Κ. Π. Ιωάννου Λίμιτεδ ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου, Αρ. Αγωγής: 2109/03, 6 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2109/03 Μεταξύ: Κ. Π. Ιωάννου Λίμιτεδ Εναγόντων και Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 26.2.2009 για Τροποποίηση 6 Απριλίου,
- Για τους ενάγοντες-Αιτητές: κ. Κ. Κούσιος Για τους εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κ. Μιχαηλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η βάση αγωγής της υπό κρίση υπόθεσης ανάγεται σε γεγονότα τα οποία εκτυλίχθηκαν πριν από είκοσι περίπου χρόνια και περιστρέφονται γύρω από αποδοχή εκ μέρους των εναγομένων προσφοράς των εναγόντων για προμήθεια αριθμού οχημάτων-ψυγείων. Λόγω ισχυριζόμενης επιλήψιμης συμπεριφοράς των εναγομένων που ακολούθησε αμέσως μετά την πιο πάνω αποδοχή, οι ενάγοντες αξιώνουν σημαντικά ποσά ως αποζημιώσεις για ζημιές που κατά τη θέση τους υπέστησαν. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις αρχές του 2003 και η ακρόασή της άρχισε, τελικά, στις 19.1.
- Ενώ η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα για τους ενάγοντες, διευθύνοντα σύμβουλου και μετόχου τους Κυριάκου Ιωάννου, βρισκόταν σε εξέλιξη, ηγέρθη ένσταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων όταν ο μάρτυρας επιχείρησε να αναφερθεί στις ζημιές που υπέστη η ενάγουσα εταιρεία. Ένσταση η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο στη βάση ότι ούτε οι ειδικές ζημιές στις οποίες προτίθετο να αναφερθεί ο μάρτυρας δεν καταγράφοντο με την απαραίτητη λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης, ούτε επιπρόσθετοι ισχυρισμοί που επιχείρησε να θέσει ήταν δικογραφημένοι. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες ζήτησε χρόνο προκειμένου να επανεξετάσει τη θέση του υπό το φως της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα, καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία αξιώνει εκτενή τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, αίτημα το οποίο εδράζει στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Τη συνοδευτική ένορκο δήλωση ορκίζεται ο Κυριάκος Ιωάννου, ο οποίος επικαλείται ως κύριο λόγο που οδήγησε στην καταχώρηση της Αίτησης την προαναφερθείσα ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Προσθέτει περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στην Υπεράσπιση των εναγομένων καθότι, ως η θέση του, η βάση αγωγής και η φύση της απαίτησης δεν διαφοροποιούνται, τα δε έγγραφα στα οποία στηρίζονται οι αιτούμενες τροποποιήσεις βρίσκονται από καιρό στην κατοχή της αντίδικης πλευράς. Η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση κινείται γύρω από ένα ευρύ φάσμα λόγων που καλύπτουν επίκληση υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης, αλλαγή πλεύσεως αγωγής και διεύρυνσης της βάσης της, ασάφειας και αντιφατικότητας των αιτούμενων τροποποιήσεων, αντίθεσης με τον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο 10(Ι)/94 και πρόκλησης ανεπανόρθωτων ζημιών για την πλευρά των εναγομένων. Ευθυγραμμισμένο με τους πιο πάνω λόγους είναι και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και την οποία ορκίζεται ο εκτελών καθήκοντα Γενικού Διευθυντή των εναγομένων Στέλιος Γεωργιάδης. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών, με αναφορά στις γνωστές επί του θέματος της τροποποίησης αρχές, και επικαλούμενοι τα γεγονότα που καλύπτουν την παρούσα υπόθεση, υποστήριξαν τις θέσεις τους. Ο κ. Κούσιος έθεσε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν βασικά το μέρος της απαίτησης που καλύπτει τον υπολογισμό της ζημιάς των εναγόντων και ότι με αυτές επιχειρείται η λεπτομερής παράθεση της πορείας μετατροπής και διάθεσης των επίδικων οχημάτων και ο τρόπος υπολογισμού της ζημιάς των εναγόντων. Εισηγήθηκε ότι ουδόλως διαφοροποιείται η βάση της αγωγής ή η φύση της απαίτησης, ούτε και προκαλείται αιφνιδιασμός στην άλλη πλευρά, δεδομένου ότι όλα τα σχετικά έγγραφα έχουν ήδη αποκαλυφθεί και αντίγραφα βρίσκονται στην κατοχή της. Πρόσθεσε ακόμη ότι το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση δεν αφήνει περιθώρια πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους εναγόμενους, αφού αυτοί θα έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν επί όλων των ζητημάτων, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η επανακλήτευση οποιουδήποτε μάρτυρα. Απορρίπτοντας, τέλος, τους λόγους ένστασης, κατέληξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αντίθετη, βεβαίως, ήταν η προσέγγιση του κ. Μιχαηλίδη. Αναφερόμενος στο μεγάλο χρονικό διάστημα που ήδη διέρρευσε από της γένεσης των γεγονότων επί των οποίων θεμελιώθηκε η αξίωση των εναγόντων, τόνισε ότι το υπερβολικά μεγάλο του χρόνου δεν αφήνει περιθώρια για διεξαγωγή δίκαιης δίκης, η δε δικαία εκδίκαση καθίσταται ακόμη δυσκολότερη λόγω της προσπάθειας των εναγομένων να εισαγάγουν τέτοιας εκτεταμένης μορφής τροποποιήσεις. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις, αντικριζόμενες υπό το φως του περιεχομένου τους, συνιστούν προσπάθεια αλλαγής, καθυστερημένα, πλεύσεως των εναγόντων. Με αναφορά στο χρόνο που παρήλθε, στα γεγονότα της υπόθεσης, στη φύση και την έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων, ήταν η καταληκτική και πλέον βαρύνουσα εισήγηση του κ. Μιχαηλίδη, ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης θα επιφέρει αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στην πλευρά των εναγομένων, η οποία δεν θα δύναται, είκοσι χρόνια μετά, να αντικρούσει τέτοιας έκτασης ασάφειας και αντιφατικότητας ισχυρισμούς. Δεν παρίσταται λόγος να επεκταθώ στο σύνολο των σχετικών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα επικεντρωθώ στο θέμα που δεσπόζει, της κατ' ισχυρισμό δηλαδή καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, της μη παροχής επαρκών εξηγήσεων γι' αυτήν και της ανεπανόρθωτης ζημιάς που επικαλείται η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι υφίσταται. Ζητήματα με τα οποία ενασχολήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Φοινιώτης ν. Geenmar Navigation
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 33. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, τονίστηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως αναδύεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην απόφαση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, διευκρινίστηκε πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας δε για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξαντλείται με αναφορά και μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης λέχθηκαν, εύστοχα, τα ακόλουθα στην απόφαση Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.α (ανωτέρω). «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, σημαντική είναι επίσης η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ., 426. Λέχθηκε ότι σε σχέση με καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση βέβαια, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την ανυπαρξία καλής πίστης [Ταξί Κυριάκος (ανωτέρω)]. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 ΑΑΔ σελ. 1005, 1007-08, συνοψίζονται οι αρχές καθοδήγησης του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της εξουσίας του δυνάμει της Δ.25: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Υπό το φως των πιο πάνω αρχών επανέρχομαι στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, επικεντρώνοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στο ζήτημα της, ισχυριζόμενης, καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης, της μη επαρκούς δικαιολόγησής της, αλλά και στην ίδια τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης, σε συνάρτηση με τυχόν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στην αντίθετη πλευρά. Η εισαγωγή της επίδικης Αίτησης γίνεται κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων και αμέσως μετά την προαναφερθείσα ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Συνεπώς, σε σχέση με το σημείο που βρίσκεται η διαδικασία, η πλευρά των εναγομένων δεν επηρεάζεται ανεπανόρθωτα. Καθότι θα έχουν την ευχέρεια να αντεξετάσουν τον πρώτο, και ουσιαστικότερο, μάρτυρα των αντιδίκων. Βέβαια η εισήγηση του κ. Μιχαηλίδη σχετικά με την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς, έχει ως αφετηρία και κεντρικό άξονα υποβολής της το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη γένεση του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος μέχρι σήμερα και την περαιτέρω καθυστέρηση που θα δημιουργηθεί από τυχόν έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση τέτοιας έκτασης και λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης. Προβάλλεται επίσης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση η αδυναμία τους πλέον, λόγω της παρόδου είκοσι περίπου ετών, να αντικρούσουν τις θέσεις που επιχειρούν να προσθέσουν οι ενάγοντες. Οι πιο πάνω εισηγήσεις θα εξεταστούν υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, σε συνάρτηση, βεβαίως, με τις σκοπούμενες τροποποιήσεις. Παρεμβάλλω ότι στα πλαίσια αυτής της πορείας εξέτασης θα παραμείνει ανέπαφο το ερώτημα κατά πόσο η δίκη θα είναι, τελικά, δίκαιη ή όχι. Ερώτημα το οποίο τέθηκε και κατά την εκδίκαση αιτήματος των εναγομένων για απόρριψη της αγωγής, οδηγώντας στην έκδοση ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερ. 17.11.2006, με βάση την οποία κρίθηκε ότι τα δικαιώματα των διαδίκων θα διαπιστωθούν στα πλαίσια του συνόλου της δίκης. Προσθέτω μόνο, προς στήριξη της πιο πάνω θέσης του Δικαστηρίου, ότι ταυτόσημη ήταν και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολύ πρόσφατη απόφαση Α.Α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 159/06, ημερ. 27.2.2009, όπου επανατονίστηκε ότι κατά πόσο δίκη είναι δίκαιη ή όχι θα πρέπει να απαντάται με βάση την αξιολόγησή της στο σύνολό της. Σημειώνεται δε στην απόφαση αυτή πως: «Κάθε κατηγορούμενος, αλλά και κάθε διάδικος σε πολιτική διαδικασία, θα πρέπει να μπορεί να συμμετέχει ουσιαστικά στη διαδικασία (V. v. U.K., December 16, ECHR 1999-IX)». Επανέρχομαι, μετά την πιο πάνω παρεμβολή, στο υπό κρίση ζήτημα. Αναλυτική αντίκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων επιμαρτυρεί ότι με αυτές δεν προστίθεται νέα βάση αγωγής, ούτε επιχειρείται αλλαγή πλεύσης, αλλά, βασικά, καλύπτουν λεπτομερώς τους δικογραφημένους ήδη ισχυρισμούς των εναγόντων περί των συγκεκριμένων μετατροπών των επίδικων οχημάτων και την πορεία διάθεσής τους, όπως επίσης και τον τρόπο υπολογισμού των ζημιών που διεκδικούνται. Παρατίθεται δε, με υπέρμετρη και σε κάποια σημεία αχρείαστη, δικογραφικά, λεπτομέρεια, η όλη σχετική θέση των Αιτητών. Είναι βάσιμη η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η ανάγκη για ορθή δικογράφηση δεν προέκυψε, χρονικά, από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά συνιστούσε εξ υπαρχής υποχρέωση των Αιτητών, εδραζόμενη στη γνωστή αρχή δικογράφησης για εξειδικευμένη, σαφή και λεπτομερή καταγραφή των ειδικών ζημιών. Συνεπώς, η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δεν σηματοδοτεί και το χρόνο προσμέτρησης της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος. Η παρατηρούμενη όμως αυτή καθυστέρηση δεν είναι υπό τις συνθήκες καθοριστικής σημασίας για το αποτέλεσμα της Αίτησης. Αναμφίβολα, τόσο οι αξιούμενες αναλυτικά ζημιές, όσο και οι ισχυρισμοί περί μετατροπής και πώλησης των οχημάτων, ήταν στοιχεία γνωστά από χρόνια στους Αιτητές. Η παράλειψή τους όμως να ευθυγραμμίσουν από προηγουμένως ταυτόσημα τις δικογραφημένες τους θέσεις, δεν εντοπίζεται να καλύπτεται από κακή πίστη, ούτε από έλλειψη γνησιότητας στις προθέσεις ή από προσπάθεια αιφνιδιασμού της άλλης πλευράς. Καθότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου καθιστούσε αδύνατη την παροχή περαιτέρω μαρτυρίας εκ μέρους των εναγόντων γύρω από τα εξεταζόμενα θέματα των ζημιών και τροποποιήσεων των οχημάτων. Ως εκ τούτου, επιβεβλημένη και απόλυτα χρήσιμη ήταν η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, προκειμένου να προωθήσουν οι ενάγοντες τις θέσεις, τις οποίες, σε γενική μορφή, είχαν ήδη από την αρχή δικογραφήσει, προμηθεύοντας τους εναγόμενους με όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στην κατοχή τους. Το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτούσε πλέον τον επακριβή προσδιορισμό αυτών των θέσεων. Περαιτέρω, έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση δεν εντοπίζεται να επιδρά κατά τρόπο που να προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους. Οι τελευταίοι, όπως έχει λεχθεί ανωτέρω, είχαν στην κατοχή τους εδώ και καιρό τα έγγραφα επί των οποίων θα στηριχθούν οι αντίδικοί τους προκειμένου να αποδείξουν τις ζημιές τους. Συνεπώς, όχι μόνο δεν θα επηρεαστούν, αλλά θα είναι σε θέση, με την αναλυτική δικογράφηση των ισχυρισμών των εναγόντων, να υπερασπιστούν, όσο είναι δυνατό υπό τις συνθήκες, καλύτερα. Μέσα από τη λεπτομερή παράθεση των ειδικών ζημιών και των ισχυρισμών που περιβάλλουν τη διάθεση των επίδικων οχημάτων, αμβλύνονται, τουλάχιστον ως προς αυτό το θέμα και στο βαθμό βεβαίως που αυτό είναι δυνατό, τα προβλήματα που επικαλείται η πλευρά των εναγομένων ότι προκαλούνται λόγω της παρόδου πολλών ετών από της γένεσης του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος μέχρι της καταχώρησης της αγωγής και της προβαλλόμενης εκτροπής από τα θέσμια της δίκαιης δίκης. Αν, τελικά, τα περιθώρια των Συνταγματικά κατοχυρωμένων πλαισίων μιας δίκαιης διαδικασίας έχουν τρωθεί, είναι ζήτημα το οποίο εκφεύγει των ορίων του σταδίου αυτής της διαδικασίας και μόνο και εμπίπτει στη σφαιρική αξιολόγηση της όλης δίκης. Οι εισηγήσεις της πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση περί εκτροπής της περαιτέρω διαδικασίας λόγω, κατ΄ ισχυρισμό, δημιουργίας της ανάγκης, σε περίπτωση τροποποίησης, για αναζήτηση περαιτέρω λεπτομερειών, και περί αβασιμότητας των απαιτήσεων, λόγω μη στήριξής τους στις σχετικές πρόνοιες του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, είναι, με όλο το σεβασμό, επίσης ανεδαφικές. Καθότι, αφενός, τυχόν ανάγκη για μετέπειτα αναζήτηση λεπτομερειών δεν μπορεί να επιδράσει στην επιτυχία εγχειρήματος για τροποποίηση, αν οι προϋποθέσεις υπάρχουν και, αφετέρου, η εξέταση επιχειρήματος για μη εφαρμογή συγκεκριμένου Νόμου και αβάσιμης απαίτησης δεν ανάγεται στη σφαίρα της Δικαστικής κρίσης της παρούσας Αίτησης, αλλά στο χρόνο τελικής αξιολόγησης της ουσίας της υπόθεσης. Είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι παράμετροι για επιτυχία της Αίτησης πληρούνται και καμία αδικία μπορεί να δημιουργηθεί υπό τις συνθήκες στην πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, μέσω της κατάλληλης δηλαδή διαταγής για έξοδα. Η Αίτηση εγκρίνεται και επιτρέπεται η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Ακολουθώντας την καθιερωμένη πρακτική, τόσο τα έξοδα της Αίτησης, όσο και οποιαδήποτε χάνονται λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Ακολουθούν οδηγίες σχετικά με τις προθεσμίες καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων). [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο