← Κύπρος

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. Κωνσταντίνου Μελετίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3108/2005, 5 Φεβρουαρίου, 2009

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. Κωνσταντίνου Μελετίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3108/2005, 5 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3108/2005 Μεταξύ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. Κωνσταντίνου Μελετίου
  2. Ανδρέα Μελετίου Εναγομένων (ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερ. 7.11.2006) --------------------- Αίτηση ημερ. 29.9.2009 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2009 Για ενάγουσα-αιτήτρια: κ. Π. Μακρίδης Για εναγομένους 1 και 2- καθ' ων η αίτηση: κ. Παπαλοϊζου για κ. Σ. Φλουρέντζο ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η ενάγουσα επιζητεί διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησής της. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγομένων. Συνοπτικά αναφέρω ότι η Αγωγή αφορά απαίτηση για Λ.Κ. 12.045 πλέον τόκο, ποσό οφειλόμενο από τον εναγόμενο 1 και τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή του, δυνάμει γραπτών συμφωνιών 7.5.1999 και 14.5.1999, βάσει των οποίων η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία διόρισε τον εναγόμενο 1 αντιπρόσωπό της στη Λεμεσό και του παρέσχε χρηματοδότηση ή δανειοδότηση κατά την περίοδο 14.5.1999-19.4.2004 συνολικού ποσού εκ Λ.Κ. 12.
  3. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε στις 12.12.2006 και Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 18.6.
  4. Η υπό κρίση Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης καταχωρίστηκε στις 29.9.
  5. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ. 1,2, Δ.48 θ. 1,2

(1), 2
(2)και
(9)και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι αιτητές επιδιώκουν την τροποποίηση της Έκθεση Απαίτησης, ως ακολούθως: «
  1. Με την εισαγωγή ως νέας παραγράφου 4 την ακόλουθη: «Περαιτέρω η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 υπέγραψαν κατά ή περί την 2/11/1999 στην Λευκωσία συμφωνία με τίτλον «Συμφωνία Διορισμού Αντιπροσώπου» δυνάμει της οποίας η ενάγουσα διόρισε τον εναγόμενο 1 ως Αντιπρόσωπό της στην Λεμεσό, με την έγγραφη προσωπική εγγύηση του εναγομένου 2 ο οποίος προσωπικά, αλληλεγγύως και κεχωρισμένα εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα για την πιστή τήρηση της εν λόγω σύμβασης από τον εναγόμενο 1 και των οικονομικών υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 που θα προέκυπταν από την σύμβαση αυτή. Η ενάγουσα επιφυλάσσεται κατά την Δικάσιμο να αναφερθεί λεπτομερώς τόσο στους όρους, ερμηνεία, ισχύ και νομικό αποτέλεσμα της εν λόγω συμφωνίας όσο και περιεχόμενο της έγγραφης προσωπικής εγγύησης του εναγομένου 2.»
  2. Την τροποποίηση της πρώτης υποπαραγράφου της παραγράφου 4 με την διαγραφή της φράσης «της «Συμφωνίας Χρηματοδότησης» ημερ. 14/5/1999» και αντικατάστασης της με τη φράση «των μεταξύ των μερών συμφωνιών».
  3. Την τροποποίηση της δεύτερης υποπαραγράφου της παραγράφου 4 με την διαγραφή της φράσης «Η «Συμφωνία Χρηματοδότησης» ημερ. 14/5/1999 περιελάμβανε» και αντικατάστασης της με την φράση «Οι μεταξύ των μερών συμφωνίες περιελάμβαναν».
  4. Την τροποποίηση της παραγράφου 5 με την διαγραφή της φράσης «της ανωτέρω αναφερόμενης «Συμφωνίας Χρηματοδότησης» και αντικατάστασης της με τη φράση «των ανωτέρω αναφερομένων συμφωνιών».
  5. Την αλλαγή της αρίθμησης των προηγούμενων παραγράφων 4, 5, 6 και 7 σε 5, 6, 7 και 8 αντίστοιχα. » Η Αίτηση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του κ. Χρύσανθου Χρυσάνθου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι διορίστηκαν δικηγόροι σε αντικατάσταση της αρχικής δικηγόρου της ενάγουσας, στις 22.9.2008.. Έκτοτε η υπόθεση ορίστηκε δύο φορές για οδηγίες και τρεις φορές για ακρόαση χωρίς να ξεκινήσει η εκδίκασή της, και κατά την προετοιμασία για την ακρόαση ημερ. 25.9.2009, εξετάζοντας αναλυτικά τα επίδικα γεγονότα, διαπίστωσαν ότι δεν παρουσιάζονται στην Έκθεση Απαίτησης όλα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι ουσιώδη για την εκδίκαση της υπόθεσης και τα οποία αφορούν τη σχέση της ενάγουσας με τους εναγομένους. Είναι η θέση του κ. Χρυσάνθου ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα προσδώσει μια πιο ξεκάθαρη και ακριβή εικόνα ως προς τα γεγονότα και τη δυνατότητα για ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης. Αναφέρει επιπλέον ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επιφέρει καμία ζημιά στους εναγομένους η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με τα έξοδα της διαδικασίας, ενώ τυχόν απόρριψη θα στερήσει την ενάγουσα από την ορθή παρουσίαση της υπόθεσής της. Η Αίτηση συνάντησε την αντίθεση των καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι στις 20.11.2009 καταχώρισαν Ένσταση. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, οι ακόλουθοι:
(1)Η Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και έγκρισή της θα προκαλέσει περισσότερη καθυστέρηση με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το Συνταγματικό δικαίωμα των εναγομένων για δίκαιη δίκη, αφού δεν θα διαγνωστούν τα δικαιώματά τους εντός ευλόγου χρόνου
(2)Η Αίτηση γίνεται για συμπερίληψη στην Έκθεση Απαίτησης καινούργιου αγώγιμου δικαιώματος, αφού αφορά επιπρόσθετη γραπτή συμφωνία που δεν δικογραφήθηκε από την αρχή
(3)Η Αίτηση είναι μονόπλευρη, αφού δεν προνοεί δικαίωμα στους εναγομένους για ανάλογη τροποποίηση της Υπεράσπισης και κατά συνέπεια θα θέσει τους εναγομένους σε δυσμενή θέση, κάτι που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων
(4)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικοί δικονομικοί θεσμοί για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις καθιερωμένες νομικές αρχές που διέπουν το θέμα
(5)Η ένορκη δήλωση του κ. Χρυσάνθου δεν μπορεί να υποστηρίξει την Αίτηση, αφού πρόκειται για δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση της ενάγουσας και είναι αντινομικό και ανεπίτρεπτο να δίδει μαρτυρία, παραβιάζοντας το ασυμβίβαστο της ιδιότητας μάρτυρα και δικηγόρου. Η Ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, καθότι, όπως αναφέρεται, τα γεγονότα που την υποστηρίζουν εμφαίνονται στον φάκελο της δικογραφίας. Σημειώνεται ότι μετά την καταχώριση της Ένστασης, υποβλήθηκε Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου εκ μέρους των εναγομένων. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.» Σχετικό είναι και το White Book (του 1958, σελ. 624 κ.ε.) αναφορικά με τους παλαιούς αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που αντιστοιχούν με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Δηλαδή είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Μελετώντας την υπό κρίση Αίτηση, σημειώνω ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα. Αντίθετα, αφορούν τη συνεργασία μεταξύ των μερών, στη βάση ισχυριζόμενων γραπτών συμφωνιών διορισμού του εναγομένου 1 ως αντιπροσώπου της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας στη Λεμεσό, τη εγγυήσει του εναγομένου 2. Αυτό που επιχειρείται να προστεθεί είναι ισχυρισμός περί ύπαρξης τρίτης συμφωνίας, πάντοτε σε σχέση με το ίδιο αντικείμενο, τα ίδια επίδικα θέματα και τα ίδια χρονικά πλαίσια συνεργασίας. Η αγωγή παραμένει στα ίδια πλαίσια και δεν υπάρχει ριζική αλλοίωση των θέσεων της ενάγουσας σε βαθμό που να μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για ολωσδιόλου νέα βάση αγωγής παντελώς χωριστή από την υφιστάμενη. Οι τροποποιήσεις που επιζητούνται αφορούν γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για τη διατύπωση των θέσεων της ενάγουσας και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιόν του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να προστεθούν (και ειδικότερα η ύπαρξη ισχυριζόμενης τρίτης συμφωνίας) είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την αιτία αγωγής, αφορούν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων που προέκυψαν από τη μεταξύ τους συνεργασία και είναι επιθυμητό όπως οι διαφορές αυτές μεταξύ των διαδίκων, που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, επιλυθούν στην ίδια διαδικασία. Είναι δηλαδή περίπτωση στην οποία η άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ένστασης αρ.
(2)δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Περαιτέρω, θεωρώ ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους εναγομένους από τη σκοπούμενη τροποποίηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης αρ.
(3), ότι στην Αίτηση δεν προνοείται δικαίωμα ανάλογης τροποποίησης της Υπεράσπισης των εναγομένων, με αποτέλεσμα να τίθενται σε δυσμενή θέση, κάτι που δεν μπορεί να αποζημιωθεί, τονίζω ότι στην περίπτωση έγκρισης της Αίτησης βεβαίως και θα δοθούν σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο για την καταχώριση τροποποιημένης Υπεράσπισης. Κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους εναγομένους να προβάλουν τις δικές τους θέσεις και τα δικά τους επιχειρήματα σε σχέση με τη νέα παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης που η ενάγουσα επιζητεί να προσθέσει. Δεν τίθεται θέμα άρνησης από το Δικαστήριο αυτού του δικαιώματος των εναγομένων και δεν είναι απαραίτητο όπως συμπεριλαμβάνεται στην ίδια την Αίτηση τροποποίησης. Αυτό που έχει προβληματίσει κάπως το Δικαστήριο είναι το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης. Η αιτιολόγηση που δόθηκε από τον κ. Χρυσάνθου είναι ότι ανέλαβαν την υπόθεση 22.9.2008 από την προηγούμενη δικηγόρο της ενάγουσας, και μόνο κατά την προετοιμασία για την ακρόαση στις 25.9.2009 και με την αναλυτική εξέταση των γεγονότων εντόπισαν ότι δεν είχαν συμπεριληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης όλα τα πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τη σχέση των διαδίκων. Είναι γεγονός ότι όλα τα σχετικά γεγονότα και ειδικότερα η ισχυριζόμενη συμφωνία που επιχειρείται να προστεθεί στην Έκθεση Απαίτησης πρέπει να ήταν εν γνώσει της ενάγουσας από την αρχή και συνεπώς θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στο αρχικό δικόγραφο. Εν τούτοις, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία ως έχει σκιαγραφηθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να απαγορευθεί στην ενάγουσα να προβάλει τις θέσεις της με ολοκληρωμένο τρόπο λόγω αυτού του αρχικού σφάλματος. Επιπλέον, τονίζω ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της Αγωγής και δεν έχει διαπιστωθεί κάποια κακοπιστία εκ μέρους της ενάγουσας, ενώ η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης έχει καταδειχθεί επαρκώς. Όπως αναφέρθηκε και στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 στη σελ. 432, «. δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. .» (βλ. επίσης Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω)). Ως εκ τούτου, χωρίς να παραγνωρίζω σε καμία περίπτωση το Συνταγματικό δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου (βλ. λόγο ένστασης αρ. 1), στο σύνολο των δεδομένων δεν υπάρχει τέτοια υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο αποφασιστικής σημασίας που να δικαιολογεί την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Συναφώς, σημειώνω τη γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Ως προς τον λόγο ένστασης αρ.
(5), οφείλω να επισημάνω ότι η πρακτική της υποστήριξης αιτήσεων με ένορκη δήλωση δικηγόρου αντί του ιδίου του αιτητή (ή εξουσιοδοτημένου διευθυντή/υπαλλήλου όταν πρόκειται για νομικό και όχι φυσικό πρόσωπο) έχει κατ' επανάληψη χαρακτηριστεί από τα Δικαστήρια ως ανεπιθύμητη, εν όψει του ασυμβίβαστου της παρουσίας ενός δικηγόρου και ως μάρτυρα σε υπόθεση πελάτη του. Εν τούτοις, δεν θεωρώ ότι αυτό από μόνο του μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο για απόρριψη της Αίτησης, εάν και εφόσον κρίνεται ότι η Αίτηση δικαιολογείται επί της ουσίας. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει (είναι ορισμένη για ακρόαση στις 31.5.2010) και οι εναγομένοι θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν σε όλα, και του γεγονότος ότι δεν διαπιστώνεται ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργείται αδικία που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στην ενάγουσα-αιτήτρια η ευκαιρία να παρουσιάσει την Απαίτησή της ορθά και ολοκληρωμένα. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους των εναγομένων. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 21 ημερών. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός περαιτέρω 14 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η Αίτηση-εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.