Τραπέζης Κύπρου ν. Costas Georgiades (Electronics) Ltd κ.α., Αγωγή αριθ. 6731/01, 5.3.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Αγωγή αριθ. 6731/01 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Εναγόντων και
- Costas Georgiades (Electronics) Ltd
- Κώστας Γεωργιάδης
- Ελένη Γεωργιάδου
- Παντελίτσα Χ"Στεφάνου Εναγομένων ----------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5.3.2009 Για τους ενάγοντες: κα Καουτζιάνη, για να ακούσει απόφαση κα Α. Λιβέρα Για εναγομένους 1 και 2: κ. Λ. Βραχίμης, για να ακούσει απόφαση κα Σ. Μιχαήλ Για εναγομένους 3 και 4: κ. Κνώφος Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 9.4.1997 μεταξύ εναγόντων (που είναι Τραπεζικός Οργανισμός και διεξάγει τραπεζικές εργασίες), συνήφθη συμφωνία δανείου μετά των εναγομένων 1 για ποσό £55.000 με την εγγύηση των εναγομένων 2,3 και 4 οι οποίοι αποτελούν μέλη της ίδιας οικογένειας του εναγομένου 2, δηλαδή η εναγόμενη 3 είναι σύζυγος του και η εναγομένη 4 θυγατέρα του. Σύμφωνα με τους όρους του δανείου υπήρχε υποχρέωση εκ μέρους των εναγομένων 1 για καταβολή ποσού £2.000 μηνιαίως προς εξόφληση του, οι δε ενάγοντες πλην των εγγυήσεων των εναγομένων 2,3 και 4 εξασφάλισαν την αποπληρωμή του με ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης (floating charge) επί ολοκλήρου του ενεργητικού της επιχειρήσεως και της περιουσίας της εταιρείας, κάθε μορφής, και οπουδήποτε ευρισκομένης, παρούσης και μελλούσης, συμπεριλαμβανομένου και του μη κληθέντος κεφαλαίου, της φήμης και πελατείας αυτής, διά ποσό £100.000 πλέον, τόκους, έξοδα και άλλες δαπάνες. Στην κοινή υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 1-4 παραδέχονται την παραχώρηση του δανείου ύψους £55.000 από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1 με την εγγύηση των εναγομένων 2,3 και 4 και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το δάνειο αυτό προς τους εναγομένους 1 αφορούσε την εισαγωγή ηλεκτρονικών και άλλων ειδών από το εξωτερικό, στα πλαίσια των εμπορικών εργασιών των εναγομένων
- Οι εναγόμενοι 1 πράγματι αγόρασαν και εισήξαν στη Δημοκρατία, εμπορεύματα τα οποία όμως παρέμειναν σε αποθήκες αποταμίευσης (bonded warehouses), επ΄ ονόματι των εναγόντων οι οποίοι αρνούνταν να τους επιτρέψουν να λάβουν κατοχή αυτών παρά μόνο αν κατέβαλλαν σ΄ αυτούς το διπλάσιο της αξίας των, με αποτέλεσμα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης, να καταστεί αδύνατη η συνέχιση των εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι τα εμπορεύματα τα οποία οι εναγόμενοι 1 εισήξαν και ευρίσκοντο αποθηκευμένα σε αποθήκες αποταμίευσης, είχαν αξία μεγαλύτερη του εκάστοτε οφειλομένου υπολοίπου των εναγομένων προς τους ενάγοντες (παράγραφος 5 της έκθεσης υπεράσπισης). Τέλος, ο εναγόμενος 2 στην παράγραφο 6 της έκθεσης υπεράσπισης, διαμαρτύρεται ότι διατηρούσε καταθέσεις στην Τράπεζα Κύπρου στην Αθήνα που υπερέβαιναν το ποσό των £170.000 οι οποίες είχαν δεσμευθεί για εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες, και εφόσον οι ενάγοντες εισέπραξαν το ποσό αυτό για εξόφληση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1, καμία άλλη υποχρέωση των εναγομένων προς τους ενάγοντες δεν υφίσταται αφού αυτές έχουν εξοφληθεί. Εκ μέρους των εναγόντων και προς απόδειξη της υπόθεσης των κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο κ. Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού και η κα Μ. Ταλιώτου. Ενώ για τους εναγόμενους, κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος
- Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο κ. Βραχίμης που αντιπροσώπευσε τους εναγομένους 1 και 2, προώθησε μόνο την υπεράσπιση ότι η αξία των εμπορευμάτων που εισήχθησαν ήταν υποχρέωση των εναγόντων να αποδειχθεί ενώπιον του δικαστηρίου (κατά τον επίδικο χρόνο), και ανάλογα να αποδώσουν προς τους εναγομένους την οποιαδήποτε αξία υπερέβαινε το οφειλόμενο προς την τράπεζα ποσό των εναγομένων, ή να αξιώσουν τη διαφορά εάν και εφόσον προέκυπτε διαφορά από την αξία των εμπορευμάτων και το οφειλόμενο προς την τράπεζα υπόλοιπο. Η θέση αυτή υιοθετήθηκε και από τον κ. Κνώφο ο οποίος εμφανίστηκε για την υπεράσπιση των εναγομένων 3 και
- Ο κ. Κνώφος περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες θα έπρεπε να αποδείξουν την τυχόν ύπαρξη οφειλής των εναγομένων 1 για να ενεργοποιηθεί η Συμφωνία Εγγύησης των εναγομένων 3 και
- Επιπλέον, ο κ. Κνώφος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να ελαχιστοποιήσουν τη ζημιά τους εφόσον τα εμπορεύματα ευρίσκοντο εις την ιδιοκτησία τους, αλλά αντ΄ αυτού προτίμησαν να στραγγαλίσουν οικονομικά τους εναγόμενους
- Προτού υπεισέλθω να εξετάσω τις θέσεις όλων των πλευρών, θα έλεγα ότι η θέση των εναγομένων είναι κοινή και εκφράζεται στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση τους, οι δε θέσεις που εξέφρασε ο κ. Κνώφος στην αγόρευση του δεν είναι δικογραφημένες και ως εκ τούτου αυτό που το δικαστήριο θα εξετάσει, είναι τη θέση του κ. Βραχίμη κατά πόσο οι ενάγοντες θα έπρεπε να αποδείξουν την αξία των εμπορευμάτων που οι εναγόμενοι εισήξαν για να δικαιούνται να προωθήσουν την όποια απαίτηση τους εις βάρος των εναγομένων. Οι μάρτυρες των εναγόντων τόσο ο κ. Παπαλαμπριανού όσο και η κα Ταλιώτου ήταν σαφείς, λεπτομερειακοί και πολύ επεξηγηματικοί στο δικαστήριο όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατέθεσαν προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών τους 14 τεκμήρια, από τα οποία συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι το δάνειο συνήφθη στις 9.4.1997, ότι με το δάνειο επιστώθησαν λογαριασμοί που διατηρούσαν οι εναγόμενοι 1 με τους ενάγοντες, και ότι τα εμπορεύματα που εισήχθησαν στην Κύπρο, επληρώθησαν με χρήματα των εναγομένων 1, αλλά παρέμειναν σε αποθήκες αποταμίευσης στην ιδιοκτησία των εναγόντων γιατί οι εναγόμενοι 1 αδυνατούσαν να καταβάλουν δασμούς και άλλα τέλη για την εκτελώνιση τους. Είναι επίσης παραδεκτό μέσα από τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων των εναγόντων, ότι η συμφωνία είχε την εγγύηση των εναγομένων 2,3 και 4, όπως επίσης το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 απέστειλαν επιστολή προς το Τελωνείο ημερομηνίας 9.1.2002, με την οποία ζητούσαν παράταση του χρόνου παραμονής των εμπορευμάτων τους στις εν λόγω αποθήκες (τεκμήριο 10). Παράταση που δόθηκε από το Τελωνείο μέχρι τις 30.6.02 (τεκμήριο 11). Παράλληλα, από το τεκμήριο 12 είναι φανερό ότι οι ενάγοντες επέτρεπαν μετά την καταβολή από τους εναγόμενους 1 των συμφωνηθέντων ποσών, τη σταδιακή εκτελώνιση τους. και επίστωναν με τα ποσά που εισέπρατταν το επίδικο χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου της εναγομένης 1 εταιρείας. Από τη μαρτυρία καταφαίνεται επίσης ότι στις 3.1.2003 έγινε πλειστηριασμός των εμπορευμάτων των εναγομένων 1 και αφού κατεβλήθησαν φόροι, ΦΠΑ, έξοδα πλειστηριασμού και αποθηκευτικά τέλη, εισπράχθηκε το ποσό των £3.190 το οποίο κατατέθηκε έναντι της οφειλής των εναγομένων για το επίδικο δάνειο (τεκμήριο 13). Από την προσαχθείσα μαρτυρία επίσης, καταφαίνεται, ότι από το συνολικό ποσό των £172.140.99 που ο εναγόμενος 2 είχε στην Τράπεζα Κύπρου στο εξωτερικό, στις 22.2.2001 ποσό £16.832.02, κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό του δανείου και το υπόλοιπο ποσό των £155.308.97 έναντι άλλων υποχρεώσεων της εναγομένης 1 εταιρείας (τεκμήριο 14). Ο εναγόμενος 2 δεν ήταν καθόλου κατατοπιστικός στη δική του μαρτυρία. Η μνήμη του δεν τον βοηθούσε να θυμηθεί πράγματα. Ήταν εκτός δικογράφων η μαρτυρία του και εντελώς αντιφατικός. Αμφισβητούσε την ύπαρξη των συμφωνιών, τις υπογραφές του, ακόμα και το όνομα του αμφισβήτησε σε μια προσπάθεια του να αμφισβητήσει τα πάντα, ακόμα και όσα είναι παραδεκτά στην υπεράσπιση του. Το κύριο παράπονο του κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του αλλά και της αντεξέτασης του, ήταν ότι οι ενάγοντες (δεν θυμόταν ακριβώς ποιος), για την αποδέσμευση των εμπορευμάτων, τον υποχρέωναν να καταβάλλει όχι το διπλάσιο της αξίας τους ως διαλαμβάνεται στην έκθεση υπεράσπισης αλλά το τετραπλάσιο, με αποτέλεσμα να τον στραγγαλίσουν οικονομικά και να υποχρεώσουν τους εναγομένους 1 να αναστείλουν τις εργασίες τους που είχε σαν αποτέλεσμα να πωλήσουν τα εμπορεύματα σε πλειστηριασμό σε εξευτελιστικές τιμές. Η θέση του μάρτυρα ότι δεν έλαβε το τεκμήριο 9 (επιστολή των εναγόντων ημερ. 26.4.99 προς τους εναγομένους 1 και τους εγγυητές εναγομένους 2,3 και 4), παρέμεινε μετέωρη αφού η επιστολή στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο και δεν επεστράφη σ΄ αυτούς. Καμιά από τις θέσεις που προσπάθησε να προωθήσει ο εναγόμενος 2, ο δικηγόρος του και ο δικηγόρος των εναγομένων 3 και 4, τελικά δεν αξίζει σε σοβαρό προβληματισμό και είναι πολύ εύκολο να απορριφθεί με την κοινή λογική. Στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων όπως απαιτείται στις αστικές υποθέσεις, ουσιαστικά οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους χωρίς ουσιαστικά να προβληθεί μια σοβαρή υπεράσπιση που να χρήζει σοβαρής μελέτης από το δικαστήριο. Είναι προφανές, ότι οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά υποχρέωση να αποδείξουν στο δικαστήριο την αξία των εμπορευμάτων των εναγομένων
- Ούτε είχαν σχέση βεβαίως με τα εμπορεύματα, πλην του γεγονότος ότι αυτά παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους προφανώς για την εξασφάλιση του λαβείν τους. Εκτός της πιο πάνω υπεράσπισης που προωθήθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η γενική άρνηση των εναγομένων στις ουσιαστικές παραγράφους 4,5 και 6 της έκθεσης απαίτησης, δεν άφηνε περιθώρια στους εναγόμενους να εισαγάγουν νέους δικούς τους ισχυρισμούς με μαρτυρία προς θεμελίωση άλλης εκδοχής, όπως η πιο πάνω, ή οποιαδήποτε άλλη εκδοχή. (Βλ. Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα Investments Services Ltd
(1991)1 A.A.Δ 24, η οποία υιοθετήθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Πιττής ν. Progress Electronics Company Ltd, Πολιτική Έφεση 11641 ημερ. 13.1.2005). Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους προβάλλουν ουσιαστικά σαν υπεράσπιση, το γεγονός ότι οι ενάγοντες δήθεν απαιτούσαν την καταβολή του διπλάσιου της αξίας των εμπορευμάτων που αποδέσμευαν και/ή εν πάση περιπτώσει τα αποθηκευμένα εμπορεύματα είχαν αξία μεγαλύτερη του εκάστοτε οφειλομένου υπολοίπου και/ή ότι αυτά εξοφλήθησαν με την ανάληψη των καταθέσεων του εναγομένου 2 από την Τράπεζα Κύπρου στην Αθήνα. Και οι τρεις αυτές «υπερασπίσεις» είναι εντελώς άσχετες με την υποχρέωση των εναγομένων 1 να εξοφλήσουν το δάνειο, ανεδαφικές αλλά και ατεκμηρίωτες. Οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να πάρουν τα εμπορεύματα αντί του δανείου ούτε βεβαίως υποχρέωση να αποδείξουν την αξία τους στο Δικαστήριο και να απαιτήσουν την όποια διαφορά προέκυπτε προς όφελος τους ή να αποδώσουν στην εναγόμενη τη διαφορά που προέκυπτε εναντίον τους. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το ποσό με το οποίο απαλλάσσοντο κατά καιρούς εμπορεύματα των εναγομένων 1, εσυμφωνείτο μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 2 και είναι προφανές ότι η αξία των εμπορευμάτων, προϊόντος του χρόνου λόγω των αδυναμιών των εναγομένων 1 να τα εκτελωνίσουν, εμειώνετο ενώ το ύψος του δανείου αυξάνετο με την χρέωση των τόκων, με αποτέλεσμα να υπάρξει ανατροπή μεταξύ της αξίας αυτών και του οφειλομένου υπολοίπου η οποία επιβεβαιώθηκε με τον πλειστηριασμό και την πώληση τους σε εξευτελιστικές τιμές. Παράλληλα, οι ενάγοντες κατάφεραν μέσα από τη μαρτυρία τους να αποδείξουν στο δικαστήριο ότι πράγματι εισέπραξαν από τις καταθέσεις του εναγομένου 2 στην Τράπεζα Κύπρου στην Ελλάδα, ποσά μέρος των οποίων επιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό και άλλα μεγαλύτερα ποσά σε άλλες υποχρεώσεις των εναγομένων 1 καταθέτοντας και τις σχετικές αποδείξεις και τους σχετικούς λογαριασμούς των εναγομένων 1 οι οποίοι επιστώθηκαν με τα αντίστοιχα ποσά. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον όλων των εναγομένων και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των 121.512,14 ευρώ εναντίον όλων των εναγομένων, με τόκο προς 9% επί ποσού 83.003,72 ευρώ από 4.4.2008 μέχρι εξοφλήσεως (όπως περιορίστηκε η αξίωση των εναγόντων από το αρχικά διεκδικούμενο στην αγωγή ποσό από το μάρτυρα Χριστόδουλο Παπαλαμπριανού), πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο