαλιζομένη υποχρέωση έχει εξοφληθεί ή έπαυσε να είναι υφισταμένη. (β) ......................... (γ) .......................... Ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήσει παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοση ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος, το δε Επαρχιακό Δικαστήριο άμα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώσει το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τις περιστάσεις διάταγμα ............... Να προσθέσω πως σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35 προβλέπεται όταν η υποχρέωση εις την οποία αφορά η παρασχεθείσα δια της υποθήκης ασφάλεια εξοφλείται ή παύει να υφίσταται, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει καθήκον να μεριμνήσει για την εξάλειψη της υποθήκης. Υπό το φως των γεγονότων όπως έχουν αναφερθεί εγείρονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διάφορα σημαντικά θέματα που αφορούν την ουσία της υπό κρίσιν αίτησης. Πρώτο, κατά πόσο ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται η απόδειξη της εξόφλησης της υποθήκης, με τον συμψηφισμό υπερχρεώσεων που κατά τους ισχυρισμούς του Ιωάννου έγιναν από την Σ.Π.Ε. στον προγενέστερο εξοφλημένο λογαριασμό δανείου, με το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, είναι επιτρεπτός και μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Άμεσα συναρτώμενο, αποτελεί το γεγονός ότι πέραν της εξόφλησης του προγενέστερου λογαριασμού, είναι ο ισχυρισμός της Σ.Π.Ε. που δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι ο λογαριασμός εξοφλήθηκε από τον Ιωάννου χωρίς να αμφισβητήσει το υπόλοιπο κατά τον χρόνο της εξόφλησης. Παρεμβάλλω πως ακόμα και ορθή να είναι η θέση του Ιωάννου, και αντιπαρερχόμενος ότι ο λογαριασμός εξοφλήθηκε χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση για το υπόλοιπο, αυτό θα ισοδυναμούσε με έκδοση απόφασης υπέρ του και σε βάρος της Σ.Π.Ε για το ποσό των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων του προηγούμενου λογαριασμού, που μόνο στα πλαίσια αγωγής θα μπορούσε να εξεταστεί και όχι κάτω από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Και ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν είναι επίδικος. Περαιτέρω εκφράζω επιφυλάξεις κατά πόσο στα πλαίσια τουλάχιστον της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την Σ.Π.Ε. να πιστώσει το ποσό των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων από τον εξοφληθέντα λογαριασμό, ώστε να συμψηφιστεί με το επίδικο χρέος. Η αναβίωση του εξοφληθέντος λογαριασμού και οι τυχόν υπερχρεώσεις τόκων που κατ' ισχυρισμόν έγιναν από την Σ.Π.Ε. δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Είναι για τους λόγους αυτούς που συμφωνώ ότι η υπόθεση Αγγελίδης ανωτέρω που παρέπεμψε ο κ. Κορφιώτης τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Υπεδείχθη (σελ.1779) ότι το άρθρο 36 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, στο οποίο, για την ακύρωση υποθήκης, προβλέπεται η υποβολή αίτησης, αφορά μόνο περιπτώσεις - οι οποίες ρητά εκτίθενται - όπου η υποθήκη συστάθηκε νόμιμα αλλά δικαιολογείται η εξάλειψη της, είτε διότι ο σκοπός της εκπληρώθηκε, είτε διότι κατέστη ανέφικτος και δεν καλύπτει περιπτώσεις που απαιτούν διάγνωση και διερεύνηση θεμάτων που μόνο στα πλαίσια αγωγής μπορούν να γίνουν. Ακόμα και η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ανωτέρω, που παρέπεμψε ο κ. Δράκος είναι σχετική και σηματοδοτεί ακριβώς την δικονομική πτυχή του θέματος, στην οποία ηγέρθη ανάλογο θέμα και εξετάστηκε στο πλαίσιο αγωγής. Στη παρούσα υπόθεση η εξόφληση της επίδικης υποθήκης είναι υπό αμφισβήτηση και αποτελεί επίδικο θέμα και δεν μπορεί να διαγνωστεί στα πλαίσια των άρθρων 35 και 36 του Νόμου. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις φέρνουν στο προσκήνιο την Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νομοθεσία. Ο Ιωάννου μετά από τα διάφορα διαβήματα και μέτρα που έλαβε, επέλεξε να προσφύγει στον Έφορο, θεωρώντας ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του και της Σ.Π.Ε. με αίτημα να παραπεμφθεί το θέμα σε διαιτησία. Δεν πρόκειται να σχολιάσω τις εκατέρωθεν θέσεις και ποιο είναι το ζήτημα που χρήζει διαιτησίας, πλην όμως σύμφωνα με το άρθρο 56 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, οποιοσδήποτε δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου δύναται εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης να την προσβάλει στον Υπουργό με έγγραφη αίτηση του στην οποία να εκθέτει τους λόγους που την υποστηρίζουν. Το γεγονός και μόνο ότι και ο ίδιος ο αιτητής αποδέχεται ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του και της Σ.Π.Ε. ως προς το αν έχει εξοφληθεί η επίδικη υποθήκη, αναδεικνύει και την αναποτελεσματικότητα και το ανεφάρμοστο της διαδικασίας που επιλέχθηκε για την ακύρωση της. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την διαιτητική διαδικασία, αλλά ούτε και να εκδώσει απόφαση για κάποιο ποσό ή άλλο αναγνωριστικό διάταγμα, που μόνο στα πλαίσια αγωγής μπορεί να γίνει. Μπορεί βέβαια σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 56 η υποβολή ιεραρχικής προσφυγής να είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική, πλην όμως τροχιοδρομεί μια διαδικασία, τέτοια, που στην αντίθετη περίπτωση, μόνο με αγωγή μπορούν να διαγνωστούν τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Το γεγονός ότι αποτάθηκε στον Έφορο αναγνωρίζοντας την ύπαρξη διαφοράς, αντιστρατεύεται και συγκρούεται με την ουσία της αίτησης, ότι δηλαδή η επίδικη υποθήκη έχει εξοφληθεί. Τέλος και αν ακόμα είναι εσφαλμένες όλες οι πιο πάνω κρίσεις, εγείρονται σημαντικά ζητήματα που αφορούν τη ουσία των λογιστικών αναλύσεων που παρουσιάστηκαν. Ακόμα και ορθοί να είναι οι υπολογισμοί του Παπαλλή στο τεκμήριο 9 που αφορά τον επίδικο λογαριασμό, η θέση του κ. Κορφιώτη είναι ότι και πάλι δεν καταδεικνύεται ότι το επίδικο ενυπόθηκο δάνειο έχει εξοφληθεί. Παραμένει ένα υπόλοιπο, οπότε και δεν θα μπορούσε να κριθεί ως εξοφληθέν το δάνειο και η επίδικη υποθήκη που το εξασφαλίζει. Και ο λόγος είναι γιατί αυτοτελώς εξεταζόμενο το επίδικο δάνειο και όχι σε συνάρτηση με το εξοφληθέν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του λογιστή εξακολουθεί και υπάρχει ένα υπόλοιπο και συνεπώς η επίδικη υποθήκη δεν έχει εξοφληθεί. Η παρατήρηση κρίνεται ως ορθή, με την έννοια ότι και αν ακόμα οι υπολογισμοί του τεκμηρίου 9 είναι ορθοί, το ισχυριζόμενο υπερχρεωθέν ποσό των Λ.Κ.9.520.10 αν αφαιρεθεί από το υπόλοιπο των Λ.Κ.19.315,05 που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, παραμένει οφειλόμενο ένα ποσό πέραν των Λ.Κ.9.000. Εδώ παρενθετικά να αναφέρω ότι η διαπίστωση σε σχέση με την εισήγηση του κ. Δράκου για την εφαρμογή του κανόνα clayton από τον λογιστή, είναι ότι δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα στη παρούσα υπόθεση, αφού δεν υπάρχουν διάφορα χρέη της αιτήτριας ώστε να τίθεται θέμα να καθοριστεί ο καταλογισμός των πληρωμών, αλλά μόνο το επίδικο. Έμμεσα βέβαια γίνεται προσπάθεια αναβίωσης του εξοφληθέντος δάνειο το οποίο όμως είναι εντελώς ανεξάρτητο και άσχετο με το κρινόμενο. Οποιεσδήποτε αιτιάσεις που αφορούν το εξοφληθέν δάνειο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε και είναι επίδικες στην κρινόμενη υπόθεση. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις και επί της ουσίας των υπολογισμών του λογιστή το δάνειο που εξασφαλίστηκε δια της επίδικης υποθήκης φέρει ημερομηνία 3.2.00 (τεκ.12 και 14). Ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 εφαρμοζόταν μέχρι την 1.1.01 σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.160
(1)/99, που κατάργησε τον Περί Τόκου Νόμο. Σύμφωνα επίσης με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(δ) του Νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Από τις καταστάσεις που επισυνάφθηκαν στην αίτηση τεκμήρια 8 και 9 και υποστηρίχθηκαν με την ένορκη δήλωση του λογιστή, δεν φαίνεται ούτε καν αναφέρει αν έλαβε υπόψη του την νέα Περί Τόκου Νομοθεσία και το δικαίωμα της Σ.Π.Ε, από την 1.1.01, να προβαίνει σε ανατοκισμό δύο φορές το χρόνο. Στην ένορκη του δήλωση υπάρχει στην παράγραφο 5 μια γενική αναφορά καθόσον αφορά την λογιστική κατάσταση του τεκμηρίου 8, αναφέρει ότι με τον ίδιο τρόπο υπολογισμού έγινε και η επίδικη κατάσταση τεκμήριο 9, και ότι αποδεικνύεται ότι η Σ.Π.Ε υπερχρέωσε με τόκους που υπερβαίνουν το 9% που με βάση τη νομοθεσία δεν δικαιούται να εισπράξει. Αντίθετα όμως και λαμβάνοντας υπόψη ότι το δάνειο των Λ.Κ.39.000. έγινε την 3.2.00 και ότι ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.01 η κατάσταση από απόψεως υπολογισμού των τόκων αλλάζει άρδην, γεγονός που δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψη από το λογιστή. Και ο λογιστής στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως του ρητώς αναφέρεται στην προγενέστερη Νομοθεσία. Και αν βέβαια για το τεκμήριο 8 ήταν σε ισχύ ο Νόμος του 1977, για το επίδικο ενυπόθηκο γραμμάτιο η κατάσταση πραγμάτων ως λέχθηκε είναι διαφορετική. Από αυτή την άποψη κάθε υπολογισμός επί του τεκμηρίου 9 καθίσταται εσφαλμένος κατά το μέρος που αφορά τους τόκους, και ως εκ τούτου εντελώς ανασφαλής και αβέβαιος. Επιπλέον θα πρέπει να λεχθεί πως σύμφωνα με τα επισυνημμένα στην ένσταση τεκμήρια ο Ιωάννου είχε δύο ασφαλιστικά συμβόλαια ζωής και πυρός, των οποίων τα ασφάλιστρα κατέβαλλε η Σ.Π.Ε (δες τεκμ.1 της ένστασης) τα οποία ο λογιστής τα εκλαμβάνει ως υπερχρεώσεις τόκων. Τέλος ο Χριστοδούλου που ορκίστηκε για λογαριασμό της Σ.Π.Ε στη παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρεται και σε έξοδα πώλησης του ακινήτου τα οποία και πάλι δεν φαίνεται να λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν καταγράφονται πουθενά. Ότι υπάρχει στη λογιστική ανάλυση είναι διάφορα ποσά εξόδων χωρίς καμιά άλλη διευκρίνιση ή και επεξήγηση. Οι λόγοι αυτοί από μόνοι τους καθιστούν κάθε απόπειρα ανίχνευσης των λογαριασμών επισφαλή και εκ των πραγμάτων η ανάλυση του λογαριασμού τεκμήριο 9 κρίνεται εσφαλμένη και οι υπολογισμοί αναπόδεικτοι. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος της αιτήτριας και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.