ΜΑΡΙΑ ΔΑΝΙΗΛ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 9357/04, 27 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 9357/04 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ ΔΑΝΙΗΛ, από τη Λακατάμεια. ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ -και- ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, από τη Λευκωσία. ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κα Κωνσταντίνου. Για Εναγόμενη: κα Παρτασίδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα ζητά εναντίον της Εναγόμενης Τράπεζας ποσό ΛΚ16.320,25 ως το ποσό που δυνάμει συμφωνίας όφειλε η Εναγόμενη να πληρώσει στην Ενάγουσα και παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά. Σύμφωνα με την ΄Εκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα είχε υπογράψει σύμβαση έργου για ανέγερση της οικίας της με την Εταιρεία Κουγιάλης Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λτδ εν (τοις εφεξής ΚΟΕ ΛΤΔ) και κατά την 1.2.2001 η Εναγόμενη για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας και/ή της Εταιρείας Κουγιάλης Οικοδομικές & Τεχνικές Επιχειρήσεις Λτδ (εν τοις εφεξής ΚΟΤΕ Λτδ) και/ή της Κουγιάλης Οικοδομικές και Τεχνικές Υπηρεσίες παρείχε εγγύηση εκδίδοντας εγγυητική επιστολή μέχρι του ποσού των ΛΚ16.320,25 για πιστή εκτέλεση των όρων προσφοράς του έργου με αρ. 523/924762 όπου δικαιούχος της εγγυητικής ήταν η Ενάγουσα και αιτητής η εταιρεία ΚΟΕ ΛΤΔ. Με βάση τους όρους της εγγυητικής, η Εναγόμενη, ανέλαβε την υποχρέωση να έχει στη διάθεση της Ενάγουσας οποιοδήποτε ποσό μέχρι ΛΚ16.320,25, νοουμένου ότι μέχρι 1.6.2002, θα εγίνετο από την Ενάγουσα αξίωση, η οποία θα συνοδεύετο από δήλωση/ πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού η οποία θα ανέφερε ότι ο αιτητής δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου. Η εγγυητική θα είχε ισχύ μέχρι 1.6.02 και αν η Ενάγουσα δεν αξίωνε το εν λόγω ποσό η εγγυητική θα ήταν άκυρη. Η Εναγόμενη στις 30.5.2002, κακόπιστα, αντί να ανανεώσει την υφιστάμενη εγγυητική, εξέδωσε νέα εγγυητική με αιτητή την εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ με διαφορετικό αριθμό, για το ίδιο ποσό, για το ίδιο δικαιούχο και με τους ίδιους όρους με ισχύ από 1.6.2002 μέχρι 30.11.
- Στις 29.5.2003 η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή στην Ενάγουσα με την οποία την ενημέρωνε ότι κατόπιν αίτησης των πελατών της ΚΟΤΕ ΛΤΔ η ισχύς της εγγυητικής παρατείνεται μέχρι την 31.10.
- Στις 9.10.2003 η Ενάγουσα ζήτησε την πληρωμή της εγγυητικής την οποία συνόδευε και δήλωση πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού η οποία ανέφερε ότι ο αιτητής της δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου. Στις 16.10.2003 η Εναγόμενη με επιστολή της αρνήθηκε την πληρωμή της χωρίς την παρουσίαση του πρωτοτύπου παράτασης της ισχύος της εγγυητικής και σε απάντηση επιστολής των συνηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 30.10.2003 η Εναγόμενη αρνήθηκε να τιμήσει την εν λόγο εγγυητική για το λόγο ότι δεν παρουσιάσθηκε το πρωτότυπο και γιατί το όνομα του αιτητή ήταν διαφορετικό από το όνομα του εργολάβου στο συμβόλαιο. Ισχυρίζεται ότι αντισυμβατικά η Εναγόμενη δεν τίμησε την εγγυητική και ότι η Εναγόμενη προέβηκε στην αλλαγή του αιτητή στις επόμενες εγγυητικές κακόπιστα και/ή κατά παράβαση των όρων της εγγυητικής, ή κατά παράβαση της συμφωνίας της Εναγομένης με την Ενάγουσα και παράνομα διαφοροποίησε το όνομα του αιτητή στην αρχική εγγυητική χωρίς προηγούμενη γνώση της Ενάγουσας με σκοπό την εξαπάτηση της. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι η έκδοση της εγγυητικής με ισχύ από 1.6.2002 από την Εταιρεία Κουγιάλης Οικοδομικές και Τεχνικές Επιχειρήσεις Λτδ (ΚΟΤΕ ΛΤΔ) έγινε με τη συγκατάθεση και γνώση της Ενάγουσας καθώς και οι ανανεώσεις αυτής και ότι η ίδια ορθά δεν ετίμησε την εγγυητική αφού δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις για εξαργύρωση της εγγυητικής από την Ενάγουσα. Ειδικότερα δεν παρουσιάσθηκε το πρωτότυπο της παράτασης της εγγυητικής επιστολής και η πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού του έργου δεν αφορούσε τον αιτητή της εγγυητικής (Εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ) αλλά την εταιρεία (ΚΟΕ ΛΤΔ). Η Ενάγουσα με την απάντηση στην Υπεράσπιση αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Εναγομένης. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα και επίσης έδωσε μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης της η ίδια η Ενάγουσα ΜΕ1 ενώ η Εναγόμενη στηρίχθηκε στη μαρτυρία της κας Λίζας Παντελίδου ΜΥ
- ΄Ηταν η εκδοχή της Ενάγουσας ότι στις 31/1/2001 υπέγραψε σύμβαση έργου για ανέγερση της κατοικίας της στη Λακατάμεια με την Εταιρεία ΚΟΕ ΛΤΔ και μετά από συμφωνία με την εν λόγω εταιρεία την 1/2/2001 η Εναγόμενη και για λογαριασμό της εταιρείας ΚΟΕ ΛΤΔ παρείχε εγγύηση μέχρι του ποσού των ΛΚ16.360,25, για την πιστή εκτέλεση των όρων προσφοράς και για την καλήν εκτέλεση των εργασιών για ανέγερση της οικίας της στη Λακατάμεια. ΄Ετσι η Εναγόμενη εξέδωσε προς όφελος της Ενάγουσας την εγγυητική επιστολή με αριθμό 523/
- Δικαιούχος της εγγυητικής αυτής ανεγραφόταν η ίδια και αιτητής η εταιρεία ΚΟΕ ΛΤΔ. Με βάση τους όρους της εγγυητικής η Εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να έχει στη διάθεση της οποιοδήποτε ποσό, μέχρι το ποσό των ΛΚ16.320,25, χωρίς αναφορά στον αιτητή και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίρρηση και ένσταση νοουμένου ότι μέχρι την 1/6/2002, θα έφτανε στην Εναγόμενη, γραπτή αξίωση από μέρους της, η οποία θα συνοδεύετο από δήλωση/πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού, η οποία θα ανέφερε ότι ο αιτητής δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου. Η εγγυητική αυτή θα είχε ισχύ μέχρι την 1/6/2002 και αν μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν αξίωνε γραπτώς το ποσό της εγγύησης τότε η εγγυητική θα καθίστατο άκυρη και χωρίς καμία ισχύ. Στις 30/5/2002 η Εναγόμενη, ως το στάδιο εκείνο είχε αντιληφθεί η Ενάγουσα, ανανέωσε και/ή παρέτεινε τη Εγγυητική με τους πιο πάνω αναφερόμενους όρους και για το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, παρατείνοντας και την ημερομηνία αποστολής γραπτής αξίωσης από μέρους της από την 1/6/2002 στις 30/11/
- Πλην όμως η Εναγόμενη αντί να ανανεώσει την υπάρχουσα εγγυητική, εξέδωσε νέα με αριθμό 523/924923 και με αιτητή την εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ με διαφορετικό αριθμό, για το ίδιο ποσό, για τον ίδιο δικαιούχο, και με τους ίδιους ακριβώς όρους. Την 29/5/2003 η Εναγόμενη της απέστειλε επιστολή με την οποία την ενημέρωνε ότι κατόπιν αίτησης των πελατών της εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ η ισχύς της εγγυητικής παρατείνετο μέχρι την 31/7/
- Ως αιτητής της ανανεωμένης εγγυητικής αυτής ανεγράφετο η εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ. Στις 29/7/2003 η Εναγόμενη της απέστειλε εκ νέου επιστολή, με την οποία την ενημέρωνε ότι κατόπιν αίτησης των πελατών της εταιρείας ΚΟΤΕ ΛΤΔ, η ισχύς της εγγυητικής παρατείνεται μέχρι την 31/10/
- Ως αιτητής και αυτής της ανανεωμένης εγγυητικής ανεγράφετο η εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ. Την 9/10/2003 αξίωσε την πληρωμή της εγγυητικής, με γραπτή αξίωσή της, την οποία συνόδευε και η απαραίτητη δήλωση/πιστοποίηση, του Αρχιτέκτονα η οποία ανέφερε ότι ο αιτητής δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου. Στις 16/10/2003 έλαβε απάντηση της Εναγομένης η οποία της έλεγε ότι για να της καταβληθεί το ποσό της εγγυητικής θα έπρεπε να παρουσιάσει το πρωτότυπο έγγραφο παράτασης της ισχύος της εγγυητικής, ενώ δεν υπήρχε τέτοια προϋπόθεση ούτε στην αρχική εγγυητική ούτε και στα έγγραφα παρατάσεως αυτής και ενώ η πρωτότυπη εγγυητική δεν της είχε ποτέ παραδοθεί, αλλά είχε από την αρχή δοθεί στους αιτητές της εγγυητικής, οι οποίοι και αρνούνταν να της την παραδώσουν. Πάντοτε της διδόταν αντίγραφο των εγγυητικών είτε στην ίδια, είτε στην αδερφή της και ουδέποτε οι πρωτότυπες. Η τελευταία εγγυητική της απεστάλη με τηλεομοιότυπο (φαξ) από την Εναγόμενη στον αριθμό φαξ του γραφείου της. Μετά από την παραλαβή της πιο πάνω επιστολής, μέσω των δικηγόρων της απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 16/10/2003, με την οποία καλούσε την Εναγόμενη να τιμήσει την υποχρέωση της εκ της εγγυητικής. Η Εναγόμενη εξακολουθούσε να τηρεί αρνητική στάση έναντι του αιτήματος της παρά τις οχλήσεις της και παρά την αποστολή στην Εναγόμενη και δεύτερης επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 20/10/
- Στις 30/10/2003 η Εναγόμενη, απέστειλε επιστολή - απάντηση στους δικηγόρους της με την οποία την ενημέρωνε, ότι απορρίπτει τους ισχυρισμούς των επιστολών τους και ότι η εγγυητική δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί, τόσο για τους λόγους που ανάφεραν στην επιστολή τους, ημερομηνίας 16/10/2003, όσο και λόγω του ότι το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα δεν ήταν σύμφωνο με τους όρους εξαργύρωσης της εγγυητικής επιστολής. Η Εναγόμενη ουδέποτε την ενημέρωσε για την παραμικρή αλλαγή στους όρους ή στο κείμενο, γενικά, της εγγυητικής, αλλά αντίθετα προέβηκε στην αλλαγή του ονόματος του αιτητή στις Εγγυητικές που ακολούθησαν την πρώτη εγγυητική, χωρίς να την ενημερώσει περί τούτο και αφήνοντας της να νοηθεί ότι, εφόσον πληρούνται οι όροι που έθετε η εγγυητική, τότε θα της κατέβαλλαν το ποσό των ΛΚ16.360,
- ΄Εκτοτε η Εναγόμενη παραλείπει να πληρώσει το ποσό της εγγυητικής, ενώ είχε αναλάβει αυτή την υποχρέωση και ενώ η ίδια τήρησε όλες τις τασσόμενες από την εγγυητική προϋποθέσεις. Εξέδωσε νέα εγγυητική χωρίς την γνώση της, στην οποία δεν μπορούσε να υποβληθεί, έγκυρη, απαίτηση δυνάμει των όρων της. Η Εναγόμενη, με τη στάση της, της έδειξε ότι εξέδωσε προς όφελός της εγγυητική, που δεν είχε σκοπό εξαρχής να τιμήσει, παραπλανώντας την ως προς τις προθέσεις της. Δεν μπορεί να γνωρίζει τους λόγους για τη στάση αυτή της Εναγομένης, πλην όμως εξ΄ όσων πληροφορήθηκε, σε αρκετά μεταγενέστερο στάδιο, η εταιρεία για την οποία εξεδώθει η αρχική εγγυητική πτώχευσε. Αν έτσι ήταν η Εναγόμενη είτε στο στάδιο εκείνο όφειλε να την ενημερώσει και να εξαργυρώσει την εγγυητική ή να εκδώσει τις νέες εγγυητικές συνεχίζοντας τη δέσμευση που είχε αναλάβει έναντί της. Τέλος ισχυρίζεται ότι λόγω των πιο πάνω παραβάσεων έχει υποστεί ζημιές ύψους ΛΚ16.320,25 (ήτοι €27.884,80), ως το ποσό που δυνάμει της εγγυητικής η Εναγόμενη όφειλε και είχε αναλάβει να της το πληρώσει. Η εκδοχή της Εναγομένης ως προωθήθηκε με τη μαρτυρία της Λίζας Παντελίδου Διευθύντριας του Κεντρικού καταστήματος της Εναγομένης στη Λευκωσία ήταν ότι η εγγυητική επιστολή την οποία εκδίδει κάθε Τράπεζα, προσομοιάζει με banker'ς draft (τραπεζική εντολή) ή επιταγή. ΄Οταν η Τράπεζα εκδίδει banker's draft ή επιταγή, αυτό το κάνει κατόπιν εντολής από κάποιο αιτητή ο οποίος συνεργάζεται με την Τράπεζα και κατόπιν εντολής του η Τράπεζα εκδίδει την επιταγή ή εγγυητική στο όνομα κάποιου προσώπου (δικαιούχου) που ο εντολέας υποδεικνύει στην Τράπεζα η οποία παραδίδει στον πελάτη της (εντολέα) τη σχετική επιταγή. Ο δικαιούχος όταν και εάν του παραδοθεί από τον εντολέα η σχετική επιταγή τότε παρουσιάζει το πρωτότυπο στην Τράπεζα η οποία έχει υποχρέωση να πληρώσει το ποσό το οποίο αναγράφεται σε αυτήν. Σίγουρα η Τράπεζα οφείλει να πληρώσει το ποσό στο δικαιούχο εφόσον παρουσιαστεί σε αυτήν το πρωτότυπο και όχι οποιοδήποτε αντίγραφο της εν λόγω επιταγής. Η ίδια τακτική/πρακτική γίνεται και στην περίπτωση εγγυητικών επιστολών. Η Τράπεζα οφείλει να τιμήσει κάποια εγγυητική επιστολή εφόσον ο δικαιούχος παρουσιάσει την πρωτότυπη αυτή εγγυητική ζητώντας γραπτώς την πληρωμή της, νοουμένου ότι πληρούνται οι όροι οι οποίοι αναγράφονται στην εγγυητική επιστολή. Αυτή ήταν η ανέκαθεν πρακτική όλων των Τραπεζών. Η Εναγόμενη εξέδωσε την εγγυητική με αριθμό 924762, τεκμήριο 2 με αιτητή την ΚΟΕ Λτδ η οποία έληγε την 1/6/2002 ενώ την 30/5/2002 η Εναγόμενη εξέδωσε νέα εγγυητική, την εγγυητική με αριθμό 924923 τεκμήριο 3 με αιτητή την ΚΟΤΕ Λτδ. Η νέα εγγυητική ημερομηνίας 1/6/2002 ήταν με διαφορετικό αριθμό και με διαφορετικό αιτητή από την πρώτη εγγυητική. Η νέα εγγυητική έληγε μέχρι 10.11.
- Η εν λόγω εγγυητική ανανεώθηκε διαδοχικά από 30.11.2002 μέχρι 31.10.2003 με ίδιους όρους και Αιτητή την ίδια Εταιρεία (ΚΟΤΕ ΛΤΔ). Κατά ή περί την 9/10/2003 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή στην Εναγομένη με την οποία απαιτούσε την καταβολή του ποσού της εγγυητικής με αριθμό 924923 - τεκμήριο 6α. Στο προαναφερόμενο τεκμήριο επισυνάφθηκε η βεβαίωση του αρχιτέκτονα - τεκμήριο 6β - η οποία κάνει αναφορά στο συμβόλαιο εργολαβίας της Ενάγουσας με την εταιρεία ΚΟΕ Λτδ. Η εγγυητική η οποία αφορούσε την Ενάγουσα και την εταιρεία ΚΟΕ Λτδ (όχι την ΚΟΤΕ Λτδ) είχε λήξει από 1.6.2002 και δεν ανανεώθηκε ποτέ. Η τράπεζα οφείλει να εξαργυρώσει κάποια εγγυητική επιστολή μόνο εφόσον ο δικαιούχος παρουσιάσει το πρωτότυπο της εν λόγω εγγυητικής και όχι αντίγραφο αυτής. Καμιά Τράπεζα δεν θα τιμήσει την εν λόγω εγγυητική εντολή αφού απαραίτητη προϋπόθεση για να πληρώσει το ποσό κατά πάγια πρακτική όλων των Τραπεζών είναι η παρουσίαση του πρωτότυπου της εγγυητικής επιστολής. Η Τράπεζα δεν αναλαμβάνει το ρίσκο να εξαργυρώσει σε κάποιον (τον οποίον ουσιαστικά δεν γνωρίζει) με την προσκόμιση αντίγραφου είτε εγγυητικών είτε άλλων τραπεζικών εντολών καθ' ότι θα είναι υπόχρεη μετά να εξαργυρώσει και το πρωτότυπο αξίας. Η Τράπεζα ορθά δεν τίμησε την εγγυητική επιστολή γιατί εκτός του ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να προσκομίσει την πρωτότυπη εγγυητική, το πιστοποιητικό του επιβλέποντος μηχανικού δεν συνήδε με τους όρους εξαργύρωσης της εγγυητικής επιστολής. Για την έκδοση των εγγυητικών επιστολών η Τράπεζα γνωρίζει μόνο τον πελάτη της που είναι ο εντολέας και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή ευθύνη για τις συναλλαγές αυτού με τους πελάτες του. Ευθύνη και υποχρέωση έχει η Τράπεζα να πληρώσει το ποσό της εγγυητικής απευθείας προς το δικαιούχο νοουμένου ότι παρουσιάζεται το πρωτότυπο αυτής και πληρούνται οι όροι της εγγυητικής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Τράπεζα είχε δικαίωμα να αρνηθεί να τιμήσει την εγγυητική της ενάγουσας με αριθμό 924923 καθ' ότι δεν ζητήθηκε η πληρωμή της προσκομίζοντας το πρωτότυπο αυτής και επιπλέον αυτή αφορούσε συμβόλαιο μεταξύ Ενάγουσας και ΚΟΤΕ ενώ η εγγυητική με αριθμό 924762 είχε λήξει. Οι συνήγοροι μετά την ακροαματική διαδικασία με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία αφού τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν γίνει παραδεκτά και έχουν ως ακολούθως: Η Ενάγουσα διαμένει στη Λευκωσία και είναι ιατρός στο επάγγελμα. Η Εναγόμενη ήταν και εξακολουθεί να είναι δημόσια εταιρεία, η οποία ασχολείται με τραπεζικές εργασίες. Κατά ή περί την 31/1/2001 η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία με την Εταιρεία ΚΟΕ ΛΤΔ με σκοπό σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας τη συντήρηση και συμπλήρωση της κατοικίας της. Την 1/2/2001 η Εναγόμενη παρείχε, προς όφελος της Ενάγουσας και με αιτητή την εταιρεία ΚΟΕ Λτδ, εγγύηση μέχρι του ποσού των ΛΚ16.360,25, για την πιστή εκτέλεση των όρων της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της εταιρείας ΚΟΕ ΛΤΔ και εξέδωσε εγγυητική επιστολή με αριθμό 523/924762 η οποία έληγε την 1/6/
- Με βάση τους όρους της εγγυητικής η Εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να έχει στη διάθεση της Ενάγουσας οποιοδήποτε ποσό, μέχρι το ποσό των ΛΚ16.360,25, χωρίς αναφορά στον αιτητή και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίρρηση και ένσταση νοουμένου ότι: μέχρι την 1/6/2002 να έφτανε στην Εναγόμενη γραπτή αξίωση της Ενάγουσας η οποία θα συνοδεύετο από δήλωση/πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού, η οποία θα ανέφερε ότι ο αιτητής δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου. Η εγγυητική αυτή θα είχε ισχύ μέχρι την 1/6/2002 και αν μέχρι εκείνη την ημερομηνία η Ενάγουσα δεν αξίωνε γραπτώς το ποσό της εγγύησης τότε η εγγυητική θα καθίστατο άκυρη και χωρίς καμιά ισχύ. Κατά ή περί την 30/5/2002 η Εναγόμενη εξέδωσε νέα εγγυητική με αριθμό 523/924923 με αιτητή την εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ προς όφελος της Ενάγουσας για το ποσό των ΛΚ16.360,
- Με βάση τους όρους της εγγυητικής η Εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να έχει στη διάθεση της Ενάγουσας οποιοδήποτε ποσό, μέχρι το ποσό των ΛΚ16.360,25, χωρίς αναφορά στον αιτητή και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίρρηση και ένσταση νοουμένου ότι: μέχρι την 30/11/2002 να έφτανε στην Εναγόμενη γραπτή αξίωση της Ενάγουσας η οποία θα συνοδεύετο από δήλωση/πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού, η οποία θα ανέφερε ότι ο αιτητής δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου. Κατά ή περί την 30/11/2002 η εγγυητική υπ' αριθμό 523/924923 ανανεώθηκε μέχρι την 28/2/2003 με τον ίδιο αιτητή. Επίσης ανανεώθηκε την 28/2/2003 μέχρι την 31/5/2003 την 29/5/2003 μέχρι 31/7/2003, 29/7/2003 μέχρι 31/10/2003 με τον ίδιο αιτητή. Στις 9/10/2003 η Ενάγουσα αξίωσε την πληρωμή της εγγυητικής και παρέδωσε στην Εναγόμενη δήλωση πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού με την οποία ανέφερε ότι ο αιτητής δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου ημερομηνίας 31/1/
- Την 16/10/2003 η Ενάγουσα έλαβε αρνητική απάντηση από την Εναγόμενη. Η Ενάγουσα δια των δικηγόρων της απέστειλε στην Εναγόμενη επιστολές ημερομηνίας 16/10/2003 και 29/10/
- Σε απάντηση των πιο πάνω επιστολών η Εναγόμενη απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 30/10/
- Το όνομα του αιτητή στην εγγυητική επιστολή με αριθμό 523/924762 διαφέρει από το όνομα του αιτητή στην εγγυητική επιστολή με αριθμό 523/
- Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αμφισβητούμενης μαρτυρίας επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο παρακολούθησε με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως. Αξιολόγησε την μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους σε συνδυασμό με τα παραδεκτά γεγονότα και τα κατατεθέντα εκ συμφώνου Τεκμήρια και οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι η μάρτυρας της Εναγομένης, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και γίνονται ανάλογα ευρήματα. Η μαρτυρία της Ενάγουσας ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στη συνέχεια της ανάλυσης θα παρατεθούν οι λόγοι απόρριψης της μαρτυρίας της ως προς τα πιο πάνω. Ειδικότερα η θέση της Εναγομένης ως προς την διαδικασία έκδοσης της εγγυητικής επιστολής αλλά και την πρακτική των τραπεζών γίνεται αποδεκτή αφού αυτή δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά από την πλευρά της Ενάγουσας με μαρτυρία τραπεζιτικού που να διαφοροποιεί τα όσα η μάρτυρας ανέφερε. Οι προσωπικές απόψεις που εκφράσθηκαν από την Ενάγουσα χωρίς υπόβαθρο που να δικαιολογεί γνώσεις της ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται από την Τράπεζα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως αναφέρθηκε από την κα Λίζα Παντελίδου, μαρτυρία την οποία αποδέχομαι, η εγγυητική επιστολή εκδίδεται από την Τράπεζα, αφού υπάρχει εντολή από τον αιτητή, ο οποίος συνεργάζεται με την Τράπεζα, και κατόπιν εντολής του η Τράπεζα εκδίδει την εγγυητική προς όφελος κάποιου προσώπου (δικαιούχου) που ο εντολέας υποδεικνύει στη Τράπεζα η οποία παραδίδει στο πελάτη της την σχετική εγγυητική. Ο δικαιούχος όταν και αν του παραδοθεί η εγγυητική επιστολή, τότε παρουσιάζει το πρωτότυπο στην Τράπεζα, η οποία έχει υποχρέωση να πληρώσει το ποσό το οποίο αναγράφεται σ' αυτή. Η τράπεζα οφείλει να τιμήσει κάποια εγγυητική επιστολή, εφόσον ο δικαιούχος παρουσιάσει την πρωτότυπη τραπεζική εγγυητική, ζητώντας γραπτώς την πληρωμή της, νοουμένου ότι πληρούνται οι όροι οι οποίοι αναγράφονται στην εγγυητική επιστολή. Καμιά τράπεζα στον κόσμο δεν θα τιμήσει εγγυητική εντολή χωρίς να παρουσιασθεί το πρωτότυπο αυτό. Η τράπεζα γνωρίζει μόνο τον πελάτη της που είναι ο εντολέας και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή ευθύνη για τις συναλλαγές αυτού με τους πελάτες του. Με βάση τα πιο πάνω, απορρίπτω την θέση της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη κακόπιστα εξέδωσε νέα εγγυητική επιστολή με άλλο αιτητή, χωρίς να ειδοποιήσει την Ενάγουσα, αφού από τα πιο πάνω δεν ήταν υποχρέωση της Εναγομένης να ειδοποιηθεί ο δικαιούχος, δηλαδή η Ενάγουσα, αφού καμιά σχέση η Τράπεζα δεν είχε με την Ενάγουσα, αλλά η Εταιρεία, με την οποία είχε συνάψει συμφωνία. Η Τράπεζα δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την συμφωνία των μερών. Η ευθύνη της έναντι του δικαιούχου ξεκινά από τη στιγμή που ο δικαιούχος ζητά εγγράφως την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής και η Τράπεζα είναι υπόχρεη να την τιμήσει εφόσον οι όροι της ικανοποιούνται. Ως αναφέρεται στην Πολ. ΄Εφεση αρ. 59/2007 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd, ημερ. 15.7.2008, σελ. 5 "οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποία διασφαλίζουν. Ο σκοπός της δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της Τράπεζας ή του Πιστωτικού Ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής." Επίσης η θέση της Ενάγουσας ότι δεν γνώριζε ότι εκδόθηκε νέα εγγυητική με νέο αριθμό και άλλο αιτητή δεν γίνεται αποδεκτός, αφού προκύπτει ότι τουλάχιστο, ως η ίδια παραδέχεται ειδοποιήθηκε από την Εναγόμενη για τον αριθμό της νέας εγγυητικής, στο όνομα διαφορετικού αιτητή, με δύο επιστολές ανανέωσης της και η απαίτηση της Τεκμήριο 6α έγινε με τον αριθμό της δεύτερης εγγυητικής στην οποία ο αιτητής ήταν η εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ. Επίσης η θέση της Ενάγουσας ότι ήταν υπόχρεη η Εναγόμενη να της παραδώσει το πρωτότυπο της εγγυητικής ή να ανανεώσει την πρώτη εγγυητική δεν γίνεται αποδεκτός, αφού η τράπεζα γνωρίζει μόνο τον αιτητή και σε αυτό παραδίδει τις οποιεσδήποτε εκδοθείσες εγγυητικές επιστολές τις οποίες αυτός παραδίδει στον δικαιούχο. Εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ να εξετάσω τη θέση της Ενάγουσας ότι η εγγυητική έπρεπε να πληρωθεί, παρά το ότι αιτητής της εγγυητικής ήταν η εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ, αντί της εταιρείας ΚΟΕ ΛΤΔ. Από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν όσο και από τη δοθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν τιμήθηκε η εγγυητική της Ενάγουσας είναι δύο. Κατά πρώτο λόγο η Ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούντο για την εξαργύρωση της εγγυητικής και δεύτερον η Ενάγουσα παρέλειψε να προσκομίσει το πρωτότυπο της εγγυητικής. Ως πολύ ορθά αναφέρθηκε από την κα Παρτασίδου με αναφορά στο σύγγραμμα Pagets Laws of Banking (12η έκδοση) και αγγλική νομολογία οι όροι μιας εγγυητικής πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά προτού αυτή εξαργυρωθεί (βλ. Frank Maas (UK) v. Habib Bank A. G. Zurich
(2001)CLC 89 Queen's Bench Division ημερ. 3.8.2000) και ότι είναι απαραίτητο να μη υπάρχει καμιά αμφιβολία, κανένα ρίσκο ώστε η Τράπεζα να παραπλανηθεί ή να συγχυστεί με οποιοδήποτε τρόπο (βλ. Siporex v. Banque Indosuez
(1986)2 L1 Rep. 146). Στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη θα προέβαινε σε εξαργύρωση της εγγυητικής της Ενάγουσας, μόνο εάν ετηρούντο οι προϋποθέσεις οι οποίες καταγράφοντο σε αυτή. Η Εναγόμενη για να αποφύγει τον κίνδυνο λανθασμένης ρευστοποίησης της επίδικης εγγυητικής έπρεπε να διαπιστώσει εάν στις 9.10.2003 που έγινε η απαίτηση πληρούνταν οι προϋποθέσεις της για εξαργύρωση. Στις 9.10.2003 η μόνη εγγυητική η οποία ήτο σε ισχύ ήτο το τεκμήριο 5 το οποίο αποτελεί την ανανέωση της δεύτερης εγγυητικής (του τεκμηρίου 3) συμφωνία με την οποία είχε υποχρέωση να την τιμήσει νοουμένου ότι μέχρι 31.10.2003 θα έφτανε στην Τράπεζα γραπτή αξίωση από την Ενάγουσα, η οποία θα συνοδεύετο με δήλωση πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού η οποία να αναφέρει ότι ο αιτητής δηλαδή η Εταιρεία ΚΟΤΕ Λτδ, δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου. Η Ενάγουσα με την επιστολή της ημερομηνίας 9.10.2003 (Τεκμήριο 6α) ενώ έκανε αναφορά στη δεύτερη εγγυητική με αιτητή την Εταιρεία ΚΟΤΕ ΛΤΔ εν τούτοις επισύναψε βεβαίωση του αρχιτέκτονα (Τεκμήριο 6β) η οποία έκανε αναφορά σε παράβαση συμβολαίου της Εταιρείας ΚΟΕ ΛΤΔ διαφορετικό από το αιτητή που κάλυπτε η εγγυητική. Η Εναγόμενη εν όψει του ότι δεν πληρούντο οι όροι της δεύτερης εγγυητικής και αφού δεύτερη εγγυητική εκδόθηκε με εντολή της εταιρείας ΚΟΤΕ ΛΤΔ διαφορετικού νομικού προσώπου από την ΚΟΕ ΛΤΔ ορθά δεν προχώρησε να πληρώσει την εγγυητική. Η Ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να διορθώσει την εν λόγω απαίτηση της, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Επίσης θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της ΚΟΕ ΛΤΔ ή ΚΟΤΕ ΛΤΔ και όχι εναντίον της Εναγομένης. Επίσης και η θέση της Εναγομένης ότι, για να εξαργυρωθεί η επίδικη εγγυητική, θα έπρεπε να παρουσιαστεί η πρωτότυπη ανανέωση της εγγυητικής, ευσταθεί, αφού ως προκύπτει από την μαρτυρία της Εναγόμενης, η οποία έγινε αποδεκτή αυτή είναι παγκόσμια πρακτική από όλες τις Τράπεζες του κόσμου και ως εκ τούτου, ακόμη και αν δεν αναφέρετο στις προϋποθέσεις εξαργύρωσης της, αυτός αποτελούσε εξυπακουόμενο όρο. Η ύπαρξη εξυπακουόμενων όρων γίνεται για να δοθεί αποτελεσματικά και πληρότητα σε ένα έγγραφο (βλ. Τσιόλη ν. Δ. Χατζηανδρέου
(2000)1ΑΑΔ 1250.) Η υποχρέωση για προσκόμιση του πρωτοτύπου εγγράφου για την εξαργύρωση κάποιας εγγυητικής είναι τόσο εμφανής και αναγκαία που εξυπακούετο ότι η Ενάγουσα όφειλε να προσκομίσει το πρωτότυπο αυτό έγγραφο. Με βάση τα πιο πάνω η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι η Ενάγουσα όφειλε να εξαργυρώσει την επίδικη εγγυητική και ως εκ τούτου η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Όμως ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι η αιτία αγωγής εστιάζεται σε παραβάση συμφωνίας. Ως φαίνεται από τα δικόγραφα η Ενάγουσα επιζητεί το επίδικο ποσό ως ζημιές δυνάμει συμφωνίας (βλ. παραγρ. 18 της ΄Εκθεσης Απαίτησης.) Επίσης σύμφωνα με την παράγραφο 17 της ΄Εκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι η Εναγόμενη προέβηκε σε αλλαγή του ονόματος του αιτητή, κακόπιστα και/ή κατά παράβαση των όρων της εγγυητικής και/ή κατά παράβαση της συμφωνίας της Εναγόμενης μετά της Ενάγουσας. Από τη δοθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε ότι η Ενάγουσα είχε οποιαδήποτε συμφωνία με την Εναγόμενη σχετικά με την επίδικη εγγυητική, και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επιπρόσθετα και για αυτό το λόγο. Εν όψει των πιο πάνω η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την παρούσα αγωγή η οποία απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /μ.σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο