← Κύπρος

Χαρούλλα Κωνσταντίνου Νικολάου ν. B A The Best Mcc Ltd, Αγωγή αρ. 9944/2005, 27 Μαρτίου 2009

Χαρούλλα Κωνσταντίνου Νικολάου ν. B A The Best Mcc Ltd, Αγωγή αρ. 9944/2005, 27 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αγωγή αρ. 9944/2005 Μεταξύ: Χαρούλλα Κωνσταντίνου Νικολάου Ενάγουσα Και B & A The Best Mcc Ltd Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Μαρτίου 2009 Αίτηση ημερομηνίας 19/12/2008 υπό Ενάγουσας για προσθήκη Εναγόμενου και συναφών τροποποιήσεων της Έκθεσης Απαίτησης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Γιαλελής για κ. Ν. Νεοφύτου Για Εναγόμενη - Καθ' ής η 1: κ. Δ. Χριστοδούλου για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη Για Προτεινόμενο Εναγόμενο 2 - Καθ' ού 2: κ. κ. Κουρίδης για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα - Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της αιτείται την προσθήκη του Νεοκλή Βρασίδα ως Εναγόμενου 2 στην πιο πάνω αγωγή. Παράλληλα αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της ούτως ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτήν οι ισχυρισμοί και η αξίωση της εναντίον του προτεινόμενου Εναγόμενου 2, καθώς και τροποποίηση της οπισθογράφησης εξόδων ούτως ώστε να προστεθεί ο αριθμός μητρώου Φ.Π.Α και το ποσόν των εξόδων να μετατραπεί σε €719 αντί Λ.Κ.359. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.9 κ.1-13, Δ.12 κ. 1-10, Δ.25κ 1-6, Δ.39 κ.1-21, Δ.48 κ.1-4 και 9, Δ.64 καθώς και στη συμφυή και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του συνεργαζόμενου με τον δικηγόρο της Ενάγουσας δικηγόρου κ. Χρίστου Καμπούρη στην οποίαν μεταξύ άλλων ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται:
  2. i)Ότι το 2004 είχε καταχωριστεί στο Ε. Δ. Λεμεσού η αγωγή 2001/04 εναντίον κάποιου Αντώνη Νικόλα και του Νεοκλή Βρασίδα (προτεινόμενου Εναγόμενου) για αποζημιώσεις συνεπεία του επίδικου ατυχήματος και ότι αυτή αποσύρθηκε στις 15.12.05 με δικαίωμα καταχώρισης νέας αγωγής.
  3. ii)Ότι το 2005 καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή στη Λευκωσία και κατά τις 19.11.08 που ήταν ορισμένη για ακρόαση προέκυψε άμεσα η ανάγκη για προσθήκη του Νεοκλή Βρασίδα ως Εναγόμενου 2, διάβημα το οποίο προώθησαν αμέσως. Να σημειωθεί πως στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται (ως Τεκμήριο Α) το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της παλαιότερης αγωγής αρ. 2001/04, από το οποίο συνάγεται πως ο Αντώνης Νικόλα είχε εναχθεί ως διαχειριστής της πολυκατοικίας στην οποίαν επεσυνέβη το ατύχημα και ο Νεοκλής Βρασίδας ως ο αυτοεργοδοτούμενος τεχνίτης. Η Εναγόμενη στην παρούσα ήταν η εργοδότρια της Ενάγουσας κατά τον επίδικο χρόνο. Οι συνήγοροι της υφιστάμενης Εναγόμενης εταιρείας δήλωσαν από την πρώτη στιγμή πως δεν φέρουν ένσταση στην αίτηση, αλλά ζητούν τα έξοδα τόσον της αίτησης όσον και αυτά που παραμερίζονται. Ο προτεινόμενος Εναγόμενος όμως καταχώρισε ένσταση η οποία βασίζεται στις Δ.9, Δ.12, Δ.25, Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στο άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Προβάλλονται ως λόγοι ένστασης τα εξής: Α) Η αίτηση είναι αβάσιμη. Β) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης. Γ) Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας είναι γενικοί και αόριστοι. Δ) Τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα επιφέρει αδικία στον Καθ' ού 2. Ε) Η Ενάγουσα δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, αλλά με κακή πίστη. ΣΤ) Η αίτηση είναι καταχρηστική με αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλαπλότητας των διαδικασιών. Ζ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αναρμόδιο καθότι η βάση της αγωγής προέκυψε εντός της Επαρχίας Λεμεσού. Η) Το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ' ού η Αίτηση Νεοκλή Βρασίδα σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κεφ. 148 έχει παραγραφεί στις 5.8.06 καθότι το εν λόγω ατύχημα επεσυνέβη στις 5.8.03. Θ) Η αίτηση καταχωρίστηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Ειρήνης Κολιού, στην οποίαν βασικά επαναλαμβάνονται και αναλύονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης και προστίθεται πως τα γεγονότα ήταν εις γνώσιν της Ενάγουσας εξαρχής, μέσα από την Έκθεση του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την καταχώριση το 2004 αγωγής εναντίον του προτεινόμενου διαδίκου και άλλου προσώπου. Νομική πτυχή Η επιλογή των Εναγόμενων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει στον Ενάγοντα. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία με βάση την Δ.9κ.10 να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου εάν θεωρεί την παρουσία του αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. (Βλ. Οδυσσέως V Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ

(2001)1 Α.Α.Δ. 1372). Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το Δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης Εναγόμενου είναι το κατά πόσον ο προτεινόμενος Εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος (βλ. υπόθεση 1. Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. V Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772). Γενικά όμως το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει προσθήκη τρίτου προσώπου όταν μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, ιδιαίτερα αν η αίτηση για το σκοπό αυτό υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας (βλ. υπόθεση PT Kiani Kertas V 1. Interorient Navigation Company Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1475). Μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται επίσης υπόψιν είναι η τυχόν καθυστέρηση και παραγραφή. Στην παρούσα υπόθεση η αρχική απαίτηση της Ενάγουσας στρέφεται εναντίον της εργοδότριας της εταιρείας από την οποίαν διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη κατά την ανατεθείσα υπό της Εναγόμενης εταιρείας εργασία καθαρισμού πολυκατοικίας στη Λεμεσό στις 5.8.
  1. Ισχυρίζεται πως ενώ σφουγγάριζε βεράντα ακούμπησε πάνω σε μεταλλικό κάγκελο με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία. Στο χώρο εργάζετο και ο Νεοκλής Βρασίδας (προτεινόμενος Εναγόμενος) ο οποίος ως αυτοεργοδοτούμενος τεχνίτης είχε τοποθετήσει καλώδιο για να τροφοδοτεί τα ηλεκτρικά του εργαλεία. Η Ενάγουσα θεωρεί πως η μόνωση αυτού του καλωδίου ήταν προφανώς φθαρμένη σε κάποιο σημείο. Αποδίδει στην εργοδότρια της αμέλεια όσον αφορά τις οδηγίες και ή προειδοποιήσεις και ή άλλα προληπτικά μέτρα και με την αίτηση της ισχυρίζεται ότι και ο προτεινόμενος Εναγόμενος δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και φροντίδα, ούτε της έδωσε τις αναγκαίες προειδοποιήσεις για την ασφάλεια της, αφού ενώ γνώριζε ότι η ίδια σφουγγάριζε τους κοινόχρηστους χώρους, αυτός τοποθέτησε το καλώδιο σε χώρο που ήταν βρεγμένο το πάτωμα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί η ίδια όταν εκτελώντας την εργασία της ακούμπησε το κάγκελο. Παρά την κάποια καθυστέρηση που επέδειξε η Ενάγουσα στην καταχώριση της αίτησης της, έχοντας υπόψιν την ανάγκη για πλήρη ρύθμιση όλων των ζητημάτων που αναφύονται στην αγωγή και προς αποφυγή άλλων παράλληλων διαδικασιών και εξόδων θα ήμουν διατεθειμένος υπό άλλες περιστάσεις να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της προσθήκης. Πλην όμως θεωρώ πως το αγώγιμο δικαίωμα της εναντίον του προτεινόμενου Εναγόμενου Νεοκλή Βρασίδα έχει παραγραφεί και η τυχόν προσθήκη του δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Οι λόγοι εξηγούνται κατωτέρω και αφορούν τους λόγους ένστασης υπό Δ και Η. Όπως έχει γίνει αντιληπτό από τα πιο πάνω η απαίτηση της εναντίον του Ν. Βρασίδα εδράζεται στην, κατ' ισχυρισμόν της, αμέλεια που αυτός επέδειξε στις 5.8.03 δηλαδή στο αντίστοιχο αστικό αδίκημα του άρθρου 55 του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 68 του ίδιου νόμου: "
  3. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί - (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή" Σημειώνεται πως ο χρόνος παραγραφής ήταν μέχρι τις 29.12.06 2 έτη, οπότε και αυξήθηκε με τον Τροποποιητικό Ν.171
(1)/06 σε 3 έτη. Προηγουμένως όμως και συγκεκριμένα με τον Περί Αναστολής της Παραγραφής Ν.57/64όπως αυτός είχε τροποποιηθεί από τον Ν.36/82 είχε προβλεφθεί αναστολή όλων των χρόνων παραγραφής με τις εξής συγκεκριμένες πρόνοιες: "
  1. "περίοδος αναστολής" σημαίνει την περίοδον ήτις άρχεται την 21ην Δεκεμβρίου, 1963 και λήγει τρεις μήνας μετά την λήξιν της εκρύθμου καταστάσεως, "χρόνος παραγραφής" σημαίνει οιανδήποτε χρονικήν περίοδον καθοριζομένην εν οιαδήποτε διατάξει, νομοθετικής φύσεως, ισχυούση κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, εν η απαιτείται η έναρξις οιασδήποτε αγωγής εις ην αφορά η διάταξις αύτη.
  2. Η περίοδος αναστολής δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον παραγραφής". Όπως επιβεβαιώθηκε στην Μυλωνάς V Μυλωνά (Αρ. 2)
(2003)1 Α.Α.Δ. 688 η εμβέλεια της αναστολής βάσει του Ν.57/64 περιορίζεται, όπως ρητά προβλέπεται, σε δικαιώματα που προκύπτουν ή παρέχονται από τη νομοθεσία η οποία ίσχυε κατά το χρόνο θέσπισης του εν λόγω νόμου δηλαδή στις 30.10.1964. Ο Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ. 148 είναι μέρος αυτής της νομοθεσίας. Σύμφωνα με το Ν.57/64, έκρυθμος κατάστασις εσήμαινε την συνεπεία της Τουρκικής Εισβολής δημιουργηθείσαν κατάστασιν η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι ορισμού ημερομηνίας λήξεως της από το Υπουργικό Συμβούλιο, πράγμα που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Παρά ταύτα όμως ο Περί Αναστολής της Παραγραφής Ν.57/64καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Ν.110
(1)/02 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.6.05 και στο άρθρο 4
(1)προνοεί τα εξής: "4
(1)Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόμων με κανένα τρόπο δεν μπορεί να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα". Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Ν.110
(1)/02 ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε δικαιώματος (εκτός από αξιώσεις για ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία στα κατεχόμενα) θα συνεχίζει να είναι ανεσταλμένος κατά την "περίοδο αναστολής" μόνο αν και εφόσον ο δικαιούχος αυτού αποδείξει προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι λόγω της "έκρυθμης κατάστασης" δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμα του. Στην παρούσα περίπτωση ούτε τέθηκε ούτε και εγείρεται τέτοιο ζήτημα. Συνεπώς μετά την κατάργηση της αναστολής και συγκεκριμένα από την 1.6.05 ξεκίνησε "νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής" για το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον του Ν. Βρασίδα, ο οποίος (χρόνος παραγραφής) τη δεδομένη στιγμή ήταν 2 έτη αλλά το 2006 αυξήθηκε σε 3 έτη. Η νέα αυτή περίοδος συμπληρώθηκε την 1.6.08 και συνεπώς το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει πλέον αναμφίβολα παραγραφεί και άρα εμποδίζεται από του να προωθήσει αγωγή εναντίον του. Οι αναστολές που θεσπίστηκαν διαδοχικά με τους τροποποιητικούς Ν.28
(1)/08 και 16
(1)/09 δεν καλύπτουν το άρθρο 68 του Κεφ. 148, αφού ρητώς προβλέπεται με αυτούς αναστολή εφαρμογής μόνον του Περί Παραγραφής Νόμου Κεφ. 15 (και όχι του Ν.110
(1)/02). Είναι γνωστή η αρχή πως ένας τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς Εναγόμενου θα πρέπει να δικογραφείται διαφορετικά δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο (βλ. Φεσσά κ.α. V Κασάπη
(1996)1 Α.Α.Δ. 337 και Ketteman and others V Hansel Properties Ltd
(1988)1 All E.R 38). Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα επέδωσε την αίτηση της και στον προτεινόμενο διάδικο ο οποίος ήγειρε το θέμα της παραγραφής από αυτό το στάδιο. Ο συνήγορος της Ενάγουσας επικαλέστηκε την απόφαση μειοψηφίας του Lord Denning στην υπόθεση Lucy V Henleys Telegraphic Works
(1969)3 All E.R 456 στην οποία είχε λεχθεί πως εφόσον γίνει η τροποποίηση, το τροποποιηθέν κλητήριο ομιλεί από την ημερομηνία της αρχικής έκδοσης του και όχι από την ημερομηνία της τροποποίησης και άρα το δικαίωμα δεν παραγράφεται. Η παλαιότερη βασική αρχή όμως ήταν αυτή της υπόθεσης Mabro V Eagle Star and British Dominions Insurance Co. Ltd
(1932)1 K.B 485 στην οποίαν έχει αποφασιστεί ότι τα δικαστήρια αρνούνται να επιτρέψουν την προσθήκη διαδίκου ή βάσης αγωγής αν η προσθήκη θα ανατρέψει την υπεράσπιση που προβλέπεται από τον Περί Παραγραφής Νόμο (βλ. Burns V Campbel
(1952)1 K.B 15). Στην Hilton V Sutton Steam Laundry
(1945)2 All E.R 425 αίτηση για διαγραφή της αντιπροσωπευτικής ιδιότητας της Ενάγουσας απερρίφθη επειδή κρίθηκε ανεπίτρεπτη η αναδρομική πρόσδοση κύρους στην αγωγή κατά παράκαμψη του περί παραγραφής νόμου και η στέρηση από τον Εναγόμενο του δικαιώματος που είχε αποκτήσει να επικαλεστεί την παραγραφή (βλ. 1. Νέδη Κυριάκου κ.α. V Κωνσταντίνου Φραντζίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 2035). Στην αγγλική νομολογία φαίνεται να υπήρξε αρκετή συζήτηση για το κατά πόσον στην περίπτωση προσθήκης Εναγόμενου, αυτή ανατρέχει στην ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής οπότε και δεν θα μπορούσε να τεθεί θέμα παραγραφής. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από τον Δικαστή Χ" Χαμπή στην υπόθεση 1. PT Kiani Kertas V 1. Interorient Navigation Company Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 1475 στην οποίαν μετά την αναφορά στο Annual Practice του 1982, σελ. 210 ("Leave to add a defendant will not be granted after the expiry of any relevant period affecting the proposed defendant") παρατέθηκε και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Liff V Peasley
(1980)1 All E.R. 623 C.A: "It is an established rule of practice that he court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sough to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstances as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as "the rule of practice". There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would related back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statutebarred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the "relation back" theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of he rule of practice as the "no useful purpose" theory". Στην ίδια την υπόθεση PT Kiani Kertas (ανωτέρω) τονίστηκε πως σε τέτοιου είδους αιτήσεις λαμβάνεται υπόψιν ως σοβαρός παράγων το κατά πόσο ο προτιθέμενος Εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής τής εναντίον του απαίτησης. Υιοθετήθηκε η άποψη πως ως εξαίρεση, η πρόσθεση θα επιτραπεί αν η περίοδος παραγραφής δεν έχει λήξει όταν ακούεται η αίτηση για πρόσθεση Εναγόμενου (βλ. και Covotsos Textiles Ltd V Ellerman Lines Ltd
(1983)1 C.L.R. 479). Έχω την άποψη πως η θέση που υιοθετείται στην Κύπρο αποδίδεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Stavros Papaioannou Ltd V Intermed Shipping S.r.l.
(1995)1 Α.Α.Δ. 467 στην οποίαν ο (τότε) πρόεδρος Πικής ανέφερε: "Η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman V Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38, 47, 48, είναι καθοριστική για το απαράδεκτο πρόσδοσης αναδρομικής ισχύος σε διαταγή για την προσθήκη Εναγόμενου όπου αυτό θα συνεπαγόταν την αναβίωση αγώγιμου δικαιώματος το οποίο έπαυσε να υφίσταται. Ανάλογη υπήρξε η θέση του ίδιου Δικαστηρίου στη Byron V Cooper [1844] 11 Cl & Fin 556, 8 ER 1212. Στην Payabi υποδεικνύεται ότι η απόφαση στην The Joanna Borchard [1988] 2 Lloyd´s Rep 274, η οποία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως εμπεριέχουσα ευρύτερη αρχή, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της και ειδικά με το γεγονός ότι επρόκειτο για αντικατάσταση διαδίκου. Ο λόγος της Ketteman είναι ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού προς το σκοπό δημιουργίας ή αναβίωσης αγώγιμου δικαιώματος. Η εφαρμογή δικονομικού κανόνα, όπως η Ord. 16 r.13 (βλ. The Annual Practice, 1958 1, σ.351) (η οποία στην Αγγλία έχει αντικατασταθεί με νεότερες θεσμικές διατάξεις), δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου η προσθήκη νέου Εναγόμενου θα συνεπαγόταν την αποστέρηση ουσιαστικού δικαιώματος του διαδίκου του οποίου η προσθήκη επιδιώκεται, πράγμα που θα συνέβαινε σ' αυτή την υπόθεση αν εγκρινόταν το αίτημα. Και να εγκρινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις το αίτημα, η προσθήκη του νέου Εναγόμενου θα είχε αφετηρία την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής για τη συνένωση του νέου διαδίκου και όχι την ημερομηνία που κινήθηκε η αγωγή. Οι θεσμικές διατάξεις ρυθμίζουν τη διαδικασία. Η εφαρμογή τους δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τη γένεση αγώγιμου δικαιώματος ή να αποστερήσει τον Εναγόμενο από υπεράσπιση την οποία του παρέχει ο νόμος. Η αίτηση απορρίπτεται". Με βάση τα πιο πάνω είναι προφανές πως δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη η παρούσα αίτηση της Ενάγουσας δεδομένου ότι η αξίωση της έχει αναμφίβολα παραγραφεί αρκετούς μήνες πριν το διάβημα αυτό. Σημειώνω πως στην πιο πάνω υπόθεση Stavros Papaioannou Ltd το αίτημα είχε εξεταστεί στην απουσία των προτεινόμενων Εναγόμενων και εντούτοις το Δικαστήριο εξέτασε το θέμα μη επιτρέποντας την προσθήκη λόγω της παραγραφής. Η ίδια κατάληξη προδιαγράφεται a fortiori και στην παρούσα περίπτωση όπου η αίτηση επιδόθηκε στον προτεινόμενο Εναγόμενο, ο οποίος κατέστησε σαφή την πρόθεση του να επικαλεστεί την παραγραφή. Συνεπώς κρίνεται πως δεν θα εξυπηρετείτο οποιοσδήποτε σκοπός να επιτραπεί τώρα η προσθήκη, με όλες τις συνέπειες που αυτή συνεπάγεται (καθυστέρηση, έξοδα κ.λ.π) και αργότερα να διαπιστωθεί το βάσιμο της υπεράσπισης αυτής. Τα υπόλοιπα αιτήματα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης εν σχέσει με τον προτεινόμενο Εναγόμενο καθίστανται άνευ αντικειμένου, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης. Το αίτημα για μετατροπή της οπισθογράφησης εξόδων σε Ευρώ είναι επίσης άνευ αντικειμένου αφού η μετατροπή έχει ήδη επέλθει με το άρθρο 20 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Ν.33
(1)/07 για όλα τα εκκρεμούντα δικόγραφα ή τεκμήρια σε δικογραφία δικαστικής διαδικασίας. Σχετικά με το αίτημα για προσθήκη Φ.Π.Α στην οπισθογράφηση της απαίτησης πρέπει να παρατηρήσω πως δεν στοιχειοθετείται με οποιοδήποτε τρόπο στην ένορκη δήλωση, αφού ελλείπει σχετική αναφορά. Θα απαιτείτο μαρτυρία για την ημερομηνία εγγραφής του δικηγόρου στο μητρώο Φ.Π.Α. διότι αν η εγγραφή έγινε μετά το 2005 που καταχωρίστηκε η αγωγή δεν σημαίνει πως επιβάλλεται Φ.Π.Α αναδρομικά σε έξοδα που είχαν δημιουργηθεί πριν την εγγραφή στο μητρώο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της με έξοδα υπέρ των Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.