ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ΚΑΙ Α. PANAYIDES CONTRACTING LIMITED-ΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αρ. Αγ. 3291/07, 26 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. KΛΗΡΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 3291/07 Μεταξύ: ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ΚΑΙ Α. PANAYIDES CONTRACTING LIMITED-ΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Εναγόντων - και - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένης Aίτηση ημερ. 27.5.08 για έκδοση Απόφασης υπέρ των εναγόντων Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2009. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Αλ. Ευαγγέλου με την κα Θ. Ραπτοπούλου. Για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κα Στ. Χούρη με την κα Μακρίδου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το μεγαλεπήβολο έργο της ανέγερσης του νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας κατέστη αντικείμενο μεταξύ άλλων και δικαστικής διαδικασίας μεταξύ των εναγόντων - κοινοπραξίας που είχε αναλάβει την κατασκευή του και της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του έργου και ενάγεται εδώ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Οι ενάγοντες με την αγωγή τους διεκδικούν την πληρωμή προς αυτούς του ποσού των £19.699.285 από τη Δημοκρατία, ισχυριζόμενοι ότι παράνομα και αντισυμβατικά αυτή είχε αρνηθεί να εγκρίνει την έκδοση του Πιστοποιητικού Πληρωμής με αριθμό 92 από τον αρχιτέκτονα του έργου, μετά που αυτός είχε ζητήσει την έγκριση της για το μικρότερο ποσό των £441.453.43. Σε προηγηθείσα ενδιάμεση διαδικασία, είχε εκδικασθεί αίτηση την οποία είχε υποβάλει η εναγομένη Δημοκρατία με την οποία εζητείτο η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να απερρίπτετο ή αναστέλλετο η όλη διαδικασία στην παρούσα αγωγή. Με ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 20.5.08 η αίτηση εκείνη είχε απορριφθεί για τους λόγους που επεξηγήθηκαν αναλυτικά. Με την παρούσα αίτηση τους, οι ενάγοντες ζητούν τώρα "Συνοπτική απόφαση εναντίον της εναγομένης λόγω παραδοχής μετά την έγερση της αγωγής για το ποσό των €754.269.67 (£441.454.43)" πλέον τόκο. Ο λόγος για τον οποίο έχω θέσει την πιο πάνω αιτούμενη θεραπεία σε εισαγωγικά είναι το ότι με το λεκτικό που έχει χρησιμοποιηθεί παρουσιάζεται κάποια διπλότητα και φαινομενική σύγχυση ως προς το τι είναι ακριβώς που επιζητείται, αν είναι δηλαδή η έκδοση συνοπτικής απόφασης, ή αντίθετα η έκδοση απόφασης λόγω παραδοχής από την ενάγουσα. Θα επανέλθω όμως σ' αυτό το ζήτημα αργότερα. Όπως είναι φανερό, το ποσό το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες όπως επιδικασθεί υπέρ τους με την παρούσα διαδικασία, είναι το ποσό το οποίο, όπως έχω προαναφέρει, είχε εγκρίνει ο αρχιτέκτονας προς έκδοση του Πιστοποιητικού αρ. 92 για πληρωμή από την εναγομένη προς τους ενάγοντες, στην έκδοση του οποίου είχε αρνηθεί η εναγομένη να συγκατατεθεί . Ο λόγος για τον οποίο η εναγομένη είχε αρνηθεί να συγκατατεθεί στην έκδοση εκείνου του πιστοποιητικού ήταν, όπως αναφερόταν σε σχετική επιστολή που στάληκε εκ μέρους της από τον διευθυντή του έργου, ότι υπήρχαν "ενδείξεις ότι πιθανόν να έχουν καταβληθεί στον εργολάβο ποσά πέραν των δικαιολογημένων και/ή εγκεκριμένων και εν πάση περιπτώσει υπάρχουν από πλευράς Eργοδότη σοβαρές αμφιβολίες ως προς το τελικό ποσό που οφείλει στον Εργολάβο". Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η πιο πάνω άρνηση της εναγομένης να επιτρέψει την έκδοση του πιστοποιητικού για την πληρωμή του εγκριθέντος από τον αρχιτέκτονα ποσού, ήταν παράτυπη και αντισυμβατική. Όπως προστίθεται σε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, οι μόνοι λόγοι για τους οποίους η εναγομένη ενομιμοποιείτο να αφαιρεί ή κατακρατεί ποσά από εκείνα που οφείλονταν στον εργολάβο, προβλέπονταν στο συμβόλαιο και δεν συνέτρεχαν στην παρούσα περίπτωση ούτε και είναι αυτούς τους οποίους επικαλέστηκε η εναγομένη στην επιστολή της. Η εναγομένη όφειλε να εγκρίνει την έκδοση του πιστοποιητικού και να πληρώσει το ποσό που ενέκρινε ο αρχιτέκτονας του έργου, ακόμα και αν διαφωνούσε με το ύψος του ποσού και οποιαδήποτε τυχόν διαφορά προέκυπτε, θα μπορούσε σε υστερώτερο - τελικό στάδιο να διορθωθεί με αναπροσαρμογή. Ισχυριζόμενοι ότι η εναγομένη δεν έχει καμμιά βάσιμη υπεράσπιση, οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης υπέρ τους για το προαναφερθέν ποσό. Με την ένσταση την οποία υπέβαλε η εναγομένη, πρόβαλε διάφορους λόγους για τους οποίους ενίσταται στην έκδοση απόφασης για οποιοδήποτε ποσό. Οι λόγοι αυτοί είναι συνοπτικά οι ακόλουθοι: 1. Ότι δεν επιτρέπεται η υποβολή οποιουδήποτε Πιστοποιητικού Πληρωμής μετά την προσωρινή παραλαβή του έργου. 2. Ότι ο λόγος της μη έκδοσης του επίδικου Πιστοποιητικού από τον αρχιτέκτονα οφείλεται στη νόμιμη άρνηση της εναγομένης να το εγκρίνει. 3. Ότι η εναγομένη ουδέποτε προέβη σε παραδοχή ότι οφείλει το διεκδικούμενο ποσό. 4. Ότι η εναγομένη έχει νόμιμη και βάσιμη υπεράσπιση. 5. Ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να διεκδικούν τον απαιτούμενο ή οποιονδήποτε τόκο. 6. Ότι οι ενάγοντες λανθασμένα και/ή με λανθασμένη νομική βάση καταχώρησαν αίτηση για συνοπτική απόφαση στην παρούσα αγωγή. Σε συνοδευτική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ΄Ενσταση, αναφέρεται μεταξύ άλλων πως παρά το ότι το έργο είχε παραληφθεί δυνάμει προσωρινής παραλαβής στις 12.11.04, εν τούτοις οι ενάγοντες υπέβαλαν προς τον αρχιτέκτονα το επίδικο πιστοποιητικό πληρωμής για τον μήνα Νοέμβριο, ολόκληρους μήνες μετά την παραλαβή, ήτοι κατά την 19.5.05 και παρά το ότι ο αρχιτέκτονας ενέκρινε την έκδοση του για το πολύ μικρότερο ποσό των £441.454.43, η εναγομένη αρνήθηκε να παράσχει την έγκριση της για έκδοση του πιστοποιητικού. Στην ίδια ένορκη δήλωση γίνεται λεπτομερής αναφορά σε υπερπληρωμές και σε αδικαιολόγητες πληρωμές μεγάλων ποσών για επί μέρους εργασίες κατά την κατασκευή του έργου, οι οποίες είτε δεν είχαν γίνει είτε πληρώθηκαν γι' αυτές ποσά πολύ μεγαλύτερα απ' όσα θα έπρεπε. Όπως υποστηρίζει ο ομνύων, ο οποίος είναι Ανώτερος Λειτουργός Ελέγχου στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Συγκοινωνιών