← Κύπρος

Γεωργία Σ. Καρσερά κ.α. ν. Κυριάκου Δανού, Αριθ. Αγωγής: 7892/05, 3 Απριλίου 2009

Γεωργία Σ. Καρσερά κ.α. ν. Κυριάκου Δανού, Αριθ. Αγωγής: 7892/05, 3 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΛΗΡΙΔΗ Π.Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 7892/05 ΜΕΤΑΞΥ :

  1. Γεωργία Σ. Καρσερά,
  2. Παναγιώτα Σ. Καρσερά,
  3. Μαρούλλα Κωνσταντίνου,
  4. Αργυρούλλα Σ. Καρσερά,
  5. Παρασκευού Τρύφωνα Στυλιανού,
  6. Ηρακλής Ηρακλέους,
  7. Παρασκευού Παναγή,
  8. Ελπινίκη Θεοφυλάχτου,
  9. Δημήτρης Μάρκου,
  10. Ειρήνη Χριστοδούλου,
  11. Κώστας Κυριακίδης,
  12. Αντώνης Κυριακίδης,
  13. Μάρκος Κυριακίδης,
  14. Χριστοθέα Άδωνη Αργυρού,
  15. Πέτρος Μιχαήλ,
  16. Γεώργιος Μ. Καρσερά,
  17. Φρίξος Μιχαήλ,
  18. Γιανούλλα Προδρόμου,
  19. Κωνσταντίνος Μ. Καρσερά,
  20. Λάμπρος Μ. Καρσερά,
  21. Λευκωθέα Α. Μάρκου, Εναγόντων, - και - Κυριάκου Δανού, από Λευκωσία, προτεινόμενου εκτελεστού της Διαθήκης της Ελένης Σάββα Καρσερά, συζύγου του Γεωργίου Θωμά, τέως εξ Αρεδιού, Εναγομένου. Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 14.4.2008: ΜΕΤΑΞΥ:
  22. Γεωργία Σ. Καρσερά,
  23. Παναγιώτα Σ. Καρσερά,
  24. Μαρούλλα Κωνσταντίνου,
  25. Αργυρούλλα Σ. Καρσερά,
  26. Έλλη Τρύφωνα συζύγου Σάββα Θεοδώρου και Θεοδούλα Τρύφωνα συζύγου Πατρόκλου Κωνσταντίνου ως κληρονόμοι της αποβιωσάσης Παρασκευούς Τρύφωνα τέως εξ Αρεδιού,
  27. Ηρακλής Ηρακλέους,
  28. Παρασκευού Παναγή,
  29. Ελπινίκη Θεοφυλάχτου,
  30. Δημήτρης Μάρκου,
  31. Ειρήνη Χριστοδούλου,
  32. Κώστας Κυριακίδης,
  33. Αντώνης Κυριακίδης,
  34. Μάρκος Κυριακίδης,
  35. Χριστοθέα Άδωνη Αργυρού,
  36. Πέτρος Μιχαήλ,
  37. Γεώργιος Μ. Καρσερά,
  38. Φρίξος Μιχαήλ,
  39. Γιανούλλα Προδρόμου,
  40. Κωνσταντίνος Μ. Καρσερά,
  41. Λάμπρος Μ. Καρσερά,
  42. Λευκωθέα Α. Μάρκου, Εναγόντων, - και - Κυριάκου Δανού, από Λευκωσία, προτεινόμενου εκτελεστού της Διαθήκης της Ελένης Σάββα Καρσερά, συζύγου του Γεωργίου Θωμά, τέως εξ Αρεδιού, Εναγομένου. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3 Απριλίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τους Ενάγοντες: κ. Ε. Ευσταθίου με τον κ. Κ. Καμένο. Για τον Εναγόμενο : κ. Α. Ντορζής. ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εικοσιένα συνολικά ενάγοντες είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας Ελένης Σ. Καρσερά, τέως από το Αρεδιού, η οποία απεβίωσε πλήρης ημερών, κατά την 4.7.
  43. Μετά το θάνατο της Ελένης Καρσερά, ο εναγόμενος δικηγόρος κ. Κ. Δανός ζήτησε την παραχώρηση σ΄ αυτόν εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της σαν κατονομαζόμενος εκτελεστής διαθήκης την οποία είχε υπογράψει η αποβιώσασα. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες εγείρουν διάφορα θέματα τα οποία και καθάπτονται της εγκυρότητας και/ή νομιμότητας της διαθήκης και επιζητούν διάφορες θεραπείες με τις οποίες επιζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης, η παρεμπόδιση επικύρωσης της και παραχώρησης εγγράφων διαχείρισης με βάση την ίδια και συναφείς θεραπείες. Οι ενστάσεις των εναγόντων έναντι της εγκυρότητας της διαθήκης εστιάζονται γύρω από δύο κεντρικά θέματα: α. Ότι η ηλικία και η κατάσταση της υγείας της Καρσερά, η οποία απεβίωσε σε ηλικία 96 ετών, ήταν τέτοια που δεν της επέτρεπε να καταρτίσει διαθήκη με επίγνωση του τι έπραττε και ανεπηρέαστη από άλλα άτομα. β. Ότι η επίδικη διαθήκη δεν καταρτίστηκε κατά συμμόρφωση προς τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Με την Έκθεση Υπεράσπισης του, ο εναγόμενος αφού διαφωνεί με την ηλικία της θανούσας, ισχυριζόμενος ότι αυτή είχε γεννηθεί κατά ή περί το 1917 και απεβίωσε σε ηλικία 88 ετών, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων που καθάπτονται της εγκυρότητας της διαθήκης. Από την πλευρά των εναγόντων, τη βασική μαρτυρία έδωσε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.1, Φρίξος Μιχαήλ, ένας από τους 21 συγγενείς-κληρονόμους της αποβιώσασας. Σύμφωνα με αυτό τον μάρτυρα, η Ε. Καρσερά είχε γεννηθεί στις 25.11.1910, όπως βεβαιώνεται από το διαβατήριο της (τεκμήριο 2) και επομένως την ημέρα που συντάχθηκε η διαθήκη, αυτή ήταν ηλικίας 91 ετών και απέθανε σε ηλικία 95 ετών. Κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, όπως ο ίδιος κατάθεσε, η αποβιώσασα δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε δική της θέληση, ούτε και είχε συναίσθηση των πράξεων της. Ήταν και υπερήλικας, τελείως αγράμματη και άγετο και εφέρετο από πρόσωπα που την εκμεταλλεύονταν. Ο φερόμενος σαν κληροδόχος στη διαθήκη κ. Γ. Παναγιώτου, την είχε καταστήσει πειθήνιο όργανο του διαβάλλοντας όλους τους συγγενείς της και επωφελούμενος από την αδυναμία της να επιμελείται του εαυτού της. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον Μ.Ε.1, εφ΄ όσον με την επίδικη διαθήκη διατίθεται μόνο ένα κληροδότημα-ακίνητο επ΄ωφελεία του Γ. Παναγιώτου, δεν θα έπρεπε να διορισθεί ο προτεινόμενος εκτελεστής της διαθήκης κ. Δανός σαν διαχειριστής ολόκληρης της περιουσίας της αποβιώσασας, η οποία ανήκει στους ενάγοντες. Ο ειδικός ψυχίατρος δρ. Γιάγκος Μικελλίδης (Μ.Ε.2) είχε εξετάσει την Ε. Καρσερά στο σπίτι της στις 22.5.05 και εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 25.5.05 (τεκμήριο 4). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αυτή βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει, ενώ δεν φαινόταν να καταλάβαινε το τι συνέβαινε γύρω της. Αυτή είχε φθάσει σε πλήρη αποδιοργάνωση πάσχουσα από οργανική νόσο του εγκεφάλου, το πιο πιθανόν Alzheimer, η οποία εχρονολογείτο. Ήταν δε πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί το πόσος χρόνος χρειάστηκε για να φτάσει σ΄ αυτό το σημείο. Όπως περαιτέρω εξήγησε ο ίδιος γιατρός στην προφορική του μαρτυρία, για να καταλήξει ένα άτομο στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν η κα Καρσερά, σύμφωνα με Αμερικανικά Πρωτόκολλα, θα χρειάστηκε χρόνος 5-7 ετών. Η κατάσταση της πιθανόν να είχε επιδεινωθεί από το έτος 2000 που είχε χάσει τον σύζυγο της, ο οποίος ήταν το στήριγμα της και την κρατούσε σε ισορροπία. Αυτού του είδους η γεροντική άνοια έχει σαν αποτέλεσμα διακυμάνσεις της κατάστασης ενός ατόμου, δηλαδή τη μια στιγμή να είναι καλά, την άλλη όχι, και τα διαλείμματα, όπου το άτομο τελεί σε καλή κατάσταση σταδιακά χάνονται. Αυτή η κατάσταση δεν έχει προϊστορία ούτε 6 μηνών, αλλά ούτε και 2-3 ετών. Ο Μάρκος Στυλιανού (Μ.Ε.4), είναι σύζυγος μιας εκ των κληρονόμων της Καρσερά, με την οποία διατηρούσαν στενές γειτονικές σχέσεις από το
