← Κύπρος

Rosamara Trading Ltd ν. Telsim Mobil Telekomunikasyon Hizmetleri AS, Αρ. Αγωγής: 2779/06, 19 Μαρτίου, 2009

Rosamara Trading Ltd ν. Telsim Mobil Telekomunikasyon Hizmetleri AS, Αρ. Αγωγής: 2779/06, 19 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2779/06 Μεταξύ: Rosamara Trading Ltd Εναγόντων και Telsim Mobil Telekomunikasyon Hizmetleri A.S. Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομ. 28.4.2006 για Προσωρινό Διάταγμα 19 Μαρτίου, 2009. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Μ. Μιχαηλίδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους: κ. Ρ. Βραχίμης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Εισαγωγικά-Τα εκδοθέντα διατάγματα. Στις 26.4.2006 οι ενάγοντες, Κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο, προσέφυγαν στο Δικαστήριο αξιώνοντας από τους εναγόμενους το συνολικό ποσό το USD 738.122.856, πλέον τόκο προς 15%. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής τους οι εναγόμενοι τους οφείλουν το πιο πάνω ποσό δυνάμει έξη χρεωστικών γραμματίων και/ή γραμματίων σε διαταγή και/ή χρεωστικών ομολόγων και/ή συναλλαγματικών και/ή εγγράφων αναγνώρισης χρέους. (Θα αναφέρονται στη συνέχεια ως τα επίδικα έγγραφα). Δύο μέρες αργότερα, την 28.4.2006, οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση ζητώντας από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίον να απαγορεύει στην εναγόμενη εταιρεία από του να μεταβιβάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή ενοικιάσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπον αποξενώσουν οιαδήποτε ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ενεργητικού κεφαλαίου της, μαζί με όλα τα δικαιώματα επί των προσόδων του ενεργητικού κεφαλαίου της εταιρείας μέχρι εκδικάσεως και/ή εκδόσεως τελικής αποφάσεως εις την υπό τον άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι περαιτέρω και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίον να απαγορεύει στην εναγόμενη εταιρεία από του να εισπράξει και/ή αξιώσει πληρωμή οιονδήποτε ποσών μέχρι του ποσού των Δολαρίων Αμερικής $738,122,856, προερχόμενα από εισοδήματα γραπτών μηνυμάτων (sms), εισοδήματα διεθνών κλήσεων, εισοδήματα κλήσεων δεδομένων, (data call revenues), εισοδήματα δορυφορικών κλήσεων (GPRS Call Revenues) εισοδήματα φωνητικών μηνυμάτων, και εισοδήματα περιαγωγής κλήσεων (Roaming revenues) από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στον επισυνημμένο κατάλογο, καθώς επίσης και οιονδήποτε άλλο εισόδημα παραγόμενο ως αποτέλεσμα διεθνών συμφωνιών μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση και των εταιρειών οι οποίες αναφέρονται στον επισυνημμένο κατάλογο.» Την ίδια ημέρα η Αίτηση τέθηκε ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή, προφανώς λόγω του προγράμματος των διακοπών του Πάσχα. Το Δικαστήριο, αφού μελέτησε την Αίτηση και τις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις, σε συνάρτηση με την αγωγή, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα ως οι πιο πάνω παράγρ. Α και Β της Αίτησης. Έθεσε δε όρο την υπογραφή εκ μέρους των Αιτητών εγγύησης ύψους Λ.Κ.1.000.000 «για τυχόν ζημιές που ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος». Το εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο για τις 8.5.2006. Το Δικαστήριο, πέραν της πιο πάνω αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιλήφθηκε ταυτόχρονα και αίτησης για υποκατάστατη επίδοση, ίδιας ημερομηνίας, 28.4.2006. Ως αποτέλεσμα, διέταξε, μεταξύ άλλων, όπως η επίδοση των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων λάβει χώρα είτε με διπλοσυστημένη επιστολή, είτε μέσω της διεθνούς εταιρείας μεταφορών DHL, στη διεύθυνση των εναγομένων, στη Τουρκία. Στις 8.5.2006 την υπόθεση χειρίστηκε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι ενάγοντες παρουσίασαν κατά την ημερομηνία αυτή ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εταιρείας DHL, η οποία βεβαίωνε ότι το προσωρινό διάταγμα παραδόθηκε στη διεύθυνση των εναγομένων. Με βάση αυτά, και στην απουσία των εναγομένων, το Δικαστήριο κατέστησε απόλυτα τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερ. 28.4.2006. Ακολούθησε Αίτηση των εναγομένων ημερ. 30.3.2007 για ακύρωση του ανωτέρω διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 8.5.2006. Στις 23.6.2008 το Δικαστήριο, με Ενδιάμεση Απόφασή του, ενέκρινε το αίτημα, αποδεχόμενο ότι το παράτυπο της επίδοσης των προσωρινών διαταγμάτων δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας προς την κατεύθυνση αυτή. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάληξης, δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, σε σχέση με την έκδοση των αρχικών ενδιάμεσων διαταγμάτων, ημερ. 28.4.2006. Εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η πορεία που έλαβε η διαδικασία οδήγησε σε καθυστέρηση της ακρόασης της αρχικής αίτησης. Παρήλθαν ήδη τρία περίπου χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση στο Δικαστήριο και την έκδοση, μονομερώς, των προσωρινών διαταγμάτων. Β. Η υπό κρίση Αίτηση - Ένσταση - Αγορεύσεις. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, και στη Δ.48, θ.2, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Τις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις ορκίζεται ο Πιέρος Νικολάου, εκ των διευθυντών της ενάγουσας εταιρείας. Είναι ο ουσιαστικός ισχυρισμός του ότι η αγωγή αφορά απαίτηση δυνάμει γραμματίων εις διαταγή, πληρωτέων στον κομιστή και/ή χρεωστικών ομολόγων και/ή συναλλαγματικών, τα οποία υπεγράφησαν από την εναγόμενη εταιρεία έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Προσθέτει ότι δυνάμει των ως άνω εγγράφων, τα ποσά κατέστησαν οφειλόμενα κατά την αντίστοιχη ημερομηνία λήξης κάθε γραμματίου και αφού η ενάγουσα εταιρεία, συμμορφούμενη με τους όρους των εγγράφων, απέστειλε επιστολή προς τους εναγόμενους με αξίωση για πληρωμή. Η άρνηση των τελευταίων να πράξουν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των εναγόντων, οδήγησε στην καταχώρηση της αγωγής. Το επείγον δε της έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων δικαιολογήθηκε από τον ενόρκως δηλούντα στη βάση πληροφοριών περί ύπαρξης διαπραγματεύσεων μεταξύ των εναγομένων και άλλης εταιρείας, της Vodafone Αγγλίας, για την πώληση όλων των περιουσιακών τους στοιχείων στην Αγγλική εταιρεία. Τα επίδικα χρεωστικά έγγραφα παρατίθενται ως Τεκμήρια στις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις. Η ένσταση στηρίζεται ουσιαστικά στο ίδιο νομικό υπόβαθρο με αυτό της Αίτησης και προβάλλονται σε αυτή σειρά λόγων οι οποίοι καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα. Παρατίθενται, συνοπτικά, ζητήματα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, μη ικανοποίησης του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος, αδυναμίας στοιχειοθέτησης των προϋποθέσεων έκδοσης διατάγματος δυνάμει του ουσιαστικού δικαίου που καλύπτεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, έλλειψης, γενικά, δικαιοδοσίας και, ειδικά, με αναφορά στο γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο και αδυναμίας, συνεπώς, εκτέλεσης οποιουδήποτε διατάγματος. Σειρά περαιτέρω λόγων που τέθηκαν αρχικά στο σώμα της ένστασης δεν προωθήθηκαν στη συνέχεια, δεδομένου ότι δεν έγινε καμία αναφορά σε αυτούς κατά την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στην πορεία της απόφασης, και στην έκταση που αυτό είναι απαραίτητο, θα αναπτυχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις, όπως αυτές προβάλλονται μέσα από την Αίτηση και την αντίστοιχη ένσταση. Προς συμπλήρωση της εικόνας καταγράφω ότι την ένσταση συνοδεύουν ένορκες δηλώσεις τριών Τούρκων υπηκόων, δικηγόρου η οποία ενεργούσε κατά τους ουσιώδεις χρόνους ως εσωτερική νομική σύμβουλος των Καθ΄ ων η Αίτηση, εγγεγραμμένου ελεγκτή ο οποίος μετά από αίτημα του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ΄ ων η Αίτηση επιθεώρησε τα καθολικά και τα βιβλία λογαριασμών τους της περιόδου Νοεμβρίου 2002-Νοεμβρίου 2003 και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ΄ ων η Αίτηση. Την ένσταση συνοδεύει επίσης ένορκος δήλωση Άγγλου δικηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση. Είναι, πολύ συνοπτικά, η θέση των ενόρκως δηλούντων, ότι τα επίδικα έγγραφα είναι πλαστογραφημένα και δεν υπάρχει στα σχετικά οικονομικά βιβλία των Καθ΄ ων η Αίτηση καμία εγγραφή οποιωνδήποτε από τα ποσά που αναφέρονται στην απαίτηση των Αιτητών, ούτε εγγραφή οποιασδήποτε συναλλαγής μεταξύ εναγόντων-εναγομένων. Η θέση περί πλαστογραφίας των εγγράφων εδράζεται ουσιαστικά στην αναφορά ότι το πρόσωπο το οποίο τα υπέγραψε, κάποιος Murat Hakan Uzan, είναι διεθνής εγκληματίας, καταζητούμενος για σειρά εγκλημάτων οικονομικής μορφής και πρόσωπο το οποίο δεν μπορούσε καταστατικά να δεσμεύσει έγκυρα τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Αγορεύοντας ο κ. Μιχαηλίδης έθεσε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση βρίσκονται σε παρακοή του διατάγματος, αφού αμέσως μετά την έκδοσή του μεταβίβασαν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία σε άλλο πρόσωπο, κι ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να ακουστούν στη διαδικασία. Αφού αναφέρθηκε στη συνέχεια σε δικονομικές παρατυπίες στο σώμα της ένστασης, εισηγήθηκε ότι οι λόγοι που προβάλλονται σε αυτή είναι ανεδαφικοί και κατέληξε, αναλύοντας τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, ότι δικαιολογείται η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος. Ο κ. Βραχίμης, επικαλούμενος επίσης τις νομικές αρχές που καλύπτουν το υπό εξέταση ζήτημα, εισηγήθηκε ότι τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει, υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης, να ακυρωθούν. Αναλύοντας τη θέση του, προέβαλε ότι προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος είναι η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας, γεγονός που δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση. Πρόσθεσε ακόμη πως, με βάση την Έκθεση Απαίτησης, οι Αιτητές δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας, αφού η αυθεντικότητα των επίδικων εγγράφων τελεί υπό αμφισβήτηση, όπως αμφισβητείται επίσης η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Κατέληξε, τονίζοντας ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού δεν κατηύθυναν την προσοχή του Δικαστηρίου στους, κατ΄ ισχυρισμό, καταπιεστικούς όρους των επίδικων εγγράφων, στην εγκληματική συμπεριφορά του ανθρώπου που τα υπέγραψε, του Hakan Uzan και στο γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία δημοπρατήθηκε με δημόσια προσφορά, χωρίς οι ενάγοντες να δηλώσουν σε κανένα στάδιο την υποτιθέμενη αξίωσή τους. Γεννάται η ανάγκη εξέτασης σειράς ζητημάτων, τα οποία προηγούνται της ουσίας της παρούσας Αίτησης. Γ. Επίλυση Προκαταρκτικών Θεμάτων (
  2. i)Παρατυπία Ένστασης. Ισχυρίστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών ότι η ένσταση είναι παράτυπη, καθότι, σύμφωνα με τη θέση του, πάσχει από θεμελιακό ελάττωμα, αφού δεν γίνεται αναφορά σε αυτή στη νομική βάση επί της οποίας εδράζεται. Ως νομολογιακή καθοδήγηση παρέθεσε ο κ. Μιχαηλίδης την απόφαση στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης v. Χρήστου Ιωαννίδη κ.ά.

(1990)1 Α.Α.Δ. 965. Η πιο πάνω απόφαση αφορούσε ζήτημα έφεσης κατά απόφασης Διευθυντή του Κτηματολογίου. Οι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμοί του 1956, καθιερώνουν ως ένδικο μέσο για την άσκηση της έφεσης, τον τύπο, ο οποίος προσδιορίζεται στο σχετικό Παράρτημα και είναι προσαρμοσμένος στον τύπο Αίτησης με κλήση (Application by summons). Ο τύπος αυτός προβλέπει και τον καθορισμό των νομικών λόγων επί των οποίων εδράζεται και η έφεση, υποχρέωση που περιλαμβάνει αναφορά στα άρθρα του Νόμου και Κανονισμών που τη θεμελιώνουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε ό,τι έχει σημασία στα πλαίσια της εξεταζόμενης σήμερα περίπτωσης, και ασχέτως του τελικού αποτελέσματος στην απόφαση Μαχλουζαρίδης, συμφώνησε με τις αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σύμφωνα με τις οποίες ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο, δεν είναι μόνο θέμα τύπου, αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. Ως εκ τούτου, τα δικονομικά εχέγγυα, τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους, πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα, ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48, θ.1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως επακόλουθο, το νομικό υπόβαθρο ανάλογης αίτησης θα πρέπει να καθορίζεται με ακρίβεια. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το μεμπτό. Στην καταχωρηθείσα ένσταση, πέραν της Δ.48, παρατίθεται το νομικό υπόβαθρο, ήτοι τα άρθρα 4-9 του Κεφ. 6, και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Είναι η νομική βάση που διέπει τις αιτήσεις που περιστρέφονται γύρω από την έκδοση διαταγμάτων και τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται. Η ουσία των λόγων ένστασης είναι ότι οι προϋποθέσεις αυτές, το βάρος απόδειξης της ύπαρξης των οποίων φέρει σε όλη την πορεία η πλευρά του Αιτητή, δεν καλύπτονται. Κατά συνέπεια, η καταγραφή του συγκεκριμένου νομικού υπόβαθρου είναι ορθή και πλήρης. (ii) Παρακοή διατάγματος - Μη παροχή δικαιώματος προς ακρόαση. Είναι ουσιαστική θέση των Αιτητών ότι παραμένει αδιαμφισβήτητο πως οι Καθ΄ ων η Αίτηση, μετά την έκδοση των εναντίον τους διαταγμάτων ημερ. 28.4.2006, και αφού έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, πώλησαν και μεταβίβασαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία τους σε τρίτη εταιρεία, τη Vodafone, παρακούοντας έτσι το εκδοθέν διάταγμα. Με βάση αυτό, είναι προέκταση της θέσης τους, πως οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν μπορούν να ακουστούν σε σχέση με την ακύρωση ενός διατάγματος το οποίο οι ίδιοι παραδέχονται απροκάλυπτα ότι παρήκουσαν. Η απόφαση Theofylactos Mavrommatis and others v. Cyprus Hotels Co Ltd
(1967)1 C.L.R. 266, αποτέλεσε τη νομολογιακή βάση στήριξης της προσέγγισης αυτής των Αιτητών. Παρόμοια θέση τέθηκε από τους Αιτητές στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης ημερ. 30.3.2007 για ακύρωση του διατάγματος, με βάση το οποίο οριστικοποιήθηκε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ημερ. 28.4.2006. Η ακόλουθη κατάληξη του Δικαστηρίου, κατά την έκδοση της ανάλογης απόφασης ημερ. 23.6.2008, καλύπτει και το εξεταζόμενο σήμερα ταυτόσημο ζήτημα: «Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1460-1462, γίνεται εκτενής ανάλυση της στέρησης του δικαιώματος ακρόασης σε συνάρτηση με την παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Συνοπτικά, η παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται αυτόματα και τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του βρισκόμενου σε παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει ως κοινή κατάληξη πως δεν στερείται το δικαίωμα ακρόασης διάδικος ο οποίος αμφισβητεί τη νομιμότητα του διατάγματος που κατά τεκμήριο ή ισχυρισμό παρήκουσε. Είναι επιτρεπτό σε διάδικο ο οποίος βρίσκεται σε παρακοή να ακουστεί σε διαδικασία που αποβλέπει στην ακύρωση του διατάγματος για παρακοή για το οποίο βαρύνεται ή κατηγορείται. Η υπό κρίση περίπτωση αφορά αίτημα το οποίο έχει άμεση σχέση με το διάταγμα που, κατ΄ ισχυρισμό, παρέβησαν οι εναγόμενοι-αιτητές. Βασική μάλιστα θέση των οποίων είναι ότι ουδέποτε τους επιδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα, ούτως ώστε και να ενεργοποιείται η αντίστοιχη υποχρέωσή τους για συμμόρφωση με αυτό. Συνεπώς, έχουν κάθε δικαίωμα να ακουστούν επί της αιτήσεώς τους η οποία αποβλέπει, σε τελικό επίπεδο, στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» Αποτελεί κοινή συνισταμένη των θέσεων των δύο πλευρών ότι, όντως, τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων έχουν ήδη μεταβιβαστεί σε τρίτη εταιρεία. Τελούσε όμως υπό αμφισβήτηση εάν αυτό συνιστούσε και παρακοή των διαταγμάτων. Εν τέλει, κάτι τέτοιο δεν στοιχειοθετήθηκε, καθότι παραμένει αναντίλεκτη η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση πως η διαδικασία εκποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων είχε αρχίσει πολύ πριν την έκδοση του διατάγματος και δεν τεκμηριώθηκε ότι αυτή ολοκληρώθηκε πριν τη γνωστοποίηση των διαταγμάτων στους εναγόμενους. Αντιθέτως, είναι δεδομένη η κατάληξη του Δικαστηρίου στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 23.6.2008, ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενοι, λόγω παράτυπης επίδοσης των εκδοθέντων μονομερώς διατάγματων, δεν έλαβαν γνώση της ενδιάμεσης διαδικασίας έκδοσής τους. Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω και των αρχών που διέπουν το εξεταζόμενο θέμα, είναι δικαιολογημένο και επιτρεπτό να ακουστούν οι Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, η οποία και στοχεύει στην αμφισβήτηση της νομιμότητας των εκδοθέντων διαταγμάτων. (iii) Δικαιοδοσία Δικαστηρίου. Είναι η θέση των εναγόμενων-Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν την αρμοδιότητα ή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση, επικαλούμενοι το γεγονός ότι η εναγόμενη είναι Τούρκικη εταιρεία, με έδρα την Τουρκία, τα δε επίδικα έγγραφα φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης να υπεγράφησαν στην πιο πάνω χώρα το Μάιο του 2003. Η κατ΄ ισχυρισμό δε αθέτησή τους δεν συνδέεται στις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων με τα όρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρόμοιο ζήτημα δικαιοδοσίας τέθηκε από τους εναγόμενους στα πλαίσια Αίτησής τους ημερ. 20.6.2006, με την οποία ζητούσαν ακύρωση και/ή παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος, θέτοντας το ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως εμπόδιο εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Μετά από μακρά διαδικασία, το Δικαστήριο, με Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 27.2.2007, αποφάσισε επί διαφόρων θεμάτων, αλλά άφησε το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων προς απόφαση στα πλαίσια της κυρίως δίκης, ούτως ώστε να κριθεί με βάση το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Οι λόγοι για τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην προσέγγισή του αυτή, εξακολουθούν να υφίστανται και δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί σε αυτό το στάδιο σε ανατροπή της προαναφερθείσας προσέγγισης του Δικαστηρίου. (iv) Μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης εντός της δικαιοδοσίας. Στηριζόμενος ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι πελάτες του-εναγόμενοι δεν έχουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο εντός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας, εισηγήθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος, της φύσης του εκδοθέντος. Προεκτείνοντας τη θέση του, ανάφερε ότι η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ικανοποίησης του Δικαστηρίου ότι η διαταγή του θα μπορούσε να επιβληθεί. Παρόμοιο ζήτημα τέθηκε κατά την εξέταση της Αίτησης ημερ. 21.7.2005 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στα πλαίσια της αγωγής 5581/05 Joseph Lasala κ.ά. v. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά. Οι τότε δικηγόροι των Καθ΄ ων η Αίτηση εισηγήθηκαν ότι τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα είναι ακυρώσιμα, τουλάχιστον στο βαθμό που αυτά αφορούσαν περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων, τα οποία βρίσκονταν εκτός της δικαιοδοσίας της Κύπρου. Το ζήτημα εξετάστηκε σε έκταση από τον τότε Π.Ε.Δ. Ναθαναήλ, με την Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 20.2.2006, η οποία και επικυρώθηκε αργότερα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Πολιτικές εφέσεις 71, 74 και 92/06, 2007, 1 ΑΑΔ 162). Αφού παρατέθηκε ιστορική αναδρομή γύρω από το ζήτημα της αδυναμίας έκδοσης διαταγμάτων σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας, σε συνδυασμό με την αναποτελεσματικότητα της διαδικασίας εκτέλεσης σε μεταγενέστερο στάδιο, καταγράφηκε η μέσα από το χρόνο εξελικτική πορεία που ακολούθησε η νομική σκέψη στην Αγγλία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην ανάλογη νομολογία και σε σχετικά νομοθετήματα. Ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων και απότοκο των σύγχρονων ρυθμών ζωής και της οικουμενικότητας των οικονομικών δοσοληψιών, αλλά και ως αναγκαιότητα για διεθνή αμοιβαιότητα στην παροχή παρεμπίπτοντων θεραπειών στην υποβοήθηση των ουσιαστικών θεμάτων της αγωγής, τα Δικαστήρια οδηγήθηκαν «στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιπλώσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους, για να παρέχεται σε αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς» (ΑΒΡ Holdings Ltd v. Kιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 700). Ήταν η ουσία της κατάληξης στην υπόθεση Lasala (ανωτέρω), με αναφορά στο εύπλαστο του Κοινοδικαίου ούτως ώστε εξελικτικά να λαμβάνει υπόψη νέα δεδομένα, ότι δεν υπάρχει νομικός ή δικαιοδοτικός λόγος που να εμποδίζει την έκδοση διατάγματος το οποίο να καλύπτει και περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας ενόψει της ευρύτατης εξουσίας που προσφέρεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Το μόνο που προκύπτει, ως προβληματισμός, για την ένταξη σε απαγορευτικό διάταγμα περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας, είναι το τελέσφορο της διαδικασίας εκτέλεσης και όχι το δικαιοδοτικό πλαίσιο έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Εκτέλεση η οποία δεν σχετίζεται τόσο με τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου επί των περιουσιακών στοιχείων στην αλλοδαπή, όσο με τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου επί του εναγομένου ως υπόλογου για περιφρόνηση με τις ανάλογες συνέπειες. Το Δικαστήριο, σε πλήρη εναρμόνιση με τις πιο πάνω προσεγγίσεις, κρίνει ως ανεδαφικό το τεθέν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση εξεταζόμενο ζήτημα. (v) Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87,
  1. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στην απόφαση Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά. Πολ. Έφ. 9/07, ημερ. 10.7.2008, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Είναι επιβεβλημένη η αναφορά στα περιστατικά της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι Αιτητές κάλυψαν το καθήκον που έχουν για διεξαγωγή εύλογης έρευνας και πλήρους και δίκαιης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η φύση της υπόθεσης, σε συνάρτηση με το επιζητούμενο διάταγμα, συνιστούν την ουσιαστική οριοθέτηση της έκτασης της έρευνας που έπρεπε να γίνει. Η απαίτηση των εναγόντων-Αιτητών εδράζεται σε ισχυριζόμενα έγγραφα αναγνώρισης χρέους, πληρωτέα στον κομιστή. Αφορούν, συνολικά, στο τεράστιο ποσό των δολαρίων Αμερικής 738.122.
  2. Φέρεται δε να δόθηκαν «έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος», χωρίς αυτό να καθορίζεται, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής και ενός δολαρίου Αμερικής για κάθε ένα από τα έξη επίδικα έγγραφα. Ως αδιαμφισβήτητα περιστατικά της υπόθεσης προβάλλουν επίσης τα ακόλουθα: Υπόχρεη στην καταβολή του πιο πάνω υπέρογκου ποσού παρουσιάζεται να είναι η εναγόμενη, μία Τουρκική εταιρεία, η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία τηλεφωνίας της χώρας αυτής. Ενάγουσα και κάτοχος των εγγράφων παρουσιάζεται να είναι μία Κυπριακή εταιρεία με ονομαστικό και εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο μόλις Λ.Κ.10.
  3. Τα επίδικα έγγραφα υπογράφει κάποιος Murat Hakan Uzan, υπό την ιδιότητά του ως ανώτατος εκτελεστικός αξιωματούχος των εναγομένων και σε αυτά προβλέπεται ότι η νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας θα διέπει την ερμηνεία των όρων τους. Προβάλλεται επίσης, μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις των Αιτητών, προς στήριξη του αιτήματός τους για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι αυτοί γνώριζαν για τις διαβουλεύσεις των εναγομένων για πώληση των περιουσιακών τους στοιχείων στη Vodafone, όπως επίσης γνώριζαν (Τεκμ. 9), ότι οι εναγόμενοι προέβαλλαν τον ισχυρισμό περί δόλου και πλαστότητας των επίδικων εγγράφων. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω δεδομένων και παραμέτρων της υπόθεσης, θα πρέπει να κριθεί η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση περί παραβίασης της υποχρέωσης των Αιτητών για αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. Το εύρος της ισχυριζόμενης οφειλής καθιστά πρόδηλο ότι οι ενάγοντες θα έπρεπε να είχαν γνώση των όσων αφορούσαν την εναγόμενη εταιρεία και τα οποία θα έθεταν σε κίνδυνο ή θα επηρέαζαν την απαίτησή τους. Συνεπώς, θα έπρεπε να γνώριζαν, ή με εύλογη έρευνα να εντόπιζαν, την όλη εμπλοκή της οικογένειας Uzan στην εναγόμενη, την ανάληψη της διεύθυνσης και εποπτείας της εναγόμενης από το Τουρκικό ανεξάρτητο δημόσιο πρόσωπο ΤΜSF από το Φεβρουάριο του 2004, το πραγματικό αξίωμα του Murat Uzan στην εναγόμενη, τη διαδικασία πλειστηριασμού για την πώληση της εναγόμενης, η οποία άρχισε από τον Αύγουστο του 2005, και την υποχρέωσή τους για γνωστοποίηση στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας των διεκδικήσεών τους δυνάμει των επίδικων εγγράφων. Τα πιο πάνω, είναι στοιχεία ουσιώδους μορφής, δεδομένης της φύσης της ισχυριζόμενης αξίωσης, αλλά και της γνωστής στους ενάγοντες θέσης των εναγομένων περί πλαστότητας και δόλου. Επεξηγώ: Τα πλαίσια καθορισμού των γραμματίων συνήθους τύπου, οριοθετούνται από το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  4. Κατ΄ ακολουθία δε του άρθρου 80, το περιεχόμενό τους συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό, το δε Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην αναφερόμενη στο ίδιο το γραμμάτιο αντιπαροχή (Raif v. Dervish [1971] 1 C.L.R. 138, Χαραλάμπους κ.ά v. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λτδ [2000] 1 Α.Α.Δ. 733, 737). Ακόμα και αν, λοιπόν, τα επίδικα έγγραφα εμπίπτουν, σε τέτοια περίπτωση γραμματίων, θα συνιστούσε υπεράσπιση η θέση των εναγομένων ότι η έκδοσή τους επιτεύχθηκε συνεπεία απάτης. Εύλογη έρευνα εκ μέρους των Αιτητών-εναγόντων θα απεκάλυπτε τους λόγους που η διεύθυνση και εποπτεία των εναγομένων αναλήφθηκε από το TMSF. Συνίσταντο, όπως στις χωρίς αντίκρουση ένορκες δηλώσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση εντοπίζεται, στην εμπλοκή της οικογένειας Uzan σε πράξεις δόλιες, παράνομες και απάτης, που αφορούσαν τράπεζα η οποία ανήκε στον όμιλο εταιρειών της οικογένειας αυτής. Εύλογη έρευνα θα αποκάλυπτε επίσης πως ο Murat Uzan, που υπογράφει τα επίδικα έγγραφα, δεν ήταν ποτέ διευθύνων εκτελεστικός αξιωματούχος των εναγομένων - ιδιότητα με την οποία υπογράφει - αλλά αντιπρόεδρός τους κατά τον επίδικο χρόνο. Τυχόν έρευνα θα αποκάλυπτε περαιτέρω ότι καταστατικά το πιο πάνω πρόσωπο δεν θα μπορούσε, υπογράφοντας μόνο του, να δεσμεύσει τους εναγόμενους. Δίκαιη και πλήρης αποκάλυψη θα ήταν επίσης η παροχή στο Δικαστήριο λόγων εκ μέρους των εναγόντων-Αιτητών, για τους οποίους οδηγήθηκαν στο να μην γνωστοποιήσουν τις διεκδικήσεις τους που απορρέουν από τα επίδικα έγγραφα στο TMSF, όταν η εναγόμενη εταιρεία οδηγείτο σε πλειστηριασμό. Όπως προανέφερα, η κρίση για το εύρος που καλύπτει η υποχρέωση αποκάλυψης και η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνεται, εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης. Η υπό εξέταση δεν είναι μία συνηθισμένη υπόθεση διεκδίκησης χρέους με βάση χρεωστικά έγγραφα. Καλύπτεται από ιδιάζουσας υφής γεγονότα. Ήτοι: Ένα τεράστιο ποσό αξίωσης, το οποίο, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, περιστρέφεται γύρω από το ένα δισεκατομμύριο δολάρια, εμπλοκή μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες τηλεφωνικών υπηρεσιών της Τουρκίας και μίας Κυπριακής εταιρείας και προβολής θέσεων περί απάτης ως υπεράσπισης, Τεκμ. 9 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εναγόντων-Αιτητών. Το τεράστιο ποσό προϋπέθετε, εύλογα, ενδελεχή έρευνα όλων των σχετικών παραμέτρων από οποιοδήποτε συναλλασσόταν με τους εναγόμενους και καθίστατο τέτοιας έκτασης πιστωτής, για οποιοδήποτε λόγο. Τα ερωτηματικά δε, που εύλογα γεννούνται, για τους λόγους που μία Τουρκική εταιρεία θα καθίστατο οφειλέτης τέτοιου ύψους χρέους προς μία Κυπριακή εταιρεία, και μάλιστα θα αποδεχόταν την εφαρμογή των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκειμένου να ερμηνευθούν τα επίδικα έγγραφα, καθιστούσαν απαρέγκλιτα επιτακτική, ως πλήρη και δίκαιη, την αποκάλυψη στο Δικαστήριο των γεγονότων που οδήγησαν στη γένεση της απαίτησης των εναγόντων. Ποιο ήταν δηλαδή το καλό και νόμιμο αντάλλαγμα που τους κατέστησε πιστωτές και κατόχους των εγγράφων. Τα πιο πάνω, όχι προς απόδειξη της απαίτησής τους ή κατάρριψης της προβαλλόμενης ως υπεράσπισης θέσης των Καθ΄ ων η Αίτηση περί δόλου και απάτης, αλλά, στο ενδιάμεσο εκείνο στάδιο της μονομερούς Αίτησης, προκειμένου να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να το βοηθήσουν να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα, αξιολογώντας το σύνολο των στοιχείων τα οποία θα ήταν δυνατό να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασής του. Θα εκπλήρωναν έτσι οι Αιτητές το εύρος της καλής πίστης που διακατέχει όποιο διάδικο εμφανίζεται μονομερώς, επιδιώκοντας θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησής τους για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Γεγονότα που είτε γνώριζαν, είτε θα μπορούσαν να εξακριβώσουν με μία εύλογη έρευνα. Η μη αποκάλυψη στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης των Αιτητών κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων. Ως αποτέλεσμα της εκτροπής αυτής, η ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων είναι αναπόφευκτη, χωρίς εξέταση της ουσίας. Παρά την πιο πάνω κατάληξη παραθέτω, σε συνοπτική πλέον μορφή τα ακόλουθα: Η έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι θεραπεία που ανάγεται στο χώρο του δικαίου της επιείκειας, οι κανόνες του οποίου εξελίσσονται διαρκώς και χαρακτηρίζονται από ελαστικότητα, προκειμένου να τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε αναγκαία περίσταση. Είναι δε αδιανόητη - ως αντιβαίνουσα των αρχών ύπαρξης του δικαίου της επιείκειας - η επί ματαίω επίκλησή του. Τα υπό εξέταση προσωρινά διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς πριν από τρία σχεδόν χρόνια. Έκτοτε παρέμειναν ανενεργά, λόγω της, χωρίς εξήγηση, παράλειψης και/ή βραδύτητας των Αιτητών να προωθήσουν εφαρμογή τους. Τα πιο πάνω προκύπτουν από τις σχετικές αναφορές στην ένορκο δήλωση του Dr. Yasar Akgun εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, οι οποίες παρέμειναν χωρίς καμιά αντίκρουση από τους Αιτητές. Άλλωστε, αμφισβήτηση των καταγραφομένων ήταν αδύνατο να τεθεί, αφού οι αναφορές του ενόρκως δηλούντα στηρίζονταν σε ανάλογη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από μάρτυρα των Αιτητών σε προηγούμενη ενδιάμεση διαδικασία. Περαιτέρω, δεν υφίσταται πλέον δυνατότητα αποτελεσματικής εφαρμογής των διαταγμάτων και, συνεπώς, ούτε λόγος συνέχισης της ύπαρξής τους. Είναι κοινό έδαφος γεγονότων ότι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση έχει μεταβιβαστεί, κατά το χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων, σε τρίτη εταιρεία, κατ΄ ακολουθία μεταξύ τους διαπραγματεύσεων και διαδικασιών οι οποίες άρχισαν μήνες προηγουμένως. Ήταν δε κατάληξη του Δικαστηρίου, στην ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 23.6.2008, πως οι εναγόμενοι, λόγω παράτυπης επίδοσης των προσωρινών διαταγμάτων, δεν είχαν λάβει γνώση της ύπαρξής τους κατά το χρόνο αποξένωσης των κεφαλαίων τους, ούτως ώστε να ενεργοποιείται και υποχρέωση συμμόρφωσής τους με αυτά. Υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών η ανυπαρξία πλέον του αντικειμένου που αφορά την ουσία των διαταγμάτων, καθιστά τα τελευταία κενά περιεχομένου και άνευ λόγου ύπαρξης. Υπενθυμίζω, ολοκληρώνοντας, το λεκτικό των εκδοθέντων διαταγμάτων και το γεγονός ότι η ανάγκη και ο δικαιοδοτικός όρος του επείγοντος της έκδοσής τους, θεμελιώθηκαν στον κίνδυνο, τότε, αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης μέσω της μεταβίβασής τους στη Vodafone. Δ. Κατάληξη. Ενόψει των όσων έχουν αναλυθεί, τα προσωρινά διατάγματα ημερ. 28.4.2006 ακυρώνονται. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγομένων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. [Υπ.] Α.Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.