και ΄Εργων , τα πιστοποιητικά ενδιάμεσων πληρωμών μπορούν να υποβάλλονται μηνιαία μόνο ενόσω το έργο συνεχίζει να εκτελείται και όχι μετά την συμπλήρωση και προσωρινή παραλαβή του. Το θέμα δε της ετοιμασίας τελικών λογαριασμών για το όλο έργο, έχει ήδη παραπεμφθεί σε διαιτησία, οπότε θα αποφασισθεί εκεί εάν οφείλονται στους ενάγοντες οποιαδήποτε ποσά, περιλαμβανομένου και αυτού που διεκδικείται στην παρούσα αγωγή μέσω του επίδικου μη εγκριθέντος πιστοποιητικού. Περαιτέρω, ο ομνύων αρνείται ότι η εναγομένη είχε προβεί σε οποιανδήποτε παραδοχή σύμφωνα με την οποία αποδέχεται ότι οφείλει το διεκδικούμενο με την αίτηση ποσό, ενώ αντίθετα ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, την οποία και προτίθεται να προβάλει. Σε απαντητική ένορκη δήλωση, που καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγόντων, υποστηρίζεται πως κανένας περιορισμός δεν υπάρχει ως προς το στάδιο κατά το οποίο πρέπει να υποβάλλονται προσωρινά πιστοποιητικά πληρωμών, ενώ εξ άλλου ο λόγος που είχε προβάλει η εναγομένη για την μη έγκριση της έκδοσης του επίδικου πιστοποιητικού ήταν άλλος και δεν αφορούσε σε θέμα του σταδίου στο οποίο υποβλήθηκε προς έγκριση το πιστοποιητικό. Εκείνος δε ο λόγος ήταν αβάσιμος και ατεκμηρίωτος αφού αναφερόταν σε πιθανολογήσεις, αοριστίες και ενδεχόμενα. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης, ο κ. Ευαγγέλου κατ' αρχήν περιόρισε την διεκδίκηση των εναγόντων ως προς τον τόκο σε ποσοστό 8% ετήσια από την 11.5.05, ημερομηνία που όπως εισηγήθηκε, κατέστη πληρωτέο το επίδικο πιστοποιητικό. Ως προς τη νομική βάση της αίτησης, υπέβαλε ότι αυτή στηρίζεται στις πρόνοιες της Δ.24 κ.6 η οποία αναφέρεται σε έκδοση απόφασης κατόπιν παραδοχής ενός διαδίκου, που είναι άλλωστε η δικονομική πρόνοια που αναγράφεται στο κυρίως σώμα της αίτησης. Παρ' όλον δε ότι στο αιτητικό μέρος της αίτησης ζητείται η έκδοση "Συνοπτικής απόφασης" εν τούτοις η αίτηση δεν εδράζεται στις πρόνοιες της Δ.18. Εάν δε θεωρηθεί ότι ουσιαστικά εκεί είναι που εδράζεται ενώ αυτή η δικονομική πρόνοια δεν αναγράφεται στη νομική βάση της αίτησης, αυτό θα μπορούσε να μη επενεργήσει σαν εμπόδιο στην εξέταση της σ' αυτή τη βάση, θεωρούμενη αυτή η παράλειψη σαν απλή παρατυπία. Ο συνήγορος των εναγόντων ανέλυσε λεπτομερώς και με παραπομπή σε αυθεντίες, τις πρόνοιες της Κυπριακής Δ.24 κ.6 και της αντίστοιχης τότε ισχύουσας Αγγλικής Ο.32 r.6. Όπως εξήγησε, η παραδοχή στη βάση της οποίας οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να ζητούν την έκδοση απόφασης υπέρ τους εδώ και τώρα, έγκειται στο μέρος της ένορκης δήλωσης ημερ. 25.10.07 στην οποία είχε προβεί ο ομνύων προς υποστήριξη της αίτησης της εναγομένης ιδίας ημερομηνίας με την οποία ζητούσε την απόρριψη/αναστολή της αγωγής. Συγκεκριμένα, αυτός παραδεχόταν ότι ο αρχιτέκτονας του έργου είχε εγκρίνει προς πληρωμή στους ενάγοντες το ποσό των £441.454.43 πλην όμως η εναγομένη δεν έδωσε την έγκριση της για την έκδοση του σχετικού επίδικου πιστοποιητικού. Αυτός ο ισχυρισμός είχε βέβαια γίνει και προηγουμένως με την επιστολή της εναγομένης