  44. Όπως κατάθεσε, μετά που πέθανε ο σύζυγος της Καρσερά, ο ίδιος ο μάρτυρας και η σύζυγος του διανυκτέρευαν στο σπίτι της για 6 συνεχείς μήνες, κατόπιν παράκλησης της ίδιας, επειδή φοβόταν να μείνει μόνη της. Κατά τη διάρκεια αυτής της συγκατοίκησης, η αποβιώσασα, φερόταν παράξενα, περιφερόταν μέσα στο σπίτι κατά τη διάρκεια της νύκτας και μιλούσε μόνη της με τρόπο ασυνάρτητο και έλεγε ότι θα έρθει ο χάρος να την πάρει. Όταν ξυπνούσε το πρωί, πολλές φορές ρωτούσε τον μάρτυρα ποιος ήταν και τι έκανε εκεί, ενώ μετά ερχόταν στα λογικά της. Ο μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο διάφορα περιστατικά από τα οποία συμπέρανε ότι ο Γιώργος Παναγιώτου επιβαλλόταν συχνά στην αποβιώσασα εκμεταλλευόμενος την κατάσταση στην οποία αυτή βρισκόταν. Διαχειριζόταν δε εισοδήματα της, όπως τόκους και ενοίκια, και την εκμεταλλεύτηκε για ίδιο οικονομικό όφελος. Το ίδιο έπραξε και ο ιερέας του χωριού επ΄ ονόματι του οποίου η αποβιώσασα μεταβίβασε δωρεάν ένα χωράφι, του οποίου το αντίτιμο δηλώθηκε ότι ανερχόταν σε £5.
  45. Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, η κατάσταση της υγείας της συνεχώς επιδεινωνόταν και έφθασε στο σημείο να μη μπορεί να καταλάβει κάποιος τι ήθελε να πει, αφού χρησιμοποιούσε λόγια ασυνάρτητα, χωρίς ειρμό. Ο κτηματολογικός υπάλληλος Αιμίλιος Τσίγκης (Μ.Ε.5) παρουσίασε στο Δικαστήριο τους φακέλους κτημάτων που ανήκαν στην αποβιώσασα Καρσερά και είχαν μεταβιβαστεί από την ίδια μέσω πληρεξουσίου εγγράφου προς ένα ιερέα, τον κ. Γ. Παναγιώτου, και σε ένα άλλο πρόσωπο. Στις αποταμιεύσεις τις οποίες είχε η αποβιώσασα στη Σ.Π.Ε. Αρεδιού αναφέρθηκε στη μαρτυρία του ο Δώρος Χαραλάμπους (Μ.Ε.6), τότε Γραμματέας της, καθώς επίσης και σε αναλήψεις ή πληρωμές στις οποίες αυτή είχε προβεί. Στις 22.3.03 η αποβιώσασα Καρσερά του είχε ζητήσει να εκδώσει 4 επιταγές για ποσό £5.000 η κάθε μια (σύνολο £20.000), στο όνομα της και στις οποίες έθεσε αποτύπωμα του αντίχειρα της επειδή δεν ήξερε να υπογράφει. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, πάντοτε κουβέντιαζαν με την αποβιώσασα όταν αυτή προέβαινε σε οδηγίες για συναλλαγές, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία αυτή ούτε ασυναρτησίες έλεγε, ούτε τότε ούτε μεταγενέστερα. Την πιο πάνω πράξη ακολούθησαν πολλές άλλες, με τελευταία συναλλαγή καταγεγραμμένη στη σχετική κατάσταση, μια συναλλαγή η οποία έγινε στις 19.2.05, δηλαδή σε διάστημα λιγότερο από 5 μήνες προτού αυτή αποβιώσει. Δίδοντας τη δική του εκδοχή και γενικότερη μαρτυρία, ο εναγόμενος δικηγόρος Κ. Δανός, εξήγησε ότι η αποβιώσασα Καρσερά είχε αναθέσει στον ίδιο και στον κ. Γ. Παναγώτου κατά τον Αύγουστο του 2000 όπως ενεργήσουν σαν συνδιαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της Γιώργου Θωμά, ο οποίος είχε αποβιώσει στις 10.7.
  46. Η διαχείριση συμπληρώθηκε κατά τον Μάιο του
  47. Σε κάποια από τις επισκέψεις του στο σπίτι της Καρσερά για σκοπούς ενημέρωσης της ενόσω εκκρεμούσε η διαχείριση της περιουσίας του συζύγου της, αυτή του εξέφρασε την επιθυμία να κάνει διαθήκη και να κληροδοτήσει στον Γ. Παναγιώτου ένα χωράφι σε σχέση με το οποίο του παρέδωσε τίτλο εγγραφής. Ο εναγόμενος ετοίμασε τη διαθήκη και στις 3.2.01 πήγε ξανά στο σπίτι της Καρσερά μαζί με κάποιο πιστοποιούντα υπάλληλο ονόματι Νίκο Νικολαίδη και στην παρουσία ενός ακόμα μάρτυρα. Εκεί, η διαθήκη πιστοποιήθηκε δεόντως από τους δύο παρόντες μάρτυρες και στη βάση της, ο εναγόμενος καταχώρησε την αίτηση αρ. 469/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για επικύρωση της και σε σχέση με την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Στη μαρτυρία του ο εναγόμενος αναφέρθηκε σε διάφορα παραδείγματα κατά τα οποία η αποβιώσασα είχε προβεί σε διάφορες πράξεις όπως πλειοδότηση σε πλειστηριασμό, υπογραφή πληρεξουσίων, υπογραφή έγκρισης τελικών λογαριασμών στη διαχείριση του συζύγου της, κλπ, για να αποδείξει ότι στερείται βάσης ο ισχυρισμός ότι η αποβιώσασα έπασχε νοητικά και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το περιβάλλον. Ιδιαίτερα δε, κατά την 3.2.01 που είχε υπογραφεί η επίδικη διαθήκη, η αποβιώσασα ήταν πρόσωπο το οποίο του δημιούργησε την εντύπωση ότι γνώριζε τι έπραττε. Μιλούσε με ειρμό και σε καμιά περίπτωση δεν δημιούργησε αμφιβολία για την πνευματική της ικανότητα και διαύγεια. Ούτε και κανένας από τους συγγενείς και κληρονόμους της παραπονέθηκε ποτέ στον ίδιο ότι η Καρσερά είχε οποιοδήποτε νοητικό ή πνευματικό πρόβλημα. Ο εναγόμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας της Καρσερά, σύμφωνα με το οποίο η ημερομηνία γέννησης της είναι η 14η Ιανουαρίου 1914, επομένως αυτή όταν απεβίωσε ήταν 91 ετών, ενώ όταν κατάρτιζε τη διαθήκη της ήταν 87 ετών. Δίδοντας περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τα διαμειφθέντα κατά τον καταρτισμό της διαθήκης, ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του κατάθεσε ότι η αποβιώσασα του είχε δώσει τον τίτλο εγγραφής του κτήματος και του είπε ότι το χωράφι εκείνο ήθελε να το δώσει στον Γεώργιο Παναγιώτου ο οποίος την «ταίζει και ποτίζει». Ήθελε να κάνει «χαρτί», δηλαδή διαθήκη. Όπως πρόσθεσε, το χωράφι δεν θα το έπαιρνε «με βούλλα τώρα» ο Παναγιώτου, αλλά μετά τον θάνατο της. Ο Μ.Υ.2, Ν. Νικολαίδης, είχε διατελέσει πιστοποιών υπάλληλος, κοινοτάρχης της ενορίας Τρυπιώτη και Πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγ. Σάββα. Όπως κατάθεσε, 8 μέρες πριν τον καταρτισμό της επίδικης διαθήκης, είχε επισκεφθεί ξανά την αποβιώσασα Καρσερά, σε σχέση με μια άλλη πιστοποίηση. Στις 3.2.01 πήγε ξανά με τον εναγόμενο Κ. Δανό στο σπίτι της, όπου συνομίλησαν για 5΄-6΄ στην παρουσία και του μάρτυρα Στέλιου Στυλιανού. Ο κ. Δανός διάβασε το περιεχόμενο της διαθήκης στην κα Καρσερά, οπότε αυτή έθεσε τον αντίχειρα της τόσο στο τέλος όσο και στη διόρθωση κάποιου μικρού λάθους στα στοιχεία του κτήματος. Όπως επέμεινε κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας, την ημέρα εκείνη η Καρσερά «τα είχε 400», κουβέντιαζαν κανονικά και τους κέρασε «πισιήες» που είχε κάνει. Αγορεύοντας στο Δικαστήριο ο συνήγορος του εναγομένου ανάλυσε εκτενώς τη δοθείσα μαρτυρία. Αναφερόμενος στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 Φρίξου Μιχαήλ, εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η υπ΄ αυτού απλή υιοθέτηση του περιεχομένου της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, επίσης θα πρέπει να αγνοηθούν όλες οι αναφορές του ως προς το τι του είχε αναφέρει η αποβιώσασα, εφ΄ όσον δηλώσεις τεθνεώτων προσώπων συνιστούν απαράδεκτη μαρτυρία, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Ο ίδιος συνήγορος σχολίασε επίσης τη μαρτυρία και των άλλων μαρτύρων που είχε καλέσει η πλευρά των εναγόντων και έδωσε λεπτομερείς λόγους για τους οποίους αυτοί δεν θα έπρεπε να γίνουν πιστευτοί, εξαιρουμένου του Μ.Ε.6 του οποίου τη μαρτυρία χαρακτήρισε σαν φυσική, πειστική και θετική. Καλώντας δε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του εναγομένου Κ. Δανού και του Μ.Υ.2 Ν. Νικολαίδη, υπέβαλε πως οι ενάγοντες απέτυχαν ν΄ αποδείξουν ότι η αποβιώσασα κατά το χρόνο της σύνταξης της επίδικης διαθήκης δεν είχε σώας τας φρένας ή δεν αντιλαμβανόταν τι έπραττε. Σύμφωνα δε με τη νομική επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε ο συνήγορος του εναγομένου, στην οποία θα αναφερθώ αργότερα, τόσο το διατεθέν με τη διαθήκη μέρος της περιουσίας της αποβιώσασας, όσο και όλο το αδιάθετο μέρος, περιήλθαν δυνάμει του νόμου στον προσωπικό αντιπρόσωπο της, όρος ο οποίος περιλαμβάνει και τον εκτελεστή της διαθήκης της. Στη δική του αγόρευση ο εκ των συνηγόρων των εναγόντων κ. Ευσταθίου παρέπεμψε στη δοθείσα μαρτυρία για να εισηγηθεί ότι απ΄ αυτήν εξάγεται το αναπόδραστο συμπέρασμα ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί μια κλασσική περίπτωση εκμετάλλευσης της ψυχοσωματικής και διανοητικής ανεπάρκειας και της δικαιοπρακτικής ανικανότητας μιας υπερήλικης γυναίκας, όπως ήταν η αποβιώσασα Καρσερά. Μιας γυναίκας η οποία ήταν υπερήλικη, αναλφάβητη και εστερείτο πνευματικής διαύγειας με διαταραγμένη την πνευματική της υγεία. Για να υποστηρίξει αυτά τα συμπεράσματα, ο συνήγορος αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα επί μέρους σημεία της δοθείσας μαρτυρίας και προέβηκε σε εκτενή επιχειρηματολογία. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στη μαρτυρία του κλινικού ψυχιάτρου Γ. Μικελλίδη, του οποίου τη μαρτυρία χαρακτήρισε σαν τη μοναδική και αναντίλεκτη επιστημονική μαρτυρία από την οποία και εξάγονται ασφαλή συμπεράσματα για την κατάσταση της ψυχικής υγείας της αποβιώσασας και κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναφορικά με την ίδια τη διαθήκη και το έγγραφο στο οποίο αυτή καταγράφηκε, η πιστοποίηση θα έπρεπε να αναφέρει όχι μόνο ότι το κείμενο της αναγνώσθηκε και αυτή το αποδέχθηκε, αλλ΄ έπρεπε να πιστοποιεί περαιτέρω ότι αυτή είχε επίσης αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο της, δεδομένου ότι η διαθέτιδα ήταν αγράμματη. Ακόμα, αναφορικά με την ταυτότητα του δεύτερου μάρτυρα στη διαθήκη, κάποιου Στ. Στυλιανού, το πρόσωπο τούτο παρέμεινε άγνωστο και επομένως άγνωστα παρέμειναν σημαντικά στοιχεία που θα του απέδιδαν νομιμοποίηση επιμαρτύρησης διαθήκης, όπως είναι η ηλικία του και η πνευματική του κατάσταση. Χωρίς βλάβη των πιο πάνω θέσεων και διαζευκτικά προς αυτές, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με βάση την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προνοιών της νομοθεσίας και ιδιαίτερα του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189, ο κατονομαζόμενος εκτελεστής διαθήκης διαχειρίζεται και το μη διατιθέμενο με τη διαθήκη υπόλοιπο της περιουσίας του διαθέτη, μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δικαιούχοι κληρονόμοι είτε συναινούν, είτε δεν εκφράζουν άλλη επιλογή. Εδώ αντίθετα, οι κληρονόμοι διαφωνούν, ενώ περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Έφ. 197/06, απόφαση ημερ. 10.4.2008, μεταξύ Φρ. Μιχαήλ ν. Κ. Δανού, είχε τονίσει πως η διαχείριση της υπόλοιπης περιουσίας της αποβιώσασας σε σχέση με την οποία είχε υποβάλει αίτηση για παραχωρητήριο ο κ. Φρ. Μιχαήλ, δεν θα έπρεπε να ανέμενε το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής. Όπως διαπιστώνεται από τα πιο πάνω στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δύο είναι τα κύρια θέματα που αναφύονται προς διερεύνηση και δικαστική απόφανση: α. Εάν και κατά πόσο η επίδικη διαθήκη θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη λόγω αθέμιτης επιρροής τρίτων προσώπων επί της διαθέτιδας και/ή λόγω της κακής πνευματικής/διανοητικής της κατάστασης κατά τον χρόνο υπογραφής της διαθήκης ή για νομοτυπικούς λόγους. β. Εάν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, κατά πόσο ο κατονομαζόμενος σαν εκτελεστής της διαθήκης-εναγόμενος, μπορεί να διαχειρίζεται ολόκληρη την περιουσία της αποβιώσασας και όχι μόνο το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο το οποίο καλύπτει η διαθήκη. α. Το ζήτημα εγκυρότητας ή μη της διαθήκης. Το καίριας σημασίας ζήτημα τούτο θα πρέπει ασφαλώς να κριθεί με αναφορά στα γεγονότα και περιβάλλοντα στοιχεία τα οποία επικρατούσαν κατά τον χρόνο κατάρτισης και υπογραφής της επίδικης διαθήκης, δηλαδή κατά ή περί την 3.2.
  48. Διευκρινίζω εδώ ότι χρησιμοποιώντας τον όρο «υπογραφή» στην παρούσα υπόθεση, είτε σε σχέση με την επίδικη διαθήκη είτε σε σχέση με πληρεξούσια ή άλλα έγγραφα, περιλαμβάνω σ΄ αυτόν και την τοποθέτηση σημείου του αντίχειρα με μελάνι, όπως γίνεται συνήθως στην περίπτωση αναλφάβητων προσώπων και όπως συνήθιζε να πράττει και η αποβιώσασα, αντί υπογραφής. Ως προς τη διανοητική/πνευματική κατάσταση της αποβιώσασας, η μόνη διαθέσιμη μαρτυρία ειδικού-εμπειρογνώμονα είναι αυτή του Μ.Ε.2 δρα Γιάγκου Μικελλίδη. Ως προς την πραγματική κατάσταση στην οποία τελούσε η αποβιώσασα κατά τον χρόνο κατάρτισης της διαθήκης από μη επιστημονικής άποψης, η διαθέσιμη μαρτυρία προέρχεται από τον ίδιο τον εναγόμενο Κ. Δανό και τον Μ.Υ.2 Ν. Νικολαίδη. Άλλοι μάρτυρες κατέθεσαν ως προς την κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας σε διάφορα άλλα χρονικά στάδια. Προτού προχωρήσω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας, θεωρώ χρήσιμο να διευκρινιστεί κατ΄ αρχήν, ποιο είναι ακριβώς το ζητούμενο, από νομικής άποψης. Η ικανότητα ενός προσώπου για κατάρτιση διαθήκης επεξηγείται και τίθεται σαν προϋπόθεση για την εγκυρότητα της, με βάση το Άρθρο 22 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195, το κείμενο του οποίου έχει ως ακολούθως: «
  49. Καμιά διαθήκη που καταρτίστηκε από πρόσωπο που δεν έχει σώες τις φρένες, ή που δεν συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του δεν είναι έγκυρη». Όπως διαπιστώνεται, ο ίδιος ο νόμος δεν επεξηγεί περαιτέρω το τι ακριβώς εμπερικλείει και πώς ερμηνεύεται ο όρος «έχει σώες τις φρένες». Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Re K, Re F

(1988)1 All E.R. 358, είναι καλά καθιερωμένο ότι η ικανότητα προσώπου να διενεργεί νομικά ισχυρές πράξεις, υφίσταται εκεί όπου το πρόσωπο το οποίο φέρεται να προέβηκε σε τέτοια πράξη, είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο τη διανοητική ικανότητα (mental capacity) να αντιλαμβάνεται τη φύση και το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας. Μια βασική αρχή η οποία αναπτύχθηκε μέσω του Αγγλικού Κοινοδικαίου έγκειται στο ότι το Αγγλικό δίκαιο πάντοτε λάμβανε έντονα θέση υπέρ της εγκυρότητας μιας διαθήκης η οποία από την άποψη του περιεχομένου της δεν είναι παράλογη και δεν καταδεικνύει κανένα σημείο πνευματικής/διανοητικής ανεπάρκειας. Περαιτέρω δε, ο νόμος δεν ανέχεται όπως μια διαθήκη υποκατασταθεί ή διαλυθεί σαν αποτέλεσμα οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, εκτός εάν είναι ξεκάθαρο ότι ο διαθέτης ήταν ανίκανος να τελέσει μια σωστή διαθήκη. (βλπ. π.χ. In The Estate of Bohrmann, Caesar and Watmough v. Bohrmann
(1938)1 All E.R. 271 at pg. 274). Ως προς το θέμα της ύπαρξης ή μη ιατρικής μαρτυρίας αναφορικά με τη διανοητική κατάσταση ενός διαθέτη, όπως είναι αναμενόμενο, μια τέτοια μαρτυρία δεν είναι συνήθως διαθέσιμη, ή αν διατίθεται, δεν είναι σύγχρονη με τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης της διαθήκης. Στην υπόθεση In the Estate of Bohrmann (ανωτέρω), διακεκριμένος ψυχίατρος στην κατάθεση του είχε κατατάξει τον διαθέτη στην τάξη ατόμων που χαρακτηρίζονται σαν «παρανοϊκοί ψυχοπαθείς» (paranoid psychopath). O ιατρός δεν είχε ποτέ εξετάσει τον διαθέτη, παρά μόνο είχε το όφελος να ακούσει τις απόψεις τις οποίες σχημάτισαν μέσω των ετών άλλα πρόσωπα τα οποία ανήκαν στον περίγυρο του και ήσαν λίγο ή πολύ σε θέση να κρίνουν. Το Δικαστήριο απεφάσισε ότι ήταν μεγάλο μειονέκτημα το να μη είχε ο ιατρός τη δυνατότητα προσωπικής εξέτασης και απλά να βασιζόταν μόνο στην ογκώδη μαρτυρία άλλων προσώπων, όπως θα έπραττε και το Δικαστήριο. Και είναι το Δικαστήριο τελικά που θα έπρεπε να κρίνει κατά πόσο η όποια πάθηση από την οποία τυχόν έπασχε ο διαθέτης τον εμπόδιζε από του να ασκήσει το δικαίωμα του για τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του. Αναφορικά με το θέμα του βάρους απόδειξης κατά την έγερση ενός θέματος όπως το υπό εξέταση, αναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4th Edn. Re-issue, para. 1387. Όπως εκεί αναφέρεται: «Εvery person is presumed to have mental capacity until the contrary is proved and this presumption applies in civil as well as in criminal cases. However, it is for the executors or other people seeking to set up a will to show that the testator had capacity at the time.» Στην Κυπριακή απόφαση στην υπόθεση Christopoulou and Others v. Christopoulou and Another
(1971)1 C.L.R. 437, η οποία αν και είναι απόφαση Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι ίσως η μόνη διαθέσιμη επί του θέματος, έγινε χρήσιμη ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν τόσο το θέμα της διανοητικής κατάστασης ενός διαθέτη περιουσίας με διαθήκη, όσο και του θέματος της αθέμιτης άσκησης επιρροής επ΄αυτού από τρίτα πρόσωπα. Υιοθετώντας σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3rd Edn, Vol. 39 p. 855, το Δικαστήριο τόνισε πως για να είναι έγκυρη μια διαθήκη, είναι απαραίτητο όπως ο διαθέτης έχει σώας τας φρένας (sound mind), μνήμη και αντίληψη των πραγμάτων. Να διαθέτει δηλαδή επαρκή ικανότητα να χειρίζεται και να εκτιμά τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του όταν πρόκειται να επιθέσει την υπογραφή του. Ως προς το θέμα της άσκησης αθέμιτης επιρροής επίσης επί του διαθέτου, δίδεται ο ακόλουθος ορισμός στο Άρθρο 2 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195: «Ψυχική πίεση» σημαίνει την άσκηση πίεσης από πρόσωπο προς κυριαρχία στη θέληση άλλου προσώπου, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ τους είναι τέτοιες, ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί στη θέληση του άλλου και επωφελείται από τη θέση αυτή για εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους έναντι του άλλου.» Κλασσική ερμηνεία του όρου «ψυχική πίεση» (undue influence) είχε δοθεί από πολύ παλιά στην υπόθεση Bayse v. Rossborough (1843-1860) All E.R. Reprint p. 610 στη σελ. 614, ως εξής: «.. influence, in order to be undue within the meaning of any rule of law which would make it sufficient to vitiate a will must be an influence exercised either by coercion or by fraud ..» Επανέρχομαι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για να παρατηρήσω τα εξής, αρχίζοντας από το θέμα της κατάστασης της ψυχικής υγείας της αποβιώσασας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 δρα Γιάγκου Μικελλίδη, ειδικού ψυχίατρου, άνκαι καθ΄ όλα θετική και επιστημονικά τεκμηριωμένη, δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με την εγγενή ουσιώδη αδυναμία από την οποία αυτή συνοδεύεται. Από το γεγονός δηλαδή ότι μεταξύ της επίσκεψης και εξέτασης της αποβιώσασας στο σπίτι της (22.5.05) και του χρόνου κατάρτισης της επίδικης διαθήκης (3.2.01) που εδώ ενδιαφέρει, τα όσα έχει αναφέρει ο μάρτυρας ως προς την κατάσταση της υγείας της, δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν σαν υποθέσεις και εικασίες, όσο και αν είναι ενδεδυμένες βέβαια με τον μανδύα της επιστημοσύνης. Το μόνο σίγουρο που προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα είναι το ότι κατά την οπτική έστω εξέταση που διενήργησε στην αποβιώσασα, τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την κατάρτιση της διαθήκης της, αυτή βρισκόταν σε πλήρη αποδιοργάνωση, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει και δεν φαινόταν να καταλαβαίνει το τι συνέβαινε γύρω της. Αυτό αποδίδεται σε οργανική νόσο του εγκεφάλου (πιθανόν Alzheimer), πλην όμως το πόσος χρόνος χρειάστηκε για να φτάσει σ΄ εκείνο το σημείο είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί. Αυτó έλεγε ο Μ.Ε.2 στην Έκθεση του - τεκμήριο 4 και το αποδέχομαι πλήρως. Τα όσα δε ο μάρτυρας πρόσθεσε στη διά ζώσης μαρτυρία του τόσο στην κύρια εξέταση όσο και στην αντεξέταση, και πάλι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα, παρά μόνο σε εικοτολογίες. Το απαύγασμα της μαρτυρίας του ειδικού-ψυχιάτρου είναι απλό, ότι δηλαδή από το 2000 που η αποβιώσασα έχασε το σύζυγο της άρχισε να αποδιοργανώνεται σημειώνοντας μια χρόνια ύφεση στη διανοητική της κατάσταση, η οποία σε συνδυασμό με το γήρας στο οποίο περιήρχετο οδήγησε σταδιακά στην κατάσταση πλήρους αποδιοργάνωσης. Όμως πολύ ορθά ο μάρτυρας απέφυγε να προβεί, και εμφανώς δεν θα μπορούσε να προβεί, σε έκφραση γνώμης ως προς το αν ήταν ή όχι κατά το 2001 η αποβιώσασα σε θέση να αντιλαμβάνεται τι έπραττε, να είχε γνώση και επίγνωση των νομικών επιπτώσεων της ένθεσης υπογραφής, κλπ. Ως προς τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν σχετικά με το υπό εξέταση θέμα, παρατηρώ τα εξής: Ο Μ.Ε.2 ειδικός ψυχίατρος Γ. Μικελλίδης στο ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο είχε εκδώσει (τεκμήριο 4) προέβηκε σε μια πολύ σωστή παρατήρηση στην προσπάθεια του όπως συλλέξει πληροφορίες για την πρωϊούσα κατάσταση της ασθενούς που είχε εξετάσει. Την μεταφέρω αυτούσια: «Δυστυχώς δεν μπορούσα να βασιστώ στις πληροφορίες του περιβάλλοντος της διότι ήταν αντιφατικές και είχαν συμφέρον στη διαστρέβλωση της αλήθειας.» Πρέπει να πω ότι αυτό είναι και δικό μου γενικό συμπέρασμα, που προκύπτει από την αξιολόγηση της εκατέρωθεν δοθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πλείστων μαρτύρων στερείται των εχεγγύων της αντικειμενικότητας λόγω της ύπαρξης συμφέροντος στο αποτέλεσμα της δίκης. Αυτό βέβαια το στοιχείο δεν καθιστά από μόνο του τη μαρτυρία τους εν πάση περιπτώσει απορριπτέα, πλην όμως το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσεγγίσει μια τέτοια μαρτυρία με πλήρη επίγνωση του ενδεχομένου της εκούσιας ή και ακούσιας παραποίησης της πραγματικότητας. Ο Μ.Ε.1 Φρ. Μιχαήλ είναι ένας από τους κληρονόμους της αποβιώσασας και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος οκτώ άλλων κληρονόμων και προτεινόμενος διαχειριστής της περιουσίας της. Η υπερβολή στη μαρτυρία του ως προς την κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας, ήταν διάχυτη. Η υπερβολή αυτή έφθασε μέχρι του σημείου να ισχυριστεί στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 1, σελ. 4) πως ό,τι αναφέρεται στο ιατρικό πιστοποιητικό του δρα Μικελλίδη, όχι μόνο προϋπήρχε της έκδοσης του, αλλ΄ ότι περαιτέρω «.. το πιστοποιητικό αυτό απεικονίζει την κατάσταση της αποβιώσασας πριν ακόμα τη σύνταξη της φερόμενης διαθήκης». Ισχυρίστηκε δηλαδή ότι η αποβιώσασα ήταν ουσιαστικά ένα φυτό, αδύναμη να επικοινωνεί με το περιβάλλον και σε πλήρη αποδιοργάνωση, χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβαινε γύρω της πριν ακόμα και τον Φεβρουάριο του 2001! Ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι τελείως εξωπραγματικός, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από καμιά άλλη μαρτυρία και βρίσκεται σε αντίφαση ακόμα και με άλλα σημεία μαρτυρίας του ίδιου μάρτυρα με τα οποία περιέγραφε τη διανοητική κατάσταση της αποβιώσασας κατ΄ εκείνη την περίοδο σαν ενός προσώπου που απλά είχε μειωμένες αντιστάσεις, δείγματα επιλησμοσύνης, κλπ. Ακόμα και η ίδια η μαρτυρία του δρα Μικελλίδη, την οποία και υιοθέτησε ο μάρτυρας, καθόλου δεν συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η διανοητική κατάσταση της αποβιώσασας 4 και πλέον χρόνια πριν από την εξέταση της ήταν η ίδια ή παρόμοια. Αντίθετα, όπως με σαφήνεια εξήγησε ο ψυχίατρος, η επιδείνωση της κατάστασης της ήταν αργή, προοδευτική, χρόνια και σταδιακή από το 2000 και επέκεινα. Όμως, ο ισχυρισμός του μάρτυρα σύμφωνα με τον οποίο η αποβιώσασα δεν είχε συναίσθηση των πράξεων της και δεν είχε δική της θέληση κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης διαθήκης, αντικρούεται ακόμα και με μια άλλη δήλωση του ίδιου του μάρτυρα. Εκείνη η δήλωση είχε περιληφθεί σε ένορκη δήλωση του ημερ. 22.6.05, την οποία ο μάρτυρας είχε καταχωρήσει προς υποστήριξη της αίτησης που είχε υποβάλει για να διοριστεί σαν συνδιαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας δυνάμει του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμου (τεκμήριο 3). Σε εκείνη την ένορκη του δήλωση, ο μάρτυρας έλεγε και τα εξής: «
  1. Από του θανάτου του συζύγου της και πριν ακόμα από αυτόν, η καθ΄ ης η αίτηση έδειξεν σημεία πνευματικής διαταραχής, υπό την έννοιαν της επιλησμοσύνης, της μικρολογίας και ελαττωματικού πνευματικού και λογικού συνειρμού στην συγκρότηση του λόγου της.
  2. Η κατάσταση της βαθμιαία επιδεινώθη με αποτέλεσμα σήμερα να μην είναι σε θέση να έχει αντίληψη του περιβάλλοντος της και να αδυνατεί να επιμεληθεί των υποθέσεων της ...» Εκείνο που καθαρά έλεγε στην ένορκη του δήλωση ο ίδιος μάρτυρας ήταν ότι πράγματι βαθμιαία και σταδιακά άρχισε από το 2000 η ψυχική υγεία της αποβιώσασας να επιδεινώνεται με μικροπροβλήματα στην αρχή, ενώ και αυτό είναι το σημαντικό, η κατάσταση στην οποία περιήλθε, κατά την οποία δεν ήταν τελικά σε θέση να έχει αντίληψη του περιβάλλοντος της και αδυνατούσε να επιμεληθεί των υποθέσεων της, δημιουργήθηκε «σήμερα», δηλαδή τον Ιούνιο του
  3. Και αυτό εξηγεί βέβαια, το γεγονός ότι είναι κατά τον Ιούνιο του 2005 και όχι νωρίτερα που αποτάθηκε μαζί με άλλους στο Δικαστήριο για να διοριστούν διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας ενόσω αυτή ακόμα ζούσε. Δεν αποδέχομαι επομένως τον ισχυρισμό του στο Δικαστήριο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της κατάρτισης της επίδικης διαθήκης η διαθέτιδα έπασχε από διανοητική διαταραχή σε βαθμό που να μην είχε αντίληψη του τι έπραττε, επίγνωση του τι διέθετε και τι δεν διέθετε από το σύνολο της περιουσίας της και γενικά ότι δεν ήταν σε θέση να επιμελείται των υποθέσεων της. Η μαρτυρία του Μ.Ε.4, Μ. Στυλιανού, προσεγγίζεται και πάλι με κάποια ιδιαίτερη προσοχή, δεδομένου του ότι ο μάρτυρας είναι σύζυγος κληρονόμου της αποβιώσασας. Ο μάρτυρας αυτός, όπως και ο προηγούμενος, περιέγραψε με έντονα χρώματα την κακή κατάσταση της ψυχικής υγείας της αποβιώσασας κατά τους πρώτους έξι μήνες από τον θάνατο του συζύγου της, δηλαδή από τις 10.7.
  4. Αξιολογώντας τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα, βρίσκω ότι αυτή βρίθει υπερβολών και ενίοτε αντιφάσεων. Παρακολουθούσε αυτός και η γυναίκα του τον διαταραγμένο, όπως τον χαρακτήρισε, τρόπο συμπεριφοράς της αποβιώσασας για έξι μήνες που συγκατοικούσαν μαζί της και όμως καμιάς μορφής θεραπεία ή αγωγή την παρότρυναν να τύχει. Γινόταν μάρτυρας οικονομικής εκμετάλλευσης της από τον Γ. Παναγιώτου, έβλεπε την ίδια να τυγχάνει εκμετάλλευσης από τον ιερέα του χωριού, την έβλεπε να αποξενώνει μετρητά και ακίνητα, ενώ δήθεν δεν ήξερε τι της γινόταν και όμως ούτε και αυτός ο μάρτυρας δεν έλαβε κανένα μέτρο πριν από το
  5. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση γιατί δεν έκανε τίποτε ενώ έβλεπε την αποβιώσασα να αποξενώνει περιουσία, διερωτήθηκε «Τι να τσακώνουμαι με τον κόσμο; Είμαι εγώ αρμόδιος;» Και εύλογα προκύπτει βέβαια το ερώτημα: Αν έκρινε πως δεν έπρεπε να κάνει κάτι και αν δεν ήταν αρμόδιος, τότε πώς κατέστη αργότερα αρμόδιος και πρωτοστάτης στην προστασία της περιουσίας της διαθέτιδας, εμφανιζόμενος στην Αίτηση 16/05 δυνάμει του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμου σαν ένας από τους αιτητές που ζήτησαν και διορίστηκαν συνδιαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας ενώ αυτή ζούσε; Και μάλιστα αυτός ο μάρτυρας αποτάθηκε στο Δικαστήριο σαν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος ακόμα πέντε άλλων κληρονόμων. Εξήγηση άλλη δεν φαίνεται να υπάρχει παρά εκείνη που είχε δοθεί από τον άλλο αιτητή, τον Μ.Ε.3, που ορκίσθηκε προς υποστήριξη της κοινής αίτησης όλων, σύμφωνα με την οποία ήταν μόνο κατά το 2005 που η κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας κατέστη ιδιαίτερα προβληματική, σε βαθμό που η περιουσία της να έχρηζε προστασίας και όχι προηγουμένως, ανεξάρτητα από αποσπασματικές αποξενώσεις στις οποίες επιλεκτικά είχε προβεί προς τον Παναγιώτου, τη σύζυγο του, τον ιερέα, κλπ. Άλλη διαθέσιμη μαρτυρία ως προς την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας ήταν και η μαρτυρία του γραμματέα της τότε Σ.Π.Ε Αρεδιού, Δ. Χαραλάμπους (Μ.Ε.6). Αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία κατά πολύ διαφέρει από εκείνη που μετέφεραν στο Δικαστήριο οι προαναφερθέντες άλλοι μάρτυρες της πλευράς των εναγόντων. Ο μάρτυρας περιέγραψε γεγονότα που αφορούσαν σε τραπεζικής φύσεως εργασίες, στις οποίες προέβαινε η θανούσα μέχρι και τον Φεβρουάριο 2005, την οποία συναντούσε προσωπικά στο σπίτι της επειδή είχε κάποια προβλήματα κινητικότητας. Κατά τις συναντήσεις αυτές, συνομιλούσαν και του έδιδε ακριβώς οδηγίες ως προς το τι ήθελε να πράξει χωρίς πρόβλημα. Και κατά την 23.7.03 που προέβηκε σε έκδοση επιταγής, δηλαδή πέραν των δύο ετών μετά την κατάρτιση της επίδικης διαθήκης, και ακόμη και κατά την 19.2.05, λίγους μόνο μήνες πριν τον θάνατο της, σύμφωνα με τον μάρτυρα, η θανούσα διατηρούσε πλήρη διαύγεια, χωρίς να λέγει ασυναρτησίες. Ο ίδιος δε ο μάρτυρας πάντα της εξηγούσε ακριβώς τι επρόκειτο να κάνει, όχι επειδή αυτή δεν αντιλαμβανόταν αλλ΄ επειδή, όπως είπε, ήθελε o ίδιος να είναι σίγουρος 100% ότι εκείνο που θα γινόταν ήταν αυτό που ήθελε να κάνει, όχι για τίποτε άλλο, παρά επειδή γνώριζε ότι υπήρχαν αντιπαλότητες μεταξύ συγγενών. Είναι χωρίς ενδοιασμό που αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα τούτου, ο οποίος είναι και ο μόνος ανεξάρτητος μάρτυρας και του οποίου η μαρτυρία υπήρξε θετική, αντικειμενική, χωρίς αντιφάσεις και υποστηριζόμενη από στοιχεία ως προς συναλλαγές που δεν αμφισβητήθηκαν. Είχε προβληθεί κατά την αγόρευση της πλευράς των εναγόντων το επιχείρημα ότι αν πράγματι η θανούσα δεν γνώριζε τι έπραττε ή έλεγε ασυναρτησίες, δεν θα αναμενόταν να έρθει να το παραδεχθεί ο μάρτυρας, καθότι εγειρόταν τότε θέμα δικών του ευθυνών γιατί εκτελούσε τις οδηγίες της. Αυτό όμως ισοδυναμεί με αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του μάρτυρα από την ίδια την πλευρά που τον κάλεσε και, εν πάση περιπτώσει, κάτι τέτοιο ούτε τέθηκε προς τον μάρτυρα ούτε και υπήρχε κανένας λόγος, εν πάση περιπτώσει, ο μάρτυρας να ενεργούσε συμφώνως ασυνάρτητων οδηγιών. Τελικά, μαρτυρία επί του θέματος της διανοητικής/ψυχικής υγείας της θανούσας κατά ή σε σχέση με τον ουσιώδη χρόνο δόθηκε και από τον εναγόμενο Κ. Δανό και τον πιστοποιούντα υπάλληλο, Μ.Υ.2, Ν. Νικολαίδη. Και αυτών των μαρτύρων, ιδιαίτερα του πρώτου, η μαρτυρία τους δεν προσεγγίζεται σαν ανεξάρτητη, αλλά με προσοχή καθότι, αφ΄ ενός πρόκειται για τον εναγόμενο που είναι διάδικος και κατονομαζόμενος εκτελεστής της υπό κρίση διαθήκης, και αφ΄ ετέρου τον πιστοποιούντα υπάλληλο που ο ίδιος ο εναγόμενος είχε μετακαλέσει ειδικά για τον σκοπό. Σύμφωνα και με τους δύο αυτούς μάρτυρες, οι οποίοι ήσαν παρόντες κατά την υπογραφή της διαθήκης από τη διαθέτιδα με την τοποθέτηση του αντίχειρα της, αυτή δεν φαινόταν να παρουσίαζε κανένα διανοητικό πρόβλημα, ενώ εμφανιζόταν να γνώριζε τι έπραττε. Η μαρτυρία την οποία έδωσε ο εναγόμενος δεν εξικνείται σε μια μεμονωμένη επαφή την οποία είχε τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Η μαρτυρία του κάλυψε και άλλες επαφές που είχε με τη διαθέτιδα σε επισκέψεις του πριν από την κατάρτιση της διαθήκης για σκοπούς διαχείρισης της περιουσίας του συζύγου της. Περιέγραψε επίσης περιπτώσεις κατά τις οποίες η θανούσα υπέγραφε πληρεξούσια και δηλώσεις σε σχέση με τις οποίες η υπογραφή της επιστοποιείτο από διαφορετικούς πιστοποιούντες υπαλλήλους, περιλαμβανομένου και του Κοινοτάρχη Αρεδιού, ο οποίος την πιστοποίησε κατά την 30.8.01, λίγους δηλαδή μήνες μετά την υπογραφή της διαθήκης. Είναι χωρίς δυσκολία που αποδέχομαι τη μαρτυρία του εναγομένου, η οποία ήταν θετική, πειστική και τεκμηριωμένη. Σε κανένα της σημείο δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι ο μάρτυρας είχε καταχραστεί της ιδιότητας του σαν δικηγόρου για να καταρτίσει μια διαθήκη με περιεχόμενο το οποίο δεν ζήτησε η ίδια η διαθέτιδα και/ή ενώ αυτή τελούσα υπό διανοητική κατάσταση κατά την οποία δεν είχε πλήρη επίγνωση του τι έπραττε. Για παρόμοιους λόγους αποδέχομαι και τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, Ν. Νικολαίδη, ο οποίος με απλά και γλαφυρά λόγια περιέγραψε με περισσή λεπτομέρεια την όλη συμπεριφορά της διαθέτιδας και δεν συμφωνώ ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις, αλλ΄ αντίθετα, η όλη μαρτυρία του υπήρξε και παρέμεινε στερρή, πηγαία και πειστική. Από την πιο πάνω αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, εξάγεται το βασικό εύρημα ότι η διαθέτιδα - θανούσα από τον Ιούλιο του 2000 που έχασε το σύζυγο της φαίνεται να υπέστη ένα σοβαρό πλήγμα το οποίο σε κάποιο βαθμό της είχε δημιουργήσει κάποια ψυχικά προβλήματα και η όλη κατάσταση της υγείας της, αργά και σταδιακά επιδεινωνόταν, με αποτέλεσμα κατά τα μέσα του 2005 να είχε φθάσει σε κατάσταση που να μη είχε πλήρη αντίληψη των πράξεων της και να μη ήταν σε θέση να διαχειριζόταν τις οικονομικές της υποθέσεις. Όμως, κατά την ημερομηνία κατάρτισης-υπογραφής της επίδικης διαθήκης, δηλαδή στις 3.2.01, η θανούσα είχε σώας τας φρένας, επίγνωση των πράξεων της και πλήρη αντίληψη της δικαιοπραξίας στην οποία προέβαινε και των επιπτώσεων απ΄ αυτήν. Κανένας δε δεν την εξανάγκασε, ή άσκησε επ΄ αυτής οποιανδήποτε αθέμιτη επιρροή, πίεση ή πειθώ για να πράξει όπως έπραξε. Μπορεί πράγματι ο δωρεοδόχος Γ. Παναγιώτου να προέβαινε σε κάποιες ενέργειες και να επεδείκνυε προς τη θανούσα συμπεριφορά από την οποία να ανέμενε ή ήλπιζε σε κάποια ανταπόδοση, την οποία φαίνεται να πήρε και σ΄ αυτή και σε άλλες περιπτώσεις. Όμως, αδυνατώ να συμπεράνω ότι έχει καταδειχθεί με οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία, ότι το πρόσωπο εκείνο επέδειξε τέτοια μεμπτή συμπεριφορά όπως εκείνη που περιγράφηκε στην προαναφερθείσα νομολογία, η οποία να επηρέαζε την άσκηση ελεύθερης βούλησης από τη διαθέτιδα. Ως προς την άλλη θέση η οποία προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, σύμφωνα με την οποία η επίδικη διαθήκη είχε συνταχθεί κατά παράβαση των προνοιών του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι καμιά από τις παρατιθέμενες στην Απαίτηση Λεπτομέρειες δεν έχει αποδειχθεί ή και προωθηθεί. Συγκεκριμένα, δεν έχει αποδειχθεί ότι (α) η Διαθήκη συντάχθηκε κατά τρόπο αντίθετο προς το Νόμο, ότι (β) αυτή φέρει σημείο και υπογραφή η οποία δεν πιστοποιείται και/ή επιβεβαιούται υπό μαρτύρων, ότι (γ) περιέχει δηλώσεις οι οποίες την καθιστούν άκυρη, ότι (δ) δεν πληροί τα ελάχιστα απαιτούμενα του Νόμου για να είναι έγκυρη. β. Το ζήτημα κατά πόσο ο κατονομαζόμενος στη διαθήκη εκτελεστής δύναται ή πρέπει να διαχειρίζεται ολόκληρη την περιουσία της θανούσας ή αντίθετα μόνο το διατιθέμενο με αυτήν περιουσιακό στοιχείο. Τα γεγονότα από τα οποία ανακύπτει το πιο πάνω ζήτημα είναι κοινά παραδεκτά και τα κύρια απ΄αυτά είναι τα ακόλουθα: α. Με τη διαθήκη της ημερ. 3.2.01 η διαθέτιδα διέθεσε προς τον ρηθέντα Γ. Παναγιώτου ένα μόνο ακίνητο από το σύνολο της περιουσίας της. β. Με την ίδια διαθήκη η διαθέτιδα όρισε σαν εκτελεστή της διαθήκης τον εναγόμενο. γ. Η διαθέτιδα δεν κατάρτισε οποιαδήποτε άλλη διαθήκη με την οποία να διαθέτει οποιοδήποτε άλλο μέρος της περιουσίας της. δ. Οι 21 από τους 22 νόμιμους κληρονόμους της θανούσας επιθυμούν τον διορισμό ενός εξ΄ αυτών, του Φρίξου Μιχαήλ σαν διαχειριστού της περιουσίας και όχι του εναγομένου. Σχετικό με το υπό εξέταση ζήτημα είναι το Α.25 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189, το κείμενο του οποίου έχει ως εξής: «
  6. Από και μετά τη χορήγηση επικύρωσης διαθήκης ή εγγράφου διαχείρισης με επισυνημμένη διαθήκη τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που πηγάζουν από την κληρονομιά του αποθανόντος (περιλαμβανομένου του εκ του νόμου μη διαθέσιμου μέρους της κληρονομιάς και του αδιάθετου μέρους της κληρονομιάς) θεωρούνται ότι περιήλθαν στον προσωπικό αντιπρόσωπο από την ημερομηνία του θανάτου του αποθανόντος.» Σύμφωνα δε με της ερμηνευτικές διατάξεις του Α.2 του ίδιου νόμου: «προσωπικός αντιπρόσωπος» σημαίνει εκτελεστή ή διαχειριστή. Και «διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς» σημαίνει το μέρος εκείνο της κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας προσώπου το οποίο δύναται να διαθέσει με διαθήκη. Ιδιαίτερη μνεία προς υποστήριξη των θέσεων τους, έκαναν οι ενάγοντες στην Πολ. Έφ. Αρ. 197/06, ημερ. 10.4.08, μεταξύ Φρίξου Μιχαήλ ν. Κυριάκου Δανού. Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης βέβαια συνδέονται άμεσα με αυτά της παρούσας αγωγής. Μετά την υποβολή από τον εφεσίβλητο (εδώ εναγόμενο) αίτησης για επικύρωση της διαθήκης με τον ίδιο σαν εκτελεστή της και για χορήγηση σ΄ αυτόν εγγράφων διαχείρισης, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, ενώ λίγες μέρες αργότερα ο εφεσείων (εδώ ένας από τους ενάγοντες) Φρ. Μιχαήλ, εξουσιοδοτημένος από τους κληρονόμους, ζήτησε την παραχώρηση σ΄ αυτόν εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας και επίσης αιτήθηκε την έκδοση παραχωρητηρίου για το αδιάθετο μέρος της περιουσίας. Στην αίτηση αυτή ενέστη ο εδώ εναγόμενος κ. Δανός και διεξήχθη ακρόαση. Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιλήφθηκε της ουσίας της αίτησης, αφού έκρινε ότι η αίτηση συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας επειδή στην προηγηθείσα αίτηση του κ. Δανού, καθώς και στην παρούσα αγωγή, εγειρόταν το ίδιο ζήτημα, δηλαδή ποιος θα διοριζόταν διαχειριστής για το αδιάθετο μέρος της περιουσίας. Αυτή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου συνιστούσε το αντικείμενο της έφεσης. Το Εφετείο στην απόφαση του, διαφώνησε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στη σελ. 4 της αδημοσίευτης απόφασης, τόνισε και τα εξής: «... Η αίτηση του Φρίξου Μιχαήλ τώρα, ρητώς διατυπώνετο ώστε να ζητά το διορισμό του ως διαχειριστή του αδιάθετου μέρους της περιουσίας. Ούτε ήταν χωρίς πρακτική σημασία το διάβημα αυτό. Δοθέντος ότι η διαθήκη αφορούσε ένα μικρό μόνο μέρος της περιουσίας (ο εκτελεστής δεν προσδιόρισε καν ποτέ την αξία του) για το οποίο και μόνο η αποβιώσασα έδωσε δικαίωμα στον κ. Δανό να το διαχειρίζεται, ενώ οι νόμιμοι κληρονόμοι είχαν αδιαμφισβήτητο δικαίωμα στο υπόλοιπο μέρος αυτής αποτελούμενο από πολλά κτήματα και σεβαστό χρηματικό ποσό, δεν υπήρχε λόγος η διαχείριση και διανομή της υπόλοιπης περιουσίας να αναμένει την εξέλιξη της αίτησης του κ. Δανού και της αγωγής των κληρονόμων κατά της εγκυρότητας της διαθήκης και να συναρτάται προς εκείνα, με αποτέλεσμα η υπόλοιπη περιουσία να παραμένει χωρίς διαχείριση και αδιανέμητη ...» Επικαλούμενη κυρίως το πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης του Εφετείου, η πλευρά των εναγόντων, εισηγείται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε ήδη την απάντηση στο εγειρόμενο θέμα, ότι δηλαδή εφ΄ όσον οι κληρονόμοι είχαν επιλέξει να διαχειρισθεί το αδιάθετο μέρος της περιουσίας της αποβιώσασας ο εκ των κληρονόμων Φρίξος Μιχαήλ, όφειλε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση και ο κ. Δανός ως προσβαλλόμενος εκτελεστής εδικαιούτο μόνο στη διαχείριση του κληροδοτήματος. Ως εκ τούτου, ήταν η εισήγηση ότι υπάρχει δεδικασμένο δυνάμει της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα πρέπει να διαφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση. Παρ΄ όλον ότι το Εφετείο σίγουρα προέβηκε σε κάποιες χρήσιμες παρατηρήσεις ως προς την ύπαρξη αφ΄ ενός διαθήκης με την οποία διατέθηκε μικρό μόνο μέρος της περιουσίας, ενώ το υπολειπόμενο μέρος δεν επηρεάζεται, εν τούτοις, τίποτε ουσιαστικό δεν αποφάσισε το Εφετείο και πολύ ορθά βέβαια. Υπενθυμίζεται ότι το Εφετείο δεν επιλαμβανόταν θέματος κατά πόσο μια πρωτόδικη απόφαση ήταν ορθή ή λανθασμένη, έτσι ώστε να δώσει τη δική του δεσμευτική και τελεσίδικη απάντηση. Το Εφετείο επιλαμβανόταν απλά έφεσης εναντίον της άρνησης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιληφθεί του εγερθέντος θέματος και ανέτρεψε την κατάληξη του με την οποία αρνήθηκε να επιληφθεί και με την οποία είχε απορρίψει τη σχετική αίτηση. Έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο και ήταν κατά νόμο αρμόδιο να εκδικάσει και αποφασίσει το θέμα θα έπρεπε να προχωρήσει και ούτω να πράξει. Αυτό είναι εμφανές και από τη διατύπωση της κατάληξης της έφεσης η οποία είχε ως εξής: «Η έφεση επιτυγχάνει και η εφεσιβαλλόμενη απόφαση παραμερίζεται. Η αίτηση του Φρίξου Μιχαήλ θα πρέπει να εξετασθεί λοιπόν τώρα επί της ουσίας της.» (Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως έχει πληροφορηθεί το παρόν Δικαστήριο, παρά την πιο πάνω εντολή του Εφετείου, εν τούτοις, ακόμα δεν έχει επιληφθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο Δικαιοδοσίας Διαχειρίσεων της αίτησης την οποία είχε μεν απορρίψει το ίδιο, αλλ΄ επανέφερε σε εκκρεμότητα το Εφετείο με την εντολή όπως αποφασισθεί επί της ουσίας της. Κατά την άποψη μου, εκείνο το οποίο θα έπρεπε να είχε γίνει από τις 10.4.08 που εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου, ήταν να είχε τεθεί η αίτηση ξανά ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου Διαχείρισης Περιουσιών και να υποκινείτο να της επιληφθεί ως η εντολή του Εφετείου. Και αυτό θα πρέπει να γίνει έστω και τώρα. Τώρα δε μάλιστα, με δεδομένη τη δικαστική απόφανση στην παρούσα αγωγή, σύμφωνα με την οποία η επίδικη διαθήκη είναι έγκυρη, θα πρέπει το αρμόδιο δικαστήριο να επιληφθεί των αιτήσεων που καταχωρήθηκαν και εκκρεμούν ενώπιον του. Εξ΄ άλλου, σύμφωνα και με τον Κανονισμό 42 των περί Διαχείρισης Κληρονομιών Κανονισμών του 1955, σε αγωγή η οποία καταχωρήθηκε με την οποία προσβάλλεται μια διαθήκη, διάδικος μπορεί να εγείρει μόνο θέματα που περιοριστικά παρατίθενται στις παρα. 1-5 του Κανονισμού. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται και ισχυρισμοί ότι ο διαθέτης δεν είχε σώας τας φρένας ή αντίληψη πραγμάτων, ή ότι η διαθήκη είχε εξασφαλισθεί με εξαναγκασμό, αθέμιτο επηρεασμό, ή απάτη, κλπ. Οποιοιδήποτε άλλοι ισχυρισμοί που εγείρονται σε σχέση με την εγκυρότητα διαθήκης, δεν επιτρέπονται, παρά μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου η οποία λαμβάνεται με αίτηση διά κλήσεως. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αναπόφευκτα η αγωγή απορρίπτεται και ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.