← Κύπρος

ELLINAS FINANCE LIMITED ν. ΣΟΦΙΑ ΜΑΤΣΗ, Αγωγή αριθ. 8634/02, 17.2.2009

ELLINAS FINANCE LIMITED ν. ΣΟΦΙΑ ΜΑΤΣΗ, Αγωγή αριθ. 8634/02, 17.2.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Αγωγή αριθ. 8634/02 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE LIMITED Εναγόντων και ΣΟΦΙΑ ΜΑΤΣΗ Εναγομένης ----------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.2.2009 Για ενάγοντες: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους Για εναγομένη: κ. Α. Παπαντωνίου, για να ακούσει απόφαση κα Α. Λοϊζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες είναι Εταιρεία-Χρηματοδοτικός Οργανισμός και παρέχει σε πελάτες δάνεια από δικά της κεφάλαια και πιστωτικές διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς όπως ενοικιαγορές, επενδυτικά σχέδια κλπ. Η ενάγουσα εταιρεία σύμφωνα με το Διευθυντή της κ. Αιμίλιο ΄Ελληνα δεν ασκεί τραπεζικές εργασίες κατά συνέπεια δεν εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα και δεν της αποστέλλονται οποιεσδήποτε εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας. Μεταξύ των εργασιών των εναγόντων είναι η παραχώρηση σε πελάτες πιστωτικών διευκολύνσεων για να χρησιμοποιηθούν μέσω ειδικών λογαριασμών για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Η εναγόμενη στις 29.10.99 υπέβαλε αίτηση (τεκμήριο 2) στους ενάγοντες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, ζητώντας να της παραχωρηθεί όριο ύψους Λ.Κ.30.000 με σκοπό να επενδύσει στο ΧΑΚ. Η αίτηση εγκρίθηκε και στις 4.11.99 οι διάδικοι υπέγραψαν «Συμφωνία Χρηματοδότησης Επενδυτικού Σχεδίου» στην οποία ενσωματώθηκε και πληρεξούσιο έγγραφο εξουσιοδότησης της χρηματιστηριακής εταιρείας Sharelink Securities Ltd (θυγατρική των εναγόντων) για την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ (Τεκμήριο 3) και της αντιπροσώπευσης της εναγομένης στη σχέση της με τους ενάγοντες. Ουσιαστικά ο χρηματιστής αναλάμβανε το χειρισμό του λογαριασμού της εναγομένης, δηλαδή να διενεργεί τις συναλλαγές (αγορές-πωλήσεις Αξιών) της εναγομένης στο ΧΑΚ, να ενημερώνει τους ενάγοντες για τις συναλλαγές που έγιναν και να προβαίνει σε πληρωμές προς και εισπράξεις από τους ενάγοντες για σκοπούς τελείωσης των συναλλαγών της εναγομένης στο ΧΑΚ. Με βάση τους όρους της συμφωνίας η εναγόμενη είχε υποχρέωση να προσφέρει στους ενάγοντες αρχικώς εξασφάλιση υπό μορφή είτε αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ είτε μετρητών είτε και των δύο. Στα πλαίσια αυτής της πρόνοιας η εναγόμενη προσέφερε την ίδια ημερομηνία 1750 μετοχές της Cyprus Popular Bank Ltd αξίας Λ.Κ.27.510 (ενεγράφησαν επ΄ ονόματι των εναγόντων λόγω καθυστέρησης στις συναλλαγές του ΧΑΚ τη συγκεκριμένη περίοδο στις 7.2.00) και 900 μετοχές της Libra Holidays Group Ltd αξίας Λ.Κ.5.067 (για τον ίδιο λόγο ενεγράφησαν επ΄ ονόματι των εναγόντων στις 14.02.00). Το τέλος Δεκεμβρίου του 1999, οι ενάγοντες μετετράπησαν σε Δημόσια Εταιρεία, οι διάδικοι μαζί με τον χρηματιστή και τη θυγατρική επίσης Ellinas Finance Custodian Ltd υπέγραψαν στις 5.1.00 νέα συμφωνία με νέο πληρεξούσιο προς τον χρηματιστή με σκοπό να εγγράφοντο οι μετοχές που αγοράζονταν για λογαριασμό της εναγομένης και οι αξίες που αποτελούσαν εξασφαλίσεις, επ΄ ονόματι της Ellinas Finance Custodian Ltd αντί της Δημόσιας Εταιρείας δηλαδή των εναγόντων (τεκμήριο 5). Στις 16.2.00 μεταξύ εναγόντων και εναγομένων συμφωνήθηκε γραπτώς όπως το όριο δανειοδότησης αυξηθεί από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.50.000 (τεκμήριο 6). Προς εξασφάλιση του νέου ορίου η εναγόμενη μεταβίβασε στις 22.2.00, 1800 μετοχές της Bank of Cyprus αξίας τότε Λ.Κ.17.

  1. Το χρηματιστήριο το 2000 (αρχής γενομένης από το τέλος του 1999) ουσιαστικά κατέρρευσε, οι αξίες των μετοχών εισηγμένων εταιρειών μειώθηκαν δραστικά, κατά συνέπεια και οι εξασφαλίσεις που παρείχε η εναγόμενη στους ενάγοντες δεν αρκούσαν για κάλυψη του χρέους του επενδυτικού λογαριασμού. Στις 20.09.00, 3.04.01, 7.10.01 και 25.1.02 οι ενάγοντες απέστειλαν στην εναγομένη επιστολές με τις οποίες επεσήμαναν το έλλειμμα που παρουσίαζε ο λογαριασμός της και την καλούσαν να ενεργήσει για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της (τεκμήρια 8-11). Παράλληλα σύμφωνα με το διευθυντή των εναγόντων κ. Αιμίλιο ΄Ελληνα αυτός επικοινώνησε τηλεφωνικώς προσωπικά με την εναγόμενη επτά φορές κατά τη διάρκεια του 2001 και είχε συνάντηση μαζί της στις 4.7.01 με σκοπό να συζητήσει και επιλύσει το θέμα. Η εναγόμενη αρχικά ανταποκρίθηκε στις οχλήσεις των εναγόντων και στις 23.11.00, 29.11.00, 6.12.00, 12.12.00, 9.1.01 και 24.1.01 μεταβίβασε επ΄ ονόματι της θυγατρικής των εναγόντων εταιρείας Ellinas Finance Custodian Ltd αριθμό αξιών εισηγμένων εταιρειών πλην όμως η αξία τους δεν αρκούσε για κάλυψη του οφειλόμενου χρέους. Στις 12.3.02 η εναγόμενη αφού ετέθηκε προς αυτήν επιστολή των εναγόντων προσυπέγραψε, επιβεβαιώνοντας προφορική συμφωνία της με τους ενάγοντες, αποδεχόμενη την οφειλή της και ότι θα κατέβαλλε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού της Λ.Κ.50 μηνιαίως με σκοπό τη μείωση του και την επαναφορά του σε επίπεδα που να καλύπτεται από τις εξασφαλίσεις που παρείχε η εναγόμενη (τεκμήριο 12). Υπήρξε παράλειψη της εναγομένης και στην καταβολή του ποσού αυτού μηνιαίως και οι ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 22.5.02 εκάλεσαν την εναγόμενη να συμμορφωθεί με τους όρους της Συμφωνίας αναφορικά με τις εξασφαλίσεις που έπρεπε να παρέχει στους ενάγοντες με προειδοποίηση ότι οι ενάγοντες θα ασκούσαν το δικαίωμα τους δυνάμει της συμφωνίας για την πώληση των αξιών της εναγομένης (τεκμήριο 13). Λόγω της μη ανταπόκρισης της εναγόμενης οι δικηγόροι των εναγόντων με επιστολή τους ημερομηνίας 26.06.02 τερμάτισαν τη Συμφωνία και απαίτησαν από την εναγόμενη την πληρωμή του οφειλόμενου τότε χρεωστικού υπολοίπου των Λ.Κ.56.718,17 (τεκμήριο 14). Ακολούθησε η παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε στις 5.8.
  2. Στο πλαίσιο της ένορκης κατάθεσης του ο κ. ΄Ελληνας κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 15) που δείχνει όλες τις πράξεις της εναγομένης και χρεωπιστώσεις που έγιναν και αφαιρουμένων κάποιων μικροχρεώσεων που αφαιρέθηκαν γιατί δεν προβλέποντο στην αρχική συμφωνία των διαδίκων παρουσιάζεται υπόλοιπο οφειλόμενο Λ.Κ.56.689,
  3. Στην αγωγή επίσης οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα πώλησης των αξιών της εναγόμενης που κατέχοντο από τη θυγατρική εταιρεία των εναγόντων Ellinas Finance Custodian Ltd ως εξασφαλίσεις και φαίνονται στο τεκμήριο
  4. Στην αντεξέταση του ο κ. ΄Ελληνας διευκρίνισε ότι οι ενάγοντες δεν έκαναν διαχείριση του λογαριασμού της εναγομένης απλά ο χρηματιστής ενεργούσε εντολές αγοραπωλησίας μετοχών και έκαμνε τις αντίστοιχες χρεωπιστώσεις του λογαριασμού ως διαλαμβάνετο στις συμφωνίες με τα πληρεξούσια έγγραφα τεκμήρια 3,5 και
  5. Εξήγησε επίσης ότι στις 20.9.00 που εστάλη η πρώτη επιστολή στην εναγόμενη οι εξασφαλίσεις θα έπρεπε να ήταν ποσό υπερδιπλάσιο του χρέους και ότι οι επαφές που είχε με την εναγόμενη το 2001 δεν έφεραν αποτέλεσμα όσον αφορά την παραχώρηση πρόσθετων εξασφαλίσεων. Τέλος ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο όρος 5 της αίτησης της εναγομένης, δηλαδή του τεκμηρίου 2 (αίτηση για παραχώρηση επενδυτικού δανείου) δεν αποτελεί όρο της συμφωνίας των μερών αλλά ενδεικτικό όρο της συμφωνίας που θα επιτυγχάνετο μετά την αποδοχή της αίτησης. Ο όρος 5 του τεκμηρίου 2 διαλαμβάνει: «
  6. Η Εταιρεία κατά τη διάρκεια συμμετοχής του πελάτη στο σχέδιο θα δέχεται τις οδηγίες του χρηματιστή διά την προσθήκη και/ή αφαίρεση, αγορά και/ή πώληση αξιών που κρατεί η Εταιρεία σαν εξασφάλιση της νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα γίνονται μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του σχεδίου και νοουμένου επίσης ότι η εξασφάλιση της Εταιρείας θα παραμένει στα συμφωνηθέντα όρια.» Eνώ η συμφωνία σύμφωνα με το μάρτυρα κ. Αιμίλιο ΄Ελληνα, τεκμήριο 3 σελίς 6 παράγραφος 12 διαλαμβάνει ότι η εναγόμενη θα μπορούσε να δίδει εντολές στο χρηματιστή να πωλήσει μετοχές, από το Φεβρουάριο του 2001 η εναγόμενη δεν μπορούσε να κάμει αγορές όχι γιατί της το απαγόρευε οιοσδήποτε ή τις έκλεισαν ή παγοποίησαν το λογαριασμό αλλά γιατί δεν είχε εξασφαλίσεις. Δέκτηκε ο μάρτυρας ότι είχαν δικαίωμα, (όχι υποχρέωση) πώλησης μετοχών αλλά διερωτήθηκε γιατί η ίδια η εναγόμενη δεν έδωσε εντολή για να πωλήσει. Υποστήριξε δε ότι την περίοδο εκείνη κανένας επενδυτής δεν δεχόταν να πωλήσει τις μετοχές του με την προσδοκία της ανάκαμψης του χρηματιστηρίου. Αρνήθηκε ότι δεν επώλησαν τις μετοχές με σκοπό μόνο να χρεώνουν την εναγόμενη τόκους. Η εναγόμενη Σοφία Μάτση στη δική της μαρτυρία αναφέρει ότι της έγιναν παραστάσεις που τις δημιούργησαν την εικόνα ότι το επενδυτικό σχέδιο του "ΕΛΛΗΝΑ" θα είχε σίγουρα επιτυχία με σίγουρα κέρδη και ότι προοριζόταν για επιλεγμένους πελάτες μόνο, παρά το γεγονός ότι αργότερα έμαθε ότι αναλυτές των Χρηματιστών (Sharelink Securities Ltd) κατά τον ουσιώδη χρόνο μιλούσαν και έγραφαν για φούσκα που θα ξεφούσκωνε ξαφνικά. Από πλευράς εναγομένης είναι παραδεχτές οι δύο συμφωνίες τεκμήρια 3 και 5 και επίσης και τα πληρεξούσια έγγραφα που τις συνοδεύουν. Δέχεται επίσης ότι παρά το γεγονός ότι στη νέα συμφωνία τα έξοδα ήταν αυξημένα εντούτοις τόσο η ίδια όσο και άλλοι πελάτες των εναγόντων επειδή οι αυξήσεις συνοδεύονταν με υποσχέσεις για κέρδη, δέχτηκαν χωρίς να παραπονεθούν. Το παράπονο της εναγομένης όπως η ίδια το εξειδίκευσε στην ένορκη μαρτυρία της, ήταν ότι όπως η ίδια αντελήφθηκε τον όρο 5 του τεκμηρίου 2 (Αίτηση για παραχώρηση επενδυτικού δανείου), ήταν ότι όταν η εξασφάλιση των εναγόντων δεν παρέμενε στα συμφωνηθέντα όρια τότε μόνο οι ενάγοντες θα μπορούσαν να πωλήσουν τις δεσμευμένες μετοχές της για να εξοφλήσει το δημιουργηθέν χρέος με απώτερο σκοπό η ίδια να μην υποστεί ζημιά. Η εναγόμενη «αρνήθηκε ότι ελάμβανε πινακίδια συναλλαγής» (Contract Notes - Τεκμήριο 4) αφού κανένας δεν της έστειλε ούτε οι ενάγοντες ούτε ο χρηματιστής. Μόλις έλαβε την πρώτη επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 20.9.00 (τεκμήριο 8) επικοινώνησε με την κα Αύρα Πετρίδου (κόρη του κ. Αιμίλιου ΄Ελληνα) εκπρόσωπο των εναγόντων (όπως την αποκαλεί) και υποσχέθηκε να πάρει περαιτέρω εξασφαλίσεις, πράγμα που έπραξε, γιατί τόσο η Αύρα Πετρίδου όσο και ο χρηματιστής την καθησύχασαν ότι το Σχέδιο «θα συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά και να μην ανησυχεί» Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές, ο λογαριασμός συνέχισε κανονικά τη λειτουργία του με αγοραπωλησία μετοχών ενώ η εναγόμενη μεταβίβασε σταδιακά όλες τις μετοχές της στη θυγατρική των εναγόντων Ellinas Finance Custodian Ltd και ανάφερε στην Αύρα Πετρίδου ότι δεν είχε πλέον άλλες εξασφαλίσεις να διαθέσει. Στα μέσα Φεβρουαρίου 2001 οι ενάγοντες «παγοποίησαν» τον λογαριασμό της και δεν μπορούσε να δώσει οποιαδήποτε εντολή. Πράγματι, η εναγόμενη δεν έδωσε οποιαδήποτε εντολή για αγορά ή πώληση μετοχών λόγω ανατροπής του Περιθωρίου Ασφάλειας σύμφωνα με τη δική της εκδοχή στη δική της μαρτυρία αφού την εμπόδιζε ο 5ος όρος λειτουργίας του σχεδίου κάτι που ανέφερε - χωρίς μάλιστα να αμφισβητηθεί - στην επιστολή της ημερομηνίας 12.3.2002 (τεκμήριο 12) η οποία ειρρήσθω εν παρόδω να λεχθεί ότι δεν αποτελεί συμφωνία των διαδίκων σύμφωνα με την εναγόμενη γιατί οι ενάγοντες ουδέποτε αποδέκτηκαν τους δικούς της όρους. Το τεκμήριο 12 υπογράφεται από την εναγόμενη η οποία όμως επρόσθεσε ένα όρο ο οποίος βεβαίως δεν ήταν μέρος της συμφωνίας και δεν ήταν αποδεκτός από τους ενάγοντες. Ανεξάρτητα απ΄ αυτό θεωρώ ότι η συμφωνία ημερομηνίας 12.3.02 ήταν δεσμευτική για τους διαδίκους, την παραβίασε η εναγόμενη και απ΄ αυτήν καταδεικνύεται σαφώς η βούληση της εναγομένης για μη πώληση των μετοχών της και συνέχιση λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου. Η ίδια η εναγομένη δήλωσε ξανά και κατηγορηματικά στην Αύρα Πετρίδου ότι δηλαδή δεν είχε άλλες εξασφαλίσεις και ότι έπρεπε να «λειτουργήσουν» το σχέδιο ώστε να μην υποστεί ζημιά και να πωλήσουν μετοχές του χρηματιστηρίου σύμφωνα με το σχέδιο και την εξουσία που τους έδωσε. Δυστυχώς οι ενάγοντες δεν έκαναν απολύτως τίποτε, απλά συνέχισαν να την χρεώνουν τόκους και έξοδα και να την πιέζουν να φέρει και άλλες εξασφαλίσεις. Είναι η θέση της εναγομένης ότι από τη στιγμή που υπήρξε ανατροπή του περιθωρίου ασφάλειας το δικαίωμα που επικαλούνται οι ενάγοντες για πώληση μετοχών μετατράπηκε σε υποχρέωση αφού οι ενάγοντες θα έχαναν πλέον δική τους περιουσία. Κατά συνέπεια οι ενάγοντες είναι από αποκλειστικά δικής τους επιλογή που δεν πώλησαν τις υπό εξασφάλιση μετοχές στο χρόνο που έπρεπε και οι ίδιοι είναι αποκλειστικά υπαίτιοι για την ύπαρξη του χρέους, ενόψει μάλιστα και της ρητής δήλωσης της στην Αύρα Πετρίδου ότι δεν είχε άλλες εξασφαλίσεις για το σχέδιο αυτό. Η Αύρα Πετρίδου ήταν το μόνο πρόσωπο με το οποίο συνεργάστηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στο πρόσωπο της έβλεπε και τους ενάγοντες (πατέρας της ο κ. Αιμίλιος ΄Ελληνας) και τον χρηματιστή (που ήταν ο αδελφός της Χριστόδουλος ΄Ελληνας). Ο ΄Ομιλος των εταιρειών αυτών ανήκει στην ίδια οικογένεια. Τον Αιμίλιο ΄Ελληνα είδε μόνο 1 ή 2 φορές και αυτό μετά την «παγοποίηση» του λογαριασμού της. Ουδέποτε έλαβε καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 19) πινακίδια συναλλαγών (Contract Notes - Τεκμήριο 4). Ισχυρίστηκε ότι αυτά είναι ψεύτικα και πλαστά γιατί πάνω δεξιά αναφέρει μια εταιρεία Sharelink Securities and Financial Services Ltd την οποία η ίδια δεν γνωρίζει και σύμφωνα με το τεκμήριο 27, αυτό το όνομα καταχωρήθηκε στις 27.6.
  7. Επιπλέον τα Contract Notes τεκμήριο 4 δεν ταυτίζονται με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 15 που ετοίμασαν οι ενάγοντες. Τέλος, η εναγόμενη επικαλείται την ετήσια έκθεση των εναγόντων για το έτος 2000 (τεκμήριο 24) και την πρόσκληση για εγγραφή των εναγόντων (Prospectus - τεκμήριο 23) για να επικαλεστεί ότι οι ενάγοντες εμείωναν τον πιστωτικό κίνδυνο με τις εξασφαλίσεις των πελατών που χρηματοδοτούσαν και κατά συνέπεια δεν έπρεπε να αφήσουν τις μετοχές τους που αποτελούσαν τις εξασφαλίσεις τους να φθαρούν αλλά να τις πωλήσουν και να εξοφλήσουν το ισχυριζόμενο χρέος. Επίσης στην πρόσκληση για εγγραφή (Prospectus - τεκμήριο 23) οι ενάγοντες αναφέρουν ότι δεν διατρέχουν κίνδυνο μη είσπραξης εισοδήματος νοουμένου ότι σ΄ αυτούς έχει παραχωρηθεί «δικαίωμα πώλησης» των μετοχών που οι πελάτες τους έχουν παραχωρήσει για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Κατά την εναγόμενη κατά συνέπεια οι ενάγοντες είχαν ρητή συμβατική υποχρέωση να πωλήσουν τις δικές της μετοχές (μετά την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας) ούτως ώστε να μην δημιουργηθεί ούτε σ΄ αυτούς ούτε στην εναγόμενη οποιαδήποτε ζημιά. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε. Υπό μορφή ανταπαίτησης ζητά το ποσό των Λ.Κ.50.418 που αντιπροσωπεύει την αξία των μετοχών που κατέθεσε αρχικά προς όφελος των εναγόντων και επιπλέον τις πρόσθετες εξασφαλίσεις της αξίας Λ.Κ.10.000 πλέον τόκους προς 9% προς αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη από τους ενάγοντες. Κατά την αντεξέταση της επανέλαβε ουσιαστικά αυτά που αναφέρονται στην κυρίως εξέταση της, ανέφερε επίσης ότι δεν της στέρησαν ρητά το δικαίωμα να πωλήσει αλλά τους έγραψε και «δεν της είπαν ότι δικαιούται να πωλήσει». Δεν υπόγραψαν αυτά που έγραψε η ίδια (τεκμήριο 12) αλλά ο λογαριασμός ήταν «παγοποιημένος» και δεν την άφηναν να κάνει πράξεις. ΄Όταν ρωτήθηκε εάν εζήτησε από τον χρηματιστή να πωλήσει μετοχές απάντησε «φαντάζομαι θα το έκαμα» για να προσθέσει «πέρασαν έξι χρόνια δεν θυμάμαι να εζήτησα από τον χρηματιστή να πωλήσω και δεν με άφησε». ΄Όταν της υπεδείχθη ότι ο λογαριασμός της δεν «παγοποιήθηκε» όπως η ίδια ισχυρίζεται το Φεβρουάριο του 2001, αφού από το τεκμήριο 15 φαίνεται ότι πωλήθηκαν μετοχές στις 15.3.01, 1.6.01 και 22.10.01 και με την αξία τους πιστώθηκε ο λογαριασμός της απάντησε ότι για την ίδια επειδή δεν της είχαν εμπιστοσύνη ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος, πράξεις έκαμνε μόνο ο χρηματιστής που ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της διότι αυτός μπορούσε να κάμνει πράξεις από μόνος του ενώ στην ίδια δεν επιτρέπετο να δώσει εντολή. Αγνοούσε γιατί δεν πήρε τις καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 15, 19 και 20 και τα Contract Notes τεκμήριο 4 παρά το γεγονός ότι πήρε τις επιστολές τεκμήρια 7,8 και 9-
  8. Αυτή εν ολίγοις είναι η μαρτυρία. Για ένα απλό επενδυτικό λογαριασμό δεν έμεινε πιθανή ή απίθανη υπεράσπιση που δεν προβλήθηκε σχετική ή άσχετη με τα επίδικα θέματα. Θεωρώ εντελώς αχρείαστο να ασχοληθώ με υπερασπίσεις του τύπου «με ξεγέλασαν», «με εξαπάτησαν», «με καταδολίευσαν», «μου έδωσαν ψεύτικες υποσχέσεις». Τελικά, είναι πολύ δύσκολο για ένα οποιοδήποτε μορφωμένο άνθρωπο να επικαλείται αδυναμία αντίληψης πραγμάτων και να μπορεί να την αποδεικνύει στο δικαστήριο ή ακόμα καλύτερα ότι κάποιοι άνθρωποι είναι πιο έξυπνοι, πιο ικανοί ή πιο επιτήδειοι σε βαθμό που να εκμεταλλεύονται τη δική του αδυναμία αντίληψης των πραγμάτων. Ο κ. Παπαντωνίου για σκοπούς υπεράσπισης εγείρει σωρεία υπερασπίσεων επικαλούμενος ότι η υπόθεση αυτή είναι πολύπλοκη. Ισχυρίζεται στην πολυσέλιδη αγόρευση του η οποία συνοδεύεται από δύο box files νομολογίας, ότι οι ενάγοντες ασκούσαν παράνομα τραπεζικές εργασίες και συνεπώς η επίδικη συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη και παράνομη. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο μοναδικός μάρτυρας των εναγόντων κ. Αιμίλιος ΄Ελληνας είναι ένας «μη προσοντούχος ηλικιωμένος μάρτυρας» χωρίς ακαδημαϊκά προσόντα και με περιορισμένες γνώσεις όσον αφορά το επενδυτικό σχέδιο που διέθεσε στην εναγομένη και ότι οι τρεις αντισυμβαλλόμενες της εναγόμενης εταιρείες στο τεκμήριο 5 ανήκαν ουσιαστικά στον ίδιο ΄Ομιλο αφού διευθυντές των εναγόντων ήσαν ο Αιμίλιος ΄Ελληνας και ο γαμβρός του Δημήτρης Πετρίδης, διευθυντής της Ellinas Finance Custodian Ltd, ήταν η θυγατέρα του Αιμίλιου ΄Ελληνα Αύρα Πετρίδου σύζυγος του Δημήτρη Πετρίδη και διευθυντής των χρηματιστών ShareLink Securities Ltd ήταν ο Χριστόδουλος ΄Ελληνας, γιος του Αιμίλιου ΄Ελληνα και αδελφός της Αύρας Πετρίδου. Ο κ. Παπαντωνίου στάθηκε πολύ στον 5ο όρο της αίτησης για την παραχώρηση του επενδυτικού δανείου που φαίνεται στην πίσω σελίδα του τεκμηρίου 2 και τον οποίο έχω παραθέσει πιο πάνω, κατά την καταγραφή της μαρτυρίας εναγόντων και εναγομένης. Η θέση του ήταν ότι με βάση τον όρο 5 (ανωτέρω), του τεκμηρίου 2, «όρο λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου» όπως τον αποκαλεί, η εφαρμογή του καθιστά το σχέδιο εγγυημένο με την έννοια ότι από τη στιγμή που οι εξασφαλίσεις εμειώνοντο για κάλυψη του ορίου, οι ενάγοντες θα πωλούσαν τις δεσμευμένες εξασφαλίσεις ώστε σε καμιά περίπτωση να μην εδημιουργείτο ζημιά στο λογαριασμό, και ότι καμιά απολύτως πράξη δεν μπορούσε να γίνει αν ο λογαριασμός ήταν εκτός των συμφωνηθέντων ορίων. Κατά συνέπεια, σύμφωνα πάντα με τον κ. Παπαντωνίου, οι ενάγοντες υπό το πέπλο του εταιρικού μανδύα παρουσίασαν στην εναγόμενη ένα σχέδιο της «οικογένειας ΄Ελληνα» στην οποία είπαν ότι θα συμμετείχαν μόνο επιλεγμένοι πελάτες ενώ οι ενάγοντες ήσαν άπειροι από επενδυτικά σχέδια αφού ασχολούντο με ασφάλειες, εμπόριο και ενοικιαγορές και την έπεισαν να υπογράψει αφού την διαβεβαίωσαν ότι θα προέκυπτε κέρδος ή εν πάση περιπτώσει σε καμιά περίπτωση δεν θα υφίστατο ζημιά. Πάλι σύμφωνα με τον κ. Παπαντωνίου η οικογένεια ΄Ελληνα δημιούργησε το επενδυτικό σχέδιο και η ίδια επέβαλε τους όρους στην εναγομένη-αναπροσαρμόζοντας τους μάλιστα κατά βούληση μονομερώς, η ίδια οικογένεια μέσω της Ellinas Finance Custodian Ltd είχε στα χέρια της τις μετοχές της εναγομένης που δεσμεύθηκαν για πλήρη κάλυψη του λογαριασμού της, η ίδια διαχειρίζετο το λογαριασμό της εναγομένης, είχε το δικαίωμα να πωλήσει μετοχές σε περίπτωση ανατροπής του ορίου εξασφάλισης, που η ίδια το καθόριζε και επέλεξε να μην κάνει χρήση του δικαιώματος της αυτού, επί ζημία της και επί ζημία της εναγομένης ενώ αντίθετα, η εναγόμενη σύμφωνα με τον όρο 5 του τεκμηρίου 2 δεν είχε το δικαίωμα να αγοράσει ή να πωλήσει μετοχές μετά την ανατροπή του περιθωρίου εξασφάλισης το οποίο καθόριζαν οι ενάγοντες. Κατά τον κ. Παπαντωνίου, οι ενάγοντες φέρουν αποκλειστικά την ευθύνη για τη ζημιά της γιατί αυτή καθόριζαν το ποσοστό εξασφάλισης στο τεκμήριο 5 όρος 2(ε) σε ποσό ίσο προς το περιθώριο ασφαλείας ενώ ο κ. ΄Ελληνας το καθόριζε στο διπλάσιο του περιθωρίου ασφαλείας στη μαρτυρία του με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση πότε υπήρξε ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας. Με βάση τους όρους της συμφωνίας ή με βάση τη μαρτυρία του κ. ΄Ελληνα; Ο κ. Παπαντωνίου προχωρεί να πει ότι ήταν υποχρέωση των εναγόντων οι οποίοι θα έπρεπε να παρακολουθούν το λογαριασμό να μεριμνούν για τη διατήρηση του περιθωρίου ασφαλείας και σε περίπτωση ανατροπής να πωλούν το χαρτοφυλάκιο της εναγομένης για να μην υποστεί αυτή ζημιές. Οι ενάγοντες παραβίασαν αυτή τη συμφωνία αφού ήσαν οι μόνοι που θα μπορούσαν να πωλήσουν τις μετοχές της εναγομένης με αποτέλεσμα να αφήσουν τις επενδύσεις της εναγομένης να φθαρούν σε τέτοιο σημείο πριν οι ίδιοι τις πωλήσουν σε εξευτελιστικές τιμές απαιτώντας μάλιστα και τα χρήματα που σπαταλήθηκαν για την αγορά τους. Ουσιαστικά ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι σύμφωνα με τον 5ο όρο «λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου» του τεκμηρίου 2 ότι μετά την ανατροπή της καθορισθείσας αναλογίας εξασφάλισης, μόνο οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα πώλησης των μετοχών, δηλαδή σύμφωνα με τον κ. Παπαντωνίου, το δικαίωμα των εναγόντων μετατράπηκε σε υποχρέωση τους για να μην δημιουργηθεί οποιαδήποτε ζημιά στην εναγομένη και είναι αυτή την υποχρέωση που οι ενάγοντες παρέβησαν. Αμφισβήτησε την εγκυρότητα των Contract Notes τεκμήριο 4, και ισχυρίστηκε ότι αυτά δεν συνάδουν με τις εγγραφές στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
  9. Η εναγομένη ουδέποτε έλαβε Contract Notes και κατά συνέπεια οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν χαλκευμένα έγγραφα και ανυπόγραφα ή φωτοτυπίες για να αποδείξουν την απαίτηση τους. Περαιτέρω, ο κ. Παπαντωνίου ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να παρουσιάσουν στο δικαστήριο παρά το ότι δέχεται ότι η εναγομένη έδωσε εντολές, οποιαδήποτε εντολή της για τη διενέργεια οποιασδήποτε χρηματιστηριακής πράξης. Τέλος, ο κ. Παπαντωνίου ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ενεθάρρυναν και/ή εξώθησαν και ή επηρέασαν την εναγομένη να συμμετάσχει στο επίδικο παράνομο επενδυτικό σχέδιο τους, δέσμευσαν μετοχές της με τη μορφή παρακαταθήκης και κατά συνέπεια ως θεματοφύλακες αξιών παρέβησαν υποχρεώσεις τους όσον αφορά την επιμέλεια την οποία θα κατέβαλλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης, υπό παρόμοιες περιστάσεις για τα δικά του αγαθά (άρθρο 109 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149). Οι ενάγοντες παρέλειψαν να παράσχουν εύλογες διευκολύνσεις στην εναγομένη, ήτοι να εξασκήσουν το δικαίωμα πώλησης των μετοχών της έγκαιρα, κατά την ανατροπή του περιθωρίου εξασφάλισης, για πλήρη εξόφληση του ισχυριζομένου χρέους, κατά παράβαση του άρθρου 67 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.149, ενώ είχαν την ικανότητα και τη δυνατότητα και όλα τα εις τη διάθεση τους μέσα για πλήρη εξόφληση του ισχυριζομένου χρέους κατά παράβαση του άρθρου 73

(3)του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.
  1. Η συμφωνία των μερών ήταν ετεροβαρής και περιείχε καταχρηστικές ρήτρες. Οι ενάγοντες παραβίασαν την υποχρέωση τους να εξασκήσουν το δικαίωμα τους για πώληση των μετοχών κατά την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας με βάση τη διεθνή πρακτική εφόσον δεν υπήρχε νομοθετική ρύθμιση στην Κύπρο για τα Margin Accounts. Οι ενάγοντες καταχράστηκαν και/ή οικειοποιήθηκαν την περιουσία της εναγομένης κατά παράβαση των άρθρων 37 και 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  2. Οι ενάγοντες ενήργησαν με επαγγελματική αμέλεια κατά παράβαση του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 όσον αφορά την παράλειψη τους να διασφαλίσουν την περιουσία της εναγομένης για την οποία ενεργούσαν ως θεματοφύλακες. Επίσης οι ενάγοντες επέδειξαν ολιγωρία (laches) με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία αφού τερμάτισαν το λογαριασμό δύο και πλέον χρόνια μετά την ανατροπή του συμφωνηθέντος περιθωρίου εξασφάλισης και ποσοστού κάλυψης. Εάν όντως οι ενάγοντες ήθελαν να μη συνεχίσει τη λειτουργία του ο λογαριασμός αλλά και να μην υπάρχει οποιαδήποτε ζημιά σ΄ αυτόν θα έπρεπε να ακολουθήσουν τις πρόνοιες της συμφωνίας και να τον τερματίσουν όταν αυτός βρισκόταν σε αντίθεση με τον όρο 2(ε) της συμφωνίας τεκμήριο
  3. Ο σκοπός και η λειτουργία του επίδικου επενδυτικού σχεδίου ήταν παράνομη λόγω του ότι δεν υπήρχε Κυπριακή νομοθεσία που να διέπει την αυστηρή λειτουργία τέτοιων επενδυτικών σχεδίων όπως το επίδικο και επιπλέον η σύναψη τους και η συνέχιση της λειτουργίας τους ήταν ενάντια στην ισχύουσα δημόσια πολιτική. Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική οι ενάγοντες θα έπρεπε να ήταν όχι μόνο πιο προσεκτικοί αλλά είχαν και την υποχρέωση άμεσης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της συμφωνίας. Οι ενάγοντες καταχράστηκαν τη σχέση εμπιστοσύνης που έπρεπε να υπάρχει και υπήρχε μεταξύ τους και της εναγομένης. Επιπλέον απέκρυψαν από την εναγομένη ουσιώδη γεγονότα και κατά συνέπεια την παραπλάνησαν όσον αφορά την έλλειψη Κυπριακής νομοθεσίας για την αυστηρή λειτουργία επενδυτικών λογαριασμών, τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι το ΧΑΚ ήταν παραφουσκωμένο και ότι συνεπεία αυτού ήταν αδύνατο και ή ανέφικτο κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγομένη να πραγματοποιήσει κέρδη και ότι η πτώση του ΧΑΚ θα ήταν συνεχής. Οι ενάγοντες πάντοτε σύμφωνα με τον κ. Παπαντωνίου αντιμετώπιζαν σύγκρουση συμφερόντων αφού και οι ίδιοι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν το δικό τους χαρτοφυλάκιο επενδύσεων και πωλούσαν από αυτό στο χρόνο που θα έπρεπε να πωλήσουν το χαρτοφυλάκιο της εναγομένης. Παράλληλα, στο πρόσωπο των εναγόντων βρισκόταν το πρόσωπο και του καταπιστευματοδόχου και του χρηματιστή. ΄Όλα αυτά τα προσωπεία συνενώνοντο στο προσωπείο των εναγόντων. Η εναγομένη στην παρούσα περίπτωση είχε την εύλογη εντύπωση και πεποίθηση την οποία της δημιούργησαν οι ενάγοντες ότι το υπόλοιπο του επενδυτικού δανείου θα εξοφλείτο με την πώληση των υπό εγγύηση μετοχών που κατατέθηκαν προς πλήρη κάλυψη του επενδυτικού λογαριασμού της. Οι ενάγοντες ενεργούσαν κατά συνέπεια ως εμπιστευματοδόχοι και κατά συνέπεια θα έπρεπε να διαφυλάξουν τα συμφέροντα της εναγομένης και της περιουσίας της. Οι ενάγοντες, τέλος, χειρίστηκαν τη συμφωνία με τρόπο που ισοδυναμεί με μονομερή τροποποίηση της συμφωνίας και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν οτιδήποτε από την εναγομένη με βάση αυτή. Η εναγομένη δεν έτυχε νομικής συμβουλής ούτε της εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι από τη συμμετοχή της στο επενδυτικό σχέδιο των εναγόντων. Προσπάθησα να παραθέσω τις πιο σημαντικές υπερασπίσεις που ο κ. Παπαντωνίου προβάλλει για την εναγόμενη μερικές από τις οποίες κατά την άποψη μου δεν έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση και τα επίδικα θέματα της όπως αυτά εξάγονται μέσα από τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου. Θα παραθέσω και τις θέσεις του κ. Παπαχαραλάμπους που μπορεί να είναι πιο περιεκτικές και συνοπτικές αλλά απαντούν τουλάχιστον τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, και τα οποία δεν είναι πολλά και πολύπλοκα όπως ήταν η θέση του κ. Παπαντωνίου. Σύμφωνα λοιπόν με τον κ. Παπαχαραλάμπους δεν αμφισβητούνται ούτε οι δύο συμφωνίες που επιτεύχθησαν με την εναγόμενη ούτε οι όροι τους ούτε βεβαίως και η «λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου» τα οποία δικογραφούνται και επεξηγήθηκαν με κάθε λεπτομέρεια από τον κ. Αιμίλιο ΄Ελληνα ο οποίος κατέθεσε επίσης προς επιβεβαίωση σωρεία τεκμηρίων. Επίσης ο κ. Παπαχαραλάμπους εισηγήθηκε στο δικαστήριο ότι η εναγομένη δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των χρεώσεων και πιστώσεων των εναγόντων που οδηγούν σε υπόλοιπο εκ Λ.Κ.56.689,30 (αφαιρουμένου Λ.Κ. 28,87 από το αρχικό οφειλόμενο υπόλοιπο που φαίνεται στο σώμα της έκθεσης απαίτησης, εξόδων τα οποία κακώς συμπεριελήφθησαν στην κατάσταση λογαριασμού). Παράλληλα, ο κ. Παπαχαραλάμπους επικαλούμενος την υπόθεση Ποινική ΄Εφεση Σταύρος Νεοφύτου ν. Σάββας Κυριακίδης (αρ.3)
(1999)2 ΑΑΔ 299, ισχυρίστηκε ότι καμιά συμφωνία η οποία υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο δεν είναι παράνομη. (Χρέωση τόκου πέραν του 9% πριν τη φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων το 2000). Το σχετικό απόσπασμα είναι το ακόλουθο: "Σύμβαση η οποία προβλέπει τόκο μεγαλύτερο από τον επιτρεπόμενο, δεν είναι παράνομη αλλά όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 5
(1)του Περί Τόκου Νόμου του 1997, Ν.2/77, ο τόκος που υπερβαίνει το επιτρεπόμενο δεν εισπράττεται μήτε χρεώνεται. Υπάρχει δε νομολογία επί του θέματος αυτού, με τελευταία την απόφαση Τράπεζα Κύπρου και άλλοι ν. Coudounaris Food Products και άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 641». ΄Οσον αφορά τις νομικές υπερασπίσεις που προβάλλει η εναγόμενη, με πρώτη την ακυρότητα της συμφωνίας γιατί ο σκοπός για τον οποίο συνήφθηκε είναι παράνομος και/ή αντίκειται στις διατάξεις του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν. 66
(1)/99 επειδή οι ενάγοντες αποδέχοντο καταθέσεις χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας, είναι ξεκάθαρο από την ερμηνεία του άρθρου 2 του Νόμου όσον αφορά τις τραπεζικές εργασίες ότι σ΄ αυτές δεν περιλαμβάνεται ο δανεισμός χρημάτων για τον οποίο δεν χρειάζεται άδεια από την Κεντρική Τράπεζα. Για να συνιστά ο δανεισμός χρημάτων «τραπεζική εργασία» θα πρέπει οι ενάγοντες να δάνειζαν χρήματα τα οποία θα αντλούσαν όχι από δικά τους κεφάλαια αλλά από κεφάλαια που εισέπραξαν από το κοινό με ανάληψη υποχρέωσης επιστροφής τους. Στην παρούσα περίπτωση θα συμφωνούσα με τη θέση του κ. Παπαχαραλάμπους ότι οι ενάγοντες δεν ασκούσαν τραπεζικές εργασίες εν τη εννοία του Νόμου αφού δάνειζαν χρήματα από ίδια κεφάλαια και όχι από κεφάλαια τα οποία αντλήθηκαν από το κοινό. Κατά συνέπεια οι ενάγοντες δεν εποπτεύοντο από την Κεντρική Τράπεζα. Στην υπόθεση ΄Ελληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Σόφη Γιάλλουρου
(2006)1 ΑΑΔ 120 αποφασίστηκε ότι οι όροι 2Γ και 2Ε της ίδιας με την παρούσα επίδικης συμφωνίας που προβλέπουν κατάθεση μετρητών και/ή μεταβίβαση μετοχών προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του παραχωρηθέντος δανείου δεν σημαίνουν με κανένα τρόπο ότι η ενάγουσα αποδεχόταν καταθέσεις εν τη εννοία του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση. «Από τους πιο πάνω όρους δεν προκύπτει, με κανένα τρόπο ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις εν τη έννοια του Νόμου. Και τούτο διότι σύμφωνα με τον ορισμό του όρου κατάθεση στο άρθρο 2, η ύπαρξη όρου αποπληρωμής του ποσού των χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση χαρακτηρισμού του ποσού ως κατάθεσης. Ούτε από τους όρους 2(Γ) και 2(E) της επίδικης συμφωνίας, αλλά ούτε και από τα Τεκμήρια 1 και 4, εξεταζόμενα στο σύνολο τους, προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση της εφεσείουσας για αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που θα εισπραττόταν εκ μέρους της από την εφεσίβλητη, είτε με τόκο, είτε χωρίς τόκο, είτε υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε σε τακτή προθεσμία. Στην περίπτωση που η εφεσείουσα θα είχε υποχρέωση να καταβάλει χρήματα στην εφεσίβλητη, η υποχρέωση αυτή δε θα είχε καμία σχέση με οποιαδήποτε κατάθεση την οποία είχε κάνει προηγουμένως η εφεσίβλητη ή με οποιαδήποτε υποχρέωση της εφεσείουσας για αποπληρωμή της. Η υποχρέωση της εφεσείουσας για καταβολή στην εφεσίβλητη του ισάξιου του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού της θα μπορούσε να προκύψει π.χ. στην περίπτωση που η εφεσίβλητη είχε επιλέξει να μεταβιβάσει στην εφεσείουσα κινητές αξίες για εξασφάλιση και όχι να της δώσει μετρητά. Υποχρέωση της εφεσείουσας για πληρωμή στην εφεσίβλητη θα μπορούσε επίσης, να προκύψει από τη δημιουργία κέρδους από τις αγοραπωλησίες αξιών από την εφεσίβλητη (λόγω ανόδου στην τιμή των αξιών της εφεσίβλητης). Τέτοια υποχρέωση της εφεσείουσας δεν θα πήγαζε από οποιαδήποτε υποχρέωση για αποπληρωμή οποιασδήποτε κατάθεσης της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, σε περίπτωση που οι συμφωνίες θα τερματίζονταν, εάν ο λογαριασμός της εφεσίβλητης είχε πιστωτικό υπόλοιπο, η εφεσείουσα είχε υποχρέωση να της καταβάλει το υπόλοιπο αυτό. Όχι, βέβαια, ως ποσό που η εφεσίβλητη είχε καταθέσει στην εφεσείουσα, αλλά ως ποσό που προέκυπτε από τις χρεώσεις και πιστώσεις στο λογαριασμό της αναφορικά με τις αγορές και πωλήσεις αξιών αντίστοιχα. Εάν στο λογαριασμό της εφεσίβλητης δεν υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο ή υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο η εφεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό.» Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω η εναγόμενη ουδέποτε κατέθεσε μετρητά προς εξασφάλιση του δανείου της αλλά η ίδια προτίμησε να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι της ELLINAS FINANCE CUSTODIAN LTD ως διαλαμβάνετο στη δεύτερη συμφωνία των μερών (τεκμήριο 5), μετοχές. Από το γεγονός και μόνο ότι κάποιες χρεώσεις αναφέρονται ως «δικαιώματα τραπέζης», δεν είναι δυνατό να συναφθεί ότι οι ενάγοντες ασκούσαν τραπεζικές εργασίες. Εκ μέρους του κ. Παπαντωνίου προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία έγινε χωρίς αντιπαροχή και ως τέτοια κατά παράβαση του άρθρου 25 του Κεφ.149 είναι άκυρη. Από τη μελέτη της συμφωνίας (τεκμήριο 5), είναι φανερό ότι υπάρχει αντιπαροχή. (Είναι οι πιστωτικές διευκολύνσεις, δηλαδή το δάνειο). Και επ΄ αυτού του δανείου η εναγόμενη συμφώνησε να καταβάλλει προς τους ενάγοντες τόκο προς 8 ½% ετησίως επί του εκάστοτε οφειλομένου υπολοίπου. Η παραχώρηση του δανείου και η χρήση του από την εναγόμενη είναι φανερή και παραδεκτή και από την εναγόμενη η οποία στην γραπτή δήλωση της παραδέχεται ότι έδιδε εντολές στον χρηματιστή για αγορά ή πώληση μετοχών η δε αξία των αποπληρώνετο μέσω του δανείου που οι ενάγοντες παραχώρησαν προς αυτή. Από τη στιγμή που οι ενάγοντες δεν εποπτεύοντο από την Κεντρική Τράπεζα αφού δεν ασκούσαν τραπεζικές εργασίες, σωστά δεν πρωθήθηκε από τον κ. Παπαντωνίου κατά την ακροαματική διαδικασία ούτε αντεξετάστηκε ο κ. ΄Ελληνας, η θέση του ότι είναι αντίθετη η συμφωνία από τις οδηγίες και/ή εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης, κατά την άποψη μου ορθά δεν προωθήθηκε από τον κ. Παπαντωνίου στο τελικό στάδιο ότι η συμφωνία είναι άκυρη γιατί συνήφθηκε καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών του ιδρυτικού εγγράφου των εναγόντων. Στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co. Ltd
(2003)1 ΑΑΔ.722 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με το δόγμα «Ultra Vires». «Σύμφωνα με το δόγμα ultra vires, όταν εκτελείται μια πράξη ή συναλλαγή που άνκαι αφ΄ εαυτής είναι νόμιμη αλλά όμως δεν τυγχάνει εξουσιοδότησης από το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας (memorandum of association), τότε η πράξη είναι ultra vires, δηλαδή εκτός των σκοπών της εταιρείας και συνεπώς άκυρη, (Βλέπε Charesworth and Cain "Company Law" 11th Edition, σ. 76).» Το άρθρο 3(α) του Ιδρυτικού Εγγράφου των εναγόντων (τεκμήριο 22), δίδει στους ενάγοντες την εξουσία «να δανείζουν και παραχωρούν χρήματα ή δίδουν πίστωση...» κατά συνέπεια ο δανεισμός χρημάτων εμπίπτει στους σκοπούς που διαλαμβάνονται στο Ιδρυτικό ΄Εγγραφο των εναγόντων. ΄Εχω ήδη πει ότι δεν θα ασχοληθώ με υπερασπίσεις του τύπου ότι «με παραπλάνησαν» «με εξανάγκασαν» κλπ. Ο κ. Παπαντωνίου προβάλλει κατά κόρο ότι υπήρξε ενθάρρυνση και/ή εξώθηση και ή αθέμιτος επηρεασμός και/ή ψυχική πίεση και/ή εξαπάτηση και/ή παραπλάνηση της εναγομένης από τους ενάγοντες και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους προς την εναγομένη για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι τέτοιες θέσεις δεν υποβλήθηκαν στο μοναδικό μάρτυρα των εναγόντων κ. ΄Ελληνα για να έχει το δικαστήριο τη θέση του παρά μόνο λέχθησαν κατά την αντεξέταση της εναγομένης. Η μόνη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο κ. ΄Ελληνας, είναι όταν απέρριψε τη θέση της εναγομένης, που υποβλήθηκε σ΄ αυτόν ότι οι παραστάσεις προς την εναγόμενη έγιναν από την κα Αύρα Πετρίδου αφού ο ίδιος δεν γνώριζε αν η εναγομένη μίλησε καθ΄ οιονδήποτε χρόνο με την Αύρα Πετρίδου που εν πάση περιπτώσει όπως ανέφερε, δεν ήταν θέμα που αφορούσε την Αύρα Πετρίδου οι περαιτέρω εξασφαλίσεις που θα έπρεπε να προσκομίσει η εναγομένη. Είναι προφανές όμως και από την όλη μαρτυρία της εναγομένης, ότι πριν την υπογραφή της συμφωνίας η εναγόμενη δεν είχε καμία επαφή ή σχέση με τους ενάγοντες, την ύπαρξη του επενδυτικού σχεδίου πληροφορήθηκε από υπαλλήλους της χρηματιστηριακής εταιρείας SHARELINK SECURITIES LTD τους οποίους δυστυχώς η εναγομένη ταυτίζει με τους ενάγοντες στη μαρτυρία της και τους αποκαλεί συλλήβδην «Οικογένεια ΄Ελληνα». Οι εταιρείες ενός Ομίλου αποτελούν ξεχωριστές νομικές οντότητες με ξεχωριστά νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση αρ. 8092/01 Τάσος Χριστοφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι ημερομηνίας 29.1.2008:Η Η «Η εισήγηση αυτή εγείρει θέμα άρσης του εταιρικού πέπλου και απομάκρυνση από την αρχή ότι κάθε εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα, με ξεχωριστά νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η αρχή αυτή ανάγεται στη γνωστή υπόθεση Salomon ν Salomon & Co Ltd
(1987)A.C. 22 και αποκρυσταλλώθηκε έκτοτε από τη μεταγενέστερη νομολογία με αναφορά και στο σύγχρονο, σχετικά, φαινόμενο της δημιουργίας ομίλου εταιρειών. Οι εταιρείες, αναφέρθηκε στην υπόθεση Ord ν Belhaven Pubs Ltd
(1998)2 BCLC 47, είναι ελεύθερες να οργανώνουν τις επιχειρήσεις τους με τη δημιουργία ομίλου εταιρειών, αλλά δικαιούνται να αναμένουν ότι τα Δικαστήρια θα εφαρμόσουν τις αρχές Salomon ν Salomon και όπως επισημάνθηκε από την υπόθεση Adams ν Cape Industries pic
(1980)Β CLR 479, δεν υπάρχει γενική αρχή ότι όλες οι εταιρείες ενός ομίλου θα πρέπει να θεωρούνται ως μια οντότητα. Αντίθετα αποτελούν ξεχωριστές νομικές οντότητες με ξεχωριστά νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Παρατίθεται, σχετικά, αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα: «There is no general principle that all companies in a group of companies are to be regarded as one. On the contrary, the fundamental principle is that each company in a group of companies (a relative modern concept) is a separate legal entity possessed of separate legal rights and liabilities.» Στην παρούσα περίπτωση δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε λόγος που να δικαιολογεί άρση του εταιρικού πέπλου, ο οποίος μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αίρεται (βλ. σύγγραμμα της Β. Hannigan, Company Law 2003, σελ. 74-82). Εδώ έχουμε τρεις εταιρείες με διαφορετικούς σκοπούς και με διαφορετικό κύκλο εργασιών. Την εναγόμενη 4, η οποία είναι η χρημαστιστηριακή εταιρεία, την εναγόμενη 5 που είναι επενδυτική και την εναγόμενη 6 η οποία, ως θυγατρική της 5, ενεργούσε ως θεματοφύλακας των μετοχών του Ενάγοντα. Περαιτέρω, η συμβατική σχέση του Ενάγοντα με κάθε μία από τις εν λόγω εταιρείες ήταν διαφορετική και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρχε σχέση αντιπροσώπου ή αντιπροσωπευόμενου μεταξύ εναγομένης 4, αφ' ενός και εναγομένων 5 και 6, αφετέρου. Έπεται ότι η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί.» Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι πιθανές απαιτήσεις της εναγομένης εναντίον των χρηματιστών που διαχειρίζονταν τους λογαριασμούς της δεν προβάλλονται εναντίον αυτής αλλά των εναγόντων. Επίσης η εναγόμενη αφήνει να νοηθεί ότι οι χρηματιστές ενεργούσαν αυθαίρετα και χωρίς τις εντολές της. Παρά ταύτα δεν συνενώνει αυτούς ως συνεναγόμενους στην αγωγή για να αξιώσει οποιαδήποτε ζημιά υπέστη συνεπεία της συμπεριφοράς τους αλλά την απαιτεί από τους ενάγοντες. Πρόσθετα η εναγόμενη δεν αξιώνει οποιαδήποτε ζημιά από τους εμπιστευματοδόχους των μετοχών της, δηλαδή την Ellinas Finance Custodian Ltd. Η σημαντικότερη υπεράσπιση - και αυτή νομική, που εγείρει ο κ. Παπαντωνίου για την εναγομένη, είναι ότι κατά την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας οι ενάγοντες αρ.1 είχαν υποχρέωση (και όχι δικαίωμα), σύμφωνα με τον 5ον όρο του τεκμηρίου 2, σε συνδυασμό με τους όρους 2(ε) και 2(στ) του τεκμηρίου 5 να πωλήσουν το χαρτοφυλάκιο της εναγομένης και να εξοφλήσουν το τυχόν οφειλόμενο κατά το χρόνο αυτό υπόλοιπο. Η μελέτη των εγγράφων τα οποία επικαλείται ο κ. Παπαντωνίου δεν δικαιολογούν τη θέση του. Υπήρχε δικαίωμα των εναγόντων για την πώληση των μετοχών κατά την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας το οποίο προφανώς δεν άσκησαν κάτω από την πίεση της εναγομένης και κάθε επενδυτή ο οποίος αναμένει λογικά την ανάκαμψη του χρηματιστηρίου. Αυτό που δεν λαμβάνουν υπόψη οι επενδυτές είναι ότι οι μετοχές δεν έχουν σταθερή αξία αλλά κυμαινόμενη, η δε προσπάθεια της εναγομένης να συντηρήσει ή καλύτερα να διατηρήσει το περιθώριο ασφαλείας στα επιτρεπτά συμβατικά όρια με την παραχώρηση νέων εξασφαλίσεων, μετά την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 20.9.00 καταδεικνύει ακριβώς αυτό που λέω ότι δηλαδή πρόθεση της ίδιας ήταν να διατηρηθεί ο λογαριασμός με την παραχώρηση νέων εξασφαλίσεων και με την προσδοκία της ανάκαμψης της τιμής των μετοχών, σταμάτησε δε να παραχωρεί νέες εξασφαλίσεις όταν οι τιμές των μετοχών έφτασαν σε σύντομο χρόνο σε εξευτελιστικές τιμές. Στο Chitty on Contracts Specific Contracts 27η έκδοση 1994 σελίς 165 παράγραφος 32-097 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Power of sale at common law. If the pledgor makes default in payment at the stipulated time, the pledge has the power at common law to sell the pledge, even although there is no express agreement to that effect or he may sue the pledgor for his debt, retaining the pledge as a security.. The pledge must take care that it is a provident sale.." Η αρχή αυτή του κοινοδικαίου δηλαδή ότι ο πιστωτής δεν έχει υποχρέωση να πωλήσει τις μετοχές αλλά δικαίωμα που ο ίδιος θα επέλεγε ή όχι να εξασκήσει διατυπώθηκε στην αγγλική υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Νίκος Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 740. Σχετική επίσης είναι η σχετικά πρόσφατη απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Silver Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland Plc and others
(2004)4 All ER 484. Περαιτέρω με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 134
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, σε περίπτωση υπερημερίας του ενεχυριάσαντος οφειλέτη (ενεχυριαστή) ο ενεχυροδανειστής δύναται να πωλήσει τα ενεχυριασθέντα αγαθά αφού δώσει προηγουμένως στον ενεχυριαστή εύλογη ειδοποίηση για την πώληση. Είναι φανερό ότι και νομοθετικά ο ενεχυροδανειστής δεν έχει υποχρέωση αλλά δικαίωμα να εκποιήσει το ενέχυρο. Να προσθέσω ότι η εναγόμενη απέτυχε να προσκομίσει στο δικαστήριο έγγραφη απόδειξη εντολής πώλησης μετοχών προς τον χρηματιστή τον οποίο η ίδια επέλεξε και διόρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για να καλύψει μέρος του οφειλόμενου χρέους ή για να εξισορροπήσει το απαιτούμενο περιθώριο ασφάλειας. Παράλληλα, απέτυχε να αποδείξει τη θέση της ότι της απαγορεύετο η πώληση μετοχών της γιατί δήθεν ο λογαριασμός ήταν «παγοποιημένος». Προφανώς, αυτό που απαγορεύετο ήταν η αγορά μετοχών σε περίπτωση που ο λογαριασμός της δεν είχε τα αναγκαία χρήματα για την αγορά. ΄Όχι όμως η πώληση για την κάλυψη τυχόν υπολοίπου. Επίσης η διαχείριση του χαρτοφυλακίου της εναγομένης δεν εγίνετο από τους ενάγοντες όπως είναι η θέση της αλλά αυτή η διαχείριση του λογαριασμού της εγίνετο από τους χρηματιστές της προς τους οποίους η ίδια έδωσε εντολή και ή πληρεξουσιότητα προς το σκοπό αυτό. (Βλέπε όρο 3(α) του τεκμηρίου 5 όπου ρητά καθορίζεται ότι η διαχείριση και ο χειρισμός του λογαριασμού των αξιών χαρτοφυλακίου και των αξιών του περιθωρίου ασφαλείας θα γίνεται από τον χρηματιστή ο οποίος σύμφωνα με τον όρο 3(β) του τεκμηρίου 5 θα έχει την ευθύνη παρακολούθησης των αξιών χαρτοφυλακίου και των αξιών περιθωρίου ασφαλείας. Ο ρόλος των εναγόντων κατά συνέπεια ήταν σαφώς περιορισμένος. Είχαν υποχρέωση να παραχωρήσουν το δάνειο και η εναγόμενη διά του συγκεκριμένου χρηματιστή τον οποίο η ίδια επέλεξε να κάνει αγοραπωλησίες στο χρηματιστήριο. Ο όρος 5 που υπάρχει στην αίτηση της εναγομένης (τεκμήριο 2) δεν διαλαμβάνεται στη συμφωνία των μερών (τεκμήριο 5) (δεν δικογραφείται τέτοια υπεράσπιση) αλλά ούτε και δημιουργεί υποχρέωση στους ενάγοντας κατά την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας να πωλήσουν τις μετοχές της εναγόμενης για να μην υποστεί αυτή ζημιά. ΄Εχω ήδη αναφέρει ότι συνιστά δικαίωμα και οι ενάγοντες είχαν τη επιλογή άσκησης του ή όχι. Η θέση της εναγομένης επίσης για την ύπαρξη και παράβαση σιωπηρών και/ή εξυπακουόμενων όρων για ανάληψη διαχείρισης από τους ενάγοντες παρέμεινε μετέωρη. Δεν κατάφερε μέσα από τη μαρτυρία της να προωθήσει επιτυχώς τον ισχυρισμό της ότι υπήρχε τέτοιος εξυπακουόμενος όρος και ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν την διαχείριση (κατά παράβαση ρητών όρων της συμφωνίας) του λογαριασμού της και ότι δεν επέδειξαν επιμέλεια και δεξιότητα όπως δήθεν παρέστησαν προς αυτήν ότι κατείχαν. Η συμφωνία των μερών ήταν συμφωνία χρηματοδότησης και όχι συμφωνία διαχείρισης του λογαριασμού. Δεν υπέχουν οι ενάγοντες ευθύνη για την δραστική μείωση της αξίας των μετοχών το 2000. Η εναγόμενη δεν απαλλάσσεται των ευθυνών της γιατί δήθεν τα πινακίδια συναλλαγής (Cover Notes) και οι καταστάσεις λογαριασμού ουδέποτε απεστάλησαν και ουδέποτε παρελήφθησαν απ΄ αυτήν ενώ άλλα έγγραφα παρελήφθησαν. Από την όλη μαρτυρία της φαίνεται ότι ήταν ενήμερη για το λογαριασμό της και αυτό φαίνεται και από τις καθημερινές επαφές που είχε με την Αύρα Πετρίδου και τη θετική ανταπόκριση της στην παραχώρηση νέων εξασφαλίσεων μετά την όχληση των εναγόντων κατά την αρχική ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας. Είναι αστείος μάλιστα ο ισχυρισμός και δεν χρήζει καν απάντησης, ότι δήθεν τα πινακίδια συναλλαγής (Cover Notes) είναι χαλκευμένα έγγραφα γιατί σ΄ αυτά αναγράφεται άλλο όνομα εταιρείας και όχι το όνομα της εταιρείας με το οποίο η εναγόμενη συναλλάσσετο. ΄Εχει εξηγηθεί ότι η εκτύπωση των πινακιδίων συναλλαγής έγινε από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των εναγόντων κατά τη διάρκεια εκδίκασης της υπόθεσης το 2008 και συνάδουν πλήρως με την κατάσταση λογαριασμού. Η μαρτυρία της εναγομένης είναι αντίθετη και/ή αντιφατική και/ή ασυμβίβαστη με τα δικόγραφα της και θέσεις - νομικές υπερασπίσεις που προβάλλει ο κ. Παπαντωνίου. Πλείστα όσα παραδεκτά γεγονότα στη μαρτυρία της εναγομένης αμφισβητούνται στα δικόγραφα και οι νομικές θέσεις εκτός πλαισίων επιδίκων θεμάτων διευρύνονται στην αγόρευση του κ. Παπαντωνίου για μια απλή υπόθεση συμφωνίας ενός επενδυτικού σχεδίου που τη θεωρεί πολύπλοκη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι η εναγόμενη δεν δικαιούται στην ανταπαίτηση της ενώ αντίθετα οι ενάγοντες στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξαν την υπόθεση τους. Εκδίδεται απόφαση εναντίον της εναγομένης για ποσό Λ.Κ.56.689,30 (96.859,42 Ευρώ) πλέον τόκοι προς 8.5% από 18.6.02 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.