με την οποία αρνείτο να συγκατατεθεί στην έκδοση του πιστοποιητικού και επαναλαμβάνεται και τώρα. Ο κ. Ευαγγέλου σχολίασε επίσης και αντέκρουσε ένα προς ένα τους Λόγους Ένστασης. Σε επί μέρους επιχειρήματα θα αναφερθώ αργότερα, εκεί όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας ήταν ότι η εναγομένη δεν είχε κανένα δικαίωμα, συμβατικό ή άλλο να αρνηθεί την έγκριση - πληρωμή του ποσού που είχε υπολογίσει και εγκρίνει ο αρχιτέκτονας, τουλάχιστον για τον λόγο που είχε προβάλει αναφορικά με ενδεχόμενες υπερπληρωμές που είχαν γίνει. Παρέπεμψε προς τούτο ο συνήγορος σε σχετική νομολογία όπου τονίζεται η υποχρέωση του εργοδότη να πληρώνει τα ποσά τα οποία ενδιάμεσα εγκρίνει και πιστοποιεί ο αρχιτέκτονας ότι οφείλονται, ενώ τελικοί λογαριασμοί και αναπροσαρμογές γίνονται μετά την πλήρη αποπεράτωση και παράδοση του έργου. Στην δική της αγόρευση, η συνήγορος της εναγομένης αφού αναφέρθηκε στο πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, υπέβαλε ότι η εναγομένη σε καμμιά παραδοχή δεν είχε ποτέ προβεί ότι οφείλει να πληρώσει το διεκδικούμενο ποσό. Με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες που ασχολούνται με τη δικονομική βάση στην οποία βασίζεται η αίτηση, η κα Χούρη υπέβαλε ότι καμμιά παραδοχή δεν είχε γίνει μέσα στην έννοια της Δ.24 κ.6 αφού η εναγομένη πάντα αρνείτο και συνεχίζει να αρνείται το ότι οφείλει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό ή ότι έπρεπε να συναινέσει στην έκδοση του Πιστοποιητικού αρ. 92. Αναφερόμενη στα πιστοποιητικά πληρωμών που εκδίδει αρχιτέκτονας, εισηγήθηκε ότι αυτά δεν είναι "ευαγγέλιο" κατά την έκφραση της, αλλά δικαιούται ο ιδιοκτήτης του έργου να τα αμφισβητήσει, ακόμα και αν αυτά έχουν εκδοθεί από τον αρχιτέκτονα, πόσο μάλλον εδώ που δεν είχε ποτέ εκδοθεί το επίδικο πιστοποιητικό. Σε σχέση με το όλο έργο, έχουν από καιρό εγερθεί πολλές διαφορές μεταξύ εργολάβου και ιδιοκτήτη, αμφισβητώντας πλείστα ποσά που είχαν εγκριθεί και πληρωθεί και έγιναν και καταγγελίες στην Αστυνομία, για τις οποίες διεξάγεται ποινική έρευνα. Εν πάση δε περιπτώσει, μετά την προσωρινή παραλαβή ενός έργου, πλέον η όποια απαίτηση του εργολάβου θα πρέπει να συνεξετάζεται στο πλαίσιο προσωρινών ή τελικών λογαριασμών και όχι να υποβάλλονται προς έγκριση προσωρινά πιστοποιητικά, όπως γινόταν ενώ εκκρεμούσε η συμπλήρωση του έργου. Όσο δε και αν η αρχική άρνηση της εναγομένης να συγκατατεθεί στην έκδοση του πιστοποιητικού μπορεί να ήταν γενική και αόριστη, έχουν τώρα τεθεί λεπτομερή στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Όλα δε τα στοιχεία που έχει προβάλει η εναγομένη, καταδεικνύουν ότι αυτή έχει μια καλή και βάσιμη υπεράσπιση την οποία δικαιούται να προβάλει έναντι της απαίτησης, την οποία και αρνείται. Αυτά είναι τα κύρια στοιχεία που συνθέτουν την όλη εικόνα στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Θα εξετάσω πρώτα το θέμα της νομικής-δικονομικής βάσης της αίτησης. Η νομική - δικονομική βάση της αίτησης. Όπως ρητά αναφέρεται στο κυρίως σώμα της αίτησης αυτή βασίζεται: «.. στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.2, Δ.24. κ.6, Δ.48 κ.1, κ.2, κ.7, κ.9(
- m)και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου». Επομένως η ουσιαστική δικονομική διάταξη στην οποία βασίζεται η αίτηση είναι οι πρόνοιες της Δ.24 κ.6 με τις οποίες δίδεται η ευκαιρία σε διάδικο να ζητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο αγωγής την έκδοση απόφασης, στη βάση παραδοχών οι οποίες γίνονται είτε μέσω δικογράφων ή άλλως πως. Εξ άλλου και ο ίδιος ο συνήγορος των εναγόντων ρητά είχε διευκρινίσει στην αγόρευση του, ότι η αίτηση είναι στις πρόνοιες της Δ.24 κ.6 που βασίζεται και όχι στις πρόνοιες της Δ,18 κ.1 που ασχολούνται με την έκδοση συνοπτικής απόφασης, παρ' όλον ότι με το αιτητικό μέρος της αίτησης επιζητείται η έκδοση «Συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης λόγω παραδοχής μετά την έγερση της αγωγής.». Οι πρόνοιες της Δ.24 κ.6 έχουν ως εξής: «6. Any party may at any stage of a cause or matter where admissions of fact have been made either on the pleadings, or otherwise, apply to the Court or a Judge for such judgment or order as upon such admissions he may be entitled to, without waiting for the determination of any other question between the parties; and the Court or a Judge may upon such application make such order, or give such judgment, as the Court or Judge may think just.» Oι πιο πάνω πρόνοιες της Κυπριακής Δ.24 κ.6 είναι πανομοιότυπες με εκείνες της προηγουμένως ισχύουσας Αγγλικής Ο.32 r.6. Σχετικά με την Αγγλική διαταγή, όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1956 σελ. 541, το λεκτικό της δεν περιορίζει τις παραδοχές σε εκείνες οι οποίες γίνονται επίσημα με βάση τις πρόνοιες των κκ.1 και 4 της διαταγής, αλλ' είναι γενικής εφαρμογής, δικαιολογώντας την έκδοση διαταγής ή απόφασης ακόμα και εκεί όπου μια παραδοχή γίνεται με επιστολή όπου παρατίθενται γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ακόμα και μια προφορική παραδοχή είναι αρκετή, εκεί όπου αυτή αποδεικνύεται ξεκάθαρα. Όπως περαιτέρω αναφέρεται στη σελ. 542 του ίδιου συγγράμματος κάτω από τον τίτλο «Admissions must be clear», το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει απόφαση βασιζόμενο σε παραδοχές σε δικόγραφο ή σε ένορκη δήλωση εκτός αν οι παραδοχές είναι καθαρές και ανέκκλητες. Η απλή παραδοχή ή μη άρνηση από τον εναγόμενο ενός δικαιώματος το οποίο προβάλλει ο ενάγων, το οποίο όμως είναι ανύπαρκτο νομικά, δεν θα έδιδε δικαίωμα στον ενάγοντα σε απόφαση με την οποία θα αναγνωριζόταν το δικαίωμα. Όπως είχε ερμηνευθεί η πιο πάνω Αγγλική δικονομική διάταξη στην υπόθεση Ellis v. Allen
(1914)1 Ch.D. 904 (σελ.909), αυτός ο κανόνας έχει εφαρμογή εκεί όπου υπάρχει μια ξεκάθαρη παραδοχή γεγονότων που δείχνουν ότι είναι αδύνατο να επιτύχει ο διάδικος ο οποίος προβαίνει σ' αυτήν (wherever there is a clear admission of facts in the face of which it is impossible for the party making it to succeed). Ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετεί η Δ.24 κ.6 εκτέθηκε και από το Κυπριακό Εφετείο στην υπόθεση Τσιμεντοποιεία Βασιλικού Λτδ. ω. Σάββα Μακαρίου
(1993)2 ΑΑΔ.
- Όπως τονίστηκε εκεί οποτεδήποτε κατά την εκκρεμοδικία αγωγής παρέχεται η ευχέρεια σε διάδικο «. να αποταθεί για την έκδοση απόφασης κατά του αντιδίκου του, κατόπιν παραδοχών του τελευταίου, είτε στις έγγραφες προτάσεις, είτε διαφορετικά, στην οποία ο διάδικος δικαιούται με βάση τέτοιες παραδοχές. Αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναμένει την έκβαση οποιουδήποτε διαμφισβητούμενου στην υπόθεση ζητήματος . Είναι μια από τις δικονομικές διατάξεις που αποσκοπούν στην ταχεία διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων με την επίσπευση των σχετικών μηχανισμών που ισχύουν για τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα που φυσικά, διατηρούνται εν ζωή μέχρι την τελική ετυμηγορία του δικαστηρίου.» Επανερχόμενος στα στοιχεία που περιβάλλουν την αίτηση στην παρούσα αγωγή, παρατηρώ τα εξής: Όπως έχω προαναφέρει, το αίτημα για έκδοση απόφασης εδώ και τώρα για το μικρότερο από το διεκδικούμενο με την ΄Εκθεση Απαίτησης ποσό των £441.454,43 εστιάζεται πολύ συγκεκριμένα στην κατ' ισχυρισμό παραδοχή η οποία έγινε στην παρα. 6 της ένορκης δήλωσης ημερ. 25.10.07 που είχε κατατεθεί εκ μέρους της εναγομένης η οποία ένορκη δήλωση συνόδευε και υποστήριζε την αίτηση της ίδιας ημερομηνίας. Το ακριβές λεκτικό της παραγράφου 6 είχε ως εξής: «
- Κατά ή περί την 19η Μαίου 2005 ο Αρχιτέκτονας ενημέρωσε τον εργοδότη ήτοι την εναγομένη, ότι είχε ελέγξει το Πιστοποιητικό Πληρωμής αρ. 92 και ζήτησε την με βάση το εδάφιο 2
(1)έγκριση του για να το εκδώσει. Η έγκριση που είχε ζητήσει ο Αρχιτέκτονας από την εναγόμενη για το Πιστοποιητικό Πληρωμής αρ. 92 αφορούσε ποσό £441.454,
- Δηλαδή ενώ ο εργολάβος ήτοι η ενάγουσα, ισχυριζόταν (και ισχυρίζεται και στην παρούσα αγωγή της) ότι της οφειλόταν ποσό £19.669.285,88, ο Αρχιτέκτονας είχε κρίνει ότι δικαιολογείτο πληρωμή μόνον ποσού £441.454,
- Παρόμοια ήταν η κατάσταση και σε όλα τα προηγούμενα Πιστοποιητικά Πληρωμής στα οποία κατ' εξακολούθηση η ενάγουσα απαιτούσε ποσά μεγαλύτερα από αυτά που τελικά της πιστοποιούσε ο Αρχιτέκτονας. Όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, παρόμοια κατάσταση υφίσταται και στον Προσωρινό Τελικό Λογαριασμό.» Σύμφωνα λοιπόν με τον ομνύοντα προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης, η εναγόμενη με το πιο πάνω απόσπασμα από προηγούμενη ένορκη δήλωση της, δεχόταν ότι ο Αρχιτέκτονας του έργου είχε υπολογίσει και εγκρίνει την έκδοση Πιστοποιητικού Πληρωμής για το ποσό των £441.454,
- Ακολουθούν δε την πιο πάνω παραδοχή εκείνου του γεγονότος, οι ακόλουθοι συνειρμοί, με βάση τους οποίους και προβάλλεται η θέση ότι η εναγόμενη ώφειλε να πληρώσει τα πιο πάνω ποσά και δεν είχε ούτε έχει καμμιά υπεράσπιση έναντι της απαίτησης για πληρωμή τουλάχιστον αυτού του ποσού. Οι συνειρμοί αυτοί ουσιαστικά συνοψίζονται στους ακόλουθους: Ότι παράνομα ή αδικαιολόγητα η εναγομένη αρνήθηκε να εγκρίνει την έκδοση του πιστοποιητικού πληρωμής που είχε εγκρίνει ο αρχιτέκτονας. Ότι η δικαιολογία που πρόβαλε περί πιθανολογούμενων και ενδεχόμενων υπερπληρωμών είναι αόριστη, αστήρικτη και δεν συνιστούσε συμβατικά βάσιμο λόγο άρνησης έκδοσης του πιστοποιητικού. Ότι η νόμιμη και συμβατική διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικών από τον αρχιτέκτονα δεν τερματίζεται με την προσωρινή παράδοση του έργου. Ότι επομένως το πιστοποιητικό αρ.92 που ενέκρινε προς έκδοση ο αρχιτέκτονας για το διεκδικούμενο με την αίτηση ποσό, θα έπρεπε να εκδιδόταν και να πληρωνόταν από την εναγόμενη. Βέβαια, έχω παραθέσει προηγουμένως τις περί του αντιθέτου νομικές θέσεις που έχει προβάλει η εναγομένη τόσο στην παρούσα αίτηση, όσο και σε άλλες διαδικασίες. Κατά την άποψη μου, το υπό διερεύνηση θέμα και το ζητούμενο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν είναι το εάν και κατά πόσο θα έπρεπε ή όχι να εκδοθεί το πιστοποιητικό που ενέκρινε ο αρχιτέκτονας. Ούτε και το κατά πόσο η άρνηση της εναγομένης να συγκατατεθεί στην έκδοση του ήταν ή όχι σύμφωνα με συμβατικό της δικαίωμα, ή ήταν αόριστη και ατεκμηρίωτη. Ακόμα, δεν είναι εδώ το ζητούμενο κατά πόσο η προσωρινή παράδοση ενός έργου συνιστά ή όχι νομικό κώλυμα στην περαιτέρω έκδοση προσωρινού πιστοποιητικού πληρωμής, από τον αρχιτέκτονα. Ούτε και βέβαια είναι το ζητούμενο κατά πόσο νομικά έχει δίκαιο η μια πλευρά ή η άλλη. Όλα αυτά είναι θέματα τα οποία μπορούν να απασχολήσουν σε πλήρη δίκη. Το μόνο εδώ υπό διερεύνηση θέμα και το μόνο ζητούμενο στη διαδικασία είναι και δεν μπορούσε να είναι άλλο, παρά το εάν και κατά πόσο η εναγομένη στην επικαλούμενη παράγραφο της προηγηθείσας ένορκης δήλωσης της, είχε προβεί σε μια ξεκάθαρη και ανέκκλητη παραδοχή γεγονότων, η οποία δεν της άφηνε κανένα περιθώριο να επιτύχει σε οποιανδήποτε υπεράσπιση αυτή ήθελε προβάλει. Είμαι δε πεπεισμένος ότι η απάντηση σ' αυτό το καίριο ερώτημα, δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Εδώ, η εναγομένη ουδέποτε προέβηκε σε οποιανδήποτε παραδοχή ότι οφείλει ή ότι υποχρεούται να πληρώσει προς τους ενάγοντες το διεκδικούμενο ποσό των £441.454,43 ή οποιονδήποτε ποσό. Η μόνη παραδοχή γεγονότος στην οποία προέβηκε ήταν ότι πράγματι ο αρχιτέκτονας είχε εγκρίνει την έκδοση πιστοποιητικού πληρωμής για το ποσό εκείνο. Όμως η εναγόμενη όχι μόνο δεν παραδέχθηκε ότι οφείλει το ποσό αλλά ρητά αρνήθηκε εξ αρχής ότι ώφειλε να πληρώσει οτιδήποτε και αρνήθηκε να συγκατανεύσει στην έκδοση πιστοποιητικού πληρωμής, επικαλούμενη κάποιους λόγους και αργότερα κάποιους συμβατικούς όρους. Είναι βέβαια η θέση των εναγόντων - αιτητών ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε η εναγομένη είναι αβάσιμοι, ότι είναι νομικά αστήρικτοι κ.λπ. Όμως το καίριο θέμα, ότι δηλαδή η εναγομένη δεν παραδέχθηκε ότι οφείλει να πληρώσει, παραμένει έκτοτε. Διαφωνώ δε ότι θα πρέπει τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο να εξετάσει και να αποφασίσει τα νομικά θέματα που ήγειραν οι δύο πλευρές. Όπως είχα αναφέρει και στην ενδιάμεση απόφαση μου στην προαναφερθείσα άλλη διαδικασία, το εάν και κατά πόσο η εναγομένη ορθά ήταν που επεστράτευσε το δικαίωμα της για μη έγκριση της έκδοσης του πιστοποιητικού από τον αρχιτέκτονα, δυνατόν να της παρέχει έρεισμα για προώθηση υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή. Το ίδιο ισχύει και ως προς το θέμα της δυνατότητας έκδοσης τέτοιου πιστοποιητικού, μετά την παράδοση του έργου. Όλα αυτά και συναφή θέματα είναι θέματα που θα πρέπει να απασχολήσουν σε πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Εν πάση όμως περιπτώσει, κατά την άποψη μου, σίγουρα εδώ δεν μπορώ να εντοπίσω μια τέτοια παραδοχή γεγονότων εκ μέρους της εναγομένης, η οποία θα την απογύμνωνε από οποιονδήποτε έρεισμα έγερσης θεμάτων που αντιστρατεύονται την διεκδίκηση του συγκεκριμένου ποσού. Για τούτο, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. π.] Κ. Κληρίδης Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΘΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο