← Κύπρος

Χαράλαμπου Γαβριήλ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Αγωγή Αρ.3506/04, 19 Μαρτίου, 2009

Χαράλαμπου Γαβριήλ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Αγωγή Αρ.3506/04, 19 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.3506/04 Μεταξύ:

  1. Χαράλαμπου Γαβριήλ, από Λεμεσό
  2. Κυριάκου Γαβριήλ, από Λεμεσό Εναγόντων - και - ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, από Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση εναγόντων ημερ. 18.2.09 Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Χριστοφόρου Για εναγόμενο οργανισμό/καθ΄ ου η αίτηση: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η γνωστή ως «Δασούδι» παραλία της Λεμεσού διαμορφώθηκε από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (ΚΟΤ) σε δημόσια πλαζ, με εστιατόριο, καφετέρια, αναψυκτήριο, γήπεδα αθλοπαιδιών, χώρους στάθμευσης και άλλες εγκαταστάσεις (στο εξής το συγκρότημα εγκαταστάσεων). Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 1.8.1997 ο ΚΟΤ παραχώρησε στους ενάγοντες άδεια χρήσης των εγκαταστάσεων του συγκροτήματος για περίοδο 12 χρόνων, έναντι πληρωμής ετήσιου δικαιώματος ύψους £53.542 το οποίο θα αυξανόταν κατά 5% κάθε τέσσερα χρόνια. Η αντιδικία των διαδίκων έχει στο επίκεντρο της τον όρο 4

(5)της άδειας, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες θα δικαιούνταν να χρεώνουν αντίτιμο για τη χρήση από το κοινό κάποιων από τις εγκαταστάσεις του συγκροτήματος, μεταξύ των οποίων ήταν και οι χώροι στάθμευσης. Το αντίτιμο, όμως, θα έπρεπε να τύχει της προηγούμενης έγκρισης του ΚΟΤ και σ΄ αυτό εντοπίζεται η ουσία της διαφοράς. Συγκεκριμένα:- Στις 20.1.03 οι ενάγοντες ζήτησαν έγκριση για αύξηση της τιμής εισόδου στο δυτικό χώρο στάθμευσης από £0.30 σε £0.50 την ημέρα, αίτημα που εγκρίθηκε στις 4.3.03 με ισχύ από 1.3.
  1. Όταν όμως στις 25.6.03 ζήτησαν παρόμοια έγκριση και για τον ανατολικό χώρο ο ΚΟΤ όχι μόνο δεν την έδωσε, αλλά με επιστολή του ημερ. 6.8.03 ανακάλεσε και την προηγηθείσα έγκριση. Η αντίδραση των εναγόντων εκδηλώθηκε με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με την οποία αξιώνουν ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Διατείνονται, σχετικά, ότι συνεπεία της μη έγκρισης του αιτήματος τους ημερ. 25.6.03 και της ανάκλησης της έγκρισης ημερ. 4.3.03 απώλεσαν εισόδημα ύψους £542.000 που θα είχαν αν χρέωναν, όπως είχαν δικαίωμα, ως αντίτιμο £0.50 την ημέρα για τις 140 θέσεις του δυτικού χώρου στάθμευσης και τις 200 του ανατολικού από 20.1.03 και 6.8.03, αντίστοιχα, μέχρι 31.7.09 που έληγε η άδεια. Στις 22.12.04 ο ΚΟΤ καταχώρισε Υπεράσπιση και τρεις μήνες μετά, στις 23.3.05, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη από τον ΚΟΤ όλων των εγγράφων που βρίσκονταν στην κατοχή του και ήταν σχετικά με τα εγειρόμενα στην αγωγή ζητήματα, η οποία έγινε στις 5.5.
  2. Παρόμοιο εκ συμφώνου διάταγμα εκδόθηκε στις 2.11.07 και εναντίον των εναγόντων, οι οποίοι προέβησαν στη διαταχθείσα αποκάλυψη στις 26.11.
  3. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν εκατέρωθεν ήταν η συμφωνία 1.8.97, οι επιστολές εναγόντων προς τον ΚΟΤ ημερ. 20.1 και 25.6.03 και οι απαντητικές επιστολές του ΚΟΤ 4.2 και 6.8.03, καθώς επίσης και δύο επιστολές που αντάλλαξαν οι δικηγόροι των διαδίκων μέσα στον Αύγουστο του
  4. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης άρχισε στις 13.2.09 με πρώτο μάρτυρα τον ενάγοντα αρ. 1 (ΜΕ.1), ο οποίος παρουσίασε στο δικαστήριο όλα τα έγγραφα που αποκάλυψε ενόρκως στις 26.11.
  5. Όταν όμως επιχείρησε να παρουσιάσει επιπρόσθετα έγγραφα προβλήθηκε ένσταση, η οποία έγινε αποδεκτή με βάση τις πρόνοιες της Δ.28 θ.
  6. Κατ΄ ακολουθία τούτου οι ενάγοντες (στο εξής οι αιτητές) καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν παράταση του χρόνου των 45 ημερών που καθόρισε το δικαστήριο στο διάταγμα ημερ. 2.11.07 για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και, διαζευκτικά, άδεια για συμπληρωματική αποκάλυψη. Η αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες των Δ.28 θθ.1-3, Δ.48, Δ.57 θ.2 και Δ.64 και στη συνοδευτική ένορκη δήλωση προβάλλονται, ουσιαστικά, τα ακόλουθα:- Οι αιτητές συμμορφώθηκαν πλήρως με το εκ συμφώνου διάταγμα ημερ. 2.11.07, αποκαλύπτοντας ενόρκως όσα έγγραφα είχαν τότε στην κατοχή τους και σχετίζονταν με τα επίδικα θέματα. Λίγες ημέρες όμως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στις 4.2.09, βρήκαν στο γραμματοκιβώτιο τους έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση και τα οποία θα πρέπει να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου. Πρόκειται για (α) απόσπασμα από τα πρακτικά του Δ.Σ. του ΚΟΤ ημερ. 5.8.05, (β) Ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή του ΚΟΤ προς το Δ.Σ. ημερ. 25.4.05 ότι θα γίνει έρευνα για τη λειτουργία των χώρων στάθμευσης και (γ) Σημείωμα του εν λόγω διευθυντή ημερ. 5.8.05, με το οποίο κοινοποιεί στο Δ.Σ. τα αποτελέσματα της έρευνας που έγινε. Περαιτέρω, θα πρέπει να τους επιτραπεί να παρουσιάσουν τα αντίγραφα λογαριασμών της εταιρείας Nicol X.G. Enterprises Ltd για τα έτη 1994 και 1995, καθώς επίσης και αντίγραφα των οικονομικών καταστάσεων της εν λόγω εταιρείας για τα αντίστοιχα έτη. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση του εναγόμενου (στο εξής ο καθ΄ ου η αίτηση), η οποία πέραν της Δ.28 θθ. 1-4 βασίζεται και στα άρθρα 17 και 35 του Συντάγματος. Με αυτή προβάλλονται πέντε
(5)λόγοι ένστασης, οι οποίοι θα μπορούσαν να διατυπωθούν στους ακόλουθους τρεις:-
  1. Το διάταγμα ημερ. 2.11.07 εκδόθηκε εκ συμφώνου και μόνο εκ συμφώνου μπορεί να τροποποιηθεί.
  2. Τα τρία πρώτα έγγραφα αποτελούν εμπιστευτική εσωτερική αλληλογραφία του καθ΄ ου και ο τρόπος που περιήλθαν στην κατοχή των αιτητών δεν είναι νόμιμος, ενώ τα άλλα δύο βρίσκονταν στην κατοχή των αιτητών κατά το χρόνο που προέβησαν στην (αρχική) αποκάλυψη και
  3. Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει στον καθ΄ ου ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, υπενθύμισε ο κ. Χριστοφόρου, μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε χρόνο εφόσον τα έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Στην κρινόμενη περίπτωση, εισηγήθηκε, τα προς αποκάλυψη έγγραφα όχι μόνο είναι σχετικά αλλά και αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Επεσήμανε, επί του προκειμένου, ότι τα πρώτα τρία περιέχουν τα αποτελέσματα της έρευνας για την είσοδο οχημάτων στους χώρους στάθμευσης, ενώ με τα άλλα δύο αντικρούεται ισχυρισμός του καθ΄ ου - που προβλήθηκε το Νοέμβριο του 2008 στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης - ότι παραχώρησαν την εκμετάλλευση του συγκροτήματος σε τρίτο πρόσωπο. Το τρίτο πρόσωπο, υπέδειξε, είναι η εταιρεία Nicol X. G. Enterprises Ltd που ελέγχεται από τους αιτητές, η οποία, με την έγκριση του καθ΄ ου, χρησιμοποιείται από το 1994 για σκοπούς Φ.Π.Α. και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και για κανένα άλλο λόγο. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης, εισηγήθηκε ότι:-
  4. Ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει νομολογία - την οποία ο ίδιος δεν εντόπισε - ότι ένα εκ συμφώνου διάταγμα αποκάλυψης μόνο με τη συναίνεση της άλλης πλευράς μπορεί να τροποποιηθεί, αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για συμπληρωματική αποκάλυψη.
  5. Ο τρόπος που περιήλθαν στην κατοχή των αιτητών τα πρώτα τρία έγγραφα είναι άνευ σημασίας. Αυτό που έχει σημασία, τόνισε, είναι ότι ο καθ΄ ου παραδέχεται την ύπαρξη τους και ως ημικρατικός οργανισμός είναι ανεπίτρεπτο να τα αποκρύβει. Σ΄ ότι δε αφορά τα άλλα δύο επανέλαβε ότι αυτά είναι σχετικά και αναγκαία για αντίκρουση του ισχυρισμού που προβλήθηκε με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και
  6. Διάταγμα αποκάλυψης μπορεί να διαταχθεί μέχρι την έκδοση της απόφασης (Annual Practice του 1958, σελ. 684) και αν το δικαστήριο δεν εγκρίνει την αίτηση θα προκληθεί ζημιά όχι στον καθ΄ ου αλλά στους αιτητές και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η προθεσμία της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, αντέτεινε ο κ. Τριανταφυλλίδης, καθορίσθηκε εκ συμφώνου και μόνο με τη συναίνεση του καθ΄ ου μπορεί να χορηγηθεί νέα προθεσμία. Επομένως, εισηγήθηκε, το αίτημα για παράταση του χρόνου δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Σ΄ ότι δε αφορά το διαζευκτικό αίτημα, υπέδειξε ότι στην ουσία πρόκειται για νέα αίτηση η οποία σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή για δύο λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τη φύση των τριών πρώτων εγγράφων και τον τρόπο που περιήλθαν στην κατοχή των αιτητών. Πρόκειται, επεσήμανε, για εσωτερικά έγγραφα του καθ΄ ου τα οποία δεν κοινοποιήθηκαν στους αιτητές και με το να ισχυρίζονται ότι βρέθηκαν στο γραμματοκιβώτιο τους δεν τους δίδει και τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσουν στο πλαίσιο της δίκης. Ο δεύτερος αφορά τη σχετικότητα των άλλων δύο εγγράφων. Είναι, υπέδειξε, λογαριασμοί τρίτου προς τη διαδικασία προσώπου που δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η απαίτηση των αιτητών, κατέληξε, εγείρει προς εξέταση δύο επίδικα ζητήματα:- Αν ο καθ΄ ου παραβίασε τον επίδικο όρο της συμφωνίας και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της παραβίασης οι αιτητές υπέστηκαν τις ισχυριζόμενες ζημιές και τα προς αποκάλυψη έγγραφα δεν είναι σχετικά με οποιοδήποτε από τα δύο αυτά θέματα. Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και η πρώτη παρατήρηση αφορά τη Δ.64, η οποία συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Η Δ.64, όπως τονίσθηκε στην υπόθεση P. Georghiou (Catering) Ltd v. Kυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 323, μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπου παρατηρείται παρέκκλιση από τους θεσμούς. Η υπό κρίση όμως περίπτωση στοχεύει κύρια σε παράταση της προθεσμίας που δόθηκε εκ συμφώνου στις 2.11.07 και, διαζευκτικά, σε άδεια για συμπληρωματική αποκάλυψη. Επομένως, δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.64, αλλά το κύριο αίτημα θα πρέπει να εξετασθεί με βάση τη Δ.57 θ.2 και το διαζευκτικό με βάση τη Δ.28 θ.3. Η Δ.57 θ.2 εξετάσθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 364, η οποία κωδικοποίησε τις αρχές για παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς ή που τέθηκε σε κάποιο διάταγμα. Οι τασσόμενες προθεσμίες, επαναλήφθηκε, αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας η οποία ασκείται δικαστικά. Η υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσει το δικαστήριο να αρνηθεί να χορηγήσει παράταση, αλλά αποκλειστικός οδηγός για το θέμα αποτελεί το συμφέρον της δικαιοσύνης ο προσδιορισμός του οποίου σε κάθε περίπτωση είναι έργο σύνθετο και πολυδιάστατο. Όσον αφορά τη δυνατότητα παράτασης μιας προθεσμίας που τέθηκε σε εκ συμφώνου διάταγμα, διαφωτιστική είναι η υπόθεση Stavri & Conill Ltd v. Πλοίου "Αθαν. Μανιάτης" (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 204. Στην εν λόγω υπόθεση ναι μεν επαναβεβαιώθηκε ο γενικός κανόνας ότι το δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να παρατείνει την προθεσμία, αλλά στον κανόνα αυτό υπάρχει μια εξαίρεση. Αν το διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου - όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση - μόνο με τη συναίνεση του αντιδίκου είναι επιτρεπτή η χορήγηση νέας προθεσμίας. Αυθεντία για την πρόταση αυτή, υποδείχθηκε από τον αείμνηστο Δικαστή Νικήτα, αποτελεί η υπόθεση Australian Automatic Weighting Machine Company v. Walter [1891] W.N. 170», από την οποία παράθεσε και σχετικό απόσπασμα. Με βάση του τι αποφασίσθηκε στην υπόθεση Stavri & Conill (ανωτέρω) έχω την άποψη ότι το αίτημα για παράταση της προθεσμίας που καθορίσθηκε στο εκ συμφώνου διάταγμα ημερ. 2.11.07 δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Όμως, ακόμη κι αν δεν υπήρχε το εμπόδιο αυτό και πάλι δεν θα ασκούσα τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος για δύο λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τη φύση των πρώτων τριών εγγράφων και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή των αιτητών. Πρόκειται για εσωτερικά έγγραφα του καθ΄ ου τα οποία δεν κοινοποιήθηκαν στους αιτητές ούτε δημοσιοποιήθηκαν σε οποιονδήποτε τρίτο. Ο τρόπος δε που κατέληξαν στους αιτητές εγείρει ερωτηματικά και εμβάλλει σε σοβαρές υποψίες για το μέσο ή μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για απόκτηση τους. Προς τούτο είναι αρκετό να παραπέμψω στην ένορκη δήλωση του ΜΕ.1 όπου δηλώνει ότι τα εν λόγω έγγραφα τα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του το απόγευμα της 4.2.09, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν γνωρίζει ποιος τα έβαλε εκεί. Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για ξεκάθαρη παραδοχή ότι τα έγγραφα αυτά περιήλθαν στην κατοχή του με επιλήψιμο τρόπο και εν πάση περιπτώσει δεν τα απόκτησε δικαιωματικά ή κανονικά. Ενόψει τούτου, αποδοχή του αιτήματος θα ισοδυναμούσε με νομιμοποίηση αναζήτησης μαρτυρίας και δη εγγράφων της επισημανθείσας φύσεως με επιλήψιμους τρόπους, κάτι που το νομικό μας σύστημα δεν αποδέχεται και τέτοιες συμπεριφορές έκδηλα αντιστρατεύονται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ο δεύτερος σχετίζεται με τις πρόνοιες της Δ.28 θ.3, που επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει να τεθούν ενώπιον του και έγγραφα που δεν αποκαλύφθηκαν, αφού ικανοποιηθεί για την ύπαρξη βάσιμης δικαιολογίας και θέσει κατάλληλους όρους. Είναι προφανές ότι το διαζευκτικό αίτημα των αιτητών σ΄ αυτό ακριβώς στοχεύει, αίτημα που θα μπορούσε να προωθηθεί και χωρίς αίτηση, νοουμένου ότι θα έμπαινε με μαρτυρία το αναγκαίο υπόβαθρο. Το ερώτημα, επομένως, που εγείρεται είναι αν το δικαστήριο θα μπορούσε να ικανοποιήσει τέτοιο αίτημα, έχοντας υπόψη τη φύση των πρώτων τριών εγγράφων και τον τρόπο που αυτά περιήλθαν στην κατοχή των αιτητών. Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική στη βάση του τι ήδη έχει κριθεί σε σχέση με το κύριο αίτημα. Παρέμεινε το αίτημα για τα άλλα δύο έγγραφα. Προβλήθηκε ότι η σχετικότητα των εν λόγω εγγράφων προέκυψε ως αποτέλεσμα της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης, η οποία καταχωρίστηκε ένα περίπου χρόνο μετά τη διενεργηθείσα ένορκη αποκάλυψη. Πράγματι, με την τροποποιημένη υπεράσπιση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι αιτητές, ούτως ή άλλως, δεν υφίστανται οποιανδήποτε ζημία γιατί κατά παράβαση της Συμφωνίας ημερ. 1.8.97 παραχώρησαν την εκμετάλλευση του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο. Είναι για αντίκρουση αυτού του (νέου) ισχυρισμού, υποστήριξε ο κ. Χριστοφόρου, που είναι αναγκαία τα δύο αυτά έγγραφα. Εξέτασα και αυτή τη θέση την οποία αδυνατώ να δεχθώ για ένα απλό λόγο. Η άδεια χρήσεως δόθηκε με βάση τους όρους της συμφωνίας ημερ. 1.8.1997 και δεν βλέπω αν η οποιαδήποτε έγκριση που δόθηκε - αν δόθηκε - 2-3 χρόνια προηγουμένως με βάση άλλη (προφανώς) συμφωνία είναι σχετική με την παρούσα υπόθεση. Έπεται ότι το αίτημα σ΄ ότι αφορά και αυτά τα έγγραφα δεν γίνεται αποδεκτό και απορρίπτεται. Η πιο πάνω κατάληξη προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Παρόλ΄ αυτά, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε συντομία σε μια άλλη "υποβολή" του κ. Χριστοφόρου, η οποία αυτούσια έχει ως ακολούθως:- «Ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι, εάν το Σεβαστό Δικαστήριο δεν επιτρέψει την αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων η διαδικασία θα καθυστερήσει αχρείαστα κάτι που δεν θα συμβάλει ούτε στην εξοικονόμηση εξόδων και δικαστικού χρόνου, αφού θα ακολουθήσουν άλλες ενδιάμεσες διαδικασίες και περισσότεροι μάρτυρες κατά την κυρίως δίκη.» Ομολογώ ότι δεν αντιλήφθηκα τη χρησιμότητα της πιο πάνω "υποβολής". Δεν θα ήταν όμως εντελώς αχρείαστο να υπενθυμίσω ότι η δικαστική κρίση σε μια ενδιάμεση αίτηση διαμορφώνεται αποκλειστικά και μόνο στη βάση του τι τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου με τη συγκεκριμένη αίτηση και στη διαμόρφωση της δεν συνεκτιμάται ο "κίνδυνος" ότι αν απορριφθεί η συγκεκριμένη αίτηση θα ακολουθήσουν άλλες. Περαιτέρω, σε σχέση με τον αριθμό των μαρτύρων, το μόνο που χρειάζεται να παρατηρηθεί είναι ότι εναπόκειται στο διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης να εκτιμήσει πόσους και ποιους μάρτυρες χρειάζεται για απόδειξη της αξίωσης του και σ΄ αυτό το ζήτημα το δικαστήριο δεν έχει λόγο. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών. Τα έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.