← Κύπρος

Cyprus Investments Securities Corporation Ltd ν. Γρηγόρης Γρηγορίου, Αρ. Αγωγής: 1812/04, 27 Φεβρουαρίου 2009

Cyprus Investments Securities Corporation Ltd ν. Γρηγόρης Γρηγορίου, Αρ. Αγωγής: 1812/04, 27 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1812/04 Μεταξύ: Cyprus Investments & Securities Corporation Ltd Εναγόντων Και Γρηγόρης Γρηγορίου Εναγόμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Φεβρουαρίου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Λ. Μαλέκκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου. Για Εναγόμενο: κ. Α. Πέτσας για Κιτρομηλίδης, Πέτσας ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες οι οποίοι είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής ΧΑΚ) ισχυρίζονται ότι από 1.4.00 αγόρασαν και πώλησαν για λογαριασμό του Εναγόμενου μετοχές διαφόρων εταιρειών χρεώνοντας τον με το αντίτιμο και την προμήθεια τους. Επίσης ότι ο Εναγόμενος στις 21.8.00 υπέγραψε συμφωνία αναγνώρισης του χρέους του, το οποίο τότε ήταν Λ.Κ.28.523,48 συν τόκο προς 9% ετησίως και το οποίο θα ήταν πληρωτέο δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.7.130,87 από 15.9.
  2. Επειδή παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις του το χρέος ανήλθε στις Λ.Κ.34.042,84 με τόκο 9% από 1.1.03, το οποίο και διεκδικούν με την παρούσα αγωγή. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος παραδέχεται από τη μια ότι συνεργαζόταν με τους Ενάγοντες, αλλά από την άλλη αρνείται ότι αυτοί αγόραζαν και πωλούσαν μετοχές για λογαριασμό του και δεν αποδέχεται όσες πράξεις δεν έγιναν κατόπιν δικών του εντολών. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι οι Ενάγοντες παράνομα και χωρίς οδηγίες του προχώρησαν σε αγοραπωλησίες μετοχών για τις οποίες ο ίδιος ποτέ δεν πληροφορήθηκε και ή ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε εκ των υστέρων. Αρνείται περαιτέρω ότι υπέγραψε την συμφωνία αναγνώρισης χρέους και ισχυρίζεται πως σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι την υπέγραψε, τότε αυτή αποτελεί προϊόν πλάνης και ή ότι η υπογραφή του αποσπάστηκε δια ψευδών παραστάσεων και ή ότι η συμφωνία είναι προϊόν αθέμιτης συνδιαλλαγής και ή άσκησης πίεσης. Παραδέχεται όμως ότι εισέπραξε επιταγή ύψους Λ.Κ.138 που αντιπροσωπεύει μέρισμα των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ που αγόρασε μέσω των Εναγόντων, καθώς και ότι ο ίδιος πώλησε 944 μετοχές (που είχε αγοράσει μέσω των Εναγόντων) μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου και καρπώθηκε το προϊόν της πώλησης. Μαρτυρία Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες κάλεσαν συνολικά πέντε μάρτυρες, ήτοι τον κ. Σταύρο Αγρότη (Μ.Ε.1), τον κ. Μάριο Σούπασιη (Μ.Ε.2), τον κ. Στέλιο Χριστοδούλου (Μ.Ε.3), την κα Ελευθερία Κουμουλή (Μ.Ε.4) και την κα Ζωή Στυλιανού (Μ.Ε.5). Προς υπεράσπιση του ο Εναγόμενος κατέθεσε ενόρκως μόνον ο ίδιος. Ο κ. Αγρότης (Μ.Ε.1) ήταν Διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των Εναγόντων από τον Φεβρουάριο του
  3. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στην εντολή ανοίγματος λογαριασμού με την Τράπεζα Κύπρου που έδωσε ο Εναγόμενος (Τεκμήριο 1), στον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού, στην υπογραφή επίσης πληρεξουσίου εγγράφου από τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 2), στην ιδιότητα του Εναγόμενου ως αντιπροσώπου των Εναγόντων, στην σχεδόν καθημερινή παρουσία του στα γραφεία τους για διεκπεραίωση εντολών δικών του αλλά και πελατών της εταιρείας του (Zest Investment Ltd), στις αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του Εναγόμενου, στα σχετικά πινακίδια συναλλαγής, στις προσπάθειες είσπραξης, στην υπογραφή της συμφωνίας αναγνώρισης χρέους καθώς και στις επιστολές που απέστειλαν στον Εναγόμενο. Παράλληλα παρουσίασε αρκετά έγγραφα ως Τεκμήρια, μεταξύ των οποίων κατάσταση λογαριασμού, πινακίδια συναλλαγών, αποδείξεις για την πίστωση μερισμάτων, την επίδικη συμφωνία αναγνώρισης χρέους και τις αναφερθείσες επιστολές τους. Ο κ. Σούπασιης (Μ.Ε.2) κατέχει τη θέση Χρηματιστή στους Ενάγοντες από το 1999 μέχρι και σήμερα. Ο μάρτυρας αυτός ήταν το πρώτο πρόσωπο που είχε τις επαφές με τους μετόχους της Zest Investment Ltd, δηλαδή τον Εναγόμενο και κάποιο Λοΐζο Τιμινή με σκοπό την συνεργασία τους με τους Ενάγοντες, πράγμα που κατέστη δυνατό μετά την έγκριση από τους Χριστοδούλου και Αγρότη. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, αυτός ήταν το πρόσωπο προς το οποίο έδιδε τις εντολές ο Εναγόμενος προφορικά, είτε δια ζώσης είτε τηλεφωνικώς. Αναφέρθηκε και αυτός στην υπογραφή του Τεκμηρίου 17 αλλά και σε μεταγενέστερες συναντήσεις στην προσπάθεια διευθέτησης των οφειλόμενων υπολοίπων. Είχε στην κατοχή του και παρουσίασε μνημόνιο για τη συνεργασία (Τεκμήριο 21), πελατολόγιο των Τιμινή και Εναγόμενου (Τεκμήριο 22), ενημερώσεις του προς τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 22Α), πρόταση δανεισμού προς τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 23), κατάσταση παλαιότητας υπολοίπων (Τεκμήριο 24) και πρόταση συμβιβασμού σχετικά με υποχρεώσεις συγγενών του Εναγόμενου (Τεκμήριο 25). Ο κ. Χριστοδούλου (Μ.Ε.3) διετέλεσε Γενικός Διευθυντής των Εναγόντων μεταξύ Ιανουαρίου 2000 και Ιουνίου
  4. Η μαρτυρία του περιστράφηκε κυρίως στις προσπάθειες που κατέβαλε για εξόφληση των υπολοίπων του Εναγόμενου αλλά και της εταιρείας Zest Investments Ltd. Ειδικότερα αναφέρθηκε σε συναντήσεις και συνομιλίες που είχε με τον Εναγόμενο, τονίζοντας ότι αποκλειστικός σκοπός τους ήταν η διευθέτηση των οφειλομένων. Η κα Κουμουλή (Μ.Ε.4) τον Αύγουστο του 1999 αποσπάστηκε στην υπηρεσία των Εναγόντων από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για να βοηθήσει τα τμήματα των Εναγόντων. Αργότερα της ανατέθηκε η εφαρμογή του συστήματος client ledger για παρακολούθηση των υπολοίπων του κάθε πελάτη και πιο ύστερα μεταφέρθηκε στο Λογιστήριο και στο Back Office του οποίου διετέλεσε για κάποιο διάστημα και προϊσταμένη. Σήμερα είναι Λειτουργός Συμμόρφωσης για θέματα νομοθεσίας. Εξήγησε τις εργασίες εισαγωγής του client ledger, το περιεχόμενο των πινακιδίων συναλλαγής και άλλων εγγράφων καθώς και τη δυνατότητα αγοράς μετοχών "με αέρα", δηλαδή χωρίς την προηγούμενη καταβολή του αντιτίμου από τους επενδυτές. Η κα Στυλιανού (Μ.Ε.5) αποσπάστηκε επίσης τον Αύγουστο του 1999 στους Ενάγοντες από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Αρχικά τοποθετήθηκε στο Λογιστήριο, ακολούθως στην Υπηρεσία Διαχείρισης Χαρτοφυλακίων και πιο ύστερα ανέλαβε μια ειδική εργασία για διακανονισμό του μητρώου των μετόχων της Τράπεζας Κύπρου. Τον Ιούνιο του 2000 ανέλαβε ως προϊστάμενη της ομάδας για έλεγχο και εγκατάσταση ενός νέου λογισμικού συστήματος των Εναγόντων με το όνομα "effect portfolio". Η ίδια παρουσίασε τα τεκμήρια 34 έως
  5. Έλαβε μέρος σε συναντήσεις με τον Εναγόμενο και τον Λοΐζο Τιμινή για διευθέτηση των υπολοίπων και κράτησε σχετικές σημειώσεις των διαμειφθέντων (Τεκμήρια 27, 31, 35, 36, 37, 38). Υποστήριξε και αυτή πως βασικός στόχος των συναντήσεων ήταν η διευθέτηση των υπολοίπων αφού ο Εναγόμενος δεν αμφισβητούσε την οφειλή του. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην επαφή που είχαν από κοινού με τον Λοΐζο Τιμινή, ως διευθυντές της Zest με τον Μ.Ε.2 κατά τον Μάρτιο του 2000 και στην συνεπακόλουθη συμφωνία τους για συνεργασία με τους Ενάγοντες προς το σκοπό διεξαγωγής χρηματιστηριακών πράξεων. Όπως εξήγησε η Zest θα έδιδε το πελατολόγιο της στους Ενάγοντες με σκοπό τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν ποσοστό προμήθειας στην Zest. Παραδέχθηκε το άνοιγμα λογαριασμών στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ και την υπογραφή πληρεξουσίων εγγράφων προς τους Ενάγοντες από όλους τους πελάτες της Zest στους οποίους ανήκε και ο ίδιος υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ήταν η θέση του πως ο Μ.Ε.2 του είχε πει πως μπορούσαν να αγοράζουν μετοχές με "αέρα", δηλαδή χωρίς χρήματα. Δέχεται ότι έδιδε εντολές για χρηματιστηριακές πράξεις αλλά ισχυρίστηκε πως αυτό γινόταν κατόπιν υπόδειξης των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ως προς το ποιες έπρεπε να αγοράσουν ή να πωλήσουν οι πελάτες της Zest. Δέχεται επίσης ότι είχε διάφορες επαφές με υπαλλήλους των Εναγόντων στις οποίες συζητείτο το θέμα είσπραξης των υπολοίπων των πελατών της Zest, αλλά ειδικά ως προς την συμφωνία αναγνώρισης χρέους ισχυρίστηκε πως κατά τον Αύγουστο του 2000 "πιέστηκε" από τον Μ.Ε.2 να την υπογράψει όταν εκείνος του ανέφερε πως διαφορετικά δεν θα εκτελούσαν χρηματιστηριακές πράξεις είτε για τον ίδιο, είτε για τους πελάτες της Zest και επιπλέον ότι θα κινούντο δικαστικώς εναντίον μελών της οικογένειας του τα οποία ήταν πελάτες της Zest. Προέβαλε επίσης πως πολλές από τις αγορές και πωλήσεις μετοχών διενεργούντο χωρίς σχετικές δικές του οδηγίες και οι Ενάγοντες σε κατοπινό στάδιο τον ενημέρωναν και του έλεγαν ότι ήταν για δικό του όφελος και ότι θα είχε κέρδος. Αρνήθηκε ότι οποτεδήποτε τον ενημέρωσαν ότι τηρούσαν παράλληλο λογαριασμό ή ότι του παρουσίασαν οποιοδήποτε λογαριασμό ή υπόλοιπο. Βασική του θέση ήταν πως ουδέποτε συμφώνησε με τους Ενάγοντες για άνοιγμα χρεωπιστωτικού λογαριασμού μαζί τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους με βάση τα όσα παρατήρησα και ειδικότερα την εντύπωση που σχημάτισα έχοντας υπόψιν τον τρόπο και το ύφος που απαντούσαν, την ευθύτητα στις απαντήσεις ή την τάση για υπεκφυγή, την τεκμηρίωση σε συνδυασμό με την έγγραφη μαρτυρία και γενικά την εικόνα τους ενόσω κατέθεταν ενόρκως. Γενικά για τους μάρτυρες των Εναγόντων σχημάτισα την εντύπωση ότι υπήρξαν ειλικρινείς και αξιόπιστοι. Απαντούσαν ευθέως στις ερωτήσεις και υπήρξαν σταθεροί στις θέσεις τους. Σε κανένα σημείο δεν έδωσαν την εικόνα ότι είχαν πρόθεση να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Καθένας από αυτούς κατέθεσε για θέματα τα οποία γνώριζε προσωπικά και όπου δεν είχαν προσωπική γνώση, το δήλωσαν χωρίς κανένα δισταγμό. Μικροαντιφάσεις μπορεί να υπήρξαν, αλλά δεν ήταν τέτοιες που να κλονίσουν τη συνολική καλή εικόνα που έχω σχηματίσει. Αντιθέτως ενισχύουν την βεβαιότητα έλλειψης προσυνεννόησης μεταξύ τους. Η προφορική και γραπτή τους μαρτυρία ελεγχόμενες με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν καταδεικνύουν ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραψαν οι ίδιοι. Διαφορετική ήταν η εικόνα που σχημάτισα για τον Εναγόμενο. Μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε πάση θυσία να αποφύγει με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσε την ευθύνη και τις υποχρεώσεις του από την ανάμιξη του σε χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την επίμαχη περίοδο του
  6. Ενώ παραδέχεται ότι του επέτρεπαν να αγοράσει με "αέρα", αρνείται να πληρώσει, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι πρέπει να πληρώσει η Τράπεζα Κύπρου (μητρική εταιρεία των Εναγόντων). Η προσπάθεια του αυτή ξεκίνησε από την Υπεράσπιση του στην οποίαν σε κάποιο σημείο (παρ. 4) ισχυρίζετο ότι δεν έδωσε ποτέ οδηγίες για αγοραπωλησίες μετοχών. Θέση βεβαίως την οποίαν εγκατέλειψε στην μαρτυρία του δεχόμενος τώρα ότι έδωσε πολλές οδηγίες προφορικά, αλλά υπάρχουν και κάποιες μετοχές που αγοράστηκαν με πρωτοβουλία των Εναγόντων, για τις οποίες όμως ούτως ή άλλως δέχεται ότι τον ενημέρωναν μετά τις πράξεις. Παρόλα αυτά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένα και πειστικά ποιες μετοχές αγοράστηκαν χωρίς οδηγίες του, αν και ο ίδιος (στη γραπτή δήλωση του) αναφέρθηκε σε κατάσταση την οποία τηρούσε για τις χρηματιστηριακές του συναλλαγές. Εντελώς επιφανειακά και χωρίς πειθώ ανέφερε μετοχές τριών εταιρειών (Kyknos, Frindlays, Dodoni) οι οποίες σε αξία αγοράς συνολικά δεν ξεπερνούν το 7% των αγορών που φαίνεται να είχαν διενεργηθεί για λογαριασμό του. Πρόκειται για μετοχές αξίας Λ.Κ.18.167,62, οι οποίες αργότερα πωλήθηκαν και συνυπολογίστηκαν και στις δύο περιπτώσεις στην προμήθεια που έλαβε και ο ίδιος μέσω της εταιρείας του και βάσει της ειδικής συμφωνίας του με τους Ενάγοντες. Η γενική εντύπωση που σχημάτισα για τον Εναγόμενο είναι πως κατά την επίμαχη περίοδο είχε άψογη συνεργασία με τους Ενάγοντες, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τις ευκαιρίες που του δίδοντο για επενδύσεις στο Χ.Α.Κ. χωρίς χρήματα, δηλαδή με "αέρα" και μόνο αργότερα όταν δεν πήγαν καλά τα πράγματα διαφοροποίησε τη θέση του προσπαθώντας να ξεφύγει από το χρέος με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσε. Σημειώνω προκαταβολικά πως ακόμα και αυτή η υπογραφή αναγνώρισης χρέους από τον ίδιον είναι απόρροια της καλής τους σχέσης, αφού ακόμα και τότε το θεώρησε και ο ίδιος αναγκαίο και επιθυμητό για να συνεχίσουν οι αγοραπωλησίες μετοχών. Οι ισχυρισμοί του ότι πλανήθηκε και ή εκβιάστηκε αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, οι οποίες δεν με έχουν πείσει. Όπως έχει ήδη λεχθεί οι Ενάγοντες είναι χρηματιστηριακή εταιρεία μέλος του Χ.Α.Κ. και επίσης είναι θυγατρική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Ο Εναγόμενος πριν τον επίδικο χρόνο ήταν αξιωματικός της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και μαζί με τον κ. Λοΐζο Τιμινή, εγκεκριμένο λογιστή και διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου είχαν ιδρύσει την εταιρεία Zest Investments Ltd, η οποία είναι επενδυτική εταιρεία και στην οποίαν ήταν και οι δύο μέτοχοι και διευθυντές. Ο Εναγόμενος δέχεται πως μαζί με τον κ. Τιμινή προσέγγισαν περί τις αρχές του 2000 τους Ενάγοντες και συμφώνησαν όπως συνεργαστούν οι δύο εταιρείες για σκοπούς διεξαγωγής χρηματιστηριακών πράξεων. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως ο Εναγόμενος δεν ήταν άσχετος με τα θέματα του Χρηματιστηρίου. Είχε εμπλακεί υπό διάφορες ιδιότητες σ΄αυτά και ως εταιρεία είχαν ήδη αρκετούς πελάτες για τους οποίους διεβίβαζαν εντολές. Περισσότερες λεπτομέρειες για τις επαφές και τη σχέση που δημιουργήθηκε προσέφερε στο Δικαστήριο ο κ. Σούπασιης. Ο μάρτυρας αυτός ήταν το πρόσωπο που μετά την πρώτη επαφή που είχε με τους διευθυντές της Zest ετοίμασε μνημόνιο προς τον κ. Χριστοδούλου και προς τον κ. Αγρότη, εισηγούμενος την έγκριση της πρότασης συνεργασίας με την παροχή συγκεκριμένου ποσοστού προμήθειας και ως ημερομηνία υλοποίησης της τις αρχές Μαρτίου
  7. Το εσωτερικό αυτό μνημόνιο παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 21 και πέραν του ότι επιβεβαιώνει πλήρως τον κ. Σούπασιη, παρέχει και κάποιες άλλες πληροφορίες όπως το ύψος της προμήθειας (40% του 0,75%) και τα ονόματα 80 πελατών που αποτελούσαν μέχρι τότε το πελατολόγιο της Zest. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος με τον κ. Τιμινή διεβίβαζαν από πριν εντολές πελατών τους προς τους Ενάγοντες για εκτέλεση και πως μέσα στο πελατολόγιο περιλαμβάνοντο τόσον οι ίδιοι προσωπικά αλλά και συγγενικά τους πρόσωπα. Είναι ενδεικτικό πως, σύμφωνα τουλάχιστον με τις αναφορές του κ. Σούπασιη στο Τεκμήριο 21, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του εγγράφου αυτού οι Εναγόμενος και Τιμινής είχαν διοχετεύσει στους Ενάγοντες πράξεις αξίας Λ.Κ.1.000.
  8. Αν και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αξίζει να σημειωθεί επίσης πως το Τεκμήριο 21 φέρει ημερομηνία 3.5.00 και εγκρίθηκε από τους υπόλοιπους αξιωματούχους στις 29.5.00 και 2.6.
  9. Προφανώς δε επειδή υπήρχαν ήδη πράξεις από τον Μάρτιο του 2000 για αυτό και ο κ. Σούπασιης εισηγείτο όπως η συμφωνία τους θεωρηθεί ότι είχε "υλοποιηθεί από τις αρχές Μαρτίου 2000", δηλαδή για να υπολογιστούν προμήθειες από τότε, πράγμα που έγινε δεκτό. Αποτελεί εύρημα μου λοιπόν πως η συνεργασία των Εναγόντων με την εταιρεία Zest συνεχίστηκε κανονικά και όπως αναφέρει και ο κ. Σούπασιης οι προμήθειες επί των πράξεων που διενεργούντο πιστώνοντο αναλόγως των οδηγιών των δύο διευθυντών είτε στον καθένα ξεχωριστά προς εξόφληση δικών τους χρηματιστηριακών συναλλαγών είτε στην ίδια την εταιρεία Zest, η οποία ας σημειωθεί διενεργούσε πράξεις και στο δικό της όνομα. Ο Εναγόμενος παραδέχεται (παρ. 6 της γραπτής δήλωσης του) ότι στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής και ο ίδιος προσωπικά που ανήκε στο πελατολόγιο της Zest, έδινε εντολές στους Ενάγοντες για αγορά μετοχών στο όνομα του. Σε άλλο σημείο δέχεται ότι άνοιξε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και ότι υπέγραψε Πληρεξούσιο Έγγραφο προς το σκοπό εκτέλεσης πράξεων. Τα δύο αυτά έγγραφα παρουσίασε ως Τεκμήρια 1 και 2 ο κ. Αγρότης. Το Τεκμήριο 1, που είναι η Εντολή Ανοίγματος Λογαριασμού δεν φέρει ημερομηνία. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για Εντολή του ίδιου του Εναγόμενου προς την Τράπεζα Κύπρου Λτδ, αλλά για εντολή των Εναγόντων ως χρηματιστηριακού γραφείου με τη σύμφωνη γνώμη στο κάτω μέρος και του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα φέρει τον τίτλο "Ειδικοί Λογαριασμοί Χρηματιστηριακών Γραφείων" και η παράκληση των Εναγόντων προς την Τράπεζα Κύπρου ήταν να προβεί στο άνοιγμα λογαριασμού επ' ονόματι τους "στον οποίο θα αναγράφεται επίσης σε παρένθεση το όνομα Γρηγόρης Γρηγορίου", δηλαδή το όνομα του Εναγόμενου. Ο λογαριασμός φέρει αρ. 102-04-
  10. Το Τεκμήριο 2, που είναι το Πληρεξούσιο Έγγραφο προς τους Ενάγοντες φέρει ημερομηνία πιστοποίησης την 10.4.00 και τους εξουσιοδοτεί βασικά να υπογράφουν παν αναγκαίο έγγραφο για την μεταβίβαση μετοχών ή άλλων αξιών. Το Τεκμήριο 3 περιέχει την καταγραφή των προσωπικών στοιχείων του Εναγόμενου στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων και αποτελεί το άνοιγμα μερίδας επ' ονόματι του. Σ' αυτό φαίνεται τόσον ο προσωπικός κωδικός του

(0731122)όσον και ο αρ. λογαριασμού στην Τράπεζα (102-04-217454). Το ότι το Τεκμήριο 2 φέρει ημερομηνία προγενέστερη του μνημονίου που συνέταξε ο κ. Σούπασιης συνιστά επιβεβαίωση της θέσης των Εναγόντων ότι συνεργασία υπήρχε και πριν τον Ιούνιο του 2000 που δόθηκε η έγκριση για προμήθεια - και μάλιστα αναδρομικά. Άλλωστε αυτό επιβεβαιώνεται αφενός από το ότι οι πρώτες πράξεις για προσωπικό λογαριασμό του Εναγόμενου έγιναν στις αρχές Απριλίου 2000 (Τεκμήρια 4, 5 και 33) και αφετέρου και κυρίως από το ότι η μερίδα του Εναγόμενου με τους Ενάγοντες ανοίχθηκε πολύ πριν το μνημόνιο. Οι επίδικες πράξεις αγοράς και πώλησης μετοχών εκ μέρους του Εναγόμενου αναφέρθηκαν αναλυτικά από τον κ. Αγρότη ο οποίος μεταξύ άλλων παρουσίασε τα πινακίδια συναλλαγής σε δέσμες ως Τεκμήρια 5, 6, 7, 8, 10, 11, 12, 13, 15, 16 και 33, καθώς και την Κατάσταση λογαριασμού μέχρι 30.6.00 ως Τεκμήριο 4 και την Κίνηση Διαθεσίμων από 1.7.00 μέχρι 31.12.02 ως Τεκμήριο
  1. Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί πως με ρητή δήλωση κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος ανέφερε πως δεν αμφισβητεί τις καταγραφές ("τα records" όπως είπε κατά λέξιν) των Εναγόντων. Έτσι σε συνδυασμό με τα όσα με λεπτομέρεια και πειστικότητα εξήγησαν οι μάρτυρες των Εναγόντων δεν έχω καμιά αμφιβολία πως όλες οι αγοραπωλησίες που αναφέρονται στα Τεκμήρια 4 και 9 αλλά και στα Πινακίδια Συναλλαγής έχουν όντως διενεργηθεί από τους Ενάγοντες, με τη σειρά, τα ποσά και στις ημερομηνίες που εκεί αναφέρονται. Από τα πινακίδια συναλλαγής προκύπτει ότι διενεργήθηκαν συνολικά 292 χρηματιστηριακές συναλλαγές εκ των οποίων 191 ήταν αγορές συνολικού ύψους Λ.Κ.276.448,32 και 101 ήταν πωλήσεις ύψους Λ.Κ.241.073,
  2. Οι αγορές αφορούσαν αξίες 15 εταιρειών και οι πωλήσεις αξίες 13 εταιρειών. Το υπόλοιπο του λογαριασμού - Τεκμήριο 4 ήταν Λ.Κ.30.864 το οποίο και μεταφέρθηκε στην Κίνηση Διαθεσίμων - Τεκμήριο 9, της οποίας το υπόλοιπο στις 31.12.02 ήταν όντως Λ.Κ.34.042,84 που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Όσον αφορά τις προμήθειες η αρχική θέση του Εναγόμενου στην αντεξέταση του ήταν πως κατατίθεντο μεν προμήθειες, αλλά αυτό γινόταν στο λογαριασμό όμως της Zest παρότι - όπως επέμεινε - τους είχε πει να τις καταθέτουν στον δικό του προσωπικό λογαριασμό. Όπως ισχυρίστηκε, αυτό το έπραξε επειδή γνώριζε ότι ο λογαριασμός του ήταν πάντα χρεωστικός αφού οι αγορές γίνοντο πάντα χωρίς χρήματα. Αυτή του η παραδοχή διαψεύδει την θέση που είχε εκφράσει αλλού ότι ποτέ δεν ζήτησε από τους Ενάγοντες να του αγοράζουν με "αέρα". Συνάγεται λοιπόν πως γνώριζε πολύ καλά τι γινόταν και ειδικότερα τον τρόπο απόκτησης των μετοχών, αφού με εξαίρεση μερικές καταθέσεις του (ύψους Λ.Κ.1.810) ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Βεβαίως πρέπει να σημειωθεί πως όταν αργότερα του υπεδείχθησαν κατά την αντεξέταση του πιστώσεις από προμήθειες στο λογαριασμό του με τους Ενάγοντες όχι μόνον δεν το αντέκρουσε, αλλά δήλωσε στο Δικαστήριο πως ορθά έπραξαν οι Ενάγοντες. Έτσι είναι αναμφισβήτητο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 πως για το διάστημα από Αύγουστο του 2000 έως και τον Φεβρουάριο του 2002 ο λογαριασμός του Εναγόμενου πιστώθηκε σε 18 περιπτώσεις με προμήθειες συνολικού ύψους Λ.Κ.1.982,81 που αφορούσαν τους μήνες Ιούλιο του 2000 έως τον Ιανουάριο του
  3. Βεβαίως πρόκειται για ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στην εταιρεία Zest, αλλά κατ' απαίτησιν των δύο βασικών μετόχων και διευθυντών της, διαχωρίζοντο και πιστώνοντο στο λογαριασμό του καθενός χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί θέμα ή να υπάρξει διαμαρτυρία από πλευράς Εναγόμενου. Βεβαίως επίσης τα ποσά με τα οποία πιστώνετο κάθε μήνα ο Εναγόμενος δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλα και ίσως για αυτό το λόγο να μην ασχολείτο τακτικά με αυτό το θέμα, ιδιαίτερα όταν ήξερε πως με βάση τις συναλλαγές του δύσκολα ο λογαριασμός του με τους Ενάγοντες έφθανε στο σημείο να έχει πιστωτικό υπόλοιπο. Πλην όμως δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι δεν γνώριζε καθόλου για την πίστωση προμηθειών. Άλλωστε ήταν κάτι το οποίο ο ίδιος είχε ζητήσει, (όπως παραδέχθηκε) και προφανώς λόγω και της άψογης συνεργασίας του με τους Ενάγοντες ήταν ήσυχος ότι πιστώνετο με ό,τι δικαιούτο. Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε την υπογραφή συμφωνίας στις 21.8.00 με την οποίαν αναγνώριζε το χρέος του προς τους Ενάγοντες και ανελάμβανε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 17). Προβάλλει βεβαίως διάφορους ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων ότι δεν ήταν συμπληρωμένο το έγγραφο και ότι εξαναγκάστηκε να την υπογράψει υπό την απειλή μη διενέργειας άλλων πράξεων, καθώς και της λήψης δικαστικών μέτρων. Εν πρώτοις πρέπει ν' αναφερθεί πως πρόκειται για θέσεις που δεν υπεβλήθηκαν στον κ. Σούπασιη κατά την αντεξέταση του και κατά δεύτερο λόγο ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στην προσπάθεια των Εναγόντων να εισπράξουν το λαβείν τους. Εάν δεν πληρώνονταν είχαν κάθε δικαίωμα και τη συνεργασία να διακόψουν αλλά και δικαστικά μέτρα να λάβουν. Δεν δέχομαι την θέση του ότι δεν αναγράφετο τότε το ολικό οφειλόμενο ποσό στη συμφωνία και ότι αυτός δέχθηκε να την υπογράψει εν λευκώ σε όλες τις σελίδες, όπως και έπραξε. Η σημασία του Τεκμηρίου 17 είναι κυρίως το ότι ο Εναγόμενος αποδέχετο την ύπαρξη χρέους προς τους Ενάγοντες αφενός και ότι ήθελε τη συνέχιση της συνεργασίας μαζί τους αφετέρου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι συνέχισε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω των Εναγόντων για ακόμα ένα χρόνο περίπου (μέχρι 13.9.01) ελπίζοντας προφανώς ότι θα ανακτούσε τις ζημιές του στο Χ.Α.Κ. Εάν είχε οποιαδήποτε αμφιβολία είτε για το πραγματικό υπόλοιπο είτε για τη συνέχιση της συνεργασίας του, εκεί ήταν το κατάλληλο στάδιο να θέσει το θέμα, αλλά δεν το έπραξε επειδή ακριβώς ήθελε να συνεχίσει, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι χρωστούσε τον λεγόμενο "αέρα" και ελπίζοντας ότι θα είχε κέρδη. Σημειώνεται πως η πιο πάνω δεν ήταν η μόνη προσπάθεια των Εναγόντων για είσπραξη των οφειλομένων τόσο από τον ίδιο τον Εναγόμενο όσον και από συγγενείς του ή άλλους πελάτες της Zest. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η συνάντηση του κ. Χριστοδούλου με τον Εναγόμενο στις 6.9.00, αλλά και άλλες συναντήσεις ή επαφές τις οποίες περιγράφει με περισσότερη λεπτομέρεια η κα Ζωή Στυλιανού. Συγκεκριμένα έγινε αναφορά σε συναντήσεις ημερ. 6.12.00, 4.1.01 και 5.7.01 και σε τηλεφωνική επικοινωνία ημερ. 3.4.
  4. Για αυτές η κα Στυλιανού κρατούσε χειρόγραφες σημειώσεις επί εγγράφων Παλαιότητας Υπολοίπων αντίστοιχης ημερομηνίας τα οποία παρουσίασε ως Τεκμήρια 34, 35, 36, 37 και
  5. Η μάρτυρας αυτή ήταν πολύ πειστική και δεν αμφισβητήθηκε ότι από την πρώτη συνάντηση επέδειξαν την παλαιότητα υπολοίπων (Τεκμήριο 34) στον Εναγόμενο παραδίδοντας του και αντίγραφο, πράγμα που έπραξαν και στη συνάντηση ημ. 5.7.01 με το αντίστοιχο Τεκμήριο
  6. Βεβαίως οι μάρτυρες αναφέρθηκαν και στις προσπάθειες είσπραξης όλων των υπολοίπων (δηλαδή και των συγγενών του Εναγόμενου) μέσω δανειοδότησης του, καθώς και στις αντιδράσεις του για την ενεχυρίαση μετοχών και το ύψος των τόκων, αλλά κρίνω πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ενασχόληση με τα ζητήματα αυτά. Σημασία έχει πως σε καμιά συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία ο Εναγόμενος δεν ήγειρε ζήτημα ούτε και αμφισβητούσε τις εντολές του για χρηματιστηριακές συναλλαγές ή την οφειλή του για αυτές προς τους Ενάγοντες. Η μόνη του επιφύλαξη ήταν ως προς τα θέματα τόκων και άλλων χρεώσεων παρόμοιας φύσης, πράγμα που προς τιμήν τους επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες Εναγόντων. Το σύνολο της μαρτυρίας και ειδικά η μαρτυρία του κ. Αγρότη και του κ. Σούπασιη, καταδεικνύει πως ο Εναγόμενος δεν ήταν ένας τυχαίος πελάτης των Εναγόντων, ούτε κάποιος επενδυτής που διενήργησε μερικές πράξεις μέσω τους. Πρόκειται για συνεργάτη τους ο οποίος καθημερινά σχεδόν ευρίσκετο στα γραφεία τους, είχε άμεση επαφή με τον κ. Σούπασιη προς τον οποίον κυρίως έδιδε τις εντολές του, καθώς και με τον κ. Αγρότη ή και κάποιες φορές με άλλους υπαλλήλους που τελούσαν υπό την εποπτεία του. Η σχέση που είχε αναπτύξει ήταν σχέση εμπιστοσύνης τόσον ως προς την εκτέλεση των εντολών όσο και ως προς τις προμήθειες του και το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Δεν είναι δυνατό να μην ήξερε ότι είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Ούτως ή άλλως στον τραπεζικό λογαριασμό (Trading Account) είχε καταθέσει μόνον σε πέντε περιπτώσεις το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.810 στο διάστημα από 7.4.00 έως 2.11.00 (Τεκμήρια 26-32) ενώ είχαν διενεργηθεί κατ' εντολήν του πράξεις δεκάδων χιλιάδων λιρών. Άλλωστε δεν αμφισβητεί ότι του επέτρεπαν να αγοράζει με "αέρα". Αυτό σημαίνει πως κάποιος πλήρωνε για τις μετοχές του στο Χ.Α.Κ και αυτός δεν ήταν άλλος από τους Ενάγοντες, όπως έχει εξηγηθεί. Η αναφορά από τον Εναγόμενο τριών εταιρειών των οποίων κατ' ισχυρισμόν του αγοράστηκαν μετοχές χωρίς να δώσει οδηγίες δεν με πείθει ότι ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα. Όπως ήδη έχει λεχθεί ο ίδιος τηρούσε κατάσταση την οποίαν όμως παραδόξως παρέλειψε να προσκομίσει στο Δικαστήριο προς έλεγχο των ισχυρισμών του και κυρίως δεν έθεσε τις θέσεις του αυτές υπόψιν των Αγρότη και Σούπασιη για τα δικά τους σχόλια. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ισχυρισμών του αντιδίκου. (Βλέπε υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. V. Acuac Inc
(2002)1 A.A.Δ. 1527). Η συνεχής και καθημερινή παρουσία του στα γραφεία των Εναγόντων καθώς και η τακτική του επικοινωνία με τον κ. Σούπασιη σε συνδυασμό με την μαρτυρία του τελευταίου μου δημιουργούν την πεποίθηση πως ο Εναγόμενος είχε πλήρη γνώση για το χαρτοφυλάκιο του και το υπόλοιπο του λογαριασμού του με τους Ενάγοντες. Εξ ού και αργότερα υπέγραψε το Τεκμήριο 17, έλαβε μέρος σε συναντήσεις και παρέλαβε επιστολές (Τεκμήριο 18 ημερ. 31.1.02, 16.7.02, 25.2.03 και Τεκμήριο 19 ημερ. 12.12.03) χωρίς οποτεδήποτε να εγείρει τέτοιο ζήτημα, επειδή προφανώς γνώριζε πολύ καλά πως τέτοιο παράπονο ήταν αβάσιμο. Άλλωστε και αν ακόμα κρινόταν επί των δικών του ισχυρισμών ότι ενημερωνόταν εκ των υστέρων για τις αγορές χωρίς και πάλι οποιαδήποτε ένσταση, αυτό θα ισοδυναμούσε με πλήρη αποδοχή και έγκριση των τυχόν αμφισβητούμενων αγορών από μέρους του. Τέλος σημειώνεται πως δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Εναγόμενο ότι οι Ενάγοντες ως μέλος του Χ.Α.Κ. πλήρωναν εξ ιδίων κατά την εκκαθάριση των συναλλαγών το αντίστοιχο τίμημα αγοράς των μετοχών και εισέπρατταν στην περίπτωση πώλησης ποσά τα οποία πιστώνοντο στην μερίδα του Εναγόμενου. Οι καταστάσεις δε του τραπεζικού λογαριασμού παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 20 και 26 και έχει καταδειχθεί πως σε καμιά περίπτωση ο λογαριασμός αυτός μετατράπηκε σε χρεωστικό, όπως εξάλλου ήταν και η βασική προϋπόθεση ανοίγματος του. Η απαίτηση του Εναγόμενου να πληρώνονται οι αγορές του από την Τράπεζα Κύπρου και όχι από τους Ενάγοντες δεν υποστηρίζεται ως μέρος της συμφωνίας τους από καμιά μαρτυρία. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με όσα είχαν ισχυριστεί στην Έκθεση Απαίτησης τους οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι ως χρηματιστηριακή εταιρεία κατά την περίοδο 1.4.00 έως 13.9.01 διενήργησαν χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό του Εναγόμενου. Η εκδοχή του Εναγόμενου ότι εκτελέστηκαν συναλλαγές χωρίς σχετικές οδηγίες του δεν έγινε δεκτή και συνεπώς κρίνεται πως όλες οι αγοραπωλησίες που αναφέρονται στα σχετικά πινακίδια συναλλαγής και στις καταστάσεις λογαριασμού έγιναν με οδηγίες του και εν γνώσει του. Η άλλη εισήγηση του Εναγόμενου ήταν πως το αντίτιμο των αγορών έπρεπε να καταβάλλεται από την μητρική εταιρεία των Εναγόντων δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου Λτδ μέσω του ανοιχθέντος τραπεζικού λογαριασμού (Trading Account) και συνεπώς - κατά την εισήγηση - οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να διεκδικούν ο,τιδήποτε. Η δεύτερη αυτή εισήγηση του Εναγόμενου είναι εντελώς ανεδαφική καθότι αφενός όλες οι επαφές που είχε ο ίδιος ήταν με τους Ενάγοντες οι οποίοι αν και θυγατρική εταιρεία έχουν ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και αφετέρου από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 δεν είναι δυνατό να συναχθεί τέτοια πρόθεση των μερών. Το εν λόγω έγγραφο έχει ως εξής: "1999/187 ΕΙΔΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ Τ [PBREAK] ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 ΑΡ. ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ 0102-04-217454 ΕΝΤΟΛΗ ΑΝΟΙΓΜΑΤΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ Τράπεζα Κύπρου Λτδ Κέντρο Υποστήριξης Καταστημάτων Κύριοι Παρακαλούμε όπως προβείτε στο άνοιγμα λογαριασμού επ' ονόματι μας (Χρηματιστής/Χρηματιστηριακό Γραφείο) στον οποίο θα αναγράφεται επίσης σε παρένθεση το όνομα Γρηγόρης Γρηγορίου (Cisco) Λτδ Με αρ. Ταυτότητας 114635 ή Αρ. Διαβατηρίου (Χώρα) .......... /Αρ. Εγγραφής ...... (Πελάτης Χρηματιστή/Χρηματιστηριακού Γραφείου). Η αναγραφή του εν λόγω ονόματος στην παρένθεση δεν σας δημιουργεί οποιαδήποτε ευθύνη και αναγράφεται για δική μας διευκόλυνση. Σας εξουσιοδοτούμε όπως μέχρι να πάρετε γραπτώς ανάκληση της εξουσιοδότησης αυτής, επιτρέπετε χρεώσεις και εκτελείτε εντολές πληρωμής με χρέωση του λογαριασμού αυτού, διδόμενες μόνο από μας γραπτώς ή σε ηλεκτρονική μορφή. Περαιτέρω σας εξουσιοδοτούμε όπως αποδέχεσθε καταθέσεις στο λογαριασμό αυτό από τρίτα άτομα και εξουσιοδοτείστε όπως αποκαλύπτετε στοιχεία του λογαριασμού αυτού στο άτομο ή άτομα των οποίων το όνομα περιλαμβάνεται στην ονομασία του λογαριασμού εντός παρενθέσεως. Ο λογαριασμός αυτός θα είναι πάντοτε πιστωτικός. Σε περίπτωση όμως που οποιοσδήποτε τέτοιος λογαριασμός μετατραπεί σε χρεωστικό από οποιοδήποτε λόγο ή αιτία θα επιβαρύνεται με τόκο προς επιτόκιο σύμφωνα με την υφιστάμενη τακτική της Τράπεζας. Υπογραφή Χρηματιστή/Χρηματιστηριακού Γραφείου THE CYPRUS INVESTMENT AND SECURITIES CORPORATION LTD Συμφωνούμε με τα πιο πάνω ................ (Υπογραφή Πελάτη Χρηματιστή/Χρηματιστηριακού Γραφείου) Έντυπο αρ. 001-01-1501 [/PBREAK]" Είναι γνωστές οι αρχές που αφορούν την ερμηνεία συμβάσεων, η οποία αποσκοπεί στην ανεύρεση της πρόθεσης των συμβαλλομένων όπως αυτή μπορεί να συναχθεί από το κείμενο ιδωμένο στο σύνολο του (βλ. υπόθεση Λάμπρου V. Παράσχου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397). Οδηγός για την ερμηνεία των όρων της σύμβασης είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο όπου απαντάται κρινόμενη υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολο της (βλ. υπόθεση Θεοχάρους V. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240). Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 1 οι Ενάγοντες ζήτησαν το άνοιγμα λογαριασμού επ' ονόματι τους και σε παρένθεση το όνομα του Εναγόμενου, πράγμα που έγινε και επιβεβαιώνεται από τις καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια. Εξ ού και η επιστολή (αίτηση) υπογράφεται πρώτα από τους αιτητές Ενάγοντες και προσυπογράφεται από τον Εναγόμενο με τη σχετική δήλωση του ότι συμφωνεί "με τα πιο πάνω". Μεταξύ δε των πιο πάνω περιλαμβάνεται και η πρόνοια ότι η αναγραφή του ονόματος του Εναγόμενου σε παρένθεση δεν δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, αλλά ότι αυτό έγινε μόνο για σκοπούς διευκόλυνσης των Εναγόντων, δηλαδή προφανώς για σκοπούς εύκολης αναφοράς. Συνάγεται επίσης από το ίδιο έγγραφο πως δύο ήταν οι βασικές του λειτουργίες:
  1. i)Να γίνονται καταθέσεις σ' αυτόν από οποιοδήποτε και
  2. ii)Η Τράπεζα να επιτρέπει χρεώσεις και εκτελεί εντολές πληρωμής οι οποίες θα δίδοντο από τους Ενάγοντες γραπτώς ή σε ηλεκτρονική μορφή. Οι πιο πάνω λειτουργίες δεν οδηγούν σε καμιά περίπτωση στο συμπέρασμα ότι η Τράπεζα συμφώνησε να παραχωρήσει πιστωτικές διευκολύνσεις ή "αέρα" προς όφελος του Εναγόμενου. Αντιθέτως υπήρχε πιο κάτω ρητή αναφορά πως ο λογαριασμός αυτός θα έπρεπε πάντοτε να είναι πιστωτικός. Αυτά όλα συνάδουν πλήρως με την αποδεκτή μαρτυρία ότι πληρωμές από τον λογαριασμό εγίνοντο μόνο εφόσον υπήρχε επαρκές πιστωτικό υπόλοιπο για κάλυψη συγκεκριμένου πινακιδίου συναλλαγής. Πάντως ούτε οι παρουσιασθείσες καταστάσεις ούτε και άλλη μαρτυρία κατέδειξε ότι ο εν λόγω λογαριασμός έγινε κάποια στιγμή χρεωστικός ή χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση των αγορών του Εναγόμενου χωρίς να υπάρχουν τα αναγκαία υπόλοιπα. Συνεπώς ο λεγόμενος "αέρας" στον Εναγόμενο δεν παραχωρείτο από την τράπεζα, αλλά από τους Ενάγοντες, οι οποίοι εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν τα αναγκαία υπόλοιπα προέβαιναν στις αγορές. Η πρόνοια για τόκο στην περίπτωση που ο λογαριασμός για οποιοδήποτε λόγο μετατρέπετο σε χρεωστικό πρέπει να γίνεται αντιληπτή μάλλον ως κάποιου είδους ασφαλιστική δικλίδα στην περίπτωση που κάτι δεν λειτουργούσε σωστά ή γινόταν κάποιο λάθος και όχι ως να υπήρχε πρόθεση εξαρχής για μετατροπή του λογαριασμού σε χρεωστικό. Μια τέτοια κατάληξη θα ισοδυναμούσε με την αποδοχή ύπαρξης εξυπακουόμενου όρου στη συμφωνία ανοίγματος του λογαριασμού περί παροχής πίστωσης αγοράς μετοχών, πράγμα όμως που θα προϋπέθετε τη συναγωγή συμπεράσματος περί εμφανούς και αναγκαίας πρόθεσης των συμβαλλομένων και που δεν είναι δυνατό κατά τη γνώμη μου στην παρούσα υπόθεση (βλ. υπ. Τσιαλή V. Χατζηανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250). Είναι η κατάληξη μου πως τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως τα έχουν περιγράψει οι μάρτυρες των Εναγόντων. Με απλά λόγια οι Ενάγοντες αγόραζαν μετοχές για λογαριασμό του Εναγόμενου χωρίς ο τελευταίος να τους δίδει το αντίστοιχο τίμημα. Ακολούθως εάν υπήρχε το αναγκαίο ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό προέβαιναν στη χρέωση του για εξόφληση της συναλλαγής. Αν όμως όχι τότε το αντίστοιχο ποσό παρέμενε οφειλόμενο από τον Εναγόμενο, πράγμα που ήταν και το πιο σύνηθες. Έτσι κρίνεται πως είχαν κάθε δικαίωμα να τηρούν κατάσταση με τις συναλλαγές του και τα ποσά που τους όφειλε. Παρά ταύτα όμως οι Ενάγοντες δεν είχαν κανένα συμβατικό ή άλλου είδους δικαίωμα να χρεώνουν ή διεκδικούν τόκους ή διαχειριστικά έξοδα και δικαιώματα. Οι χρεώσεις αυτές φαίνονται στο Τεκμήριο 9 και αναλύονται ως εξής: Ημερομ. Περιγραφή Λ.Κ. 31.12.00 Έξοδα Διαχείρισης μέχρι 30.6.00 123,43 31.12.00 Έξοδα Διαχείρισης μέχρι 31.12.00 1.191,32 31.12.01 Τόκοι για το 2001 2.481,28 31.12.02 Τόκοι για το 2002 2.547,72 Σύνολο Λ.Κ.6.343,75 Είναι προφανές ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες είχαν με τον Εναγόμενο τη σχέση χρηματιστή-επενδυτή με παράλληλη σχέση συνεργασίας με την εταιρεία του Εναγόμενου. Οι ίδιοι δέχονται ότι δεν ασκούσαν διαχείριση χαρτοφυλακίου και η θέση τους έγινε δεκτή, άρα το μόνο που δικαιούνται είναι η προμήθεια τους επί των πράξεων. Αυτή η προμήθεια όντως χρεώνετο και είναι ενσωματωμένη σε κάθε πινακίδιο συναλλαγής που έχει παρουσιαστεί και μέσω αυτών στις καταστάσεις λογαριασμού. Όσον αφορά τους τόκους είναι γνωστή η αρχή πως "ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται" και σ' αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο Ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή (βλ. υπόθεση Τζιαρζτάζη V. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 627 και Δρυάδης κ.α. V. Καλησπέρα
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881). Ακόμα και αν η παρούσα θεωρείτο (που δεν θεωρείται) ως συναλλαγή στην οποία κατά πάγια πρακτική εξυπακούεται η πληρωμή τόκων, οι Ενάγοντες ούτε ισχυρίστηκαν στην έκθεση απαίτηση τους ούτε και επιχείρησαν να αποδείξουν ότι υποχρεώθηκαν να πληρώσουν τόκους σε άλλη πηγή χρηματοδότησης. Συνεπώς δεν δικαιούνται στους τόκους και στα δικαιώματα που διεκδίκησαν, αλλά μόνο νόμιμο τόκο. Η δε αξίωση τους θα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των Λ.Κ.6.343,75 και να εκδοθεί απόφαση μόνον για το υπόλοιπο. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €47.326,71 (Λ.Κ.27.699,09) με νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή με νόμιμο τόκο, Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.