ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγ.: 1586/02, 7 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΛΗΡΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1586/02 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ενάγοντος, - και - CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD, Εναγομένων. ΚΑΙ ΔΙ΄ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ: CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD, Ενάγουσας δια ανταπαιτήσεως, - και -
- ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ,
- ΜΑΡΙΟΥ ΚΟΡΝΙΩΤΗ, Εναγομένων δια ανταπαιτήσεως. ---------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Απριλίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τον Ενάγοντα- Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 1 : κ. Α. Δαμιανού Για την Εναγομένη- Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα : κ. Ντ. Παπαδόπουλος Για τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2: κ. Π. Χ'Σάββας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή, όπως και πολλές άλλες, εντάσσεται στην ομάδα υποθέσεων που ηγέρθηκαν λόγω διαφορών που ανέκυψαν από συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου κατά τους κρίσιμους μήνες του
- Είναι ο βασικός ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι σε μια περίπτωση κατά την 1.9.99 είχε δώσει εντολή στη χρηματιστηριακή εταιρεία με την οποία συναλλασσόταν δηλ. την εναγομένη, να αγοράσει εκ μέρους και για λογαριασμό του 10.000 μετοχές της εταιρείας Leptos Calipso Hotels Ltd (LCH). Όμως, η εναγομένη κατά παράβαση της εντολής του, εκτέλεσε μεν την πράξη αγοράζοντας τις μετοχές και χρεώνοντας το λογαριασμό του ενάγοντα με το ποσό της αξίας του αντιτίμου δηλ. £31.270.50, πλην όμως καταχώρησε τις μετοχές σαν αγορασθείσες από άλλο άτομο, τον εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενο
- Καταλογίζοντας ο ενάγων στην εναγομένη το αδίκημα της ιδιοποίησης και/ή της παράβασης συμφωνίας και/ή της παράνομης επέμβασης στις μετοχές του, ισχυρίζεται ότι υπέστη ποικίλης μορφής ζημιά, για την οποία ζητά όπως αποζημιωθεί από την εναγομένη. Η εναγομένη από την άλλη, ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν είναι το πρόσωπο το οποίο είχε δώσει την εντολή για την εν λόγω αγορά, αλλ΄ ότι αυτό το πρόσωπο ήταν ο εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 Μ. Κορνιώτης. Όταν δε η εναγομένη ενημερώθηκε από τον ενάγοντα και τον κ. Κορνιώτη ότι και οι δύο ήθελαν όπως οι μετοχές εγγραφούν στο όνομα του δεύτερου, τους ανάφερε ότι μεταβίβαση μετοχών προς τον ενάγοντα θα μπορούσε να γίνει μόνο με χαριστική μεταβίβαση από τον δεύτερο προς τον πρώτο αφού πρώτα εκδοθούν οι τίτλοι μετοχών από την L.C.H η οποία αντιμετώπιζε τότε κάποια προβλήματα με το Χ.Α.Κ. Εν τω μεταξύ η εναγομένη προέβηκε σε έκδοση σημειώματος σύμβασης (contract note) προς όφελος του ενάγοντα για τις μετοχές, ακύρωσε την σχετική χρέωση από το λογαριασμό του Μ. Κορνιώτη και χρέωσε το λογαριασμό του ενάγοντα με ημερ. 1.9.
- Σύμφωνα πάντα με την εναγομένη, λόγω της καθυστέρησης στην έκδοση των τίτλων των μετοχών, ο ενάγων αποφάσισε να μην προχωρήσει η μεταβίβαση στο όνομα του των μετοχών και όπως αυτές πωληθούν από τον Μ. Κορνιώτη εν αγνοία της εναγομένης μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου και όπως το προϊόν πώλησης εισπραχθεί από τον ενάγοντα. Με Ανταπαίτηση δε την οποία προβάλλει η εναγομένη εναντίον τόσο του ενάγοντα όσο και εναντίον του ρηθέντος Μ. Κορνιώτη αξιώνει εναντίον του πρώτου Δήλωση ότι κανένα ποσό δεν οφείλει σ' αυτόν και εναντίον και των δύο αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αξιώνει την πληρωμή σ' αυτήν του ποσού των £31.720,50 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε κληθεί να καταβάλει στον ενάγοντα-εναγόμενο 1 στην Ανταπαίτηση, σαν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή εμπιστεύματος. Περαιτέρω ή εναλλακτικά αξιώνει επίσης εναντίον και των δύο αυτών διαδίκων αλληλέγγυα ή κεχωρισμένα την καταβολή σ΄ αυτήν οποιουδήποτε ποσού έχουν εισπράξει με την πώληση των μετοχών λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή παράβασης εμπιστεύματος. Ο εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 με την Υπεράσπιση του παραδέχεται ότι πράγματι η εναγόμενη συμφώνησε με τους άλλους δύο διαδίκους κατά τον Οκτώβριο 1999 όπως πιστωθεί ο δικός του λογαριασμός με το ποσό των £31.720,50 και χρεωθεί ο λογαριασμός του ενάγοντα και όπως ο ίδιος ο εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 μεταβιβάσει στον ενάγοντα-εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενο 1 τις προαναφερθείσες μετοχές. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο ίδιος διάδικος, ότι ο λόγος που δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία εκείνη ήταν το ότι η υλοποίηση της αποδείχθηκε πολύ χρονοβόρα. Εάν δε κάποιος έχει πλουτισθεί αδικαιολόγητα με το ποσό των £31.720,50 ή με άλλο ποσό, αυτός δεν είναι άλλος παρά ο ενάγων - εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενος
- Στο σημείο τούτο αναφέρω ότι για σκοπούς σύντομης αναφοράς, θα αναφέρομαι στην παρούσα απόφαση στους διαδίκους με τα ονόματα τους αντί με την ιδιότητα τους, ως ακολούθως:- Ενάγων-εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενος 1: A. Νικολάου Εναγομένη-εξ Ανταπαιτήσεως ενάγουσα: CITI Εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2: M. Κορνιώτης. Ας σημειωθεί επίσης ότι δηλώθηκε σαν παραδεκτό το γεγονός ότι ο Μ. Κορνιώτης ρευστοποίησε τις 50.000 επίδικες μετοχές (δηλ. τις αγορασθείσες 10.000 οι οποίες μετά την αγορά τους υποδιαιρέθηκαν πέντε φορές) και ότι το ποσό που απέφερε η ρευστοποίηση το κατέβαλε στον ενάγοντα Α. Νικολάου. Στην κατάθεση του στο Δικαστήριο η οποία αποδόθηκε μέσω γραπτής δήλωσης, αλλά και δια ζώσης, ο ενάγων ανάφερε ότι προέβηκε σε πολλές συναλλαγές στο Χ.Α.Κ μέσω της CITI με την οποία και διατηρούσε λογαριασμό. Την εντολή για αγορά των επίδικων μετοχών την είχε δώσει κατά την 1.9.99 τηλεφωνικά σε κάποιο Άγγελο Καψή υπάλληλο της CITI. Επεκοινώνησε δε αργότερα με τον κ. Καψή ο οποίος του επιβεβαίωσε ότι είχε εκτελέσει την εντολή του και αφού μετέβηκε στα γραφεία της εταιρείας, τού παραδόθηκε μεταξύ άλλων και σημείωμα σύμβασης (contract note) σε σχέση με την αγορά των 10.000 μετοχών (τεκμ. 1). Το συνολικό κόστος αγοράς ήταν £31.720,50 και έτσι ισόποσο χρεώθηκε στο λογαριασμό του. Αυτό το ποσό ξοφλήθηκε αργότερα. Κατόπιν έρευνας στην L.C.H ως προς την έκδοση των τίτλων των μετοχών η οποία καθυστερούσε, ανακάλυψε ότι στο μητρώο της εταιρείας εκείνης δεν είχαν περιληφθεί οι 10.000 μετοχές του, οι οποίες αφού υπέστησαν υποδιαιρέσεις έπρεπε να ήσαν 50.
- Επεκοινώνησε τότε με τον κ. Καψή της CITI ο οποίος κατόπιν διερεύνησης του ανάφερε ότι η συναλλαγή στην οποία είχε προβεί κατά την 1.9.99 είχε από λάθος εγγραφεί στο όνομα του Μ. Κορνιώτη με τον οποίο ο ενάγων διατηρούσε φιλικές σχέσεις και όχι του ιδίου, οπότε και θα προέβαινε σε ενέργειες για διόρθωση του λάθους με χαριστική μεταβίβαση. Επεκοινώνησε επίσης ο ίδιος ο ενάγων και με τον κ. Κορνιώτη ο οποίος δεν αμφισβήτησε το λάθος. Προσπάθεια του να πωλήσει τις μετοχές κατά την 15.11.99 στην τότε τιμή των £3.40 η καθεμιά απέτυχε λόγω του ότι δεν είχαν ακόμα εγγραφεί στο όνομα του οι τίτλοι, οπότε επεκοινώνησε με τον Μ. Κορνιώτη και του ζήτησε να πωλήσει εκείνος τις μετοχές του εκ μέρους του αλλ' αυτός είπε πως ούτε εκείνος μπορούσε να το πράξει επειδή είχε εγγεγραμμένες μετοχές της LCH και στο όνομα του οι οποίες ανήκαν στον ίδιο, αλλά και άλλες που κρατούσε για κάποιο τρίτο πρόσωπο. Προσπάθειες που ακολούθησαν για εγγραφή των μετοχών στο όνομα του δεν καρποφόρησαν με αποτέλεσμα, προς το σκοπό μείωσης της ζημιάς του, όταν περί το 2000 πληροφορήθηκε από τον κ. Κορνιώτη ότι είχαν επιτέλους εκδοθεί οι τίτλοι, του έδωσε εντολή να τις πωλήσει στην τρέχουσα τιμή, πράγμα που έπραξε και το εισπραχθέν ποσό των £68.000 του το απέδωσε ο κ. Κορνιώτης. Στη δήλωση του ο ενάγων κατάθεσε κάποια αποδεικτικά στοιχεία για να προωθήσει την αξίωση του ως προς την οικονομική ζημιά την οποία υπέστη από τις πιο πάνω ενέργειες, πράξεις και παραλείψεις τις οποίες καταλογίζει στη CITI. O Λειτουργός του Τμήματος Εκκαθάρισης Συναλλαγών στο ΧΑΚ Π. Χριστοφόρου (Μ.Ε.2) επιβεβαίωσε στη μαρτυρία του ότι ο ενάγων είχε υποβάλει παράπονο και γραπτή καταγγελία εναντίον της CITI. Το Συμβούλιο του Χ.Α.Κ εξέτασε την καταγγελία και με επιστολή του ημερ. 10.10.02 (τεκμ. 13) είχε πληροφορήσει τον ενάγοντα ότι διαπίστωσε πως η CITI είχε παραβεί τον Κανονισμό 21
(2)(α) των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμών και απεφάσισε με τη σύμφωνο γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να επιβάλει στη CITI πρόστιμο £2.
- Η παράβαση του κανονισμού έγκειτο στο γεγονός ότι η CITI δεν τηρούσε ορθά λογιστικά βιβλία σε σχέση με τους λογαριασμούς πελατών της αφού στην περίπτωση εκείνη, μια και μόνο συναλλαγή αγοράς μετοχών είχε καταχωρηθεί σε δύο λογαριασμούς πελατών, δηλαδή του ενάγοντα και του Μ. Κορνιώτη. Αποδίδοντας στο Δικαστήριο τις θέσεις της CITI ο κ. Χ. Χαραλάμπους, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση όλων των συναλλαγών της εταιρείας, αναφέρθηκε σε πρακτική την οποία ακολουθούσαν ο ενάγων και ο Μ. Κορνιώτης με την οποία κατά τους ουσιώδεις χρόνους προέβησαν σε αγοραπωλησίες μετοχών μέσω της CITI δίδοντας ο ένας εκ των δύο εντολές για τον ίδιο αλλά και για τον άλλο. Τη συγκεκριμένη εντολή γι΄ αγορά των 10.000 μετοχών της L.C.H δεν την είχε δώσει ο ενάγων αλλά ο Μ. Κορνιώτης και αυτή εκτελέστηκε δεόντως. Ειδοποιήθηκε όμως αργότερα ο μάρτυρας στις 10.10.99 και από τους δύο, ότι λανθασμένα είχε δοθεί η εντολή και του ζήτησαν όπως μεταβιβασθούν οι μετοχές στον ενάγοντα και χρεωθεί ανάλογα η μερίδα του. Τους εξηγήθηκε ότι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με χαριστική μεταβίβαση οπότε για να υποβοηθήσει την κατάσταση η CITI και κατόπιν εντολής και των δύο, προέβηκε στην έκδοση σημειώματος σύμβασης (contract note) κατά τον Οκτώβριο 1999 και συγκεκριμένα κατά ή περί την 14.10.99 προς όφελος του ενάγοντα καθώς επίσης και σε χρέωση του λογαριασμού του, ακυρώνοντας την προηγηθείσα χρέωση στο λογαριασμό του Μ. Κορνιώτη και χρονολογώντας τις πιο πάνω πράξεις με ημερ. 1.9.
- Είναι δε σε σχέση με αυτές τις διορθώσεις στις οποίες δόθηκε αναδρομική ισχύς που το ΧΑΚ επέβαλε στη CITI πρόστιμο £2.
- Ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση του Μ. Κορνιώτη ημερ. 6.7.01 (τεκμ. 19) με την οποία ισχυρίζεται ότι ήταν ο ίδιος που έδωσε εντολή για αγορά των επίδικων μετοχών πλην όμως αργότερα επειδή τον παρακάλεσε ο ενάγων με τον οποίο συνδεόταν με φιλία να του τις παραχωρήσει, έγινε στις 14.10.99 η αλλαγή από τη CITI με βάση την αξία την οποία οι μετοχές αγοράσθηκαν δηλ. £31.720,50 Επίσης εκ μέρους της CITI κατάθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Άγγελος Καψής, τότε σύμβουλος επενδύσεων, ο οποίος ουσιαστικά απέδωσε τα ίδια γεγονότα και θέσεις με εκείνα του προηγούμενου μάρτυρα. Προβαίνοντας σε κάποιες περαιτέρω εξηγήσεις, ανάφερε πως όταν κατά την 1.9.99 ο κ. Κορνιώτης είχε δώσει την εντολή για την αγορά των μετοχών, είχε εκδοθεί αυτόματα από το ηλεκτρονικό σύστημα της εταιρείας σημείωση σύμβασης (contract note). Αυτή η σημείωση ακυρώθηκε στις 14.10.99 αναδρομικά από την 1.9.99 και εκδόθηκε, πάλιν αναδρομικά, νέα σημείωση σύμβασης, στο όνομα του ενάγοντα σε σχέση με την ίδια πράξη. Κατά την τελική του αγόρευση, ο κ. Παπαδόπουλος για την CITI, πρόβαλε διάφορα σημεία της δοθείσας μαρτυρίας από τα οποία, κατά την εισήγηση του, έχει πληγεί καίρια η αξιοπιστία του ενάγοντα. Αντίθετα, η μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς της CITI ήταν και παρέμεινε συνεπής με τις θέσεις τις οποίες αυτή πρόβαλε και υποστηρίζεται από κατατεθέντα τεκμήρια. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι ο ενάγων δεν απέδειξε ότι υπέστη οποιανδήποτε ζημιά, αφού ακόμα και αν οι μετοχές αγοράζονταν και εγγράφονταν στο όνομα του και πάλι δεν θα μπορούσε να τις είχε πωλήσει αφού λόγω άλλων προβλημάτων δεν είχαν εκδοθεί τίτλοι. Ούτε και έχει δώσει ο ενάγων ικανοποιητική μαρτυρία η οποία να δείχνει αν είχε, και αν ναι, πότε είχε πραγματική πρόθεση να πωλήσει τις μετοχές. Στη δική του αγόρευση ο κ. Δαμιανού για τον ενάγοντα, ανέλυσε εκτενώς τη δοθείσα μαρτυρία για να εισηγηθεί ότι ενώ κατά την 1.9.99 ο ίδιος ο ενάγων έδωσε για τον εαυτό του την εντολή για την αγορά των μετοχών, εντούτοις προφανώς από αβλεψία ενώ η CITI εξέδωσε σημείωση σύμβασης στο όνομα του, καταχώρησε τις μετοχές προς όφελος του κ. Μ. Κορνιώτη, προκαλώντας σ΄ αυτόν ζημιά. Σύμφωνα με τον κ. Δαμιανού, στη γραπτή δήλωση του Μ. Κορνιώτη, ο οποίος δεν εμφανίστηκε σαν μάρτυρας, θα πρέπει να μην αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα με βάση τον περί Αποδείξεως Νόμο, για διάφορους λόγους που εξήγησε, κυριότερος από τους οποίους είναι το ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο σαν μάρτυρας ώστε να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης. Ο ίδιος συνήγορος αναφέρθηκε σε αντιφάσεις και ελλείψεις οι οποίες κατά την άποψη του παρατηρούνται στη μαρτυρία που προσήχθη εκ μέρους της CITI και σε αδυναμία απόδειξης της Ανταπαίτησης την οποία ουσιαστικά αυτή δεν προώθησε κατά την ακρόαση. Αυτά ήσαν σε πολύ περιληπτική μορφή τα κύρια σημεία της δοθείσας μαρτυρίας και των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Αξιολογώντας τη δοθείσα μαρτυρία και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρώ τα εξής: Κατά την άποψη μου, το κύριο θέμα το οποίο θα πρέπει εδώ να απασχολήσει είναι πολύ πιο απλό παρά απ΄ ότι εκ πρώτης όψεως ίσως να φαίνεται και παρά τα όσα άλλα έχουν απασχολήσει. Εκείνο το οποίο λέγει ουσιαστικά ο ενάγων είναι ότι κατά την 1.9.99 οι αγορασθείσες μετοχές της L.C.H θα έπρεπε να ήσαν καταχωρημένες στο δικό του όνομα και στο δικό του λογαριασμό και όχι στο όνομα και στο λογαριασμό του Μ. Κορνιώτη. Αποδίδει δε αυτό το γεγονός σε προφανές λάθος ή σε αβλεψία της CITI. Ο ίδιος λέγει ότι ανακάλυψε αυτό το λάθος λίγες μέρες μετά το επανάνοιγμα του Χρηματιστηρίου του οποίου οι εργασίες είχαν ανασταλεί μεταξύ 3.9.99 - 4.10.
- Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, μετά την ανακάλυψη του λάθους, ούτε ο κ. Καψής της CITI αμφισβήτησε το ποιος έδωσε την εντολή, ούτε και ο κ. Κορνιώτης ο οποίος δεν γνώριζε τι είχε γίνει. Όμως και οι δύο επέδειξαν προθυμία να διορθώσουν το λάθος. Παρέμεινε δε ισχυρή η μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η CITI υποκινούμενη και από τους δύο διαδίκους, δηλαδή τον ενάγοντα και τον κ. Κορνιώτη, προέβηκε σε διόρθωση της σχετικής καταχώρησης κατά τον Οκτώβριο '
- Αυτό το γεγονός καταδεικνύεται και από την κατάσταση λογαριασμού του ενάγοντα με την CITI (τεκμ. 4) την οποία ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο, όπως αυτή έχει επεξηγηθεί από τους εκπροσώπους της CITI. Η κατάσταση παρουσιάζει την καταχώρηση της συναλλαγής αγοράς 10.000 μετοχών της LCH με ημερ. «1999/10» δηλ. Οκτώβριο του 1999, αμέσως μετά από 4 άλλες συναλλαγές ημερομηνίας 14.10.99, ρητά όμως αναγράφεται σ΄ αυτήν σαν «Document Date» η 1.9.
- Αυτά είναι άλλωστε τα στοιχεία τα οποία ο ίδιος ο ενάγων παρουσίασε για έρευνα από το ΧΑΚ και είναι ακριβώς στη βάση και αυτών των καταχωρήσεων που η έρευνα απέληξε σε καταδίκη της CITI και επιβολή προστίμου, επειδή δηλαδή έγινε καταχώρηση τον Οκτώβρη με αναδρομική ημερομηνία την 1.9.99 και με συντρέχουσα καταχώρηση στο όνομα του Μ. Κορνιώτη. Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία, αποδεχόμενος τη σχετική μαρτυρία, ότι κατά τον Οκτώβρη 1999, και συγκεκριμένα κατά ή περί την 14.10.99 έγινε η διόρθωση στα βιβλία και στο λογαριασμό του ενάγοντα και του Μ. Κορνιώτη από τη CITI, με αποτέλεσμα ο ενάγων να τεθεί έκτοτε στη θέση στην οποία θα ήταν την 1.9.99 που, όπως ισχυρίζεται, η αγορά των επίδικων μετοχών θα έπρεπε να καταχωρείτο στο λογαριασμό του και όχι στο λογαριασμό του κ. Κορνιώτη, τουλάχιστον όσον αφορά τη CITI. Ο ενάγων, λοιπόν, είτε είχε στα χέρια του τη νέα σημείωση σύμβασης, που όπως ισχυρίζεται η CITI και αποδέχομαι, εκδόθηκε και του παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 1999 με τη συναλλαγή να παρουσιάζεται στο δικό του όνομα ή, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, την είχε από την 1.9.
- Το ερώτημα είναι ποια ζημιά υπέστη, αν υπέστη, από αυτό το λάθος, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει; Μπορούσε ή επροτίθετο να πωλήσει τις μετοχές που αγόρασε πριν από τον Οκτώβριο 1999; Tο δεύτερο δεν το έχει ούτε και ο ίδιος ισχυριστεί αφού τοποθετεί την όποια πρόθεση του να πωλούσε τις μετοχές μέσα στον Νοέμβριο. Ας σημειωθεί δε ότι καμιά χρηματιστηριακή πράξη δεν μπορούσε να γίνει μεταξύ 3.9.99 - 4.10.99 επειδή το Χ.Α.Κ. είχε αναστείλει τη λειτουργία του. Το ερώτημα δε κατά πόσο ο ενάγων μπορούσε, αν ήθελε να πωλήσει τις μετοχές χωρίς έκδοση και κατοχή τίτλων έχει απαντηθεί καταφατικά υπό κάποιους όρους, τόσο από το Λειτουργό του ΧΑΚ Π. Χριστοφόρου όσο και από τους μάρτυρες υπεράσπισης της CITI. Συγκεκριμένα, ο κ. Χριστοφόρου τον οποίο κάλεσε η πλευρά του ενάγοντα, ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση κατά πόσο την περίοδο εκείνη, μεταξύ Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 1999 μπορούσαν να γίνουν αγοραπωλησίες χωρίς να υπάρχουν στα χέρια του πωλητή τίτλοι. Ο μάρτυρας απάντησε ότι ο νόμος απαιτούσε όπως σε τέτοια συναλλαγή με δημόσια εταιρεία, ο τίτλος θα έπρεπε να ήταν συνημμένος, όμως με μια βεβαίωση του χρηματιστή ότι η αγορά των μετοχών είχε γίνει πρόσφατα πριν μερικές μέρες και δεν υπήρχε τίτλος ή ο τίτλος είχε απωλεσθεί ή ακόμα με μια σχετική ένορκη δήλωση η πράξη μπορούσε να γίνει. Και αν ακόμα στο μητρώο της εταιρείας είχε καταχωρηθεί ο κ. Κορνιώτης, πρόσθεσε ο μάρτυρας, και πάλι μπορούσε να γίνει πώληση με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με βεβαίωση ή ένορκη δήλωση. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο ενάγων καταλογίζει στην εναγομένη ζημιά που λέει ότι υπέστη διότι δεν μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές χωρίς τίτλους. Σ' ερώτηση όμως πότε κατέστη δυνατό η L.C.H να εκδώσει τίτλους, δεν ήταν σε θέση να πει. Όμως δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν. Ή η έκδοση τίτλων και η όποια καθυστέρηση της οφειλόταν σε προβλήματα που είχε η εταιρεία L.C.H όπως είχε δοθεί μαρτυρία, ή αυτή οφειλόταν σε κωλυσιεργία ή αμέλεια του κ. Κορνιώτη. Εφόσον δε είναι σ' αυτή την καθυστέρηση που καταλογίζει ουσιαστικά την πρόκληση σ΄ αυτόν ζημιάς ο ενάγων, το ερώτημα που ορθώνεται είναι, πώς ευθύνεται για κάτι τέτοιο η εναγόμενη - CITI εναντίον της οποίας αποκλειστικά είναι που στρέφεται ο ενάγων; Είναι ακόμα και το άλλο: Στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο Α - παρα. 11) ο ενάγων επιχειρεί να αποδείξει ότι την επίδικη συναλλαγή την έκανε την 1.9.99 για συνολικό κόστος £31.720, 50 και ότι το ποσό αυτό χρεώθηκε από την CITI στο λογαριασμό του και προς τούτο παραπέμπει στην προαναφερθείσα κατάσταση λογαριασμού που εκδόθηκε από την εναγόμενη ημερομηνίας 28.1.00 την οποία ο ίδιος ο ενάγων παρουσίασε σαν τεκμήριο
- Όπως δε πρόσθεσε στη δήλωση του ο ενάγων «Στο Τεκμήριο 4, η χρέωση για την εν λόγω συναλλαγή φαίνεται στη δεύτερη σελίδα». Όμως εκείνο που φαίνεται στη δεύτερη σελίδα είναι μεν ότι έγινε πράγματι η συναλλαγή της αγοράς 10.000 μετοχών της L.C.H, ημερ. 1.9.99 με ποσό χρέωσης £31.720,50, αλλ΄ όπως ρητά αναφέρεται εκεί, η καταχώρηση εκείνη για τέτοια συναλλαγή είχε γίνει «1999/10», δηλαδή Οκτώβριο
- Αυτό το γεγονός το παραγνωρίζει πλήρως ο ενάγων, ο οποίος δεν μπορεί να χρησιμοποιεί αποσπασματικά ένα μόνο μέρος μιας καταχώρησης σε Κατάσταση που ο ίδιος παρουσιάζει προς υποστήριξη της θέσης του και να παραγνωρίζει άλλο μέρος. Με βάση τις πιο πάνω παρατηρήσεις, ευρήματα και συμπεράσματα δεν φαίνεται σε καμιά περίπτωση να αποδεικνύεται η καταλογιζόμενη ιδιοποίηση από την εναγόμενη μετοχών που ανήκαν στον ενάγοντα ή παράβαση απ΄ αυτήν συμφωνίας, πέραν της πιθανότητας διάπραξης ενός λάθους του οποίου η διόρθωση έγινε αποδεκτή από τον ίδιο τον ενάγοντα χωρίς εν τω μεταξύ να προκαλέσει ζημιά. Σε καμιά δε περίπτωση δεν αποδεικνύεται η πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στον ενάγοντα, τουλάχιστον με οποιανδήποτε υπαιτιότητα της εναγόμενης CITI. Για τους πιο πάνω λόγους η Απαίτηση αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση κρίνεται υπό το φως της πιο πάνω απόληξης σαν αχρείαστη και απορρίπτεται σε σχέση και με τους δύο εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγομένους. Έχοντας όμως υπόψη τους λόγους απόρριψης της και το ότι δικαιολογημένα είχε εγερθεί ανταπαίτηση εναντίον και του εναγομένου εξ΄ ανταπαιτήσεως αρ. 2, δεν εκδίδεται καμιά διαταγή εξόδων. [Υπ.] Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο